Legislator Case Law & Legislation
1549/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on res judicata grounds regarding a previously settled partnership contribution dispute.

Case Number 1549/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of Athens' final judgment. The lower court had previously ruled that a partnership existed and the appellant owed a specific contribution amount to the respondent. The court held that these facts constituted res judicata, preventing the appellant from relitigating the same legal relationship and rights in the new appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 321, 322, 324 of the Code of Civil Procedure; A final judgment establishing a legal relationship and a specific right constitutes res judicata, prohibiting the parties from challenging those facts or rights in a subsequent proceeding between the same parties.

Keywords

AI generated
res judicata final judgment partnership law contribution obligation civil procedure appeal dismissal legal relationship

Cited Legislation

AI generated
Articles 321, 322, 324 of the Code of Civil Procedure
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564 of the Code of Civil Procedure
Article 566 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1549 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1549/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού - Εισηγήτρια, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Μαρτίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Σ. Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Γρηγοριάδη και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου Κ. Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Γιαννούλη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/11/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3023/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2287/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17/7/2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 17-7-2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 2287/2017 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία και απέρριψε την από 15-9-2010 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 3023/2010 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κατά του αναιρεσίβλητου.

Με την απόφαση αυτή είχε γίνει εν μέρει δεκτή η ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών από 12-11-2008 αγωγή του αναιρεσίβλητου κατά της αναιρεσείουσας και του είχε επιδικασθεί το ποσό των 21.800,00 € με το νόμιμο τόκο, που αφορούσε τη συνεισφορά του σε αφανή εταιρεία, που είχε συσταθεί μεταξύ τους με εμφανή εταίρο την αναιρεσείουσα, μετά την καταγγελία της εκ μέρους του.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της. Από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο, που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί.

Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της αποφάσεως του το δεδικασμένο που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο.

Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε, αν η απόφαση έκρινε οριστικά για έννομη σχέση που προεβλήθη με αγωγή, ανταγωγή, κυρία παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού, έννομη δε σχέση, κατά την έννοια των άνω διατάξεων, είναι το σύνολο των εννόμων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσιδίκως, όχι δε και τα γενεσιουργά ή αποσβεστικά των τελεσιδίκως κριθέντων εννόμων συνεπειών περιστατικά (Ολ.

ΑΠ 959/1985). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 16 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Με το λόγο αυτό ο Άρειος Πάγος ελέγχει "την παράβαση νόμου", δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων σε σχέση με όσα γίνονται ανελέγκτως δεκτά, ήτοι αν αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και σε καταφατική περίπτωση, αν αυτά έχουν την έκταση και τα αποτελέσματα που τους προσέδωσε η απόφαση, ενώ διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα, η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων.

Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται μόνον επί διαδικαστικών εγγράφων, προς διακρίβωση της βασιμότητος ή μη του λόγου, ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου των, ενώ επισκοπείται και η απόφαση από όπου απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχεται με βάση αυτή η σχετική παραδοχή του δικαστηρίου (ΑΠ 667/2017, ΑΠ 1831/2012, ΑΠ 1471/2012, ΑΠ 249/2011).

Τέλος, κατά το άρθρο 514 ΚΠολΔ, δεύτερη έφεση από τον ίδιο διάδικο και κατά της ίδιας απόφασης ως προς το ίδιο ή άλλο κεφάλαιο δεν επιτρέπεται. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το κώλυμα της άσκησης έφεσης μόνο μια φορά αναφέρεται μόνο στο διάδικο που άσκησε ήδη το ένδικο αυτό μέσο και όχι σε άλλο και συνεπώς η απαγόρευση αυτή δεν ισχύει όταν η έφεση ασκείται από άλλο εκκαλούντα ή εναντίον άλλου εφεσίβλητου.

Στην περίπτωση, όμως, που ασκηθούν εφέσεις και από τους δύο διαδίκους κατά της ίδιας απόφασης, αν δεν γίνει συνεκδίκαση αυτών, οπότε εκδίδεται κοινή απόφαση, αλλά προσδιοριστούν σε άλλη, καθεμιά, δικάσιμο και εκδοθεί απόφαση με βάση τη μία έφεση για την ουσία της υπόθεσης, η τελευταία αποτελεί πλέον δεδικασμένο, η δε μετά την έκδοσή της εισαγωγή προς συζήτηση της δεύτερης έφεσης του άλλου διαδίκου, είναι απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου, υπό την προϋπόθεση ότι το με τη δεύτερη έφεση καταγόμενο στο εφετείο προς κρίση ζήτημα εξετάσθηκε και κρίθηκε απ` αυτό (Εφετείο), βάσει της πρώτης έφεσης (ΑΠ 1843/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: " Ο εφεσίβλητος-ενάγων άσκησε κατά της εκκαλούσας-εναγομένης την από 12 Νοεμβρίου 2008 αγωγή του, με την οποία ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 32.500 ευρώ, που αφορούσε στη συνεισφορά του στην αφανή εταιρεία που είχαν συστήσει και η οποία καταγγέλθηκε από αυτόν.

Η αγωγή συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων και εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, με την οποία κρίθηκε, ότι πράγματι μεταξύ των διαδίκων είχε συσταθεί αφανής εταιρεία, ότι ο ενάγων είχε καταβάλει ως συνεισφορά το ποσό των 24.300 ευρώ, ότι ο ενάγων προέβη σε καταγγελία της άνω εταιρείας και ότι μετά από την καταβολή σε αυτόν από την εναγομένη του ποσού των 2.500 ευρώ, αυτή όφειλε να του καταβάλει το υπόλοιπο της συνεισφοράς του, ύψους 21.800 ευρώ.

Αφού δέχτηκε αυτά το δικαστήριο, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 21.800 ευρώ, νομιμοτόκως από 16 Σεπτεμβρίου 2007. Ο ενάγων άσκησε την από 14 Σεπτεμβρίου 2010 έφεσή του, κατά της ως άνω 3023/2010 αποφάσεως (εκκαλουμένης), κατά τη συζήτηση της οποίας η νυν εκκαλούσα και εκεί εφεσίβλητη δεν παραστάθηκε.

Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η 6953/2013 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου, με την οποία η έφεση του ενάγοντος έγινε τυπικά δεκτή και αφού το δικαστήριο έκρινε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ορθά έκρινε, απέρριψε την έφεση κατ' ουσίαν. Κατά της αποφάσεως αυτής η εκκαλούσα, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, είχε δικαστεί ερήμην, κατά τη συζήτηση της έφεσης του νυν εφεσίβλητου, άσκησε την από 28-4-2014 ανακοπή ερημοδικίας, η οποία απορρίφθηκε με την 1801/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Επομένως, εφόσον επί της ένδικης διαφοράς μεταξύ των αυτών διαδίκων έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση, έχει παραχθεί από αυτήν δεδικασμένο, περί της ύπαρξης της απαιτήσεως του ενάγοντος κατά της εναγομένης και του ύψους αυτής, καθώς και περί της εκτάσεως του δια της αγωγής ασκηθέντος δικαιώματος, η δε μετά την έκδοσή της, εισαγωγή προς συζήτηση της ένδικης έφεσης, κατά της ίδιας ως άνω αποφάσεως από την εναγομένη, με την οποία η τελευταία ισχυρίζεται ότι η εκκαλουμένη έκρινε εσφαλμένα, είναι απαράδεκτη...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, διότι η εξέτασή της ήταν απαράδεκτη, ως προσκρούουσα στο παραχθέν δεδικασμένο από την υπ' αριθ. 6953/2013 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου, που είχε κρίνει την αντίθετη έφεση του ενάγοντος κατά της ίδιας πρωτόδικης απόφασης.

Ειδικότερα, αφού απέρριψε την έφεση αυτή του ενάγοντος ως αβάσιμη, ενσωματώνοντας έτσι στην απόφασή του την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δέχτηκε για όλη την έννομη σχέση που ήχθη ενώπιόν του και όχι για το μεμονωμένο δικαίωμα που κρίθηκε, ότι μεταξύ των διαδίκων είχε συσταθεί αφανής εταιρεία (σημ.

με εμφανή εταίρο την αναιρεσείουσα), ότι ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) είχε καταβάλει ως συνεισφορά το ποσό των 24.300 ευρώ, ότι αυτός προέβη σε καταγγελία της άνω εταιρείας και ότι, επειδή δεν υπήρχε μέχρι τη λύση της εταιρείας παθητικό, η εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) όφειλε, μετά και από καταβολή σε αυτόν του ποσού των 2.500 ευρώ, να του καταβάλει, το υπόλοιπο της συνεισφοράς του, ύψους 21.800 ευρώ και επομένως ότι η εκ νέου έρευνα των αυτών ζητημάτων μεταξύ των ίδιων διαδίκων από το Εφετείο, με βάση την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, με την οποία, όπως και το ίδιο δέχτηκε, αλλά και από την παραδεκτή επισκόπησή της, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει, παραπονείτο για κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητούσε την εξαφάνιση της προσβαλλόμενης, ώστε να απορριφθεί η εναντίον της αγωγή, επικαλούμενη τα αντίθετα αυτών που δέχτηκε η άνω απόφαση με δύναμη δεδικασμένου και συγκεκριμένα, ότι δεν καταρτίστηκε μεταξύ αυτής και του αναιρεσίβλητου η επικαλούμενη αφανής εταιρεία, ότι σε κάθε περίπτωση δεν έλαβε χώρα καταγγελία της σύμβασης αυτής εκ μέρους του αναιρεσείοντος και εν τέλει δεν όφειλε να του καταβάλει το άνω ποσό, καθόσον δεν υπήρχε θετικό υπόλοιπο εκκαθάρισης, θα ήταν απαράδεκτη, ως προσκρούουσα στο παραχθέν δεδικασμένο από την προαναφερόμενη τελεσίδικη απόφαση.

Η κρίση αυτή του Εφετείου, είναι ορθή, αφού αντικείμενο της άνω έφεσης της ήδη αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης υπ' αριθ. 3023/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αποτελεί η ίδια έννομη σχέση και το δικαίωμα που κρίθηκε ήδη με την υπ' αριθ. 6953/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που δίκασε την έφεση του ήδη αναιρεσίβλητου κατά της ίδιας πρωτόδικης απόφασης.

Συνεπώς, ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την αιτίαση, ότι παρά το νόμο το Εφετείο δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά του, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της ( άρθ. 176,183, 189 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-7-2017 αίτηση της Α. Σ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 2287/2017 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Σεπτεμβρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Νοεμβρίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ