154/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Α. Της αναιρεσείουσας: Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΓΕΝΝΗΤΩΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Α.Ε.Β.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "ΓΕΝΝΗΤΩΡ Α.Ε.Β.Ε." η οποία εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Φέλιο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Legislator headnote
AI generated154/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ότι ο όρος αυτός είναι άκυρος και ανίσχυρος ως καταχρηστικός, διότι αντίκειται στην καλή πίστη και στα χρηστά συναλλακτικά ήθη για όσους λόγους εκτίθενται στην αγωγή λεπτομερώς. Ότι, επίσης, εσφαλμένα είχε συμφωνηθεί να επιβαρύνεται η μισθώτρια με την καταβολή χαρτοσήμου, ποσοστού 3,6% επί του μισθώματος, αντί Φ.Π.Α., ποσοστού 19%.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 154 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 154/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Χαράλαμπο Καλαματιανό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Α. Της αναιρεσείουσας: Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΓΕΝΝΗΤΩΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Α.Ε.Β.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "ΓΕΝΝΗΤΩΡ Α.Ε.Β.Ε." η οποία εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Φέλιο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ε & Ε Ανώνυμη Εταιρία Ιατρικών-Κτηνιατρικών Ειδών, Φαρμάκων & Logistics" και τον διακριτικό τίτλο "Ε. και Ε. ΙΑΤΡΙΚΑ Α.Ε." η οποία εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φωκίωνα Τσίντο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Β. Της αναιρεσείουσας: Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ε & Ε Ανώνυμη Εταιρία Ιατρικών-Κτηνιατρικών Ειδών, Φαρμάκων & Logistics" και τον διακριτικό τίτλο "Ε. και Ε. ΙΑΤΡΙΚΑ Α.Ε." η οποία εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φωκίωνα Τσίντο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΓΕΝΝΗΤΩΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Α.Ε.Β.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "ΓΕΝΝΗΤΩΡ Α.Ε.Β.Ε." η οποία εδρεύει στη ..., και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Φέλιο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-1-2010 και με αριθ.κατάθ.92/29-1-2010 αγωγή της υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσιβλήτου και υπό στοιχείο Β αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 52/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 193/2013 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η υπό στοιχείο Α αναιρεσείουσα με την από 15-7-2013 αίτησή της και τους από 4-11-2013 πρόσθετους λόγους αυτής, και η υπό στοιχείο Β αναιρεσείουσα με την από 17-6-2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χαράλαμπος Καλαματιανός, ανέγνωσε την από 20-11-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της με υπό στοιχείο Α και αριθ. κατάθ. 24/2013 αιτήσεως αναιρέσεως και των με αριθ.κατάθ.174/2013 4-11-2013 προσθέτων λόγων αυτής καθώς και της υπό στοιχείο Β και με αριθ.κατάθ.17/2013 αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στο Δικαστήριο αυτό εκκρεμούν οι 17/19-6-2013 και 24/17-7-2013 αιτήσεις (η δεύτερη και με τους 174/4-11-2013 πρόσθετους λόγους) για αναίρεση της αυτής, 193/2013 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας. Προφανές είναι ότι οι εν λόγω αιτήσεις αναίρεσης πρέπει να συνεκδικασθούν (ΚΠολΔ 573 παρ.2, 246) και να ερευνηθεί στη συνέχεια η βασιμότητα των διατυπουμένων δι' αυτών λόγων με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως αυτή προκύπτει από την επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.
Με την αγωγή της με ημερομηνία 21.01.2010 και αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 92/29.01.2010 η ήδη αναιρεσείουσα - αναιρεσίβλητη Εταιρεία με την επωνυμία "Ε. Ε'Ανώνυμη Εταιρία Ιατρικών - Κτηνιατρικών Ειδών, Φαρμάκων και Logistics" ιστόρησε χα εξής: Ότι δυνάμει ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης η ήδη πτωχή εταιρία με την επωνυμία "Εμπορική και Παραγωγική Χοίρινων και Ζωοτροφών Μονοπρόσωπη ΕΠΕ" εκμίσθωσε στην εδώ εναγομένη εταιρία με τον διακριτικό τίτλο "ΓΕΝΝΗΤΩΡ Α.Ε.Β.Ε." μία χοιροτροφικη μονάδα της, η οποία βρίσκεται στο δ.δ. ...
του δήμου …και περιγράφεται στην αγωγή λεπτομερώς. Ότι, ενώ διαρκούσε η μίσθωση, το μίσθιο εκποιήθηκε με αναγκαστικό πλειστηριασμό και μεταβιβάστηκε κατά κυριότητα στην ενάγουσα εταιρία με τη μεταγραφή της σχετικής κατακυρωτικής έκθεσης, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 18.05.2007. Ότι η εναγομένη μισθώτρια πληροφορήθηκε το ανωτέρω γεγονός, αναγνώρισε την ενάγουσα ως εκμισθώτρια και της καταβάλλει έκτοτε, ήτοι από τον μήνα Μάιο 2007, τα μισθώματα ανελλιπώς, αφαιρώντας όμως από αυτά τις δαπάνες κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος ΔΕΗ και χρήσης τηλεφώνων Ο.Τ.Ε., κατ' εφαρμογή όρου της μίσθωσης.
Ότι ο όρος αυτός είναι άκυρος και ανίσχυρος ως καταχρηστικός, διότι αντίκειται στην καλή πίστη και στα χρηστά συναλλακτικά ήθη για όσους λόγους εκτίθενται στην αγωγή λεπτομερώς. Ότι, επίσης, εσφαλμένα είχε συμφωνηθεί να επιβαρύνεται η μισθώτρια με την καταβολή χαρτοσήμου, ποσοστού 3,6% επί του μισθώματος, αντί Φ.Π.Α., ποσοστού 19%.
Ότι το ακριβές μηνιαίο μίσθωμα του επίδικου μισθίου, πλέον χαρτοσήμου και μετέπειτα Φ.Π.Α., αναπροσαρμοζόμενο σύμφωνα με τη μεταβολή του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή, ανέρχεται ανά μισθωτικό έτος στα ποσά που εκτίθενται στην αγωγή λεπτομερώς, και ότι η μηνιαία διαφορά μεταξύ καταβλητέου και καταβληθέντος μισθώματος ανέρχεται ανά μήνα στα ποσά που εκτίθενται, επίσης, στην αγωγή λεπτομερώς.
Ότι η συνολική διαφορά μεταξύ καταβλητέου και καταβληθέντος μισθώματος από 16.05.2007 έως 15.01.2010 ανέρχεται στο ποσό των 122.572,66 ευρώ, το οποίο αρνείται η εναγομένη να καταβάλει. Ότι, επίσης, η εναγομένη αρνείται να καταβάλει τις ετήσιες αναπροσαρμογές του μισθώματος που έλαβαν χώρα αυτόματα στις 16.07.2008 και 16-7-2009, ποσοστού 4,9% και 0,6% αντίστοιχα, και ανέρχονται συνολικό στο ποσό των 4.778,48 ευρώ, όπως εκτίθεται στην αγωγή λεπτομερώς.
Για τους λόγους αυτούς ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει σ' αυτή το συνολικό ποσό των 127.351,14 ευρώ, με τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, και να αναγνωριστεί η ακυρότητα του όρου 7 της επίδικης σύμβασης μίσθωσης, σύμφωνα με τον οποίο οι δαπάνες κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος ΔΕΗ και τηλεφωνικών συνδιαλέξεων Ο.Τ.Ε. βαρύνουν την εκμισθώτρια. Ως προς την αγωγή αυτή εκδόθηκε η οριστική απόφαση ειδικής διαδικασίας αριθμ. 52/2011 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή εν μέρει και υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 4.778,48 ευρώ, με τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής, ήτοι τη διαφορά από τις ετήσιες αναπροσαρμογές για το προαναφερθέν χρονικό διάστημα, ενώ απορρίφθηκε το αίτημα αναγνώρισης της ακυρότητας του όρου 7 της επίδικης σύμβασης μίσθωσης.
Κατ' αυτής άσκησε έφεση η ως άνω ενάγουσα, με την οποία ζήτησε την εξαφάνιση της, προκειμένου να γίνει στο σύνολο της δεκτή η αγωγή. Επί της εν λόγω έφεσης εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με τις ένδικες αιτήσεις αναίρεσης 193/2013 απόφαση του Εφετείου Λάρισας , η οποία δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη, στη συνέχεια δε κρατώντας την υπόθεση δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 4.778,48 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, και αναγνώρισε ότι είναι άκυρος ο όρος υπ' αρ. 7 της επίδικης σύμβασης.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου (Ολ.
Α.Π. 1/2013). Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. (Ολ.
Α.Π. 9/2013). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.
Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/1992, Ολ.ΑΠ 1/1999 , Α.Π. 9/2013).
Το άρθρο 7 § 1 του Π.Δ. 34/ 1995 ορίζει ότι "Το μίσθωμα κατά τη σύναψη της σύμβασης καθορίζεται ελεύθερα από τους συμβαλλομένους και αναπροσαρμόζεται κατά τα χρονικά διαστήματα και το ύψος που ορίζεται στη σύμβαση. Όρος για ποσοστιαία σταδιακή αναπροσαρμογή του μισθώματος που συνομολογείται μετά την 1η Σεπτεμβρίου 1994, ισχύει και για χρόνο (συμβατικό ή με αναγκαστική παράταση), για τον οποίο δεν έχει προβλεφθεί σταδιακή αναπροσαρμογή, εφόσον τα μέρη δεν έχουν αποκλείσει την ισχύ του για χρόνο που δεν προβλέπεται από τη σύμβαση".
Σταδιακή αναπροσαρμογή του μισθώματος είναι η συμφωνία των μερών ότι το μίσθωμα θα αυξομειώνεται σε τακτά χρονικά διαστήματα και σε ορισμένο ποσό ή ποσοστό. Σταδιακή αναπροσαρμογή υφίσταται, και όταν η αυξομείωση του μισθώματος συντελείται με την αναγραφή ορισμένου χρηματικού ποσού ανά στάδιο, η οποία, μάλιστα, είναι σαφώς ποσοστιαία, αφού η ποσοτική διαφορά του μισθώματος του ενός σταδίου από το προηγούμενο υπολογίζεται με βάση συγκεκριμένο σταθερό ποσοστό αναπροσαρμογής.
Έτσι, αν συμφωνηθεί αναπροσαρμογή ίου μισθώματος κατά τον ανωτέρω τρόπο, εφόσον δεν έχει αποκλειστεί από τα μέρη η εφαρμογή της ρήτρας αναπροσαρμογής, κατά το νόμιμο χρόνο ισχύος της σύμβασης έχει εφαρμογή η διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 7 Π.Δ. 34/1995. Η ανωτέρω ρύθμιση του νόμου είναι συμπληρωματική ως προς τη δήλωση βούλησης των συμβαλλομένων, δηλαδή περιέχει ειδικό ερμηνευτικό κανόνα, ο οποίος συμπληρώνει τη δήλωση των μερών και, ως ειδικός, εφαρμόζεται και κατισχύει έναντι των γενικών ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, οι οποίοι δεν εφαρμόζονται στην ερμηνεία του ανωτέρω όρου της σύμβασης, (βλ.
ΑΠ 330/2004, ΑΠ 521/2011 ΤΝΠ-Νόμος). Περαιτέρω, η βασισμένη στη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων δεν καταλαμβάνει μόνο τη σύναψη μιας συμφωνίας αλλά και την κατάργηση της. Έτσι, οι συμβαλλόμενοι έχουν τη δυνατότητα να καταργήσουν με μεταγενέστερη συμφωνία τους τη ρήτρα της συμβατικής αναπροσαρμογής του μισθώματος ή, επίσης, κάποια άλλη ρήτρα της σύμβασης μίσθωσης.
Η καταργητική αυτή συμφωνία δεν υπάγεται στην απαγόρευση του άρθρου 45 Π.Δ. 34/1995, αφού δεν συναρτάται με τη λήξη της μίσθωσης και δεν αποκλείει, αλλά, αντίθετα, ενεργοποιεί τη νόμιμη αναπροσαρμογή, και δεν υπόκειται σε τύπο, (βλ. ΑΠ 521/2011 ΤΝΠ-Νόμος). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, όταν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή από τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος.
Αντικειμενική καλή πίστη είναι η ευθύτητα και η εντιμότητα που υπαγορεύονται σε κάθε άνθρωπο από τις ανάγκες της κοινωνικής συμβίωσης. Χρηστά ήθη αποτελούν τα κριτήρια κοινωνικής ηθικής που ετπκραχούν κατά τη γενική αντίληψη των έντιμων και συνετών ανθρώπων. Κοινωνικοοικονομικός σκοπός του δικαιώματος είναι το όριο που ενυπάρχει στο δικαίωμα από την ανάγκη να διαφυλαχθεί το συμφέρον του κοινωνικού συνόλου.
Τα αξιολογικά αυτά κριτήρια θέτουν φράγμα στην ιδιοτελή άσκηση του δικαιώματος, εφόσον αυτή έρχεται σε προφανή, δηλαδή σε έκδηλη, αντίθεση προς αυτά, (βλ. ΑΠ 1229/2011). Περαιτέρω, το άρθρο 288 ΑΚ ορίζει, ότι "ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη".
Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε ενοχή, άσχετα αν αυτή απορρέει από σύμβαση, ετεροβαρή ή αμφοτεροβαρή, ή από άλλη δικαιοπραξία, ή αν πηγάζει απευθείας από το νόμο, εκτός αν προβλέπεται άλλη ανάλογη ειδική προστασία ή αν συντρέχουν ειδικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 388 ΑΚ. Επομένως, η διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, ενόψει και της διάταξης του άρθρου 44 του Π.Δ. 34/1995, εφαρμόζεται και στις εμπορικές μισθώσεις και παρέχει στο δικαστήριο τη δυνατότητα να προβεί σε αναπροσαρμογή του αρχικού ή αναπροσαρμοσμένου (μετά από συμβατική ή νόμιμη αναπροσαρμογή) μισθώματος, όταν συντρέχουν ειδικές συνθήκες, οι οποίες καθιστούν την εμμονή στην εκπλήρωση της παροχής αντίθετη προς την ευθύτητα και την εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές, και επιβάλλεται, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, (αφού συνεκτιμηθεί η ανάγκη για κατοχύρωση της ασφάλειας των συναλλαγών), η αναπροσαρμογή του μισθώματος, ώστε να αρθεί η δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και να αποκατασταθεί η καλή πίστη.
Μεταβολή των συνθηκών, σύμφωνα με την έννοια του άρθρου 288 ΑΚ, μπορεί να αποτελέσουν η σημαντική αύξηση ή ουσιώδης μείωση της μισθωτικής αξίας του μισθίου, η σημαντική αύξηση ή μείωση του τιμαρίθμου, η υποτίμηση του νομίσματος η αύξηση ή μείωση της ζήτησης ακινήτων κατ άλλοι παρόμοιοι λόγοι. Με βάση τα στοιχεία που αποδεικνύονται, το δικαστήριο οφείλει να διαγνώσει αν μεταξύ του μισθώματος που Οφείλεται σύμφωνα με το σύστημα της συμβατικής ή αντικειμενικής αναπροσαρμογής, και εκείνου που μπορεί να επιτευχθεί σε καθεστώς ελεύθερης συναλλαγής, υπάρχει διαφορά τόσο σημαντική, ώστε να επιβάλλεται, σύμφωνα με ας αρχές της καλής πίστης, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, η αναπροσαρμογή του μισθώματος που οφείλεται, και ύστερα, αν διαπιστώσει τέτοια διαφορά, να αναπροσαρμόσει το μίσθωμα, ώστε να αρθεί η δυσαναλογία και να αποκατασταθεί η καλή πίστη, (βλ.
ΑΠ 1229/2011). Με ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 288 ΑΚ είναι, επίσης, δυνατό να πραγματοποιηθεί έμμεση αναπροσαρμογή του μισθώματος με κατάργηση ρήτρας της σύμβασης μίσθωσης, αντίθετης προς την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, η ισχύς της οποίας έχει ως συνέπεια να προκαλείται σημαντική δυσαναλογία μεταξύ του συμβατικού μισθώματος και εκείνου που μπορεί να επιτευχθεί σε καθεστώς ελεύθερης συναλλαγής.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ως αποδειχθέντα κατά την ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, που καταρτίσθηκε στη Λάρισα, στις 15.07.2005, κατατέθηκε στη Δ.Ο.Υ. Θηβών και έλαβε αριθμό θεώρησης 902/18.07.2005, η ήδη πτωχή εταιρία με την επωνυμία "Εμπορική και Παραγωγική Χοιρινών και Ζωοτροφών Μονοπρόσωπη ΕΠΕ", η οποία έδρευε στο ...
εκμίσθωσε στην εναγόμενη εταιρία με τον διακριτικό τίτλο "ΓΕΝΝΗΤΩΡ Α.Ε.Β.Ε.", η οποία εδρεύει στη .., μία χοιροτροφική μονάδα, η οποία ανήκε τότε στην αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή της εκμισθώτριας, βρίσκεται στο δημοτικό διαμέρισμα … του δήμου … και αποτελείται από ένα ισόγειο επαγγελματικό χώρο, συγκρότημα κτιρίων, εμβαδού 9.342,33 μ2, ο οποίος είναι κτισμένος σε οικόπεδο, εμβαδού 47.112,95 μ2, και προορίζεται για την εκτροφή και πάχυνση χοίρων και χοιριδίων.
Πιο αναλυτικά ο μίσθιος χώρος αποτελείται από θαλάμους τοκετών και διαβίωσης χοιρομητέρων, θαλάμους ανάπτυξης και πάχυνσης, κτίριο παραγωγής ζωοτροφών και δύο χώρους γραφείων, με άρτιο εξοπλισμό σε όλους τους χώρους, ήτοι με σύστημα εξαερισμού, αυτόματη τροφοδοσία, σχάρες δαπέδου και λοιπό εξοπλισμό, με συνέπεια να επιτυγχάνεται η συστηματική και σωστή ανάπτυξη των ζώων.
Η διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε διετής, από 15.07.2005 έως 15.07.2007 και συμφωνήθηκε, περαιτέρω, ότι η μισθώτρια μπορεί να καταγγείλει τη μίσθωση μετά πάροδο διετίας από την έναρξη της, αλλά στην περίπτωση αυτή η καταγγελία πρέπει να γίνει εγγράφως, τα αποτελέσματα της θα επέλθουν μετά την πάροδο έξι μηνών από την καταγγελία και η μισθώτρια έχει υποχρέωση να καταβάλει στην εκμισθώτρια το μίσθωμα τεσσάρων μηνών ως αποζημίωση.
Επίσης, συμφωνήθηκε ότι η εκμισθώτρια παραιτείται από το δικαίωμα να καταγγείλει τη μίσθωση για ιδιόχρηση στη διάρκεια των πέντε πρώτων ετών της μίσθωσης. Το μηνιαίο μίσθωμα ορίστηκε, με ελεύθερη συμφωνία των συμβαλλομένων, στο ποσό των 6.000 ευρώ για το πρώτο μισθωτικό έτος, ήτοι για το χρονικό διάστημα από 15.07.2005 έως 15.07.2006, και συμφωνήθηκε ότι για κάθε επόμενο μισθωτικό έτος το μηνιαίο μίσθωμα θα αυξάνεται ετησίως σύμφωνα με τη μεταβολή του δείκτη τιμών καταναλωτή του μήνα της αναπροσαρμογής σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα του προηγούμενου έτους, όπως αυτή η μεταβολή υπολογίζεται από την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος.
Επίσης, συμφωνήθηκαν τα εξής σχετικά με την καταβολή του μισθώματος: "Το μίσθωμα θα προκαταβάλλεται από τη μισθώτρια προς την εκμισθώτρια την πρώτη ημέρα κάθε μισθωτικού μήνα, στη διεύθυνση της εκμισθώτριας. Η μισθώτρια δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωση της για καταβολή του μισθώματος κατά τη συμφωνημένη ημέρα, εάν από λογούς, οι οποίοι αφορούν την ίδια, κωλύεται στη χρήση του μισθίου ή για οποιοδήποτε λόγο δεν κάνει χρήση αυτού.
Σε περίπτωση συμβατικής, νόμιμης ή αναγκαστικής παράτασης της μίσθωσης πέραν της ως άνω συμφωνημένης διάρκειας, ρητά συμφωνείται από τώρα ότι το μηνιαίο μίσθωμα θα αναπροσαρμόζεται, αυξανόμενο ετησίως σύμφωνα με τη μεταβολή του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή του μήνα της αναπροσαρμογής σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα του προηγούμενου έτους, όπως αυτή υπολογίζεται από την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος".
Ως προς τη χρήση του μισθίου συμφωνήθηκε ότι το μίσθιο θα χρησιμοποιηθεί από τη μισθώτρια αποκλειστικώς και μόνο ως χώρος για την εκτροφή και πάχυνση χοίρων και χοιριδίων και ότι απαγορεύεται απολύτως κάθε άλλη χρήση. Περαιτέρω, με τον όρο αριθμ. 7 του ανωτέρω ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης συμφωνήθηκαν μεταξύ των συμβαλλομένων τα εξής: "Το μίσθιο έχει πλήρεις και ανεξάρτητες εγκαταστάσεις ύδατος και ηλεκτρισμού.
Οι εγγυήσεις και οι λογαριασμοί κάθε είδους παροχών κοινής ωφέλειας, (όπως ΔΕΗ, Δ.Ε.Υ.Α.Λ., Ο.Τ.Ε. κλπ), χα πάσης φύσεως και υπέρ οποιουδήποτε συμβεβαιούμενα τέλη και εισφορές επ' αυτών, (δημοτικά, αποκομιδής απορριμμάτων, αποχετεύσεως, ΕΡΤ κλπ), που αφορούν το μίσθιο, θα βαρύνουν αποκλειστικά και μόνο την εκμισθώτρια.
Η εκμισθώτρια υποχρεούται να εξοφλεί τους λογαριασμούς που θα εκδίδονται επ' ονόματι της, ευθυνόμενη για οποιαδήποτε εις βάρος της μισθώτριας συνέπεια από την καθυστέρηση εξοφλήσεως αυτών. Η μισθώτρια υποχρεούται και δέχεται να καταβάλλει μηνιαίως προς την εκμισθώτρια, μαζί με το μίσθωμα και ολόκληρο το τέλος χαρτοσήμου με την υπέρ Ο.Γ.Α.
προσαύξηση του, (ανερχόμενη σήμερα σε ποσοστό 3,60% επί του μισθώματος), ή οποιονδήποτε φόρο ή τέλος θα αντικαταστήσει το τέλος αυτό καθώς και κάθε φόρο ή τέλος που βαρύνει κατά συνήθεια του μισθωτές". Σχετικά με την τροποποίηση των όρων της μίσθωσης συμφωνήθηκε ότι κάθε τροποποίηση των όρων του παρόντος συμφωνητικού καθώς και η πιθανή παράταση της μίσθωσης θα αποδεικνύεται αποκλειστικώς και μόνον εγγράφως, απαγορευμένου κάθε άλλου αποδεικτικού μέσου και αυτού ακόμη του όρκου, των μαρτύρων και της ομολογίας.
Περαιτέρω, μεταξύ των πρόσθετων όρων της μίσθωσης συμφωνήθηκε ρητά ότι αρμόδια δικαστήρια για την επίλυση κάθε διαφοράς και για τις δίκες κατάσχεσης, σχετικής με αυτή εδώ τη μίσθωση, θα είναι τα δικαστήρια της Λάρισας. Η μισθώτρια παρέλαβε το μίσθιο στις 15.07.2005 και έκτοτε το χρησιμοποιεί ακώλυτα και αδιατάρακτα σύμφωνα με τον προορισμό του, δηλαδή ως χοιροτροφική μονάδα.
Η συμβατική διάρκεια της μίσθωσης έληξε στις 15.07.2007, αλλά, όπως ιστορείται και στην αγωγή, ισχύει για χρονικό διάστημα δώδεκα ετών, ήτοι έως 15.07.2017, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 5 § 1 Π.Δ. 34/1995, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 7 § 6 Ν. 2741/ 1999. Ενώ διαρκούσε η επίδικη μίσθωση, το μίσθιο, ήτοι η χοιροτροφική μονάδα που περιγράφηκε ανωτέρω, εκποιήθηκε με αναγκαστικό πλειστηριασμό και μεταβιβάστηκε κατά κυριότητα στην ενάγουσα εταιρία, η οποία είχε συμμετάσχει στον πλειστηριασμό ως μόνη πλειοδότρια, με την προηγούμενη επωνυμία της, ήτοι την επωνυμία "Ε. & Ε.
ΕΜΠΟΡΙΚΗ KAI ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΙΑΤΡΙΚΩΝ ΕΙΔΩΝ", και υπερθεμάτισε, προσφέροντας χρηματικό ποσό 627.001 ευρώ. Τον ανωτέρω πλειστηριασμό είχε επισπεύσει ο δανειστής της εκμισθώτριας εταιρίας, Α. Μ., και ως πρώτη ημέρα πλειστηριασμού ορίστηκε η 02.11.2005, αλλά ο πλειστηριασμός δεν πραγματοποιήθηκε. Έκτοτε, ο πλειστηριασμός αναβλήθηκε ή ματαιώθηκε επανειλημμένα, επειδή δεν εμφανίστηκαν πλειοδότες.
Τελικά, με την 4η επαναληπτική περίληψη της κατασχετήριας έκθεσης αριθμ. …/12.09.2006, ορίστηκε ως ημέρα πλειστηριασμού η 27.09. 2006, αλλά ο πλειστηριασμός ματαιώθηκε, διότι η εκμισθώτρια εταιρία, καθ' ης η εκτέλεση, είχε κηρυχθεί πλέον σε κατάσταση πτώχευσης με την απόφαση αριθμ. 97/2006 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θηβών.
Ως ημέρα έναρξης της ύποπτης περιόδου (ημέρα παύσης των πληρωμών της πτωχής) ορίστηκε με την απόφαση εκείνη η 15.01.2006. Η αίτηση για κήρυξη της εκμισθώτριας εταιρίας σε κατάσταση πτώχευσης είχε υποβληθεί στις 05.07.2006 από την εταιρία με τον διακριτικό τίτλο VETHELLAS Α.Ε.Β.Ε., η οποία ανήκει στον ίδιο επιχειρηματικό όμιλο με την ήδη εναγομένη εταιρία.
Η εταιρία VETHELLAS Α.Ε.Β.Ε. ήταν δανείστρια της εκμισθώτριας εταιρίας από τις αρχές του έτους 2005 και κατέστη 1η ενυπόθηκη δανείστρια αυτής στις 30.06.2005, ήτοι 15 ημέρες, πριν συναφθεί η επίδικη σύμβαση μίσθωσης. Στη συνέχεια υποκαταστάθηκε στη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης άλλη δανείστρια της οφειλέτριας, η ανώνυμη εταιρία με τον διακριτικό τίτλο ΑΓΡΟΜΕΝΤ Α.Ε., και, τελικά, μετά από επανειλημμένες ματαιώσεις, ως ημέρα πλειστηριασμού ορίστηκε η 07.02.2007.
Στον πλειστηριασμό έλαβε μέρος η ενάγουσα εταιρία, ως μόνη πλειοδότρια, και υπερθεμάτισε, όπως εκτέθηκε, με συνέπεια να κατακυρωθεί το αντικείμενο του πλειστηριασμού, ήδη επίδικο μίσθιο ακίνητο, σε αυτή, στην τιμή της 1ης προσφοράς, ήτοι αντί ποσού 627.001 ευρώ. Η σχετική κατακυρωτική έκθεση με αριθμό .../30.04.2007 καταρτίστηκε από τη συμβολαιογράφο Θηβών Φωτεινή Κανέλλου και μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Θηβών στις 18.05.2007, στον τόμο … και αριθμό … Με τον τρόπο αυτό η ενάγουσα εταιρία , έγινε κυρία του μισθίου ακινήτου και υπεισήλθε σε όλα τα δικαιώματα και σε όλες τις υποχρεώσεις της επίδικης μίσθωσης ως εκμισθώτρια.
Η εναγομένη πληροφορήθηκε αμέσως το ανωτέρω γεγονός, ήτοι το γεγονός ότι η ενάγουσα είχε καταστεί κυρία του μισθίου και είχε υπεισέλθει στην επίδικη μίσθωση ως εκμισθώτρια, και έκτοτε, ήτοι από τον μήνα Μάιο του έτους 2007 καταβάλλει ανελλιπώς τα μισθώματα του επίδικου μισθίου, ποσού 6.000 ευρώ μηνιαίως, αφαιρώντας όμως προηγουμένως από χο ποσό τους τη δαπάνη κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος ΔΕΗ (διαμέσου της παροχής ηλεκτρικού ρεύματος αριθμ...
η οποία υφίσταται στο όνομα της αρχικής εκμισθώτριας), και, επίσης, τη δαπάνη χρήσης δύο τηλεφώνων του Ο.Τ.Ε. (με αριθμούς κλήσης ... και ..., τα οποία είναι καταχωρισμένα στο όνομα της αρχικής εκμισθώτριας. Στις 05 Ιουλίου 2007 η εναγομένη επέδωσε στην αντίδικο της την από 03.07.2007 εξώδικη δήλωση της, με την οποία δήλωσε στην αντίδικο της ότι είναι μισθώτρια του ήδη επίδικου ακινήτου και ότι από 18.05.2007 οφείλει να καταβάλλει σε αυτή το μηνιαίο μίσθωμα που είχε συμφωνηθεί με την πρώην ιδιοκτήτρια και κάλεσε την αντίδικο της να της γνωστοποιήσει εγγράφως τον τρόπο καταβολής του μισθώματος.
Στις 23 Ιουλίου 2007 η ενάγουσα επέδωσε στην αντίδικο της την από 19.07.2007 εξώδικη δήλωση της, με την οποία γνωστοποίησε στην αντίδικο της ότι καταγγέλλει την επίδικη μίσθωση και κάλεσε την αντίδικο της να αποδώσει το μίσθιο προσηκόντως σε αυτή μετά την πάροδο έξι μηνών από την ημέρα της καταγγελίας, ήτοι στις 24.01.2008, ώστε να λυθεί η μίσθωση.
Τη συγκεκριμένη εξώδικη δήλωση της ενάγουσας αντέκρουσε η εναγομένη με την από 07.08.2007 εξώδικη δήλωση της, η οποία επιδόθηκε στην ενάγουσα στις 21.08.2007. Στις 31.08.2007 η ενάγουσα επέδωσε στην αντίδικο της την από 27.08.2007 εξώδικη απάντηση της, με την οποία δήλωσε ότι εμμένει στην καταγγελία της επίδικης μίσθωσης, ότι, με βάση τους όρους της μίσθωσης, το συμβατικό μίσθωμα ανέρχεται από 15.07.2005 έως 15.07.2006 στο ποσό των 6.216 ευρώ, από 16.07.2006 έως 15.07.2007 σο ποσό των 6.414,91 ευρώ και από 16.07.2007 έως 15.07.2008 στο ποσό των 6.581,70 ευρώ, ότι, σύμφωνα με την άποψη της, ο όρος 7 του ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης είναι άκυρος και ανίσχυρος, και κάλεσε την αντίδικο της να καταβάλει ως μίσθωμα του χρονικού διαστήματος από 16.05.2007 έως 15.06.2007 το ποσό των 6.414,91 ευρώ, ως μίσθωμα του χρονικού διαστήματος από 16.06.2007 έως 15.07.2007 το ποσό των 6.414,91 ευρώ, ως μίσθωμα του χρονικού διαστήματος από 16.07.2007 έως 15.08.2007 το ποσό των 6.581,70 ευρώ7 και ως μίσθωμα του χρονικού διαστήματος από 16.08.2007 έως 15.09.2007 το ποσό των 6.581,70 ευρώ, ήτοι ως συνολικό ποσό μισθωμάτων το ποσό των 25.993,22 ευρώ, αφού αφαιρεθεί το ποσό των 2.168,45 ευρώ που καταβλήθηκε ως μίσθωμα Ιουνίου 2007, και εφεξής, μέχρι τη λύση της μίσθωσης, να καταβάλλει τη 16η ημέρα εκάστου μήνα το ποσό των 6.581.70 ευρώ ως αντάλλαγμα, το οποίο θα αναπροσαρμόζεται σύμφωνα με όσα ορίζονται στο μισθωτήριο έγγραφο.
Στις 14-09-2007 η εναγομένη επέδωσε στην αντίδικο της εξώδικη απάντηση με ημερομηνία 10.09.2007, με την οποία γνωστοποίησε στην αντίδικό της ότι εμμένει στις απόψεις της και κάλεσε την αντίδικο της να προσφύγει στην Ελληνική Δικαιοσύνη, αν έχει την άποψη ότι η ανωτέρω συμβατική ρήτρα, (ήχοι ο όρος με αριθμό 7 του συμφωνητικού μίσθωσης), είναι άκυρη ως αντίθετη προς τα χρηστά και συναλλακτικά ήθη.
Στη συνέχεια η εναγομένη εκδήλωσε πρόθεση να αγοράσει το μίσθιο ακίνητο, αλλά οι σχετικές διαπραγματεύσεις δεν τελεσφόρησαν, διότι ανέκυψε διαφωνία ως προς το ύψος του τιμήματος. Έκτοτε η καταβολή του συμφωνημένου μισθώματος, μειωμένου κατά το ποσό των ανωτέρω δαπανών, συνεχίστηκε μέχρι τις 11.09.2009, οπότε η ενάγουσα επέδωσε στην αντίδικο της εξώδικη δήλωση με ημερομηνία 04.09.2009, με την οποία την κάλεσε να καταβάλει:
ι) Το ποσό των 103.339,33 ευρώ για τη συμπλήρωση των μισθωμάτων από 16.05.2007 έως 15.08.2009, τα οποία καταβάλλονταν μειωμένα μετά την αφαίρεση των ανωτέρω δαπανών, ιι) Το ποσό των 3.735, 60 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α., ως διαφορά μισθώματος εξαιτίας αναπροσαρμογής από 16.07.2008 έως 15.07.2009, ιιι) To ποσό των 702,58 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α., ως διαφορά μισθώματος εξαιτίας;
αναπροσαρμογής από 16.07.2009 έως 16.09.2009. Η εναγόμενη δεν ανταποκρίθηκε στην ανωτέρω πρόσκληση της αντιδίκου της, γεγονός που είχε ως συνέπεια να προχωρήσει η ενάγουσα στην άσκηση της ένδικης αγωγής της, με την οποία ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, όχι ο ανωτέρω όρος αριθμ. 7 της επίδικης σύμβασης μίσθωσης είναι "αυταπόδεικτα άκυρος και ανίσχυρος ως καταχρηστικός, καθότι αντίκειται στην καλή πίστη και στα χρηστά συναλλακτικά ήθη, δοθέντος ότι είναι αφύσικο, παράλογο και πρωτάκουστο να βαρύνεται ο εκμισθωτής με τη δαπάνη της κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος ΔΕΗ και τηλεφωνικών κλήσεων Ο.Τ.Ε.
που πραγματοποιεί ο μισθωτής στο μίσθιο κατά τη χρήση του, δοθέντος, επιπλέον, ότι οι δαπάνες αυτές είναι στην προκειμένη περίπτωση σημαντικές, υπερβαίνουσες το ήμισυ του μισθώματος". Με βάση τις συμφωνίες των αρχικών συμβαλλόμενων ως προς τον καθορισμό του μηνιαίου μισθώματος του επίδικου μισθίου και ενόψει τους γεγονότος ότι το μίσθωμα υπόκειται σε Φ.Π.Α., σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 § 2-δ Ν. 2859/2000, διότι το μίσθιο ακίνητο είναι μονάδα παραγωγής ζώων και, συνεπώς, αποτελεί βιομηχανοστάσιο, (βλ.
το έγγραφο αριθμ. 3426/2008 της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε.Ε. Αθηνών), το μηνιαίο μίσθωμα του μισθίου ανερχόταν από την έναρξη της μίσθωσης, ήτοι από 15.07.2005, έως 15.07.2010, στο εξής ποσό αντίστοιχα: ι) Από 15.07.2005 έως 15.07.2006 στο ποσό των 6.216 ευρώ (με συνυπολογισμό τέλους χαρτοσήμου, ποσοστού 3,60%), ιι) Από 16.07.2006 έως 15.07.2007 στο ποσό των 6.414,91 ευρώ (με συνυπολογισμό αναπροσαρμογής, ποσοστού 3,20%, και τέλους χαρτοσήμου, ποσοστού 3,60%), ιιι) Από 16.07.2007 έως 15.06.2008 στο ποσό των 6.581,70 ευρώ (με συνυπολογισμό αναπροσαρμογής, ποσοστού 2,60%, και τέλους χαρτοσήμου, ποσοστού 3,60%), ιν) Από 16.06.2008 έως 15.07.2008 στο ποσό των 7.560,06 ευρώ (με συνυπολογισμό αναπροσαρμογής, ποσοστού 2,60%, και Φ.Π.Α., ποσοστού 19%), ν) Από 16.07.2008 έως 15.07.2009 στο ποσό των 7.903,51 ευρώ, (με συνυπολογισμό αναπροσαρμογής, ποσοστού 4,90%, και Φ.Π.Α., ποσοστού 19%), νι) Από 16.07.2009 έως 15.07.2010 στο ποσό των 7.978,93 ευρώ, (με συνυπολογισμό αναπροσαρμογής, ποσοστού 0,60%, και Φ.Π.Α., ποσοστού 19%).
Παρόλα αυτά στη διάρκεια του επίδικου χρονικού διαστήματος η ενάγουσα κατέβαλε ως μίσθωμα τα εξής ποσά αντίστοιχα: 1) Από 16.05.2007 έως 15.06.2007 το ποσό των 2.168,45 ευρώ, 2) Από 16.06.2007 έως 15.08.2007 το ποσό των 5.264,57 ευρώ, 3) Από 16.08.2007 έως 15.09.2007 το ποσό των 2.921,57 ευρώ, 4) Από 16.09.2007 έως 15.10.2007 το ποσό των 2.539,33 ευρώ, 5) Από 16.10.2007 έως 15.11.2007 το ποσό των 3.210,99 ευρώ, 6) Από 16.11.2007 έως 15.12.2007 το ποσό των 2.528,70 ευρώ, 7) Από 16.12.2007 έως 15.01.2008 το ποσό των 3.372,59 ευρώ, 8) Από 16.01.2008 έως 15.02,2008 το ποσό των 2.526,07 ευρώ, 9) Από 16.02.2008 έως 15.03.2008 τo ποσό των 2.814,70 ευρώ, 10) Από 16.03.2008 έως 15.04.2008 το ποσό των 2.744,55 ευρώ, 11) Από 16.04.2008 έως 15.05.2008 το ποσό των 3.473,70 ευρώ, 12) Από 16.05.2008 έως 15.06.2008 το ποσό των 2.396,70 ευρώ, 13) Από 16.06.2008 έως 15.07.2008 το ποσό των 2.876,99 ευρώ, 14) Από 16.07.2008 έως 15.08.2008 το ποσό των 2.882,06 ευρώ, 15) Από 16.08.2008 έως 15.09.2008 το ποσό των 1.183,99 ευρώ, 16) Από 16.09.2008 έως 15.10.2008 το ποσό των 2.365,99 ευρώ, 17) Από 16.10.2008 έως 15.11.2008 το ποσό των 2.931,23 ευρώ, 18) Από 16.11.2008 έως 15.12.2008 το ποσό των 2.388,99 ευρώ, 19) Από 16.12.2008 έως 15.01.2009 το ποσό των 3.166,99 ευρώ, 20) Από 16.01.2009 έως 15.02.2009 το ποσό των 1.851,49 ευρώ, 21) Από 16.02.2009 έως 15.03.2009 το ποσό των 2.884,99 ευρώ, 22) Από 16.03.2009 έως 15.04.2009 τo ποσό των 3.282,49 ευρώ, 23) Από 16.04.2009 έως 15.05.2009 το ποσό των 2.979,99 ευρώ, 24) Από 16.05.2009 έως 15.06.2009 το ποσό των 2.042,99 ευρώ, 25) Από 16.06.2009 έως 15.07.2009 το ποσό των 1.875,99 ευρώ, 26) Από 16.07.2009 έως 15.08.2009 το ποσό των 3.361,49 ευρώ, 27) Από 16.08.2009 έως 15.09.2009 το ποσό των 2.392,99 ευρώ, 28) Από 16.09.2009 έως 15.10.2009 το ποσό των 1.226,99 ευρώ, 29) Από 16.10.2009 έως 15.11.2009 το ποσό των 2.435,99 ευρώ, 30) Από 16.11.2009 έως 15.12.2009 το ποσό των 2.672,99 ευρώ, 31) Από 16.12.2009 έως 15.01.2010 το ποσό των 2.595,99 ευρώ.
Στη διάρκεια του ίδιου χρονικού διαστήματος η δαπάνη κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος Δ.Ε.Η., η οποία αφαιρέθηκε από το καταβαλλόμενο μηνιαίο μίσθωμα, ανήλθε, αντίστοιχα, στο ποσό των 3.622,05 €, 7.368,45 €, 3.659,60 €, 3.597,37 €, 3.370,71 €, 3.674,00 €, 3.209,11 €, 3.677,13 €, 3.767,00 €, 3.509,65 €, 3.108,00 €, 3.860,00 €, 3.476,00 €, 4.321,00 €, 5.169,00 €, 3.709,00 €, 3.421,76 €, 3.693,00 €, 3.186,00 €, 4.211,00 €, 3.468,00 €, 2.820,00 €, 3.373,00 €, 4.068,00 €, 4.477,00 €, 2.671,00 €, 3.960,00 €, 4.866,00 €, 3.917,00 €, 3.410,00 € και 3.757,00 €.
Στη διάρκεια του ίδιου, χρονικού διαστήματος η δαπάνη τηλεφωνικών κλήσεων Ο.Τ.Ε., η οποία αφαιρέθηκε από το καταβαλλόμενο μηνιαίο μίσθωμα, ανήλθε, αντίστοιχα, (ανά δύο μήνες), στα ποσά των: 1) 95,50 €, 330,00 €, 2) 93,00 €, 469,50 €, 3) 86,00 €, 359,00 €, 4) 84,00 €, 295,00 €, 5) 215,50 €, 163,00 €, 6) 209,50 €, 118,00 €, 7) 205,00 €, 120,00 €, 8) 223,50 €, 133,50 €, 9) 158,00 €, 120,00 €, 10) 144,00 €, 127,00 €, 11) 139,50 €, 151,00 €, 12) 142,50 €, 108,00 €, 13) 137,50 €, 104,50 €, 14) 173,00 €, 147,50 €, 15) 140,00 €, 120,00 €, 16) 159,50 €, 110,50 €.
Στη διάρκεια του ίδιου χρονικού διαστήματος το καταβαλλόμενο μηνιαίο μίσθωμα, το οποίο θέτει η ενάγουσα ως βάση των επίδικων χρηματικών αξιώσεών της, προσαυξημένο με το ανάλογο τέλος χαρτοσήμου, ποσοστού 3,60%, ανερχόταν, αντίστοιχα, στο ποσό των 6.414,91 ευρώ μηνιαίως από 16.05.2007 έως 15.07.2007, στο ποσό των 6.581,70 ευρώ μηνιαίως από 16.07.2007 έως 15.06.2008 και στο ποσό των 6.352,99 ευρώ μηνιαίως από 16.06.2008 έως 15.01.2010.
Από τα οικονομικά στοιχεία που εκτέθηκαν ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι στη διάρκεια του επίδικου χρονικού διαστήματος οι δαπάνες κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος Δ.Ε.Η. και τηλεφωνικών κλήσεων Ο.Τ.Ε., οι οποίες αφαιρέθηκαν από το καταβαλλόμενο μίσθωμα, ήταν, συνήθως, σημαντικά μεγαλύτερες από το ήμισυ του μισθώματος, γεγονός που είχε ως συνέπεια να καταβάλλεται, συνήθως, ως μίσθωμα χρηματικό ποσό, μικρότερο από τις δαπάνες αυτές και σημαντικά μικρότερο από το αντικειμενικό μίσθωμα του μισθίου, το οποίο καθορίζεται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 7 § 2 Π.Δ. 34/1995 σε ποσοστό 6% ετησίως της αντικειμενικής αξίας του μισθίου.
Στην ανωτέρω περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης ακίνητης περιουσίας (αριθμ. .../30.04. 2007 της συμβολαιογράφου Θηβών Φωτεινής Κανέλλου) αναφέρεται ότι η αντικειμενική αξία της ακίνητης περιουσίας που υπήρξε αντικείμενο του πλειστηριασμού, ανέρχεται στο ποσό των 796.201,79 ευρώ και ότι η αξία των μη εμπεπηγμένων κινητών πραγμάτων που υπάρχουν στο ακίνητο, ανέρχεται στο ποσό των 180.000 ευρώ.
Συνεπώς, στη διάρκεια του έτους 2007 η αντικειμενική αξία του μισθίου ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 976.000 ευρώ περίπου, με συνέπεια να ανέρχεται το αντικειμενικό μίσθωμα του στο ποσό των 58.560 ευρώ ετησίως και στο ποσό των 4.880 ευρώ μηνιαίως. Ακόμη και αν ληφθεί ως βάση υπολογισμού του αντικειμενικού μισθώματος του επίδικου μισθίου το εκπλειστηρίασμα που απέφερε αυτό, ήτοι το ποσό των 627.001 ευρώ, το αντικειμενικό μίσθωμα του ανέρχεται στο ποσό των 37.620 ευρώ ετησίως και στο ποσό των 3.135 ευρώ μηνιαίως. Το γεγονός αυτό καθιστά τον όρο αριθμ. 7 της επίδικης σύμβασης μίσθωσης, ο οποίος, μολονότι δεν είναι συνηθισμένος στις μισθώσεις, θα μπορούσε να αξιολογηθεί ως ανεκτός, καταφανώς αντίθετο προς την καλή πίστη και τα χρηστά συναλλακτικά ήθη, αφού η εναγομένη, κάνοντας χρήση αυτού του όρου, εκπληρώνει την υποχρέωση της που απορρέει από την επίδικη σύμβαση μίσθωσης με τρόπο αντίθετο προς την καλή πίστη και τα χρηστά συναλλακτικά ήθη. Το γεγονός ότι ο ανωτέρω όρος της επίδικης σύμβασης μίσθωσης συμφωνήθηκε με ελεύθερη συμφωνία των συμβαλλομένων, δεν αίρει την αντίθεση του προς την καλή πίστη και τα χρηστά συναλλακτική ήθη, αφού η εφαρμογή του οδηγεί σε παραβίαση της υποχρέωσης της εναγομένης να ασκεί τα δικαιώματα της και να εκπληρώνει την παροχή της, ως μισθώτρια του επίδικου ακινήτου, όπως επιτάσσουν, αντίστοιχα, οι διατάξεις των άρθρων 281 και 288 ΑΚ.
Συνεπώς, η ένδικη αγωγή αποβαίνει ουσιαστικά βάσιμη ως προς το αντίστοιχο αίτημα της, με το οποίο ζητείται να αναγνωριστεί η ακυρότητα του όρου αριθμ. 7 της επίδικης σύμβασης μίσθωσης, σύμφωνα με τον οποίο οι δαπάνες κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος Δ.Ε.Η. και τηλεφωνικών συνδιαλέξεων Ο.Τ.Ε. βαρύνουν την εκμισθώτρια.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο οδηγήθηκε σε απόρριψη του συγκεκριμένου αιτήματος της αγωγής, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, ήτοι των άρθρων 281 και 288 ΑΚ, όπως παραπονείται ήδη η ενάγουσα, ως εκκαλούσα, με την ένδικη έφεση της, γεγονός που πρέπει να οδηγήσει σε παραδοχή του αντίστοιχου λόγου (αριθμ. 3) της έφεσης αυτής ως ουσιαστικά βάσιμου, σε εξαφάνιση του αντίστοιχου κεφαλαίου της εκκαλούμενης απόφασης και σε παραδοχή του αντίστοιχου αιτήματος της ένδικης αγωγής, το οποίο δεν αντιβαίνει στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ3 όπως ισχυρίζεται η εναγομένη.
Εσφαλμένη, επίσης, υπήρξε η κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ότι "η ενάγουσα, αν θεωρεί το συμφωνημένο μίσθωμα ως υπέρμετρα χαμηλό και δυσανάλογο προς τη θέση και την κατάσταση του μισθίου, έχει τη δυνατότητα να επιδιώξει, με άλλες νομικές διατάξεις, την αναπροσαρμογή του". Όπως ιστορείται στην ένδικη αγωγή, η ενάγουσα θεωρεί το μηνιαίο μίσθωμα των 6.000 ευρώ, αναπροσαρμοζόμενο σύμφωνα με τους όρους της επίδικης σύμβασης μίσθωσης, ως εύλογο, δίκαιο και ανάλογο προς την παροχή της.
Συνεπώς, είναι προφανές ότι η ενάγουσα δεν θεωρεί "το συμφωνημένο μίσθωμα ως υπέρμετρα χαμηλό και δυσανάλογο προς τη θέση και την κατάσταση του μισθίου", ώστε "να επιδιώξει, με άλλες νομικές διατάξεις, την αναπροσαρμογή του". Ήδη η ενάγουσα παραπονείται, ως εκκαλούσα, με τον 4° λόγο της ένδικης έφεσης ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έσφαλε, διατυπώνοντας την ανωτέρω κρίση του.
Ο συγκεκριμένος λόγος έφεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος. Αντίθετα, στη διάρκεια της δίκης δεν αποδείχθηκε αναμφίβολα ότι η συνομολόγηση του ανωτέρω όρου μίσθωσης (αριθμ. 7) οφείλεται σε συμπαικτική συμπεριφορά των συμβληθέντων εταιριών (εκμισθώτριας και μισθώτριας). Μόνο το γεγονός ότι ο όρος αυτός είναι ασυνήθιστος στις συμβάσεις μίσθωσης και, επίσης, το γεγονός ότι οι συμβαλλόμενες εταιρίας είχαν στενές οικονομικές σχέσεις πριν από την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης μίσθωσης, δεν μπορεί να οδηγήσει με ασφάλεια στο συμπέρασμα ότι η συνομολόγηση του ανωτέρω όρου μίσθωσης "αποσκοπούσε σε καταδολίευση των δανειστών της εκμισθώτριας, προκειμένου να εξασφαλίσει η μισθώτρια τη χρήση του μισθίου χωρίς καταβολή ανάλογου μισθώματος", όπως ισχυρίζεται η εκκαλούσα, διότι στη διάρκεια της δίκης δεν αποδείχθηκε ότι οι δαπάνες κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος Δ.Ε.Η.
και τηλεφωνικών κλήσεων Ο.Τ.Ε., οι οποίες βάρυναν την εκμισθώτρια. όταν εκμεταλλευόταν αυτή την επίδικη χοιροτροφική μονάδα, ανέρχονταν σε ποσά παρόμοια προς αυτά που αναφέρθηκαν ανωτέρω, ώστε να συναχθεί με ασφάλεια το συμπέρασμα ότι η εκμισθώτρια γνώριζε στις 15.07.2005, οπότε καταρτίστηκε η επίδικη σύμβαση μίσθωσης, ότι το συμφωνημένο μίσθωμα ίων 6.000 ευρώ θα μειωνόταν, μετά την αφαίρεση των ανωτέρω δαπανών, κατά ποσοστό 60% περίπου.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο αποφάνθηκε ότι "δεν αποδείχθηκε συμπαιγνία μεταξύ εκμισθώτριας και μισθώτριας" ως προς τη συνομολόγηση του ανωτέρω όρου μίσθωσης, δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως παραπονείται ήδη η ενάγουσα, ως εκκαλούσα, με το 2° λόγο της ένδικης έφεσης, γεγονός που πρέπει να οδηγήσει σε απόρριψη αυτού του λόγου έφεσης ως ουσιαστικά αβάσιμου. Περαιτέρω, το αίτημα της ένδικης αγωγής, με το οποίο ζητείται να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 122.572,66 ευρώ ως διαφορά μεταξύ καταβλητέου και καταβληθέντος μισθώματος του χρονικού διαστήματος από 16.05.2007 έως 15.01.2010, δεν πρέπει να γίνει δεκτό, διότι ανάγεται σε χρόνο προγενέστερο από την άσκηση της ένδικης αγωγής, με την οποία επιδιώκεται, στην ουσία, να διαπλαστεί το μίσθωμα του επίδικου μισθίου σε ποσό διαφορετικό από αυτό, στο οποίο διαμορφώνεται με την καταχρηστική εφαρμογή του όρου αριθμ. 7 της επίδικης σύμβασης μίσθωσης, (πρβλ. ΑΠ 588/1995, ΕφΑθ 633/2003, ΕφΑθ 4783/2001, ΕφΑθ 5492/2001 ΤΝΠ-Νόμος).
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, χρησιμοποιώντας διαφορετική αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται από την αιτιολογία τούτης της απόφασης, οδηγήθηκε σε απόρριψη του ανωτέρω αιτήματος της ένδικης αγωγής, δεν έσφαλε κατ' αποτέλεσμα, όπως παραπονείται ήδη η ενάγουσα, ως εκκαλούσα, με τον 5° λόγο της ένδικης έφεσης της, γεγονός που πρέπει να οδηγήσει σε απόρριψη αυτού του λόγου έφεσης ως ουσιαστικά αβάσιμου." Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες διατάξεις, ενώ διέλαβε στην απόφαση του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων που εφαρμόσθηκαν και ιδία των άρθρων 281 και 288 ΑΚ και ως προς το ουσιώδες ζήτημα της ύπαρξης σημαντικής δυσαναλογίας μεταξύ του καταβαλλομένου για το μίσθιο και του δυναμένου ελευθέρως να επιτευχθεί γι'αυτό.
Ειδικότερα, δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ της παραδοχής, ότι οι (καταβαλλόμενες ανά δίμηνο) δαπάνες κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος και ΟΤΕ, οι οποίες αφαιρούντο από το καταβαλλόμενο μίσθωμα, ήταν, συνήθως, σημαντικά μεγαλύτερες από το ήμισυ του (μηνιαίου ) μισθώματος στο οποίο συμψηφίζονταν, και της προκύπτουσας από την άθροιση των αντίστοιχων ποσών διαπίστωση, ότι το σύνολο των δαπανών αυτών κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα ήταν μικρότερο από το ήμισυ του συνολικού ποσού των μισθωμάτων κατά το ίδιο διάστημα όπως διατείνεται η αναιρεσείουσα.
Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις από το όρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενες πλημμέλειες, οι οποίες αποδίδονται με τους δύο λόγους αναίρεσης και τον μοναδικό πρόσθετο λόγο αναίρεσης της ΓΕΝΝΗΤΩΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Α.Ε.Β.Ε., οι οποίοι πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναιρέσεως, αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι προσκόμισαν με επίκληση, τα οποία έχει το δικαστήριο υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 του ΚΠολΔ, χωρίς βέβαια να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (Α.Π. 1181/2010 ).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ε & Ε Ανώνυμη Εταιρία Ιατρικών - Κτηνιατρικών Ειδών, Φαρμάκων & Logistics" και τον διακριτικό τίτλο Ε & Ε ΙΑΤΡΙΚΑ Α.Ε. Προσάπτει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11Γ, ισχυριζόμενη ότι το ανωτέρω Δικαστήριο, όταν έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε αναμφίβολα, ότι η συνομολόγηση του υπ' αρ. 7 όρου του μισθωτηρίου οφείλεται σε συμπαικτική συμπεριφορά εκμισθώτριας και μισθώτριας, δεν έλαβε υπόψη του τα κατωτέρω έγγραφα, που αυτή νομίμως επικαλέσθηκε και προσκόμισε : 1.
Την υπ' αρ. 174/17-2-2006 δήλωση τρίτου του Ειρηνοδικείου Λάρισας, από την οποία αποδεικνύεται ότι η εναγόμενη μισθώτρια ΓΕΝΝΗΤΩΡ ΑΕΒΕ είχε προκαταβάλει στην αρχική εκμισθώτρια του μισθίου και οφειλέτρια της ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΗ ΧΟΙΡΙΝΩΝ ΚΑΙ ΖΩΟΤΡΟΦΩΝ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ τα μισθώματα μέχρι το τέλος του2006 με επιταγές ευκολίας, χωρίς να αναφέρει πουθενά τον όρο 7 του μισθωτηρίου για συμψηφισμό των δαπανών ΔΕΗ και ΟΤΕ στο μίσθωμα. 2.
Την ενώπιον του Μον. Πρωτοδικείου Θηβών από 20-2-2007 ανακοπή του προταθέντος από την πιστώτρια VETHELLAS ΑΕΒΕ προσωρινού συνδίκου της πτώχευσης δικηγόρου Θηβών Κων/νου Χαλβατζή κατά του πλειστηριασμού με αίτημα την ακύρωση του και τις από 8-11-2008 προτάσεις του ιδίου, στις οποίες εμμένει στο αίτημα του για ακύρωση, παρά την πάροδο 21 μηνών από την κατάθεση της και την εν τω μεταξύ διανομή του πλειστηριάσματος. 3.
Τις υπ' αρ. 97/2006 και 72/2008 αποφάσεις του Πολυμελούς και Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών, αντιστοίχως, από τις οποίες προκύπτει ότι η VETHELLAS ΑΕΒΕ, ήταν πρώτη ενυπόθηκη δανείστρια της αρχικής εκμισθώτριας και αυτή που υπέβαλε την αίτηση για κήρυξη της σε κατάσταση πτώχευσης, εκπροσωπηθείσα στη δίκη της πτώχευσης από τον ως άνω Κ.
Χαλβατζή. 4. Την από 4-1-2011 επιστολή της VETHELLAS ΑΕΒΕ, με την οποία ζητήθηκε από την αναιρεσείουσα αυτή να ετοιμάσει τα σχετικά έγγραφα ενόψει της πώλησης σ' αυτήν της μίσθιας χοιροτροφικής μονάδας, καθώς και το σχέδιο ιδιωτικού συμφωνητικού συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς, με το οποίο - μεταξύ των άλλων- συνεφωνείτο και η απολύτως ενδεικτική καταβολή πρόσθετου μισθώματος για τα παρελθόντα έτη της μίσθωσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα, βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν οι διάδικοι ενώπιον του Δικαστηρίου με επίκληση και μεταξύ αυτών, ειδικότερα, το περιεχόμενο όλων των εγγράφων, τα οποία προσκόμισαν οι διάδικοι νόμιμα με επίκληση. Από τη βεβαίωση αυτή, σε συνδυασμό με την παραδοχή ότι οι συμβαλλόμενες εταιρείες είχαν στενές οικονομικές σχέσεις και το όλο περιεχόμενο της απόφασης, προκύπτει ανενδοίαστα, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε ελεύθερα (άρθρο 340 Κ.Πολ.Δ.) με τις λοιπές αποδείξεις όλα τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα προαναφερθέντα. Κατά συνέπεια, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 11Γ' Κ.Πολ.Δ. αντίθετος μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης της Ε. & Ε. ΙΑΤΡΙΚΑ Α.Ε. Είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθούν οι ένδικες αιτήσεις αναίρεσης, με παράλληλη κατανομή των δικαστικών εξόδων των διαδίκων κατά τον λόγο της κατ' ίσο μέρος εν μέρει νίκης και ήττας εκάστου τούτων και ολικό εντεύθεν συμψηφισμό τους (Κ.Πολ.Δ. 183, 178 παρ. 1), να διαταχθεί δε η εισαγωγή των καταβληθέντων παραβόλων στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει και απορρίπτει τις 17/19-6-2013 και 24/17-7-2013 αιτήσεις για αναίρεση (τη δεύτερη με τους 174/4-11-2013 πρόσθετους λόγους) της αυτής, υπ' αρ. 193/2013 απόφασης του Εφετείου Λάρισας Συμψηφίζει στο σύνολο τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων. Διατάσει την εισαγωγή των καταβληθέντων παραβόλων στο δημόσιο ταμείο.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιανουαρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιανουαρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ