154/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 154 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 154/2012
Legislator headnote
AI generated154/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 154 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 154/2012
Full text
Απόφαση 154 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 154/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μαρία Βασιλάκη- Φραγκίσκου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανωνύμου Ασφαλιστικής Α.Ε., που εδρεύει στην Αθήνα, νομίμως εκπροσωπούμενη, η οποία παραστάθηκε με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. της πληρεξουσίας δικηγόρου Ευλογέτας Τσιτσιπή-Μισαηλίδη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Σ. χήρας Π. Β., το γένος Χ. Σ., η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Δέδε, 2. Μ. Β. του Π., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Δέδε, 3. Π. Β. του Π., η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Δέδε και 4. Ι. Σ. του Η., ο οποίος δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/4/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, η οποία συνεκδικάσθηκε μαζί με τις από 25/7/2003 και 1/9/2003 αγωγές και εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 345/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1660/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12/1/2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βασιλάκη-Φραγκίσκου ανέγνωσε την από 14-4-2009 έκθεσή του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία, Αρεοπαγίτη Αθανάσιου Πολυζωγόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσιος των α, β και γ, αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από τις υπ' αριθ. 7456Γ/26.4.2009 και 11196Γ/12.4.2011 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, ..., που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, ακριβές αντίγραφο της από 12.1.2009 αιτήσεως αναιρέσεως και της από 21.1.2011 κλήσεως με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και κλήση προς συζήτηση της αίτησης επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον τέταρτο αναιρεσίβλητο Ι. Σ., ο οποίος όμως δεν εμφανίσθηκε κατά την ως άνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο. Επομένως, και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση που επισπεύδεται από την αναιρεσείουσα, παρά την απουσία του άνω αναιρεσίβλητου.
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (αρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 468/2003). Επίσης, και μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο ΚΟΚ στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγησή τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή την μείωση των επιζήμιων συνεπειών (ΑΠ 1500/2002). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσης όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της απόφασης τα περιστατικά εκείνα που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή για τη συνδρομή τους που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές όχι ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, αλλά στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν, ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 26/2004).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε, ανελέγκτως, ότι το πιο κάτω αναφερόμενο ατύχημα έγινε υπό τις ακόλουθες συνθήκες: "... Στις 24.11.2002 και περί ώρα 05.30' π.μ. ο εναγόμενος-ενάγων Ι. Σ. (ήδη τέταρτος αναιρεσίβλητος), οδηγώντας το υπ' αρ. ... IX επιβατηγό αυτοκίνητο, ανήκον κατά κυριότητα στον ίδιο και ασφαλισμένο κατά τον ως άνω χρόνο στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΦΟΙΝΙΞ ΑΕ" εκινείτο κανονικά επί της λεωφόρου Αθηνών-Λαυρίου στην περιοχή Κορωπίου και βρισκόταν στο ύψος του 28ου χιλιομέτρου αυτής, όπου η εν λόγο αρτηρία είναι διπλής κατευθύνσεως συνολικό πλάτος ασφάλτου 7.50 μέτρων, μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και οριζόντια διαγράμμιση αποτελούμενη από συνεχή διπλή διαχωριστική γραμμή κατά μήκος του άξονα του οδοστρώματος. Κατά την προαναφερόμενη χρονική στιγμή ο εναγόμενος-ενάγων Σ. Λ., οδηγώντας το υπ' αριθ. ... Ι.Χ. επιβατηγό αυτοκίνητο, συγκάτοχοι του οποίου ήσαν ο ίδιος και η ενάγουσα-εναγομένη Ε. Λ. (κατά ποσοστά 80% και 20%, αντιστοίχως), ως αγοραστές του εν λόγο αυτοκινήτου με σύμφωνο επιφυλάξεως κυριότητας από την ενάγουσα-εναγομένη εταιρία με την επωνυμία "ΥΙΟΙ Δ. Ρ. Ε.Π.Ε. (πωλήτρια), που είχε παρακρατήσει την κυριότητα αυτού μέχρις αποπληρωμής του τιμήματος, έχοντας παραχωρήσει την κατοχή του στους ανωτέρω αγοραστές, ήταν δε ασφαλισμένο κατά τον ίδιο χρόνο στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.Ε.Γ.Α και ήδη αναιρεσείουσα επί της πιο πάνω Λεωφόρου, αλλά με αντίθετη κατεύθυνση (από Κορωπί προς Μαρκόπουλο). Το τελευταίο αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Σ. Λ., με επιβαίνουσα, στη θέση του συνοδηγού, την Ε. Β. του Π., έβαινε με. μεγάλη ταχύτητα, υπερβαίνουσα κατά πολύ το ανώτατο επιτρεπόμενο εκεί όριο τον 60 χιλιομέτρων την ώρα -καθοριζόμενο με σχετική ρυθμιστική της κυκλοφορίας πινακίδα-, αφού αυτή υπολογίσθηκε από το επιληφθέν Τμήμα Τροχαίας Κερατέας της Ελληνικής Αστυνομίας, βάσει των επί του οδοστρώματος ανευρεθέντων ιχνών τροχοπεδήσεως τούτου, σε 72 χιλιόμετρα ανά ώρα κατ' ελάχιστον. Στο προαναφερθέν ύψος του 28ου χιλιομέτρου της ανωτέρω οδού, ο οδηγός του υπ' αριθμ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, Σ. Λ., από απροσεξία, αδέξιο, χειρισμό, μη άσκηση από αυτόν του επιβαλλόμενου ελέγχου και εποπτείας του οχήματος του και εκ του λόγου, ότι δεν είχε ρυθμίσει την ταχύτητα του αναλόγως των επικρατουσών συνθηκών (μειώνοντας την σημαντικά, όπως είχε υποχρέωση, ενόψει της υπάρξεως της παραπάνω ρυθμιστικής πινακίδας, καθώς και του επικρατούντος σκότους λόγω νυκτερινής ώρας, αλλά και της στενότητας του οδοστρώματος, αποτελουμένου από μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση) και, εξαιτίας της υπερβολικής ταχύτητας, την οποία είχε αναπτύξει, κατά τα άνω, εξετράπη της πορείας του προς τ' αριστερά και, αφού διήλθε τη διπλή διαχωριστική γραμμή του άξονα του οδοστρώματος, της οποίας απαγορεύεται η διάβαση, εισήλθε ανεπίτρεπτος στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας (παραβάσεις άρθρων 5 παρ. 3α', 8, 12 παρ.1, 16 παρ.4, 19 παρ.1, 2, 3 και 20 παρ.7 Κ.Ο.Κ.), το οποίο διέσχισε διαγωνίως, παρά την εκ μέρους του πραγματοποιηθείσα τροχοπέδηση επί μήκους 28,80 μέτρων (αρχόμενη από το άκρο αριστερό του αρχικού ρεύματος πορείας του, πλησίον της κεντρικής διαχωριστικής γραμμής, και εκτεινόμενη διαγωνίως εντός ολοκλήρου του αντίθετου ρεύματος κυκλοφορίας), που δεν κατέστη δυνατό να ακινητοποιήσει το όχημα του, με συνέπεια να αποκλείσει ξαφνικά τη διέλευση του εκεί κανονικά κινουμένου αυτοκινήτου του Ι. Σ., το οποίο επέπεσε με το εμπρόσθιο τμήμα του στη δεξιά πλευρά του παρεμβληθέντος, κατά τα άνω στην πορεία του αυτοκινήτου του Σ. Λ.. Το τελευταίο, μετά τη σύγκρουση, συνεχίζοντας την προς τα αριστερά διαγώνια κίνηση του, λόγω της υπερβολικής του ταχύτητας, εξήλθε του οδοστρώματος του αντίθετου προς την αρχική πορεία του ρεύματος κυκλοφορίας, πέρασε το χωμάτινο έρεισμα της οδού και το παρακείμενο ανάχωμα και εισήλθε σε παραπλεύρως ευρισκόμενο αγρό, όπου τελικώς ακινητοποιήθηκε, αφήνοντας ίχνη ολισθήσεως 19,40 μέτρων. Αποτέλεσμα, του πιο πάνω αυτοκινητικού ατυχήματος υπήρξε η ολοσχερής καταστροφή των εμπλακέντων σ' αυτά οχημάτων, ο ελαφρύς τραυματισμός των δύο οδηγών τους και ο θανάσιμος τραυματισμός της συνεπιβάτιδας του Σ. Λ., Ε. Β., η οποία, μετά τετραήμερη νοσηλεία στη Μονάδα Εντατικής θεραπείας του Γενικού Κρατικού Νοσοκομείου Αθηνών "Γεώργιος Γεννηματάς", όπου διακομίσθηκε μετά τη σύγκρουση, απεβίωσε στις 28-11-2002, εξαιτίας των βαριάς μορφής κακώσεων κεφαλής και κοιλίας, που υπέστη από το ατύχημα. Η προπεριγραφόμενη σύγκρουση σχημάτων και ο εξ αυτής προκληθείς θανάσιμος τραυματισμός της Ε. Β., οι ελαφροί τραυματισμοί των δύο οδηγών και οι προξενηθείσες υλικές ζημίες οφείλονται, υπό τα εκτεθέντα περιστατικά, σε απερισκεψία και ανεπιτηδειότητα του εναγομένου-ενάγοντος Σ. Λ., ο οποίος δεν κατέβαλε την προσοχή και επιμέλεια, τις οποίες θα κατέβαλε, κάθε μέσος συνετός οδηγός αυτοκινήτου σε ανάλογες περιστάσεις και από τις προεκτεθείσες πράξεις και παραλείψεις του έγινε από αμέλειά του αποκλειστικά υπαίτιος τούτων, ενώ ουδεμία ευθύνη βαρύνει τον εναγόμενο-ενάγοντα Ι. Σ., ο οποίος, κινούμενος κανονικά εντός του προοριζομένου για την κατεύθυνση του ρεύματος πορείας, δεν μπορούσε να πράξει οτιδήποτε προς αποτροπή του ατυχήματος ή μείωση των εξ αυτού ζημιών, δεδομένου ότι δεν είχε τον αναγκαίο για αποτελεσματική αντίδραση χρόνο, λόγω της αιφνίδιας και απρόβλεπτης εισόδου του ζημιογόνου αυτοκινήτου του Σ. Λ. στο δικό του ρεύμα κυκλοφορίας και της ξαφνικής αποφράξεως της πορείας του από το τελευταίο. Τα προβαλλόμενα από τους αντιδίκους του Ι. Σ. γεγονότα, ότι α) η εξέταση αλκοτέστ εκπνοής, στην οποία υποβλήθηκαν αρμοδίως μετά το ατύχημα και οι δύο παραπάνω οδηγοί των εμπλακέντων σ' αυτό οχημάτων, απέβη θετική ως προς την εκ μέρους του Ι. Σ. προηγηθείσα κατανάλωση αλκοόλ, αφού σ' αυτόν ανιχνεύθηκαν ποσοστά οινοπνεύματος 0,53% στην πρώτη εκπνοή και 0,56% στην δεύτερη εκπνοή (άλλωστε και στο Σ. Λ. ανιχνεύθηκαν αντίστοιχα ποσοστά οινοπνεύματος 0,48% και 0,33%, δοθέντος ότι αμφότεροι επέστρεφαν από νυκτερινή διασκέδαση κατά τη στιγμή της συγκρούσεως) και β) ο ίδιος (Ι. Σ.) τυπικά εστερείτο αδείας ικανότητας οδηγού μολονότι γνώριζε οδήγηση, ενόψει και του ότι υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία με την ειδικότητα του οδηγού αυτοκινήτου δεν τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος, αφού και στην περίπτωση που δεν είχαν τελεσθεί από τον Ι. Σ. οι προεκτεθείσες παραβάσεις του Κ.Ο.Κ., η επίδικη σύγκρουση δεν θα είχε αποφευχθεί, διότι δεν οφείλεται σε οποιασδήποτε μορφής αμελή ή αδέξια οδηγητική συμπεριφορά του τελευταίου αλλά στην είσοδο του οδηγούμενου από το Σ. Λ. αυτοκινήτου στο αντίθετο ρεύμα με υπερβολική ταχύτητα. Εξάλλου, ο ισχυρισμός του Σ. Λ. περί εισόδου του αυτοκινήτου του Ι. Σ. στο δικό του ρεύμα κυκλοφορίας, όχι μόνο δεν επιβεβαιώνεται από οποιοδήποτε αξιόπιστο αποδεικτικό μέσο αλλ' αντιθέτως καταρρίπτεται από τα εν γένει ευρήματα και τις διαπιστώσεις, που έχουν καταγραφεί στα συνταχθέντα συναφώς από τα επιληφθέντα του ατυχήματος αρμόδια αστυνομικά όργανα του Τμήματος Τροχαίας Κερατέας σχεδιάγραμμα του τόπου του ατυχήματος και έκθεση αυτοψίας. Σημειώνεται, συναφώς, ότι τα εκ της συγκρούσεως θραύσματα εντοπίσθηκαν διασκορπισμένα αποκλειστικά εντός του προς Κορωπί ρεύματος πορείας της οδού, όπου εκινείτο ο Ι. Σ., και ειδικότερα στο κεντρικό και δεξιό τμήμα αυτού, πράγμα που δεν θα συνέβαινε, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, αν εκείνος είχε εισέλθει εντός του αντίθετου ρεύματος πορείας του Σ. Λ. και η σύγκρουση είχε λάβει χώρα ακριβώς στο σημείο της διπλής διαχωριστικής γραμμής στο μέσο του οδοστρώματος, όπως ο τελευταίος αβάσιμα διατείνεται, ενώ οι επικαλούμενες και προσκομιζόμενες, προς επιβεβαίωση του πιο πάνω ισχυρισμού του Σ. Λ. από 25-2-2003 προανακριτικές καταθέσεις των Χ. Β. και Κ. Γ., καθώς και η από 24-2-2003 όμοια κατάθεση της Α. Α. δεν είναι πειστικές, ως προς το ότι οι ανωτέρω υπήρξαν αυτόπτες μάρτυρες του ατυχήματος (και συνακόλουθα, ως προς το όλο περιεχόμενό τους), αφού δεν αναφέρονται ως τέτοιοι στη συνταχθείσα αμέσως μετά από αυτό έκθεση αυτοψίας της αρμόδιας Αστυνομικής Αρχής ούτε έδωσαν τα στοιχεία τους στην Τροχαία κατά την εκεί μετάβασή της ή μετέπειτα αλλά προτάθηκαν για πρώτη φορά δυο μήνες μετά το συμβάν, με το κατατεθέν στα πλαίσια της προανακρίσεως από 20-1-2003 απολογητικό υπόμνημα του Σ. Λ.. Ενόψει τούτων, μη αποδεικνυομένης οποιασδήποτε υπαιτιότητας για το επίδικο αυτοκινητικό ατύχημα του εναγομένου-ενάγοντος Ι. Σ., εφόσον δεν υφίσταται στοιχείο, που να θεμελιώνει αμέλειά του για την εκτεθείσα σύγκρουση, είναι απορριπτέα, ως ουσιαστικά αβάσιμη, η εκ του άρθρου 300 Α.Κ., προβληθείσα από τους εκκαλούντες-εναγομένους αντιδίκους του, ένσταση συνυπαιτιότητάς αυτού ...". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη την από 22.2.2005 έφεση της αναιρεσείουσας κατά την πρωτόδικης απόφασης που είχε αποφανθεί ομοίως και κατά της οποίας με την ως άνω έφεση της εξέφραζαν σχετικά παράπονα. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, ως προς τα κρίσιμα ζητήματα της υπαιτιότητας του οδηγού του ασφαλισμένου σ' αυτήν αυτοκινήτου και της συνδρομής αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των πράξεων και παραλείψεων αυτού και του ζημιογόνου γεγονότος (ατυχήματος) πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις απολογίες, με αναλυτικά μάλιστα αξιολόγηση των κατ' ιδίαν αποδεικτικών στοιχείων, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των ως άνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου. Ειδικότερα, διευκρινίζεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση το σημείο συγκρούσεως (αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας) και ότι μεταξύ του ατυχήματος και της ποσότητας οινοπνεύματος που ανιχνεύθηκε στο αίμα του τέταρτου αναιρεσίβλητου δεν υπάρχει αιτιώδης συνέπεια, καθόσον αυτός οδηγούσε κανονικά το αυτοκίνητο του στο ρεύμα πορείας του, δεν ήταν δε αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας να διευκρινιστεί, η ταχύτητα με την οποία οδηγούσε το αυτοκίνητό του ο τέταρτος αναιρεσίβλητος ούτε η απόσταση από την οποία αντιλήφθηκε την αντικανονική πορεία του αντιθέτως κινουμένου και ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα αυτοκινήτου, αφού δέχεται ότι αυτός δεν είχε τον αναγκαίο χρόνο να αντιδράσει, λόγω της απρόσμενης και εντελώς αιφνίδιας εισόδου του ζημιογόνου αυτοκινήτου στο ρεύμα κυκλοφορίας του. Συνακόλουθα, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
II. Όπως προκύπτει από το άρθρο 335, 332, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Δεν είναι όμως αναγκαία η ειδική αναφορά και η ξεχωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά. Το γεγονός ότι μνημονεύονται και εξαίρονται μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου μεγαλύτερης σημασίας τους, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα υπόλοιπα, αρκεί βέβαια να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει το λόγο της αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ό διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (ΑΠ 1263/2010, ΑΠ 187/2006 Δ 37.917).
Εν προκειμένω, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από το εδάφιο 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο κατά την κατάρτιση του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη έγγραφα, τα οποία νόμιμα είχε προσκομίσει και επικαλεσθεί για την απόδειξη της βασιμότητας των λόγων της εφέσεως της και, συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη την από 25.2.2003 προανακριτική κατάθεση του Χ. Ε. και την από 24.2.2003 όμοια κατάθεση της Α. Α.. Όμως, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο, για την κατάρτιση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και τις ως άνω καταθέσεις μαρτύρων που επικαλέστηκε και προσκόμισε η αναιρεσείουσα τις οποίες μάλιστα ρητά μνημονεύει.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο λόγος αυτός αναιρέσεως κατά το μέρος που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ως άνω πλημμέλεια.
III. Ο λόγος αναίρεσης από το εδάφιο 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο σε αποδεικτικό, με την έγνοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση, του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση του να σχημάτισε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει όταν αυτό εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα, για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχτηκε, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του (ΑΠ 1747/2006, ΑΠ 606/2005 Δ. 37.107). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση από το εδάφιο 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενη ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση του παραμόρφωσε το περιεχόμενο της εκθέσεως αυτοψίας, που συντάχθηκε μετά το ατύχημα από τα αρμόδια αστυνομικά όργανα και έτσι κατέληξε στο επιζήμιο γι' αυτήν πόρισμα ότι αποκλειστικά υπαίτιος για το ατύχημα είναι ο οδηγός του. Όμως όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο σχημάτισε τη σχετική κρίση από την χωρίς όρκο κατάθεση της διαδίκου Ε. Λ. και από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, καθώς και από όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων είναι και τα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας. Με βάση τα παραπάνω το Εφετείο σχημάτισε τη σχετική κρίση του για το άνω ζήτημα από τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που αναφέρθηκαν πιο πάνω, μεταξύ των οποίων είναι και η προαναφερθείσα έκθεση αυτοψίας χωρίς να εξαρθεί η σημασία του εν λόγω εγγράφου σε σχέση με το πόρισμα αυτό. Έτσι, το δικαστήριο κατέληξε σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ορθό η αναιρεσείουσα ύστερα από συνεκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου της εκθέσεως αυτοψίας και όχι από λάθος στην "ανάγνωση" του κειμένου του εγγράφου αυτού, όπως διατείνεται η αναιρεσείουσα. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα, στην πληρωμή δικαστικών εξόδων των παρόντων αναιρεσιβλήτων, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12.1.2009 αίτηση τη Αγροτικής Ασφαλιστικής για αναίρεση της 1660/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παρόντων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Νοεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ