Legislator Case Law & Legislation
154/2015 AI generated

154/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 154/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Ειρήνη Καλού, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

154/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 548/21-10-2013 ληξιαρχική πράξη θανάτου, που συνέταξε ο ληξίαρχος Δραπετσώνας, μετά την κατάθεση της από 31-10-2012 αίτησης αναίρεσης του Ν.Π.I.Δ. με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" (14-11-2012) και συγκεκριμένα στις 7-9-2013, απεβίωσε στη Νίκαια Αττικής ο δεύτερος των αναφερομένων σ' αυτή αναιρεσιβλήτων Ε.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 154 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 154/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Ειρήνη Καλού, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία - Πλατή.

Α. Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ά. χας Μ. Δ., το γένος Α. Μ., κατοίκου ..., για τον εαυτό της ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα του ανήλικου υιού της Ε. Δ., 2) Ε. Δ. του Γ., που δεν παραστάθηκε, 3) Ά. συζ. Ε. Δ., το γένος Μ. Π., κατοίκου ..., 4) Ε. συζ. Α. Α., το γένος Ε. Δ., κατοίκου ..., 5) Γ. Δ. του Ε., κατοίκου ..., 6) Α. Μ. του Γ., κατοίκου ... και 7) Ζ. συζ. Α. Μ., το γένος Η. Δ., κατοίκου .... Οι 1η, 3η, 4η, 5ος, 6ος και 7η των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σωτήριο Καρυώτη, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο, ότι ο 2ος των αναιρεσιβλήτων Ε. Δ. του Γ. απεβίωσε στις 7-9-2013, τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι κληρονόμοι του α) Ά. χα Ε. Δ., το γένος Μ. Π. (3η ως άνω), β) Ε. Δ. του Ε., συζ. Α. Α. (4η ως άνω), γ) Γ. Δ. του Ε. (5ος ως άνω) και δ) ο ανήλικος Ε. Δ. του Μ., που εκπροσωπείται νόμιμα από τη μητέρα του Ά. Μ. του Α., χα Μ. Δ. (1η ως άνω) και εκπροσωπούνται από τον ίδιο. Δεν κατέθεσε προτάσεις.

Β. Του αναιρεσείοντος: Ε. Π. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Σαξώνη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ά. Μ. του Α., χας Μ. Δ., κατοίκου ..., για τον εαυτό της ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα του ανήλικου υιού της Ε. Δ., 2) Ε. Δ. του Γ., που δεν παραστάθηκε, 3) Ά. Π. του Μ., συζ. Ε. Δ., κατοίκου ..., 4) Ε. Δ. του Ε., συζ. Α. Α., κατοίκου ..., 5) Γ. Δ. του Ε., κατοίκου ..., 6) Α. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 7) Ζ. Δ. του Η., συζ. Α. Μ., κατοίκου ... και 8) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Οι 1η, 3η, 4η, 5ος, 6ος και 7η των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σωτήριο Καρυώτη, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο, ότι ο 2ος των αναιρεσιβλήτων Ε. Δ. του Γ. απεβίωσε στις 7-9-2013, τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι κληρονόμοι του α) Ά. χα Ε. Δ., το γένος Μ. Π. (3η ως άνω), β) Ε. Δ. του Ε., συζ. Α. Α. (4η ως άνω), γ) Γ. Δ. του Ε. (5ος ως άνω) και δ) ο ανήλικος Ε. Δ. του Μ., που εκπροσωπείται νόμιμα από τη μητέρα του Ά. Μ. του Α., χα Μ. Δ. (1η ως άνω) και εκπροσωπούνται από τον ίδιο. Δεν κατέθεσε προτάσεις. Το 8ο των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία - Πλατή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-6-2008 αγωγή των ήδη υπό στοιχ. Α και Β 1ης, 3ης, 4ης, 5ου, 6ου και 7ης των αναιρεσιβλήτων και του ήδη αποβιώσαντος Ε. Δ. του Γ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 20-11-2008 παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη υπό στοιχ. Α αναιρεσείοντος - υπό στοιχ. Β 8ου των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4301/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3553/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το υπό στοιχ. Α αναιρεσείον με την από 31-10-2012 αίτησή του και τους από 29-8-2014 πρόσθετους λόγους αυτής και ο υπό στοιχ. Β αναιρεσείων με την από 20-1-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Καλού διάβασε τις από 29-9-2014 εκθέσεις της, με τις οποίες εισηγήθηκε α) την απόρριψη της από 20-1-2014 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3553/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και β) την απόρριψη της από 31-10-2012 αίτησης αναίρεσης και των από 29-8-2014 πρόσθετων λόγων αυτής κατά της υπ' αριθμ. 3553/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή των αντιστοίχων αιτήσεών τους, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι κρινόμενες από 31-10-2012 και 20-1-2014 αντίθετες αιτήσεις αναίρεσης των αναιρεσειόντων Ν.Π.I.Δ. με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" και Ε. Π., αντίστοιχα, καθώς και οι από 29-8-2014 πρόσθετοι λόγοι της πρώτης αίτησης αναίρεσης, πρέπει, αφού στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης, να συνεκδικασθούν, σύμφωνα με το άρθρο 246 του ΚΠολΔ, που έχει εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α', 287 παρ. 1 και 290 Κ.Πολ.Δ., τα οποία εφαρμόζονται και στην κατ' αναίρεση δίκη (άρθρ. 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι η βίαιη διακοπή της δίκης που επέρχεται από το θάνατο του διαδίκου, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί αμέσως συζήτηση της υποθέσεως (Ολ.ΑΠ 22/2000, ΑΠ 8/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 548/21-10-2013 ληξιαρχική πράξη θανάτου, που συνέταξε ο ληξίαρχος Δραπετσώνας, μετά την κατάθεση της από 31-10-2012 αίτησης αναίρεσης του Ν.Π.I.Δ. με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" (14-11-2012) και συγκεκριμένα στις 7-9-2013, απεβίωσε στη Νίκαια Αττικής ο δεύτερος των αναφερομένων σ' αυτή αναιρεσιβλήτων Ε.

Δ. του Γ., αντίδικος του αναιρεσείοντος κατά τη δίκη που εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 3553/2011 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, οι κάτωθι, ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού, ήτοι: α) Ά. χα Ε. Δ., το γένος Μ. Π. (3η αναιρεσίβλητη) (σύζυγός του), β) Ε. Δ. του Ε., συζ. Α. Α. (4η αναιρεσίβλητη), γ) Γ. Δ.

του Ε. (5ος αναιρεσίβλητος) (τέκνα του) και δ) ο ανήλικος Ε. Δ. του Μ., (εγγονός του, τέκνο του προαποβιώσαντος τέκνου του Μ. Δ.) που εκπροσωπείται νόμιμα από τη μητέρα του Ά. Μ. του Α., χα Μ. Δ. (1η αναιρεσίβλητη) γνωστοποίησαν διά του νομίμως διορισθέντος απ' αυτούς πληρεξουσίου τους δικηγόρου Σωτηρίου Καρυώτη του Παναγιώτη (βλ.

το υπ' αριθμ. .../8-10-2014 γενικό δικαστικό πληρεξούσιο του συμβ/φου Πειραιώς Γεωργίου Σακελλάρη) το ως άνω γεγονός του θανάτου του με δήλωσή τους κατά την εκφώνηση της ως άνω αίτησης από τη σειρά του πινακίου, που καταχωρίστηκε στα πρακτικά του παρόντος δικαστηρίου, ενώ, περαιτέρω, δήλωσαν ότι επαναλαμβάνουν εκουσίως τη διακοπείσα λόγω του θανάτου του δίκη (άρθρ. 286 περ.

α', 287 παρ. 1 και 290 ΚΠολΔ). Επομένως, νομίμως συνεχίζεται η δίκη επί της ως άνω αιτήσεως μεταξύ του αναιρεσείοντος Ν.Π.I.Δ. με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" και των υπεισελθόντων στη θέση του ως άνω αναιρεσιβλήτου εξ αδιαθέτου κληρονόμων του, των οποίων η ιδιότητά τους αυτή δεν αμφισβητείται.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62, 313 παρ. 1 εδάφ. δ', 286 επ. και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, αν ο διάδικος είναι στη ζωή κατά την έναρξη της δίκης και απεβίωσε, μετά την έκδοση της οριστικής αποφάσεως, δεν υφίσταται στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή και επανάληψη της δίκης και επομένως τα ασκούμενα κατά της αποφάσεως αυτής ένδικα μέσα, άρα και η αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απευθύνονται, σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔ, κατά των καθολικών διαδόχων του αποβιώσαντος, υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο αναιρεσείων διάδικος είχε λάβει με οιονδήποτε τρόπο γνώση του θανάτου του αντιδίκου του, διαφορετικά η αναίρεση που απευθύνεται, κατά του αποβιώσαντος, χωρίς όμως να γνωρίζει τον θάνατό του ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και χωρεί νόμιμα η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι καλούνται, με την ιδιότητα αυτή στη συζήτηση (Ολ.ΑΠ 27/87, ΑΠ 8/2014, ΑΠ 570/ 2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη από 20-1-2014 αίτηση αναίρεσης του Ε. Π. απευθύνεται μεταξύ άλλων και κατά του Ε. Δ. του Γ., ως αντιδίκου του αναιρεσείοντος κατά τη δίκη που εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 3553/2011 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ο οποίος, όπως προκύπτει από το προαναφερόμενο αντίγραφο ληξιαρχικής πράξης θανάτου απεβίωσε στις 7-9-2013, ενώ η από 20-1-2014 αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε αρμοδίως στις 20-1-2014, μετά το θάνατο του ως άνω διαδίκου.

Από κανένα όμως αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει ότι ο αναιρεσείων Ε. Π. κατά την άσκηση αυτής γνώριζε το θάνατο του εν λόγω αναιρεσιβλήτου και επομένως νομίμως χωρεί η συζήτηση της αναίρεσης με τους προαναφερόμενους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του θανόντα, οι οποίοι κατά την εκφώνηση της ως άνω αίτησης από τη σειρά του πινακίου διά του νομίμως διορισθέντος απ' αυτούς πληρεξουσίου τους δικηγόρου Σωτηρίου Καρυώτη του Παναγιώτη (βλ.

το υπ' αριθμ. .../8-10-2014 γενικό δικαστικό πληρεξούσιο του συμβ/φου Πειραιώς Γεωργίου Σακελλάρη) που έγινε στο ακροατήριο και καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, δήλωσαν ότι συμμετέχουν στη συζήτηση της από 20-1-2014 αίτησης αναίρεσης, ως κληρονόμοι του ως άνω αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας. Αμέλεια, κατ' άρθρο 330 ΑΚ, υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις καταστάσεις.

Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα. Περαιτέρω, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι οι έννοιες αμέλειας και του συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος είναι έννοιες νομικές.

Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1991, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.

Επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του φερομένου ως υποχρέου προς αποζημίωση ή συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος, υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος (ΑΠ 210/2013).

Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς (ΑΠ 690/2011, ΑΠ 1476/2005, ΑΠ 1653/2001).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 1211/2012).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Περαιτέρω, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 271/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους λόγους αναίρεσης, πρώτο της από 31-10-2012 αίτησης, πρώτο του από 29-8-2014 δικογράφου πρόσθετων λόγων αυτής και πρώτο της από 20-1-2014 αίτησης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο, το οποίο καθόσον αφορά στην κύρια αγωγή, κατέληξε στην κρίση ότι συντρέχει συγκλίνουσα υπαιτιότητα (κατά ποσοστό 80%) του εναγομένου οδηγού της ανασφάλιστης υπ' αριθμ. ...

δίκυκλης μοτοσυκλέτας, Ε. Π. στην πρόκληση της σύγκρουσης αυτής με την οδηγούμενη από το θανόντα συγγενή των αναιρεσιβλήτων Μ. Δ. υπ' αριθμ. ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα και το συνεπεία αυτής θανάσιμο τραυματισμό του τελευταίου και με την παραδοχή αυτή απέρριψε τους συναφείς με την υπαιτιότητα λόγους α) της από 3 Ιανουάριου 2010 έφεσης του πρώτου εναγομένου στην κύρια αγωγή και ήδη αναιρεσείοντος Ν.Π.I.Δ.

με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", κατά των εναγόντων - εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων: 1) Ά. χήρας Μ. Δ. το γένος Α. Μ., ατομικά και ως ασκούσης την γονική μέριμνα του ανηλίκου υιού της Ε. Δ., 2) Ε. Δ. του Γ., 3) Ά. συζ. Ε. Δ. το γένος Μ. Π., 4) Ε. συζ. Α. Α. το γένος Ε. Δ., 5) Γ.

Δ. του Ε., 6) Α. Μ. του Γ., 7) Ζ. συζ. Α. Μ. το γένος Η. Δ., και β) της από 10 Μαΐου 2010, έφεσης του δεύτερου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ε. Π. κατά των ίδιων ως άνω εναγόντων - εφεσιβλήτων - αντεκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων που στρέφονταν κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία κρίνοντας ομοίως είχε δεχτεί εν μέρει τις ασκηθείσες κατ' αυτών (αναιρεσειόντων) α) από 27-6- 2008 κύρια αγωγή των ίδιων ως άνω εναγόντων - εφεσιβλήτων - αντεκκαλούντων και ήδη επτά πρώτων αναιρεσιβλήτων και β) την από 20-11-2008 παρεμπίπτουσα αγωγή του παρεμπιπτόντως ενάγοντος - εκκαλούντος - εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσείοντος και όγδου αναιρεσίβλητου στην από 20-1-2014 αίτηση Ν.Π.I.Δ.

με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", κατά του παρεμπιπτόντος εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Ε. Π., παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 Α.Κ. καθόσον διέλαβε στην απόφασή του ελλιπείς και ασαφείς αιτιολογίες, αναφορικά με το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα των ειδικότερων συνθηκών της ένδικης σύγκρουσης και της υπαιτιότητας των οδηγών που ενεπλάκησαν στο ένδικο ατύχημα.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά σχετικά με τις συνθήκες που έλαβε χώρα το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα: "Στις 14-5-2007 και περί ώρα 14.30 ο Μ.

Δ. οδηγώντας την υπ' αριθμ. κυκλ. ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα ιδιοκτησίας του και ο Ε. Π. οδηγώντας την υπ' αριθμ. κυκλ. ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα ιδιοκτησίας του, η οποία δεν ήταν ασφαλισμένη για τις, από τη λειτουργία της προξενούμενες σε τρίτους ζημίες, εκινούντο με ταχύτητα, άνω του επιτρεπομένου ορίου των 50 χιλ.

την ώρα, στη Λεωφόρο Δημοκρατίας στο Πέραμα Αττικής, με κατεύθυνση προς Ικόνιο. Η Λεωφόρος αυτή, είναι δρόμος διπλής κατευθύνσεως, με δύο λωρίδες σε κάθε κατεύθυνση, οι οποίες έχουν συνολικό πλάτος 7 μ., στη δεξιά δε πλευρά των λωρίδων, με κατεύθυνση προς Ικόνιο, υπάρχει πεζοδρόμιο πλάτους 1.20 μ. και προειδοποιητικός φωτεινός σηματοδότης, κατά τον εν λόγω χρόνο ήταν ημέρα, ο καιρός ήταν αίθριος, το οδόστρωμα ήταν ξηρό και η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν αυξημένη.

Στο ύψος της Λ. Δημοκρατίας, που βρίσκονται οι εγκαταστάσεις της εταιρίας SHELL και ενώ η οδός είναι αριστερή καμπύλη ως προς την πορεία των οχημάτων και εν συνεχεία ευθεία οριζόντια, αμφότερες οι μηχανές προσπέρασαν την υπ' αριθμ. κυκλ. ... μοτοσυκλέτα, που οδηγούσε ο Α. Μ., ο οποίος βρισκόταν στην δεξιά λωρίδα της άνω οδού και κατόπιν κινήθηκαν έμπροσθεν, αυτού, σχεδόν παράλληλα η μία με την άλλη, με ελαφρώς προπορευόμενη την υπ' αριθμ.

κυκλ. ... μοτοσυκλέτα σε πολύ κοντινή απόσταση μεταξύ τους. Εκείνη την χρονική στιγμή ο Ε. Π. επέπεσε με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα της μηχανής του στην οπίσθια αριστερή πλευρά της μηχανής του Δ., με αποτέλεσμα η μηχανή του τελευταίου να εκτραπεί της πορείας της προς τα δεξιά, να προσκρούσει και να συρθεί με την δεξιά πλευρά της στο ρείθρο του πεζοδρομίου για 19 μέτρα και ο οδηγός της να εκτιναχθεί και να κτυπήσει στην κολώνα του προειδοποιητικού φωτεινού σηματοδότη που υπήρχε στο πεζοδρόμιο.

Στην συνέχεια η ανωτέρω μηχανή συνέχισε την πορεία της για 15 μέτρα, και μετά ήλθε εκ νέου σε επαφή με το ρείθρο του πεζοδρομίου συρόμενη σε απόσταση 23 μέτρων, οπότε και ακινητοποιήθηκε. Η μηχανή του Ε. Π. συνέχισε την πορεία της μετά τη σύγκρουση για απόσταση 27 μέτρων και ακολούθως ανατράπηκε και σύρθηκε με τη δεξιά πλευρά της στο οδόστρωμα για 15 μέτρα οπότε και ακινητοποιήθηκε.

Η εν λόγω σύγκρουση είχε ως αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων τον θανάσιμο τραυματισμό του Μ. Δ.. Για το εν λόγω ατύχημα κυρίως υπαίτιος τυγχάνει ο οδηγός της μοτοσυκλέτας Ε. Π. ο οποίος ένεκα ελλείψεως της προσοχής, την οποία όφειλε και ηδύνατο να καταβάλει όπως κάθε μέσος συνετός οδηγός υπό ανάλογες περιστάσεις, δεν είχε τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, οδηγούσε επικίνδυνα για του λοιπούς που χρησιμοποιούσαν την οδό, συγκεκριμένα δε οδηγούσε με ταχύτητα μεγαλύτερη της επιτρεπομένης των 50 χιλ/ώρα, δεν τηρούσε την απαιτούμενη απόσταση ασφαλείας από την προπορευόμενη μοτοσυκλέτα του Μ.

Δ. με αποτέλεσμα να επιπέσει με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα της μοτοσυκλέτας του, στο οπίσθιο αριστερό τμήμα της μηχανής του Μ. Δ. και να το εκτρέψει της πορείας του προς το πεζοδρόμιο. Συνυπαίτιος, όμως για το εν λόγω ατύχημα και δή κατά ποσοστό 20% τυγχάνει και ο οδηγός της μοτοσυκλέτας Μ. Δ., ο οποίος στερούμενος της κατά νόμο αδείας οδηγήσεως, ένεκα ελλείψεως της προσοχής την οποία όφειλε και ηδύνατο να καταβάλει, όπως κάθε μέσος συνετός οδηγός υπό ανάλογες περιστάσεις δεν είχε τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, οδηγούσε επικίνδυνα για τους λοιπούς που χρησιμοποιούσαν την οδό, εκινείτο με υπερβολική ταχύτητα, πέραν της επιτρεπόμενης των 50 χιλ/ώρα έχοντας μάλιστα κάνει προηγουμένως χρήση ινδικής κάνναβης η οποία οπωσδήποτε επηρέασε την οδηγητική του ικανότητα και συμπεριφορά.

Κατόπιν τούτου η ένσταση των εναγομένων περί συνυπαιτιότητας του παθόντος οδηγού στην επέλευση του ατυχήματος πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη. Ο Μ. Δ. υπέστη βαρύτατες κακώσεις θώρακος - κοιλίας - δεξιού άνω άκρου και απεβίωσε εξαιτίας αυτών. Ο ίδιος δεν φορούσε προστατευτικό κράνος κατά την οδήγηση, πλην όμως η χρήση του δεν συνδέεται αιτιωδώς με το θάνατό του, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, επήλθε συνεπεία της ως άνω κακώσεως.

Κατόπιν τούτου, η νομίμως προβληθείσα ένσταση του εναγομένου περί συνυπαιτιότητας του παθόντος στον θανάσιμο τραυματισμό του λόγω του ότι δεν έφερε κράνος, πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη".

Με βάση τις πιο πάνω αναφερόμενες παραδοχές, και κρίνοντας ότι το ένδικο ατύχημα προκλήθηκε από συγκλίνουσα αμέλεια και των δύο οδηγών και συγκεκριμένα κατά ποσοστό 80% του εναγόμενου οδηγού της ανασφάλιστης υπ' αριθμ. ... δίκυκλης μοτοσυκλέτας Ε. Π. και κατά ποσοστό 20% του θανόντος, οδηγού της υπ' αριθμ. ... δίκυκλης μοτοσυκλέτας Μ. Δ. κατά μερική παραδοχή της προβληθείσας από τους εναγόμενους ένστασης περί συντρέχοντος πταίσματος του θανόντος στην πρόκληση της σύγκρουσης των ως άνω οχημάτων, και μετά από απόρριψη της προβληθείσας, επίσης από τους ίδιους ένστασης συντρέχοντος πταίσματος του θανόντος οδηγού του μοτοποδηλάτου για την έκταση του τραυματισμού του από την παράλειψη αυτού να φορέσει προστατευτικό κράνος, το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμες κατ' ουσίαν, ως προς τους συναφείς με την υπαιτιότητα λόγους τους, τις παραπάνω εφέσεις των εναγομένων στην κύρια αγωγή, καθώς και την αντέφεση των αντιδίκων τους κυρίως εναγόντων, κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που έκρινε, ομοίως.

Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο περιέλαβε επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες σε σχέση με τις συνθήκες της ένδικης σύγκρουσης και την υπαιτιότητα των οδηγών που ενεπλάκησαν στο ατύχημα, ο προσδιορισμός του ποσοστού της οποίας από το δικαστήριο της ουσίας είναι ανέλεγκτος, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, για την ορθή ή μη εφαρμογή από εκείνο των περί υπαιτιότητας (αμελείας) διατάξεων και δε στέρησε, κατά τούτο, την απόφασή του νόμιμης βάσης.

Ειδικότερα, καθόσον αφορά στις δήθεν ελλείψεις και ασάφειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση από τους αναιρεσείοντες σχετικά με το μη ακριβή προσδιορισμό της συγκεκριμένης ταχύτητας, με την οποία κινείτο η μοτοσυκλέτα του Μ. Δ. και του λόγου για τον οποίο η ταχύτητα, με την οποία κινείτο ο αναιρεσείων Ε.

Π. τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με το επελθόν αποτέλεσμα (τη σύγκρουση και τον θανάσιμο τραυματισμό του Μ. Δ.), τις διαπιστώσεις του Εφετείου αναφορικά με τις συνθήκες που έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα, την παράλειψη αναφοράς σε τυχόν αντικειμενικά ευρήματα της σύγκρουσης, και τον προσδιορισμό του ποσοστού συνυπαιτιότητας του θανόντος στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, οι αιτιάσεις αυτές απαραδέκτως προβάλλονται, διότι υπό το πρόσχημα της προβαλλόμενης πλημμέλειας, που θεμελιώνεται στις αιτιάσεις αυτές, πλήττεται η ανέλεγκτη κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα ότι αιτία του ατυχήματος υπήρξε η σύγκρουση μεταξύ των δύο οχημάτων που προκλήθηκε από την πρόσκρουση της κινούμενης με μεγάλη ταχύτητα, άνω του επιτρεπόμενου ορίου των 50 χιλ/ώρα μοτοσυκλέτας του εναγομένου οδηγού με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα της στο οπίσθιο αριστερό τμήμα της ελαφρώς προπορευόμενης μοτοσυκλέτας του θανόντος, η οποία είχε ως συνέπεια την εκτροπή της μοτοσυκλέτας του και την πρόσκρουσή της στο ρείθρο του πεζοδρομίου, εξ αιτίας της οποίας ανετράπη με τις εντεύθεν συνέπειες που περιγράφονται αναλυτικά στην απόφαση, καθώς και η κρίση του Εφετείου, ως προς το ποσοστό συνυπαιτιότητας εκατέρου των εμπλακέντων στο ατύχημα οδηγών, η οποία (κρίση), επίσης, ως αφορώσα εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, είναι ανέλεγκτη.

Εξάλλου, δεν υπάρχει η επικαλούμενη από το αναιρεσείον Ν.Π.I.Δ. με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" αντίφαση μεταξύ της παραδοχής της προσβαλλόμενης απόφασης ότι αμφότερες οι μηχανές κινούνταν σχεδόν παράλληλα η μία με την άλλη και της παραδοχής αυτής ότι η μηχανή του Π. δεν τηρούσε την απαιτούμενη απόσταση ασφαλείας από την προπορευόμενη μοτοσυκλέτα του Μ. Δ. και έπεσε στο οπίσθιο αριστερό τμήμα της μηχανής του Μ. Δ., αφού η μία παραδοχή δεν αναιρεί την άλλη, και ειδικότερα η παραδοχή του Εφετείου ότι οι δύο μοτοσυκλέτες αφού ολοκλήρωσαν την προσπέραση της μοτοσυκλέτας που οδηγούσε ο Α. Μ. και κατόπιν κινήθηκαν έμπροσθεν της τελευταίας, εκινούντο σχεδόν παράλληλα - και όχι παράλληλα - η μία με την άλλη, με ελαφρώς προπορευόμενη την οδηγούμενη από το θανόντα Μ. Δ. υπ' αριθμ. κυκλ. ... μοτοσυκλέτα σε πολύ κοντινή απόσταση μεταξύ τους σε συνδυασμό με την παραδοχή ότι η μοτοσυκλέτα του εναγομένου Ε. Π. επέπεσε με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα της μοτοσυκλέτας του, στο οπίσθιο αριστερό τμήμα της μηχανής του Μ. Δ. και όχι σε πλαϊνό τμήμα αυτής, δεν αποκλείει αλλά είναι απολύτως σύμφωνη με το γενόμενο δεκτό από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο εναγόμενος οδηγός επέπεσε με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα της μοτοσυκλέτας του, στο οπίσθιο αριστερό τμήμα της μηχανής του Μ. Δ., επειδή δεν τηρούσε την απαιτούμενη απόσταση ασφαλείας.

Συνεπώς, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και επομένως οι λόγοι αναίρεσης, πρώτος της από 31-10-2012 αίτησης, πρώτος του από 29-8-2014 δικογράφου πρόσθετων λόγων του αναιρεσείοντος Ν.Π.I.Δ. με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" και πρώτος της από 20-1-014 αίτησης του αναιρεσείοντος Ε. Π., από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι και αβάσιμοι, κατά τις διακρίσεις που προαναφέρθηκαν.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη πραγματικού ισχυρισμού που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως για τη στοιχειοθέτηση του αναιρετικού αυτού λόγου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία έχει υποχρέωση να λάβει υπόψη κατά τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 2/2008).

Μη λήψη πάντως δεν σημαίνει από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται όλα τα έγγραφα, πλην εκείνου στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση (ΑΠ 31/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της από 31-10-2012 αίτησης του αναιρεσείοντος Ν.Π.I.Δ. με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικάσαν Εφετείο για το σχηματισμό της κρίσης του αναφορικά με την προβληθείσα από το εν λόγω αναιρεσείον ένσταση περί συντρέχοντος πταίσματος στην έκταση του τραυματισμού του, του θανόντα συγγενή των αναιρεσιβλήτων Μ.

Δ., οδηγού της υπ' αριθμ. ... δίκυκλης μοτοσυκλέτας, διότι κατά την οδήγηση της μοτοσυκλέτας του δεν φορούσε προστατευτικό κράνος, το οποίο θα απέτρεπε το θανάσιμο τραυματισμό του, δεν έλαβε υπόψη του και δεν εκτίμησε τη νομίμως επικληθείσα και προσκομισθείσα σ' αυτό από το εν λόγω αναιρεσείον προς απόδειξη του ως άνω ισχυρισμού του από 19-7-2007 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής, του ιατροδικαστή Γ.

Ν. Λ., η οποία αναγράφει ότι από την νεκροψία που διενεργήθηκε στο θανόντα Μ. Δ. προέκυψαν: "δύο διασχίσεις στην δεξιά μετωποκροταφική χώρα και δεξιά παρειά και ότι από την νεκροτομή στο κρανίο προέκυψε: εγκέφαλος έξαιμος", περιστατικά από τα οποία κατά το αναιρεσείον αποδεικνύεται ότι ο θάνατος του Μ. Δ.

επήλθε μεταξύ άλλων και από το γεγονός ότι ο εγκέφαλός του έγινε έξαιμος λόγω της πρόσκρουσης της κεφαλής του στην μεταλλική κολώνα του φωτεινού σηματοδότη και ότι η παράλειψη του θανόντος να φορέσει προστατευτικό κράνος τελεί σε απόλυτη αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα (θανάσιμο τραυματισμό του) διότι αν ο θανών φορούσε προστατευτικό κράνος, δεν θα τραυματιζόταν καθόλου στο κεφάλι και δεν θα επερχόταν ο θάνατός του, κι έτσι έκρινε απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη την προβληθείσα απ' αυτό παραπάνω ένσταση.

Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, μετά από εκτίμηση, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, "των εγγράφων που οι διάδικοι επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν, μεταξύ των οποίων και εκείνων της ποινικής δικογραφίας", στα οποία συμπεριλαμβάνεται η ως άνω ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής, η οποία προσκομίζεται από το αναιρεσείον και ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, σε συνδυασμό με την αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση στην αιτία από την οποία έγινε δεκτό ότι επήλθε ο θάνατος του Μ.

Δ. (βαρύτατες κακώσεις θώρακος - κοιλίας - δεξιού άνω άκρου, εξ αιτίας των οποίων και απεβίωσε), η οποία είναι ίδια μ' αυτήν που αναφέρεται στην ως άνω έκθεση, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε και την έκθεση αυτή. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης της από 31-10-2012 αίτησης του αναιρεσείοντος Ν.Π.I.Δ.

με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 932 εδ. γ' ΑΚ σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης.

Στη διάταξη αυτή δεν γίνεται προσδιορισμός της έννοιας του όρου "οικογένεια του θύματος", προφανώς, γιατί ο νομοθέτης δεν θέλησε να διαγράψει δεσμευτικώς τα όρια ενός θεσμού, ο οποίος, ως εκ της φύσεώς του, υφίσταται αναγκαίως τις επιδράσεις εκ των κοινωνικών διαφοροποιήσεων κατά τη διαδρομή του χρόνου.

Κατά την αληθή όμως έννοια της εν λόγω διατάξεως, που απορρέει από το σκοπό της θεσπίσεώς της, στην οικογένεια του θύματος περιλαμβάνονται οι εγγύτεροι και στενώς συνδεόμενοι συγγενείς του θανατωθέντος, που δοκιμάσθηκαν ψυχικά από την απώλειά του, και στην ανακούφιση του ηθικού πόνου τους στοχεύει η διάταξη αυτή, αδιαφόρως αν συζούσαν μαζί του ή διέμεναν χωριστά.

Με την έννοια αυτή οι μεν αγχιστείς πρώτου βαθμού (πεθερός, πεθερά, γαμπρός, νύφη) περιλαμβάνονται στην οικογένεια του θύματος, ενώ οι αγχιστείς πέραν του πρώτου βαθμού, όπως είναι οι αδελφοί της συζύγου του θανατωθέντος, δεν περιλαμβάνονται στην οικογένεια αυτή (Ολ.ΑΠ 21/2000, ΑΠ 1752/2005, ΑΠ 732/2002, ΑΠ 868/2002).

Στην προκειμένη περίπτωση με τους λόγους αναίρεσης δεύτερο του από 29-8-2014 δικογράφου πρόσθετων λόγων του αναιρεσείοντος Ν.Π.I.Δ. με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" και δεύτερο της από 20-1-2014 αίτησης του αναιρεσείοντος Ε. Π. αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ ότι το Εφετείο, που δέχτηκε ως νόμιμο το αίτημα χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ψυχικής οδύνης, για τους έκτο και έβδομη των εναγόντων που ήταν πατέρας και μητέρα της συζύγου του ως άνω θανόντος (πεθεροί του τελευταίου) κρίνοντας ότι τα ανωτέρω πρόσωπα, περιλαμβάνονται στην οικογένεια του θύματος, παραβίασε την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 932 εδ. γ' ΑΚ.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των αναφερόμενων σ' αυτή αποδεικτικών στοιχείων, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), σχετικά με το κρίσιμο ζήτημα της επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης στους ενάγοντες της κύριας αγωγής, μεταξύ των οποίων και οι προαναφερόμενοι, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο θανών, ο οποίος ήταν ηλικίας 34 ετών ζούσε αρμονικά και έτρεφε αισθήματα στοργής και αγάπης για την οικογένειά του και συγκεκριμένα τη σύζυγό του, πρώτη ενάγουσα, το ανήλικο ηλικίας τριών ετών τέκνο του (εκπροσωπούμενο στην παρούσα δίκη από την μητέρα του πρώτη ενάγουσα), τους γονείς του (δεύτερο και τρίτο των εναγόντων), τα αδέλφια του (τέταρτο και πέμπτη των εναγόντων) και τους γονείς της συζύγου του (πεθερικά του), έκτο και εβδόμη των εναγόντων και ασκούσε το επάγγελμα του σκαλωσατζή.

Ο θάνατός του προξένησε σε όλα τα προαναφερόμενα πρόσωπα έντονα συναισθήματα πόνου και οδύνης. Λαμβανομένων δε υπ' όψιν των συνθηκών, του ατυχήματος, του βαθμού συνυπαιτιότητας εκάστου οδηγού στην επέλευση του ατυχήματος, της ηλικίας του θύματος, του βαθμού συγγενείας των εναγόντων προς αυτά και της οικονομικής και κοινωνικής καταστάσεως των διαδίκων φυσικών προσώπων, οι ενάγοντες δικαιούνται τα παρακάτω ποσά ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης τα οποία κρίνονται εύλογα και συγκεκριμένα τα ποσά των: 50.000 ευρώ για τη σύζυγο, 45.000 ευρώ για το ανήλικο τέκνο του, 45.000 ευρώ για καθέναν από τους γονείς του, 25.000 ευρώ για καθένα από τα αδέλφια του και 5.000 ευρώ για καθένα από τα πεθερικά του".

Όπως προκύπτει από το προαναφερόμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, αφού δέχτηκε ότι οι έκτος και έβδομη των εναγόντων της κύριας αγωγής Α. Μ. του Γ. και Ζ. σύζ. Α. Μ. και ήδη έκτος και έβδομη των αναιρεσιβλήτων που ήταν πατέρας και μητέρα της συζύγου του ως άνω θανόντος (πεθερός και πεθερά του, αντίστοιχα) περιλαμβάνονταν στην οικογένεια του τελευταίου και περαιτέρω ότι ο θανών έτρεφε αισθήματα στοργής και αγάπης για την οικογένειά του και ότι ο θάνατός του προξένησε στα προαναφερόμενα πρόσωπα έντονα συναισθήματα πόνου και οδύνης, έκρινε ότι δικαιούνται χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε, σύμφωνα και με τη νομική σκέψη που προαναφέρθηκε τη διάταξη του άρθρου 932 εδ. γ' ΑΚ. Επομένως, οι λόγοι αναίρεσης, δεύτερος του από 29-8-2014 δικογράφου πρόσθετων λόγων του αναιρεσείοντος Ν.Π.I.Δ. με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" και δεύτερος της από 20-1-2014 αίτησης του αναιρεσείοντος Ε.

Π. από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Μετά απ' αυτά, πρέπει να απορριφθούν οι από 31-10-2012 και 20-1-2014 αιτήσεις αναίρεσης, καθώς και οι από 29-8-2014 πρόσθετοι λόγοι της πρώτης αίτησης αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα Ε. Π. για την άσκηση της από 20-1-2014 αίτησης στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ.

ε' Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρο 183 ΚΠολ), από τους οποίους το όγδοο αναιρεσίβλητο στην από 20-1-2014 αίτηση αναίρεσης Ν.Π.Ι.Δ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" εκπροσωπήθηκε από διαφορετικό δικηγόρο απ' αυτόν των λοιπών και κατέθεσε προτάσεις, οι δε λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο δικηγόρο και δεν κατέθεσαν προτάσεις, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει τις από 31-10-2012 και 20-1-2014 αιτήσεις του Ν.Π.I.Δ. με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" και του Ε. Π., αντίστοιχα, καθώς και τους από 29-8-2014 πρόσθετους λόγους της πρώτης αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3553/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών,

Απορρίπτει την από 31-10-2012 αίτηση και τους από 29-8-2014 πρόσθετους λόγους του Ν.Π.I.Δ. με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3553/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει, στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Απορρίπτει την από 20-1-2014 αίτηση του Ε. Π. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3553/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα Ε. Π. στο δημόσιο ταμείο. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει: α) σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ για το όγδοο αναιρεσίβλητο και β) σε χίλια οκτακόσια ευρώ (1.800) ευρώ για τους λοιπούς αναιρεσίβλητους.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Οκτωβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Φεβρουαρίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ