Supreme Court allows appeal against civil compensation verdict regarding future limb replacement costs and medical expenses.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against a final judgment awarding civil compensation to a plaintiff with a limb amputation. The court found the lower court erred in rejecting the claim for future replacement costs and medical expenses as future negative damages, ruling that such claims require specific factual circumstances rather than a special ground. Consequently, the appeal was granted in part, and the case was remitted to a different court for further proceedings on the disputed amounts.
Legislator headnote
AI generatedArticles 297, 298, 300, 330, 914 of the Civil Code; Article 559, paragraph 14 of the Code of Civil Procedure: Future positive damages such as future replacement costs and medical expenses constitute a special ground for appeal if specific factual circumstances are presented and the amount is determinable at the time of judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1549 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1549/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευστάθιο Νίκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, Γεωργία Κατσιμαγκλή και Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Υ. Α.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λάζαρο Χατζηθέμελη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Της αναιρεσίβλητης: Ν. Τ. του Σ., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Σοφό με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-6-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 699/2016 μη οριστική και 1111/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 90/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-5-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 7-5-2020 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 2584/2020 αίτηση, με την οποία ζητείται, υπό την επίκληση των διαλαμβανόμενων σ' αυτή αιτιάσεων, η αναίρεση της υπ' αριθμ. 90/2020 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, είναι παραδεκτή, και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων λόγων της.
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 του Α.Κ. προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, το παράνομο της πράξεως ή παραλείψεως αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξεως ή της παραλείψεως και της επελθούσας ζημίας.
Αμέλεια, κατ' άρθρο 330 του Α.Κ., υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά την συναλλακτική καλή πίστη από τον δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις καταστάσεις.
Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ., για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 76/2014, ΑΠ 2181/2013).
Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1991, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ. Η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του επελθόντος αποτελέσματος.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 19 παρ. 1 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ) "ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του Ν. 2696/1999 "οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή...", κατά τη διάταξη δε του άρθρου 38 παρ. 4 εδ.
α' και ε' του ίδιου νόμου "οι πεζοί προκειμένου να διασχίσουν το οδόστρωμα υποχρεούνται: α) αν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών να τις χρησιμοποιούν..., ε) αν δεν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να μην κατεβαίνουν σ' αυτό αν δεν βεβαιωθούν ότι δεν θα παρεμποδίσουν την κυκλοφορία των οχημάτων, στη συνέχεια δε να διασχίσουν το οδόστρωμα κάθετα προς τον άξονά του...".
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ.
ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 408/2016, ΑΠ 1672/2012, ΑΠ 2182/2009). Τέλος, η ύπαρξη νόμιμης βάσεως και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναιρέσεως, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της, και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων, σε εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. (ΑΠ 889/2020, 532/2018, 892/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.) περί των πραγμάτων κρίση του, ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα, κρίσιμα για την έρευνα του συναφούς αναιρετικού λόγου πραγματικά περιστατικά, σε σχέση με τις συνθήκες του ατυχήματος και την υπαιτιότητα των εμπλακέντων στο ατύχημα προσώπων: "Στις 10-3-2015 και περί ώρα 13:40' η ενάγουσα Τ.
Ν. βρισκόταν πεζή επί του πεζοδρομίου της οδού … στο ρεύμα προς … και στο ύψος της διασταύρωσης με τη Λεωφόρου …, αναμένοντας να σταματήσει η κίνηση των οχημάτων στην οδό … για να την διασχίσει προκειμένου να περάσει στο απέναντι πεζοδρόμιο της ίδιας οδού. Η οδός … είναι διπλής κατεύθυνσης, με πλάτος οδού 10,60 μέτρα, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, χωρίζονται δε οι δύο κατευθύνσεις με διπλή διαχωριστική γραμμή.
Πρέπει να σημειωθεί, επίσης, ότι η οδός … είναι ευθεία σε μεγάλη απόσταση, η ορατότητα των οδηγών δεν περιορίζεται από εμπόδια, ενώ δεν υπάρχουν φωτεινοί σηματοδότες στη διασταύρωση των ως άνω οδών … και Λεωφ. …, ούτε πινακίδες σήμανσης για τη ρύθμιση της κυκλοφορίας των αυτοκινήτων αλλά ούτε και διάβαση πεζών σε κοντινή απόσταση (βλ.
από 10-3-2015 σχεδιάγραμμα και έκθεση αυτοψίας Τροχαίας …). Κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο, ο πρώτος ενάγων … (ως προς τον οποίο η αγωγή θεωρήθηκε ότι δεν ασκήθηκε) οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας … ΙΧ Φορτηγό αυτοκίνητο ιδιοκτησίας Μ. Α., έβαινε επί της οδού … με κατεύθυνση προς …. Όταν έφθασε στο ύψος της διασταύρωσης της οδού … με τη Λεωφ.
… ακινητοποίησε προσωρινά το φορτηγό αυτοκίνητο πίσω από άλλα οχήματα που βρίσκονταν σε στάση λόγω αυξημένης κυκλοφορίας. Η ενάγουσα, όταν διαπίστωσε ότι ακινητοποιήθηκαν τα αυτοκίνητα λόγω αυξημένης κίνησης, κατέβηκε από το πεζοδρόμιο και άρχισε να διασχίζει το οδόστρωμα της οδού …, περνώντας και ανάμεσα από σταματημένα οχήματα, όπως και το ζημιογόνο φορτηγό, προκειμένου να περάσει στο απέναντι πεζοδρόμιο, όπως ήταν ο προορισμός της.
Όταν έφθασε στο μέσον περίπου του οδοστρώματος της οδού …, σταμάτησε περίπου στο ύψος της διαχωριστικής γραμμής (ένα βήμα πριν από τη διαχωριστική, όπως και η ίδια αναφέρει στην κατάθεση της ως μάρτυρας προανακριτικά), για να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων στην αντίθετη κατεύθυνση (προς Λεωφ. …). Την στιγμή αυτή ο προαναφερόμενος οδηγός, ο οποίος είχε σταματήσει λόγω της κυκλοφορίας των οχημάτων στη διασταύρωση, ξεκίνησε, αμέσως μετά από άλλο προπορευόμενο IX αυτοκίνητο, προκειμένου να συνεχίσει την πορεία του για τον δικό του προορισμό, ωστόσο, από έλλειψη της προσοχής και επιμέλειας που όφειλε και μπορούσε από τις περιστάσεις να καταβάλει δεν αντιλήφθηκε την ύπαρξη της ενάγουσας, η οποία ήδη βρισκόταν στο εμπρόσθιο αριστερό μέρος του φορτηγού του (βρισκόταν ανάμεσα στο προπορευόμενο IX που ξεκίνησε και στο φορτηγό που ακολουθούσε) ακριβώς στο ύψος της θέσης του οδηγού, με αποτέλεσμα κατά την αιφνίδια και απρόσεκτη εκκίνηση του να την παρασύρει με το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του φορτηγού και να την πατήσει με τον εμπρόσθιο αριστερό τροχό του οχήματος του στο αριστερό πόδι της.
Πρέπει να σημειωθεί ότι ο οδηγός του φορτηγού δεν αντιλήφθηκε αμέσως τι είχε συμβεί, ότι δηλαδή παρέσυρε την πεζή, αλλά αυτό συνέβη όταν άρχισαν οι παρευρισκόμενοι πεζοί να του φωνάζουν να σταματήσει. Τότε αυτός, ανταποκρινόμενος στις φωνές τους, έκανε κίνηση προς τα πίσω πλην όμως, με την κίνηση του αυτή προς τα πίσω την ξαναπάτησε με αποτέλεσμα να συνθλίψει το αριστερό της πόδι, σε βαθμό που τελικά ακρωτηριάστηκε, προκειμένου να επιζήσει η ίδια.
Στη συνέχεια η ενάγουσα μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ στο Γενικό Νοσοκομείο … Κ. - Μ. του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού, όπου διαγνώστηκε ότι από το ατύχημα υπέστη "ακρωτηριαστικό συντριπτικό κάταγμα αριστερής κνήμης μηριαίου" και αφού προηγήθηκαν άλλες εξετάσεις για διάφορες παθήσεις, αποφασίστηκε ο ακρωτηριασμός του μέλους πάνω από το γόνατο.
Ακολούθως και μετά από ομαλή μετεγχειρητική πορεία, η ενάγουσα εξήλθε από το νοσοκομείο με σχετικές οδηγίες για την παρακολούθηση του τραύματος (βλ. σχετική ιατρική γνωμάτευση της Ορθοπεδικής Κλινικής του εν λόγω Νοσοκομείου). Όμως, στη συνέχεια η ενάγουσα χρειάστηκε, μετά και από σχετικές οδηγίες των ιατρών του Ψυχιατρικού Τμήματος του Νοσοκομείου να λάβει ψυχολογική υποστήριξη (βλ.
την από 11-3-2015 σχετική ιατρική γνωμάτευση). Επίσης, χρειάστηκε να υποβληθεί σε φυσιοθεραπείες όπως κρίθηκε από το Ορθοπεδικό τμήμα του ιδίου Νοσοκομείου, όταν εξετάστηκε στις 18-3-2015, καθώς και η βάδιση με βακτηρίες, ενώ στις 20-3-2015 εξετασθείσα στο Ορθοπεδικό, επίσης, Τμήμα διαγνώστηκε ότι, λόγω του ακρωτηριασμού της, έχει ανάγκη από ένα ανυψωτήρα τουαλέτας και ένα περπατητήρα (βλ.
την από 20-3-2015 ιατρική γνωμάτευση), στη συνέχεια δε ότι έχει ανάγκη ενός αναπηρικού αμαξιδίου (βλ. την από 1-4-2015 ιατρική γνωμάτευση) και στις 10-4-2015 κρίθηκε από τον θεράποντα ιατρό της ότι έχει ανάγκη βοήθειας άλλου ατόμου λόγω της αδυναμίας της να αυτοεξυπηρερτηθεί λόγω του ακρωτηριασμού της εξ αιτίας του ατυχήματος, (βλ.
την από 10-4-2015 ιατρική γνωμάτευση). Στη συνέχεια και παρά τα ανωτέρω, η ενάγουσα εξετάσθηκε στις 26-5-2015 στο Ορθοπεδικό Τμήμα του ιδίου ως άνω Νοσοκομείου, όπου διαγνώστηκε ότι αυτή λόγω του ακρωτηριασμού και, επίσης, παλαιού ανευρίσματος εμφανίζει διαταραχές, όπως αδυναμία στήριξης κορμού, αστάθεια και έλλειψη ισορροπίας και ότι η περίπτωση της δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με απλές φυσιοθεραπείες, γιατί χρειάζεται περαιτέρω θεραπείες φθ και εθ και λθ και ψθ, ώστε κρίθηκε αναγκαία η παραπομπή σε κέντρο αποκατάστασης, προκειμένου να ακολουθήσει ένα ειδικό πρόγραμμα αποκατάστασης (Ημερήσιο Ειδικό Νοσήλιο σε Κέντρο Αποθεραπείας και Αποκατάστασης, βάσει ΠΔ 383/2002, όπως τροποποιήθηκε με το ΠΔ 187/2005), που θα αποτελείται από 50 συνεδρίες περίπου για ένα χρόνο (βλ.
την από 26-5-2015 ιατρική γνωμάτευση και το από 26-5-2015 παραπεμπτικό σε εξετάσεις από τον θεράποντα ιατρό της Μ. Λ.). Υπαίτιος για το ατύχημα και τον εξ αυτού σοβαρό τραυματισμό της ενάγουσας είναι ο οδηγός του ζημιογόνου ως άνω φορτηγού αυτοκινήτου, ο οποίος από αμέλεια του, ήτοι από έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, ως μέσος συνετός οδηγός, δεν είχε τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση του αυτοκινήτου του και έτσι δεν είδε την παθούσα πεζή, η οποία αφού είχε διασχίσει εν μέσω άλλων αυτοκινήτων σταματημένων, όπως και το δικό του, το ρεύμα προς … της οδού …, φθάνοντας στην αρχή της διπλής διαγράμμισης της οδού σταμάτησε για να ελέγξει την κίνηση της αντίθετης κατεύθυνσης, ώστε να περάσει στο απέναντι πεζοδρόμιο, με αποτέλεσμα να ξεκινήσει και να την χτυπήσει με το αριστερό μπροστινό τμήμα του οχήματος του και να της προκαλέσει τον ανωτέρω σοβαρό τραυματισμό της.
Ο ισχυρισμός του ότι λόγω ύψους του φορτηγού του δεν μπορούσε να αντιληφθεί την παρουσία της ενάγουσας έμπροσθεν του, ούτε και από τους καθρέπτες δεν αναιρεί τα περί υπαιτιότητας του, αφού ως επαγγελματίας οδηγός και μάλιστα μεγάλου αυτοκινήτου, όφειλε, αφενός να έχει αντιληφθεί την πεζή να διασχίζει μπροστά του το ρεύμα κυκλοφορίας του και μάλιστα από δεξιά του, έχοντας διανύσει ικανή απόσταση (ενόψει ότι το συνολικό πλάτος της οδού … είναι 10,60 μέτρα, δηλαδή η ενάγουσα είχε ήδη διανύσει τα 5 μέτρα τουλάχιστον) αφετέρου, πριν εκκινήσει, να βεβαιωθεί ότι μπορεί να συνεχίσει ακίνδυνα για καθένα που χρησιμοποιούσε την οδό.
Συνυπαίτια, όμως, για τον τραυματισμό της είναι και η παθούσα ενάγουσα, συνίσταται η υπαιτιότητα της στο ότι αυτή από αμέλεια της επιχείρησε να διασχίσει την οδό …, εκτός διάβασης πεζών και περνώντας ανάμεσα από σταθμευμένα αυτοκίνητα και δη μπροστά από ένα μεγάλο όχημα, όπως το ζημιογόνο φορτηγό που είναι μήκους 8,10 μέτρων, πλάτους 2,40 μέτρων και ύψους 2,50 μέτρων (βλ.
άδεια κυκλοφορίας του), τα οποία, όμως δεν είχαν σταθμεύσει σε φανάρι ή για κάποιο ορισμένο και συγκεκριμένο χρόνο αλλά προσωρινά και με αβέβαιη την εκκίνηση τους και πάλι προς τα εμπρός, ανάλογα με την κυκλοφορία της οδού, με αποτέλεσμα να την παρασύρει το ζημιογόνο φορτηγό με το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα αυτού και ενώ βρισκόταν ένα βήμα πριν από την διαχωριστική γραμμή, αφού δεν είχε προλάβει να το προσπεράσει το φορτηγό.
Πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι ο όγκος και το ύψος του φορτηγού δυσκόλευε τον έλεγχο των ευρισκομένων ακριβώς μπροστά του, πράγμα που ενδεχομένως έπρεπε να σταθμίσει και η ενάγουσα, ανεξάρτητα βέβαια ότι και ο οδηγός του φορτηγού όφειλε και μπορούσε, να καταβάλει την δέουσα επιμέλεια για να βεβαιωθεί ότι η ενάγουσα, την οποία όφειλε να έχει εντοπίσει κινούμενη από δεξιά του, είχε προσπεράσει το φορτηγό και επομένως, αυτός μπορούσε ακίνδυνα να ξεκινήσει.
Το ποσοστό δε συνυπαιτιότητας της ενάγουσας ανέρχεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου σε 20%. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δέχθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος και του εξ αυτού τραυματισμού της ενάγουσας είναι ο οδηγός του ασφαλισμένου στην εκκαλούσα - εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία χωρίς να βαρύνει καμία υπαιτιότητα την παθούσα ενάγουσα, έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει ο σχετικός πρώτος λόγος της έφεσης της εκκαλούσας να γίνει δεκτός".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ως προς το αποδεικτικό του πόρισμα ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε συνυπαιτιότητα του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα οχήματος και της τραυματισθείσας πεζής, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 300, 330, 914 του Α.Κ. και των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1 και 2 και 38 παρ. 4 εδ.
ε' του ν. 2696/1999 (οι οποίες ναι μεν δεν αναγράφονται στην απόφαση, αναφέρονται, όμως, τα πραγματικά περιστατικά που το Εφετείο δέχθηκε, ανέλεγκτα, ότι αποδείχθηκαν και υπάγονται σ' αυτές), και διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών για να δικαιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η υπαιτιότητα του οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα οχήματος και η συνυπαιτιότητα της τραυματισθείσας πεζής, και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως.
Ειδικότερα, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του με σαφήνεια και επάρκεια τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά, την οποία επέδειξε ο οδηγός του ζημιογόνου οχήματος και βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, δεχθέν ότι ο τελευταίος, από έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, ενώ είχε ακινητοποιήσει προσωρινά το όχημά του, λόγω της αυξημένης κίνησης, μόλις απελευθερώθηκε ο δρόμος ξεκίνησε αιφνίδια και απρόσεκτα, χωρίς να αντιληφθεί την πεζή, η οποία, αφού είχε διασχίσει το οδόστρωμα, περνώντας ανάμεσα από άλλα ακινητοποιημένα οχήματα και είχε ήδη διέλθει μπροστά και από το δικό του όχημα, είχε σταματήσει πλησίον της διπλής διαχωριστικής των ρευμάτων κυκλοφορίας γραμμής, στο εμπρόσθιο αριστερό μέρος του οχήματός του, προκειμένου να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων στην αντίθετη κατεύθυνση, με αποτέλεσμα να την παρασύρει και να την τραυματίσει.
Περαιτέρω, όσον αφορά στην αμελή συμπεριφορά της πεζής και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς της και της προκλήσεως του ατυχήματος, διέλαβε επίσης με σαφήνεια και πληρότητα τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά που αυτή επέδειξε, σε συνδυασμό με τις παραβάσεις της προαναφερόμενης διατάξεως του ΚΟΚ, που βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, αποδεχόμενη ότι αυτή, προτιθέμενη να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα από σημείο στο οποίο δεν υπήρχαν διαβάσεις πεζών, δεν επέδειξε την επιμέλεια που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, ήτοι δεν ήλεγξε επιμελώς εάν μπορούσε να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα, δίχως να παρεμποδίσει την κυκλοφορία των οχημάτων, αλλά αντίθετα κατέβηκε από το πεζοδρόμιο στο οδόστρωμα, διέσχισε το ρεύμα κυκλοφορίας ανάμεσα από προσωρινά ακινητοποιημένα, λόγω της κίνησης, οχήματα και σταμάτησε πλησίον της διπλής διαχωριστικής γραμμής, αναμένοντας να ελευθερωθεί το οδόστρωμα της άλλης κατεύθυνσης.
Δεν συντρέχει δε η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, πλημμέλεια της παραθέσεως ανεπαρκών αιτιολογιών στην προσβαλλομένη απόφαση, επειδή, όπως αυτή διατείνεται: α) δεν διευκρινίζεται το ελάχιστο ύψος από το έδαφος μέχρι του οποίου εξικνείτο το οπτικό πεδίο του οδηγού του ασφαλισμένου σ' αυτή οχήματος, καθώς και το ύψος της πεζής, ώστε να καταστεί σαφές αν ο οδηγός είχε αντικειμενικά τη δυνατότητα να αντιληφθεί την παρουσία της στο σημείο και β) δεν αναφέρει αν η πεζή πριν ξεκινήσει να διασχίζει το οδόστρωμα είχε βεβαιωθεί ότι ο οδηγός του φορτηγού είχε αντιληφθεί την κίνησή της.
Και τούτο διότι οι αιτιάσεις αυτές απαραδέκτως προβάλλονται, εφόσον οι φερόμενες ως ελλείψεις και ασάφειες στην αιτιολογία της αποφάσεως ανάγονται σε επιχειρήματα της αναιρεσείουσας προς επιστήριξη της προβληθείσας από αυτήν εκδοχής περί των συνθηκών του ατυχήματος και της ανυπαρξίας οποιασδήποτε υπαιτιότητας του οδηγού του ασφαλισμένου σ' αυτήν οχήματος, που δεν έγινε δεκτή από το Εφετείο, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ως ορθό, με τις αιτιάσεις δε αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), καθ' όσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα.
Σε κάθε περίπτωση, οι ανωτέρω αιτιάσεις είναι κατ' ουσίαν αβάσιμες, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται, κατά την ανέλεγκτη κρίση της, ως προς μεν την ανωτέρω υπό στοιχείο α' αιτίαση, ότι ο οδηγός όφειλε να είχε αντιληφθεί την πορεία της πεζής από τη στιγμή που αυτή κατήλθε στο οδόστρωμα και διέσχισε το ρεύμα κυκλοφορίας του, έχοντας ήδη διανύσει πέντε τουλάχιστον μέτρα μπροστά και από δεξιά του, ως προς δε την υπό στοιχείο β' αιτίαση, ότι η πεζή πριν κατέλθει στο οδόστρωμα ήλεγξε και διαπίστωσε ότι τα οχήματα ήταν ακινητοποιημένα, διέσχισε δε όλο το ρεύμα κυκλοφορίας, και έφθασε σχεδόν μέχρι τη διπλή διαχωριστική, όταν ο οδηγός του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα οχήματος εκκίνησε αιφνίδια και απρόσεκτα, με επακόλουθο την, κατά τα άνω, παράσυρσή της.
Επίσης, δεν υπάρχει καμία αντίφαση μεταξύ της διαπίστωσης της προσβαλλόμενης ότι "ο όγκος και το ύψος του φορτηγού δυσκόλευε τον έλεγχο των ευρισκομένων ακριβώς μπροστά του", και της κρίσης της ότι ο οδηγός όφειλε να είχε αντιληφθεί την παρουσία της πεζής έμπροσθεν του οχήματός του, αφού η κρίση αυτή αιτιολογείται επαρκώς με την αποδοχή ότι ο οδηγός του ζημιογόνου οχήματος "όφειλε, αφενός να έχει αντιληφθεί την πεζή να διασχίζει μπροστά του το ρεύμα κυκλοφορίας του και μάλιστα από δεξιά του, έχοντας διανύσει ικανή απόσταση (ενόψει ότι το συνολικό πλάτος της οδού … είναι 10,60 μέτρα, δηλαδή η ενάγουσα είχε ήδη διανύσει τα 5 μέτρα τουλάχιστον) αφετέρου, πριν εκκινήσει, να βεβαιωθεί ότι μπορεί να συνεχίσει ακίνδυνα για καθένα που χρησιμοποιούσε την οδό".
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμος. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών, πλην της περιουσιακής κατάστασης της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, καθώς και το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου, με βάση το οποίο το δικαστήριο, ύστερα από σχετική ένσταση του υποχρέου, μπορεί, ανάλογα με την βαρύτητα που αποδίδει σ' αυτό, να επιδικάσει ή μη χρηματική ικανοποίηση ή να μειώσει το ποσό αυτής (ΑΠ 1590/2014, ΑΠ 58/2009, ΑΠ 1480/2004).
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ "η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του". Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι επιδικάζεται στον παθόντα την αναπηρία ή την παραμόρφωση ένα εύλογο χρηματικό ποσό, χωρίς σύνδεση με περιουσιακή ζημία, το ύψος δε του ποσού αυτού καθορίζεται με βάση ορισμένους προσδιοριστικούς παράγοντες, δηλαδή το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμορφώσεως, την ηλικία, το φύλο και τις κλίσεις του παθόντος, καθώς και με τη συνεκτίμηση του ποσοστού συνυπαιτιότητας του τελευταίου στην πρόκληση της αναπηρίας ή της παραμορφώσεως, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της κατά τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ αξίωσης για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης (ΑΠ 767/2015).
Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.
Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014).
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως, πρέπει να καθορίζεται ενάριθμα η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα, δηλαδή πού εντοπίζεται ακριβώς η παραβίαση κατά την ερμηνεία ή την εφαρμογή του συγκεκριμένου ουσιαστικού νόμου.
Αν το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 59/2020, ΑΠ 532/2017, ΑΠ 275/2017). Αντιφατικές δε αιτιολογίες, κατά την έννοια του λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στην θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως (ΑΠ 1051/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της, σχετικά με τα κεφάλαια που ενδιαφέρουν στην παρούσα αναιρετική δίκη, της επιδίκασης των κονδυλίων α) της δαπάνης τοποθέτησης τεχνητού μέλους και επί μία δεκαετία περιοδικής (ανά διετία) αντικατάστασης της εξωτερικής θήκης carbon και της εσωτερικής θήκης από εύκαμπτο υλικό, β) της δαπάνης για ανάγκη χρήσεως θεραπαινίδας επί μία δεκαετία και του προσδιορισμού των επιδικασθέντων στην ήδη αναιρεσίβλητη ποσών για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και για πρόσθετη χρηματική παροχή, κατ' άρθρ. 931 Α.Κ., δέχτηκε τα εξής: "Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι η ενάγουσα από τον χρόνο του τραυματισμού της και κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της στο νοσοκομείο αλλά και μετά την έξοδο της από αυτό, καθόσον παρέμεινε κλινήρης και ακίνητη στην οικία της και σε κατάσταση πλήρους ανικανότητας αυτοεξυπηρέτησης, είχε ανάγκη βοήθειας από θεραπαινίδα - νοσοκόμου - βοηθό.
Εξάλλου αυτή αδυνατούσε να στηρίξει τον κορμό της, είχε αστάθεια και έλλειψη ισορροπίας, και επί τρεις μήνες τουλάχιστον συνολικά, βρισκόταν σε αδυναμία να αυτοεξυπηρετηθεί στο δε νοσοκομείο δεν επαρκούσαν οι υπηρεσίες των νοσηλευτών του νοσοκομείου. Τις υπηρεσίες τέτοιας βοηθού - νοσοκόμου της πρόσφεραν η αδελφή της Β.
Τ. και η ανηψιά της Μ. Β.. Ειδικότερα οι εν λόγω οικείοι της παρείχαν τις υπηρεσίες τους επί 24ώρου βάσεως, χωρίς αντάλλαγμα, καθόσον φρόντιζαν για την σωματικής της υγιεινή, την σίτιση της καθώς και γενικά της παρείχαν κάθε δυνατή βοήθεια. Αν η ενάγουσα προσλάμβανε άλλο πρόσωπο για τις υπηρεσίες αυτές θα δαπανούσε, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, το ποσό των 43 ευρώ ανά 8ωρο ημέρας, ήτοι συνολικά το ποσό των 7.740 ευρώ (40 ευρώ Χ 90 ημέρες Χ 2 οκτάωρα την ημέρα).
Όμως, και πέραν του χρόνου (τριμήνου) αυτού και ενόψει ότι κατά τον χρόνο του ατυχήματος ήταν 59 ετών η ενάγουσα, και βάσει του προσδόκιμου ορίου ζωής συνυπολογιζομένης δε της κατάστασης της υγείας της, για τα επόμενα δέκα τουλάχιστον χρόνια θα χρειάζεται θεραπαινίδα - οικιακή βοηθό, καθόσον, λόγω του ακρωτηριασμού της, της μόνιμης αναπηρίας της, των διαταραχών της υγείας της και της εξ αυτών μερικής ανικανότητας της, θα αδυνατεί να επιμελείται του εαυτού της και των οικιακών εργασιών.
Κρίνεται, επομένως, απολύτως απαραίτητη η πρόσληψη τέτοιας (θεραπαινίδας - βοηθού).
Συνεπώς η ενάγουσα για δέκα χρόνια (από την επομένη της παρόδου του ως άνω τριμήνου), θα υποχρεωθεί να καταβάλει, με βάση τις κρατούσες στην αγορά εργασίας αμοιβές, το ποσό των 500 ευρώ μηνιαίως επί 12 μήνες και συνολικά το ποσό των 60.000 ευρώ (500 ευρώ Χ 12 μήνες Χ 10 έτη). Επομένως, το σχετικό κονδύλιο της αγωγής για την ως άνω αιτία είναι εν μέρει βάσιμο και αφορά στο παραπάνω διάστημα, απορριπτόμενου ως αβασίμου για το υπόλοιπο διάστημα, όπως ορθά κρίθηκε και από την εκκαλουμένη.............
Περαιτέρω, μετά από συστάσεις των γιατρών η ενάγουσα πρέπει να προμηθευτεί τεχνητό μέλος, για το οποίο μετά από έρευνα της αγοράς στην οποία αυτή προέβη, το συμφερότερο είναι αυτό της εταιρείας με την επωνυμία "Α. Χ. - Μ. Γ. Ο.Ε." (βλ. από 6-5-2015 βεβαίωση της εν λόγω εταιρείας, το κόστος για το οποίο ανέρχεται στο ποσό των 14.000 ευρώ για την μηριαία πρόθεση, επί πλέον δε το ποσό των 28.000 ευρώ για αντικαταστάσεις εξωτερικής θήκης carbon και εσωτερικής από εύκαμπτο μαλακό υλικό ανά διετία και επί 10 έτη (2.800 κάθε αντικατάσταση Χ 2 Χ 5 χρόνια), το ίδιο δε ποσό των 28.000 ευρώ θα δαπανήσει αυτή αναγκαίως και για μηριαία πρόθεση θαλάσσης, αντικατάσταση εξωτερικής και εσωτερική θήκης, και ασφάλειας εγκλωβισμού τα επόμενα 10 έτη. ...............
Εξαιτίας, όμως, του παραπάνω ατυχήματος κατέστη μόνιμα ανάπηρη, αφού έχει υποστεί παραμορφώσεις στο σώμα της με τον ακρωτηριασμό του αριστερού της ποδιού, εμφανίζει πλήρη αδυναμία ισορροπίας και στήριξης του κορμού της σε όρθια θέση και αδυναμία βάδισης χωρίς υποβοήθηση. Συνεπεία της ως άνω περιγραφείσας μόνιμης αναπηρίας της επηρεάζεται δυσμενώς στη μελλοντική, οικονομική της εξέλιξη, καθόσον, εξ αιτίας της έλλειψης κινητικής αυτονομίας και της πλήρους αδυναμίας βάδισης, είναι αδύνατη και η εκτέλεση από αυτήν εργασιών και γενικά η ενασχόληση της με δραστηριότητες που απαιτούν καταβολή οιασδήποτε σωματικής δύναμης ενώ η κατάσταση της αυτή έχει δυσμενείς συνέπειες στις κοινωνικές και οικογενειακές συναναστροφές της, επίσης στην κοινωνική της ένταξη και ζωή και γενικά στη συμμετοχή της σε κάθε μορφή κοινωνικής και οικονομικής ζωής.
Για την αντιμετώπιση των δυσμενών αυτών επιπτώσεων στην κοινωνική, επαγγελματική και οικονομική της κατάσταση και εξέλιξη πρέπει να της επιδικαστεί ως πρόσθετη χρηματική παροχή, κατ' αρθ. 931 ΑΚ, το ποσό των 80.000 ευρώ........ Εξάλλου, εκτός από την ανωτέρω αποζημίωση εκ του άρθρου 931 ΑΚ πρέπει να επιδικαστεί στην ενάγουσα, ως χρηματική της ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από το ένδικο ατύχημα, το ποσό των 70.000 ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο και δίκαιο, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών κάτω από τις οποίες συνέβη το ένδικο ατύχημα, της αποκλειστικής υπαιτιότητας οδηγού του ζημιογόνου οχήματος, του είδους και της φύσης του τραυματισμού της ενάγουσας, της σοβαρότητας της σωματικής της βλάβης (ακρωτηριασμός ποδιού), της κοινωνικής θέσης και οικονομικής κατάστασης της (η ευθύνη της εναγόμενης ασφαλιστικής είναι εγγυητική)".
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι διαλαμβάνει αντιφατικές αιτιολογίες: α) ως προς την επιδίκαση υπέρ της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, τόσο της δαπάνης τοποθέτησης τεχνητού μέλους και της επί μία δεκαετία περιοδικής (ανά διετία) αντικατάστασης της εξωτερικής θήκης carbon και της εσωτερικής θήκης από εύκαμπτο υλικό, όσο και της δαπάνης για ανάγκη χρήσεως θεραπαινίδας επί μία δεκαετία.
Η αιτίαση αυτή είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, αφού η τοποθέτηση και χρήση του πρόσθετου τεχνητού μέλους, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, δεν καθιστά την ακρωτηριασθείσα αναιρεσίβλητη πλήρως ικανή να ανταποκρίνεται σε όλες τις ανάγκες της, και, συνεπώς, δεν αντιφάσκει με την αποδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι η τελευταία, εξ αιτίας του ακρωτηριασμού της και της εκ του λόγου τούτου μόνιμης αναπηρίας της και των διαταραχών της υγείας της, συνυπολογιζόμενης της ηλικίας της (59 ετών κατά το χρόνο του ατυχήματος), θα είναι μερικά ανίκανη να επιμελείται του εαυτού της και των οικιακών εργασιών και θα έχει ανάγκη, επί μία δεκαετία τουλάχιστον, θεραπαινίδας- οικιακής βοηθού β) ως προς τον προσδιορισμό του ποσού της πρόσθετης χρηματικής παροχής, κατ' άρθρ. 931 Α.Κ., με την αποδοχή ότι, παρότι το ακρωτηριασθέν κάτω άκρο της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης θα αναπληρωθεί με τη χρήση πρόσθετου τεχνητού μέλους, θα έχει αυτή αδυναμία βαδίσεως και ορθοστασίας.
Η αιτίαση αυτή είναι επίσης απορριπτέα ως αβάσιμη, ενόψει του ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση της, δέχτηκε ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, λόγω του τραυματισμού της "κατέστη μόνιμα ανάπηρη, αφού έχει υποστεί παραμορφώσεις στο σώμα της με τον ακρωτηριασμό του αριστερού της ποδιού, εμφανίζει πλήρη αδυναμία ισορροπίας και στήριξης του κορμού της σε όρθια θέση και αδυναμία βάδισης χωρίς υποβοήθηση", συνέπειες οι οποίες, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, δεν έρχονται σε αντίφαση και δεν ανατρέπονται με την τοποθέτηση του τεχνητού μέλους.
Όμως, η προσβαλλόμενη απόφαση, για τον καθορισμό της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και της πρόσθετης χρηματικής παροχής, κατ' άρθρ. 931 ΑΚ, που επεδίκασε στην αναιρεσίβλητη, δεν έλαβε υπόψη της, μεταξύ των εκτιμηθέντων πραγματικών περιστατικών, και τη συνυπαιτιότητα αυτής, παρότι την είχε κρίνει συνυπαίτια στην επέλευση του ατυχήματος κατά ποσοστό 20%.
Επομένως, το Εφετείο παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 300, 931 και 932 του ΑΚ και ιδρύεται έτσι, αληθώς ο από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως, και όχι ο από τον αρ. 19 του ίδιου άρθρου λόγος αναιρέσεως που επικαλείται η αναιρεσείουσα. Ενόψει τούτων, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το αντίστοιχο σκέλος του, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες ως προς τον καθορισμό της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και της πρόσθετης χρηματικής παροχής, κατ' άρθρ. 931 ΑΚ, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 5 του ν.δ. 4104/1965, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 παρ. 1 του ν. 4476/1965, σε συνδυασμό με το άρθρο 18 του ν. 1654/1986, προκύπτει ότι, σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή τις υγείας προσώπου ασφαλισμένου στο ΙΚΑ, η απορρέουσα από το άρθρο 929 ΑΚ αξίωση αποζημιώσεως του ασφαλισμένου κατά του υπόχρεου, μεταβιβάζεται στο ΙΚΑ από την ημέρα που γεννήθηκε η σχετική αξίωση.
Για να λειτουργήσει το σύστημα της αυτοδίκαιης μεταβίβασης στο ΙΚΑ της αξιώσεως αποζημιώσεως του παθόντος κατά του ζημιώσαντος τρίτου, πρέπει να συντρέχει ποιοτική και ποσοτική αντιστοιχία μεταξύ των παροχών του ΙΚΑ προς τον ασφαλισμένο, και των αξιώσεων αποζημιώσεως του παθόντος κατά του υποχρέου τρίτου.
Η αντιστοιχία αυτή συντρέχει, όταν αμφότερες οι παροχές είναι ομοειδείς και υπηρετούν τον ίδιο σκοπό. Τούτο συμβαίνει όταν οι παροχές αυτές τελούν μεταξύ τους, υπό χρονική και ποιοτική άποψη, σε μία εσωτερική συνάφεια. Εφόσον συντρέξουν οι προϋποθέσεις αυτές, επέρχεται η μεταβίβαση της απαιτήσεως στο ΙΚΑ.
Εν προκειμένω δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 930 παρ. 3 ΑΚ, στην οποία στηρίζεται η σωρευτική απόληψη της συντάξεως και της αποζημιώσεως κατά το άρθρο 928 ΑΚ, που ισχύει για τους λοιπούς, πλην του ΙΚΑ, ασφαλιστικούς οργανισμούς. Σκοπός της παραπάνω νομοθετικής ρυθμίσεως είναι κυρίως η παρεμπόδιση μιας διπλής, ουσιαστικά, αποζημιώσεως του θύματος της αδικοπραξίας ή, σε περίπτωση θανάτου του, των δικαιούχων διατροφής.
Εφόσον, συνεπώς, συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των παραπάνω νόμων, περιορίζεται αντίστοιχα η εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 930 παρ. 3 ΑΚ αναφορικά με το δικαίωμα του ζημιωθέντος να απαιτήσει, αθροιστικά, την αποζημίωση από τον υπόχρεο και την ασφαλιστική παροχή από το ΙΚΑ (ΑΠ 803/2004). Εξ άλλου, με τις παραγράφους 1 και 3 του άρθρου 42 του ν. 1140/1981 ορίσθηκαν τα εξής: "Ησφαλισμένοι φορέων Κοινωνικής Ασφαλίσεως...
πάσχοντες εκ τετραπληγίας ως και παραπληγίας, κρινόμενοι από Ειδικήν Επιτροπήν ως ανίκανοι προς πάσαν βιοποριοτικήν εργασίαν, δικαιούνται μηνιαίου εξωϊδρυματικού επιδόματος... 3. Το ποσόν της καταβαλλομένης συντάξεως λόγω αναπηρίας εις συνταξιούχους Ασφαλιστικών φορέων αρμοδιότητος Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών, προσαυξάνεται κατά ποσοστά 50% εφόσον ο ανάπηρος ευρίσκεται διαρκώς εις κατάστασιν απαιτούσαν συνεχή επίβλεψη, περιποίησιν και συμπαράστασιν ετέρου προσώπου [απόλυτος αναπηρία]".
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι μεταξύ των χρηματικών παροχών που καταβάλλει το ΙΚΑ στον παθόντα ασφαλισμένο του, περιλαμβάνεται και το παραπληγικό επίδομα που προβλέπεται από το άρθρο 42 παρ. 1 ν. 1140/1981. Το ΙΚΑ όμως, εκ μόνου του λόγου ότι καταβάλλει το ως άνω επίδομα, δεν σημαίνει αναγκαίως ότι υποκαθίσταται αυτοδικαίως σε κάθε σχετική ισόποση αξίωση του παθόντος κατά του υπόχρεου.
Για την υποκατάσταση αυτή προϋποτίθεται ότι ο παθών ασφαλισμένος έχει στη συγκεκριμένη περίπτωση σχετική αξίωση αποζημιώσεως κατά του υπόχρεου. Τέτοια δε αξίωση κατά του υπόχρεου έχει ο παθών, επειδή, λόγω της ειδικής καταστάσεως στην οποία περιέρχεται, έχει ανάγκη πρόσθετης υποστήριξης από άλλο πρόσωπο και, κατ' ακολουθίαν, υποβάλλεται σε επί πλέον έξοδα, εξ αιτίας της αυξήσεως των δαπανών του, κατ' άρθρ. 929 ΑΚ (ΑΠ 123/2010).
Για την κάλυψη αυτής της ανάγκης παρέχεται από το ΙΚΑ το ως άνω παραπληγικό επίδομα, το οποίο τελεί σε σχέση αντιστοιχίας, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, με τη δαπάνη για την αμοιβή προσώπου, απασχολούμενου με την επίβλεψη, περιποίηση και συμπαράσταση του παθόντος (ΑΠ 676/2017, ΑΠ 1573/2017, ΑΠ 560/2013). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως πράγματα κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, ή αντένστασης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου ή τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου εφέσεως, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 34/2016).
Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμον στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση. Εξ άλλου, για τη νομιμοποίηση προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης αρκεί καταρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης ουσιαστικής έννομης σχέσης, ότι δηλαδή ο ίδιος είναι φορέας του ασκούμενου επίδικου δικαιώματος και ο εναγόμενος της αντίστοιχης υποχρέωσης.
Για τον έλεγχο της νομιμοποίησης το δικαστήριο οφείλει να αρκεσθεί στους εμπεριεχόμενους στο εισαγωγικό δικόγραφο ισχυρισμούς. Αρκεί μόνον ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός είναι ο φορέας του δικαιώματος και ο εναγόμενος ο φορέας της αντίστοιχης υποχρεώσεως ή ότι αυτοί είναι τα υποκείμενα της έννομης σχέσης, που φέρεται προς κρίση.
Αν οι αγωγικοί ισχυρισμοί δεν αιτιολογούν ένα τέτοιο σύνδεσμο ενάγοντος και εναγομένου, η αγωγή θα είναι ανομιμοποίητη και θα απορριφθεί ως απαράδεκτη. Ο ισχυρισμός δε περί ελλείψεως νομιμοποιήσεως χαρακτηρίζεται ως δικονομικός και δη ως μη αυτοτελής ισχυρισμός. Αν οι αγωγικοί ισχυρισμοί αιτιολογούν μεν τον ως άνω σύνδεσμό αλλά αποδεικνύεται η αναλήθεια των ισχυρισμών αυτών, τότε η αγωγή θα απορριφθεί όχι για έλλειψη νομιμοποίησης, αλλά ως αβάσιμη για ανυπαρξία του επίδικου δικαιώματος ή της επίδικης υποχρεώσεως.
Στην περίπτωση αυτή η από μέρους του εναγομένου προβαλλόμενη έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης δεν συνιστά ένσταση, αλλά άρνηση της βάσης της αγωγής και ως εκ τούτου δεν αποτελεί "πράγμα", που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ. (Ολομ.
ΑΠ 18/2005). Ποια πρόσωπα είναι οι κατά κανόνα φορείς συγκεκριμένων δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων ορίζεται από το ουσιαστικό δίκαιο που επιτρέπει την άσκηση της αγωγής. Ο αναιρετικός έλεγχος της κατά κανόνα νομιμοποιήσεως, γίνεται με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι κατά τον ΚΠολΔ η νομιμοποίηση των διαδίκων νοείται ως η εξουσία διεξαγωγής συγκεκριμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση.
Επειδή λοιπόν το ουσιαστικό δίκαιο καθορίζει το αντικείμενο της έννομης σχέσης αλλά και τους φορείς, η τυχόν εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το ζήτημα της νομιμοποίησης κάποιου διαδίκου σημαίνει ότι το σφάλμα αυτό οφείλεται σε παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 553/2020, ΑΠ 656/2019, ΑΠ 587/2015, ΑΠ 585/2014).
Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα από την εναγομένη - ήδη αναιρεσείουσα ισχυρισμό, τον οποίον επανέφερε και με λόγο εφέσεως, ότι η ενάγουσα - παθούσα, ήδη αναιρεσίβλητη, η οποία, σύμφωνα με τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, τραυματίσθηκε κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα, δεν νομιμοποιείται ενεργητικά να ζητήσει αποζημίωση α) για το ποσό κατά το οποίο θα επιδοτηθεί από τον ασφαλιστικό της φορέα (ΙΚΑ) για την αγορά του τεχνητού μέλους και τη δαπάνη περιοδικής αντικαταστάσεως τμημάτων αυτού επί μία δεκαετία και β) για την αμοιβή βοηθού - περιποιητή, ένεκα αδυναμίας της να αυτοεξυπηρετείται, αιτία για την οποία λαμβάνει ήδη παραπληγικό επίδομα από το ΙΚΑ, καθόσον στις αξιώσεις αυτές ο ως άνω ασφαλιστικός της φορέας έχει υποκατασταθεί εκ του νόμου έναντι του υπόχρεου προς αποζημίωση.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, επιχειρούμενος να θεμελιωθεί στη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, ο ισχυρισμός ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης δεν συνιστά ένσταση, αλλά άρνηση της βάσης της αγωγής, και ως εκ τούτου δεν αποτελεί "πράγμα", που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ.
Κατ' ορθή όμως υπαγωγή, εμπίπτει στην από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου πλημμέλεια, καθόσον το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε ευθέως την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 10 παρ. 5 του ν.δ. 4104/1960, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 18 παρ. 1 του ν. 4476/1965 κα ισχύει από 24.11.1986, μετά την προστεθείσα διάταξη με το άρθρο 18 του ν. 1654/1986.
Ειδικότερα, από την, παραδεκτώς κατ' αρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου δικογράφου των προτάσεων της εναγομένης -ήδη αναιρεσείουσας, των πρακτικών συνεδριάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και του δικογράφου της εφέσεως αυτής, προκύπτει ότι η εναγομένη, ήδη αναιρεσείουσα, πρότεινε παραδεκτά και νόμιμα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου τον ισχυρισμό αυτό, για το λόγο δε αυτό εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 699/2016 μη οριστική απόφαση αυτού, που ανέβαλε τη συζήτηση, προκειμένου να προσκομίσει η ενάγουσα βεβαίωση του ΙΚΑ, από την οποία να προκύπτει το ποσό των ασφαλιστικών παροχών που εισέπραξε ή δικαιούται να εισπράξει από τον ως άνω ασφαλιστικό της φορέα και αφορούν στο ένδικο ατύχημα, το είδος αυτών και η χρονική διάρκειά τους.
Η εκδοθείσα μεταγενέστερα υπ' αριθμ. 1111/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, επεδίκασε υπέρ της ενάγουσας το σύνολο των κονδυλίων για την αγορά του τεχνητού μέλους και τη δαπάνη περιοδικής αντικαταστάσεως τμημάτων αυτού, καθώς και για την αμοιβή βοηθού- περιποιητή επί μία δεκαετία, χωρίς να λάβει υπόψη του τον ως άνω ισχυρισμό της εναγομένης- ήδη αναιρεσείουσας.
Η τελευταία, επανέφερε τον ισχυρισμό της αυτό ενώπιον του εκδόσαντος την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση Εφετείου με λόγο εφέσεως, η ενάγουσα δε- ήδη αναιρεσίβλητη, με τις ενώπιον του Εφετείου έγγραφες προτάσεις της, συνομολόγησε ότι α) μετά το ατύχημα, με απόφαση του Διευθυντή του τοπικού υποκαταστήματος ΙΚΑ …, της χορηγήθηκε εξωϊδρυματικό επίδομα τετραπληγικών ή παραπληγικών, για το χρονικό διάστημα από 14-4-2015 μέχρι 31-3-2020, ύψους 335.70 ευρώ μηνιαίως και β) ότι βάσει του ισχύοντος Ενιαίου Κανονισμού Παροχών Υγείας του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., το σύνολο της επιδότησης που δικαιούται να λάβει για μηριαία πρόθεση, για δέκα έτη, ανέρχεται στο ποσό των 11.220 ευρώ.
Πλην όμως, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο επεδίκασε υπέρ της ενάγουσας α) το σύνολο του κονδυλίου για την αγορά του τεχνητού μέλους και τη δαπάνη περιοδικής αντικατάστασης τμημάτων αυτού, χωρίς να αφαιρέσει το ποσό που θα καταβληθεί σ' αυτήν από τον ως άνω ασφαλιστικό της φορέα, στο οποίον μεταβιβάζεται αυτοδικαίως η σχετική της αξίωση, μέχρι το ποσό τούτο, και β) το σύνολο του κονδυλίου για αμοιβή βοηθού- περιποιητή, ύψους 500 ευρώ μηνιαίως και επί μία δεκαετία, χωρίς να αφαιρέσει το εξωϊδρυματικό επίδομα τετραπληγικών ή παραπληγικών, που της χορηγήθηκε για το χρονικό διάστημα από 14-4-2015 μέχρι 31-3-2020, ύψους 335.70 ευρώ μηνιαίως, το οποίο τελεί σε σχέση αντιστοιχίας, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, με τη δαπάνη για την αμοιβή προσώπου, απασχολούμενου με την επίβλεψη, περιποίηση και συμπαράσταση του παθόντος.
Κατ' αυτό τον τρόπο όμως, υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθόσον παραβίασε ευθέως την προβλέπουσα την αυτοδίκαιη μεταβίβαση των εν λόγω αξιώσεων στο ΙΚΑ ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 10 παρ. 5 του ν.δ. 4104/1960, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 18 παρ. 1 του ν. 4476/1965 κα ισχύει από 24.11.1986, μετά την προστεθείσα διάταξη με το άρθρο 18 του ν. 1654/1986, αφού δεν εφάρμοσε αυτήν, παρότι συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή της.
Ενόψει τούτων, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η ως άνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται αναιρετικά με τον λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το Δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του Δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή της ενστάσεως.
Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών, χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με λόγο από τον αριθ. 8 ή αναλόγως 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 192/2016).
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν, παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη.
Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 120/2015, ΑΠ 529/2015, ΑΠ 480/2010). Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της αποφάσεως, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων) και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα είχε προταθεί νομίμως. Αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναιρέσεως πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο εκείνος στηρίζεται, είχε προταθεί από τον ίδιο στο Εφετείο με λόγο εφέσεώς του, ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 259/2017, ΑΠ 168/2015).
Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναιρέσεως δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 65/2017, ΑΠ 73/2016, ΑΠ 825/2015, ΑΠ 168/2015).
Το κατ' άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 259/2017, ΑΠ 142/2013) και, συνακόλουθα, και σε εκείνο του αριθμού 14 του εν λόγω άρθρου (ΑΠ 14/2017, ΑΠ 538/2009). Περαιτέρω, αναγκαίο στοιχείο της αγωγής, για να είναι αυτή ορισμένη, αποτελεί, κατά το άρθρο 216 § 1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, η πληρότητα της ιστορικής βάσης της, δηλαδή η σαφής έκθεση στο αγωγικό δικόγραφο όλων των γεγονότων, είτε του εξωτερικού είτε του εσωτερικού κόσμου, τα οποία, σύμφωνα με τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, θεμελιώνουν τη ζητούμενη έννομη συνέπεια (ΑΠ 143/2018, ΑΠ 192/2016).
Εξ άλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 929 και 298 ΑΚ, συνάγεται ότι αυτός που έπαθε βλάβη στο σώμα ή την υγεία του δικαιούται να αξιώσει και την μελλοντική αποθετική ζημία του (διαφυγόν κέρδος), γιατί λόγω της μειωμένης ικανότητας προς εργασία από βλάβη του σώματος ή της υγείας χάνει τα εισοδήματα από την εργασία, την οποία, έχοντας πλήρη ικανότητα κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα ασκούσε στο μέλλον.
Η μελλοντική όμως περιουσιακή ζημία την οποία υφίσταται ο παθών δεν είναι μόνον αποθετική ή διαφυγόν κέρδος, αλλά μπορεί να είναι και μελλοντική θετική ζημία (ΑΠ 1572/2018, ΑΠ 1935/2013, ΑΠ 1379/2010). Για την επιδίκασή της δεν απαιτείται βεβαιότητα, αλλά αρκεί πιθανότητα, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, πράγμα που πρέπει να προκύπτει από τις ιδιαίτερες περιστάσεις, ιδίως δε από τα μέτρα που λήφθηκαν προς τούτο (ΑΠ 940/2010, ΑΠ 377/2009, ΑΠ 611/2008).
Επί αξιώσεως εκείνου που έπαθε βλάβη στο σώμα ή την υγεία του για μελλοντική θετική ή αποθετική ζημία (διαφυγόν κέρδος), κατά τα άρθρα 929 και 298 ΑΚ, πρέπει ο ζημιωθείς να εκθέτει στην αγωγή του συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, τα οποία πιθανολογούν τη μελλοντική ζημία του και θα καταστήσουν δυνατή στο δικαστή της ουσίας την εκτίμηση της πιθανότητας επελεύσεως της ζημίας.
Εφόσον αυτό συμβαίνει, τότε η αγωγή είναι ορισμένη και νόμιμη. Για να επιδικασθεί όμως αποζημίωση για τη μελλοντική ζημία θα πρέπει να είναι δυνατός ο προσδιορισμός αυτής κατά το χρόνο της αποφάσεως. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 930 Α.Κ., η αποζημίωση των άρθρων 928 και 929 ΑΚ, που αναφέρεται στο μέλλον, καταβάλλεται σε χρηματικές δόσεις κατά μήνα.
Όταν υπάρχει σπουδαίος λόγος, η αποζημίωση μπορεί να επιδικασθεί σε κεφάλαιο εφάπαξ. Από την διάταξη αυτή συνάγεται, ότι η αποζημίωση των άρθρων 928, 929 ΑΚ, η οποία αναφέρεται στο μέλλον, ήτοι η αποζημίωση για στέρηση διατροφής ή υπηρεσιών, και αυτή για απώλεια εισοδήματος ή στέρηση υπηρεσιών, σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου ή βλάβης της υγείας ή του σώματος προσώπου, καταβάλλεται κατά κανόνα σε χρηματικές δόσεις κατά μήνα.
Κατ' εξαίρεση, μπορεί να επιδικασθεί σε κεφάλαιο εφάπαξ, αν το ζητήσει ο δικαιούχος και συντρέχει σπουδαίος λόγος προς τούτο, τα περιστατικά του οποίου πρέπει αυτός να επικαλεσθεί με την αγωγή του. Σπουδαίος λόγος δε θεωρείται ότι υπάρχει, όταν η εφάπαξ καταβολή της αποζημιώσεως μπορεί να εξυπηρετήσει καλύτερα τα συμφέροντα του δικαιούχου αυτής, όπως λόγου χάριν επείγουσα ανάγκη αξιοποίησης του κεφαλαίου της αποζημιώσεως, οικονομική δυσπραγία ενόψει των αυξημένων εξόδων για την αντιμετώπιση της κατάστασης της υγείας του κ.λπ. (ΑΠ 206/2020, ΑΠ 1060/2015, ΑΠ 2017/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. αναιρετική πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο επεδίκασε στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη σε κεφάλαιο εφάπαξ 1) το κονδύλιο για μελλοντικές δαπάνες απασχόλησης θεραπαινίδας για μία δεκαετία και 2) το κονδύλιο για μελλοντικές δαπάνες αντικαταστάσεως μηριαίας πρόθεσης τεχνητού μέλους, παρότι στο δικόγραφο της αγωγής δεν γινόταν επίκληση σπουδαίου λόγου που να δικαιολογεί την εφάπαξ καταβολή των ως άνω μελλοντικών δαπανών.
Ο λόγος όμως αυτός, εκ του αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι προεχόντως απαράδεκτος, καθόσον η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται ότι είχε προτείνει την αοριστία των ανωτέρω κονδυλίων με λόγο εφέσεως στο Εφετείο, ούτε άλλωστε προκύπτει, από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεώς της, ότι είχε διατυπώσει σχετικό παράπονο, σε κάθε δε περίπτωση, οι ως άνω αιτιάσεις είναι απορριπτέες ως αβάσιμες.
Και τούτο διότι, από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) του δικογράφου της από 4-6-2015 αγωγής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης προκύπτει ότι, αναφορικά με την ανωτέρω υπό τον αριθμό 1 αιτίαση, που αφορά στο αγωγικό κονδύλιο για μελλοντικές δαπάνες απασχόλησης θεραπαινίδας για μία δεκαετία, αναφέρει επί λέξει (τέλος 14ης και αρχή 15ης σελίδας) τα εξής: "...πρέπει να μου επιδικαστεί σε εφάπαξ κεφάλαιο, βάσει του άρθρου 930 παρ. 1 του ΑΚ, δεδομένου ότι λόγω της αναπηρίας μου και των ειδικών θεραπειών αποκατάστασης στις οποίες πρέπει να υποβληθώ αντιμετωπίζω αυξημένα έξοδα.
Ειδικότερα η είσπραξη του ανωτέρω ποσού εφάπαξ θα μου επιτρέψει να καλύψω άμεσα τα αναγκαία έξοδα για την ιατροφαρμακευτική μου περίθαλψη, καθώς και να καλύψω το υψηλό κόστος της νοσηλείας μου σε ειδικά κέντρα αποθεραπείας και αποκατάστασης".
Συνεπώς, η ενάγουσα είχε επικαλεσθεί με την αγωγή της σπουδαίο λόγο καταβολής της μελλοντικής αυτής δαπάνης σε κεφάλαιο εφάπαξ. Όσον αφορά δε την υπό τον αριθμό 2 αιτίαση, το κονδύλιο για μελλοντικές δαπάνες αντικαταστάσεως μηριαίας πρόθεσης τεχνητού μέλους αποτελεί μελλοντική θετική ζημία, μη δυνάμενη να καταβληθεί σε χρηματικές δόσεις κατά μήνα, ώστε να απαιτείται, για την καταβολή της σε κεφάλαιο εφάπαξ, η επίκληση σπουδαίου λόγου. Για το ορισμένο αυτής απαιτείται και αρκεί να εκτίθενται στην αγωγή συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, τα οποία πιθανολογούν τη μελλοντική ζημία και το ύψος αυτής, και, επιπλέον, να είναι δυνατός ο προσδιορισμός αυτής κατά το χρόνο της αποφάσεως.
Συνεπώς, ο με το παραπάνω περιεχόμενο, από το άρθρο 559 αρίθμ. 14 Κ.Πολ.Δ., τρίτος λόγος της αναιρέσεως, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως της 90/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, να γίνει δεκτή, κατά παραδοχή, ως βάσιμων, του πρώτου λόγου, κατά το δεύτερο σκέλος του, και του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, και να αναιρεθεί η παραπάνω απόφαση μόνον ως προς τα αγωγικά κονδύλια της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, της πρόσθετης αποζημιώσεως εκ του άρθρου 931 ΑΚ, της αποζημιώσεως για τη δαπάνη αγοράς τεχνητού μέλους και περιοδικής αντικαταστάσεως τμημάτων αυτού επί μία δεκαετία, και της αποζημιώσεως για την επί δεκαετία δαπάνη απασχόλησης θεραπαινίδας. Ακολούθως πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο τμήμα, στο ίδιο Δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο Δικαστή εκτός από εκείνον, που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα, που το έχει καταθέσει (άρθρο 580 παρ. 4 εδ. ε' ΚΠολΔ). Τέλος, η αναιρεσίβλητη, που νικήθηκε στη δίκη, πρέπει να καταδικασθεί στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε και προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 90/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό τμήμα.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο τμήμα για περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών, που θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή, εκτός αυτού, που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα, που το κατέβαλε. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Νοεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2021.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ