Legislator Case Law & Legislation
1549/2014 AI generated

Supreme Court allows retrial due to insufficient grounds for rejecting a request to re-examine a final judgment.

Case Number 1549/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision to reject a retrial request. The appellants argued the lower court erred by relying solely on a false deposition regarding the accident's cause, ignoring contradictory witness testimonies. The Court found the retrial request sufficiently defined and granted it, ordering a new trial before a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 547(6) and 559(14) of the Code of Civil Procedure; A retrial request is admissible if it sufficiently defines the alleged error without requiring full reproduction of the contested evidence.

Keywords

AI generated
retrial request insufficient grounds false deposition witness testimony Code of Civil Procedure re-examination appellate review

Cited Legislation

AI generated
Article 547(6) of the Code of Civil Procedure
Article 559(14) of the Code of Civil Procedure
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1549 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1549/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Μαρία Χυτήρογλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Mαΐου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Σ. Λ. του Π., 2. Ε. Λ. του Π., κατοίκων ... και 3. Της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΥΙΟΙ Δ.Ρ. Ε.Π.Ε." που εδρεύει στην Αγ. Παρασκευή Αττικής, νόμιμα εκπροσωπούμενης, εκ των οποίων ανωτέρω, ο πρώτος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ανδρέα Τσώκου και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον ανωτέρω πληρεξούσιο και δεν κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ι. Σ. του Η., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 2. Της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Τασσόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις, 3. Σ., χήρας Π. Β., 4. Π. Β. του Π. και 5.Μ. Β. του Π., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-4-2003 αγωγή της 3ης ήδη αναιρεσιβλήτου, την από 25-7-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και την από 1-9-2003 αγωγή του 1ου ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Συνεκδικάσθηκαν και εκδόθηκαν οι αποφάσεις:345/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1660/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 12-1-2009 αίτησή τους.

Εκδόθηκε η 1796/2011 απόφαση που απέρριψε την αίτηση αναίρεσης. Ασκήθηκε αναίρεση και από πρόσωπο που δεν είναι διάδικο στην παρούσα υπόθεση και εκδόθηκε η 154/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου που απέρριψε την αίτηση αναίρεσης. Κατόπιν από τους ανωτέρω διαδίκους με αιτήσεις τις αιτήσεις τους ( 3/30-1-2012 και 8/15-2-2012) που κατατέθηκαν στο Εφετείο Αθηνών, ζήτησαν την αναψηλάφηση της 1660/2007 αποφάσεως του ιδίου δικαστηρίου.

Εκδόθηκε η 187/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 12-4-2013 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Μαρία Χυτήρογλου, ανέγνωσε την από 16-1-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδ.γ και δ Κ.Πολ.Δ. που εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 575 εδ. β του ιδίου κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που θα συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλητεύσεως αυτής συνεπεία της αναβολής της υποθέσεως και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολιπόμενος ή μη νομίμως παριστάμενος κατά τη μετ' αναβολή συζήτηση διάδικος είχε επισπεύσει, εγκύρως, τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί στη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως.

Στην προκείμενη περίπτωση από τις 10323, 10328, 10326, 10327/5-12-2013 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών τις οποίες προσκομίζουν οι επισπεύδοντες τη συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση από 12-4-2013 αιτήσεως για αναίρεση της 187/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών με την πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου που υπάρχει κάτω από αυτήν και με κλήση για συζήτηση της αιτήσεως κατά τη δικάσιμο της 7-2-2012, κατά την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε, με σχετική σημείωση στο πινάκιο, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (9-5-2014), επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους πρώτο, τρίτο, τέταρτη και πέμπτη των αναιρεσιβλήτων. Εξάλλου, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά του δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την αναφερόμενη στην αρχή αυτής της αποφάσεως δικάσιμο, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνηση της από τη σειρά του οικείου πινακίου, δεν εμφανίστηκαν οι άνω αναιρεσίβλητοι ούτε κατέθεσαν δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. Επομένως, με βάση όσα έχουν εκτεθεί στην αρχή της παρούσας, επιτρεπτώς χωρεί η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία των.

Με την με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 287/2013 αίτηση οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι λόγο εκ του αρθ. 6 αρθ. 547 Κ.Πολ.Δ, ζήτησαν την αναψηλάφηση της 1660/2007 αμετάκλητης απόφασης του Εφετείου Αθηνών ,με την οποία κρίθηκε ότι ο πρώτος αυτών, ως οδηγός του ... ΙΧΕ αυτοκινήτου ήταν αποκλειστικά υπαίτιος του θανάτου της συνεπιβάτιδας του Ε.

Β., του σοβαρού τραυματισμού των οδηγών καθώς και των υλικών ζημιών που επήλθαν συνεπεία τροχαίου ατυχήματος που έγινε την 24-11-2004. Υποστηρίζουν, κατ'εκτίμηση του περιεχομένου του αναιρετηρίου των, ότι το δικαστήριο διαμόρφωσε το αποδεικτικό του πόρισμα βασιζόμενο στην κατάθεση του πρώτου των αναιρεσιβλήτων με την οποία βεβαίωσε ψευδώς την αλήθεια όσων είχε περιλάβει στην μήνυση του εναντίον των αναιρεσείοντος και των μαρτύρων Χ.

Β., Κ. Γ. και Α. Α., οι οποίοι δήλωναν αυτόπτες του ατυχήματος και, ότι για την κατάθεση του αυτή καταδικάστηκε αμετάκλητα με την 70049/2010 απόφαση του Θ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών για το αδίκημα της ψευδορκίας και ψευδούς καταμήνυσης. Υποστηρίζουν περαιτέρω ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψει του την άνω ψευδή κατάθεση σε αντίθεση με τις καταθέσεις των άνω μαρτύρων τις οποίες, εξαιτίας του ότι η κατάθεση των τελούσε υπό την αμφισβήτηση της αλήθειας, παρέλειψε να τις λάβει υπόψει του με αποτέλεσμα το αποδεικτικό του πόρισμα να έχει στηριχθεί αποκλειστικά στην ψευδή κατάθεση του πρώτου των αναιρεσιβλήτων.

Επί της άνω αιτήσεως όπως και επί της από 15-2-2012 όμοιας που άσκησε η ασφαλιστική εταιρεία Αγροτική Ασφαλιστική Α.Ε εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση η οποία, αφού τις συνεκδίκασε, τις απέρριψε ως αόριστες διότι έκρινε ότι από την αποσπασματική παράθεση της ψευδούς καταθέσεως του πρώτου των αναιρεσιβλήτων και των καταθέσεων στις οποίες αυτή αναφερόταν δεν είχε την δυνατότητα το δικαστήριο να εκτιμήσει την έννομη συνέπεια που ασκούσαν στο αποδεικτικό πόρισμα που διαμορφώθηκε ενώ δεν επικαλούντο ότι η απόφαση είχε στηριχθεί αποκλειστικά για την διαμόρφωση του αποδεικτικού της πορίσματος στην αμετακλήτως κριθείσα ως ψευδή κατάθεση, του εκ των διαδίκων, πρώτου των αναιρεσιβλήτων, Σ.

Λ..

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 544 αριθ. 6 ΚΠολΔ "αναψηλάφηση επιτρέπεται, μεταξύ άλλων, αν η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται σε ψευδή κατάθεση μάρτυρα ή διαδίκου, σε ψευδή έκθεση ή κατάθεση πραγματογνώμονα, σε ψευδή όρκο διαδίκου ή σε πλαστά έγγραφα, εφόσον το ψεύδος ή η πλαστότητα αναγνωρίστηκαν με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου και, αν πρόκειται για κατάθεση διαδίκου, και με δικαστική ομολογία του.

Αν η άσκηση της ποινικής αγωγής ή η πρόοδος της ποινικής διαδικασίας είναι αδύνατη, η αναγνώριση γίνεται με απόφαση που εκδίδεται σε κύρια αγωγή, η οποία ασκείται μέσα σε έξι μήνες από την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και, αν η αδυναμία επήλθε κατόπιν, μέσα σε έξι μήνες από αυτήν". Κατά την έννοια της προαναφερόμενης διάταξης η αναγνώριση του ψεύδους, είτε με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου, είτε με αναγνωριστική απόφαση πολιτικού δικαστηρίου, δεν είναι ανάγκη να αφορά ολόκληρο το περιεχόμενο της μαρτυρικής κατάθεσης, γιατί και το εν μέρει ψευδές αυτής κλονίζει την εμπιστοσύνη για όλη την κατάθεση, στην οποία στηρίχθηκε η προσβαλλόμενη με αναψηλάφηση απόφαση.

Ο λόγος της ψευδούς κατάθεσης είναι αδιάφορος, αφού η διάταξη δεν διαλαμβάνει διακρίσεις, ενώ, δεν έχει σημασία αν η κατάθεση έγινε ενώπιον δικαστηρίου ή εκτός δίκης, εφόσον τούτο επιτρέπεται από το νόμο, ούτε αν εκτιμήθηκε προς άμεση ή έμμεση απόδειξη. Με τα δεδομένα αυτά. το επιλαμβανόμενο της ψευδορκίας δικαστήριο, (ποινικό ή το δικάζον την κύρια πιο πάνω αναγνωριστική αγωγή), περιορίζεται στην αναγνώριση του ψεύδους της μαρτυρικής κατάθεσης, η οποία θεμελιώνει το δικαίωμα του διαδίκου που επιδίωξε την αναγνώριση της ψευδορκίας να ασκήσει στη συνέχεια αίτηση αναψηλάφησης και δεν επεκτείνει την ερευνά του στην επίδραση που είχε η ψευδής κατάθεση στην έκβαση της δίκης, αφού αυτό αποτελεί αντικείμενο έρευνας του μέλλοντος να δικάσει την αναψηλάφηση δικαστηρίου.

Για τη θεμελίωση, όμως, κατά νόμο, του προαναφερόμενου λόγου αναψηλάφησης πρέπει να προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αυτή απόφαση, ότι η ψευδής κατάθεση του μάρτυρα είχε αποφασιστική επίδραση στο σχηματισμό της κρίσης του δικαστηρίου που την εξέδωσε, να στηρίχθηκε, δηλαδή, το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης αποκλειστικά στην εν λόγω κατάθεση.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθ. 4, 544 και 547 Κ.Πολ.Δ προκύπτει, ότι στην αίτηση της αναψηλάφησης πρέπει να περιλαμβάνεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο ο προβλεπόμενος από τη δεύτερη από τις παραπάνω διατάξεις λόγος της αναψηλάφησης με τον οποίο πλήττεται η με την αναψηλάφηση απόφαση.

Διαφορετικά, ο λόγος αυτός της αναψηλάφησης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν, με παραπομπή στις προτάσεις του αιτούντος ή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα. Για το παραδεκτό, ειδικότερα, του αναφερόμενου στο άρθρο 544 Κ.Πολ.Δ με αριθμό 6 λόγου αναψηλάφησης, κατά τον οποίο, μεταξύ άλλων, αναψηλάφηση συγχωρείται, εάν η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται σε ψευδή έκθεση πρέπει, σύμφωνα με το περιεχόμενο της τελευταίας αυτής διάταξης, ο πιο πάνω λόγος της αναψηλάφησης να περιλαμβάνει την αιτίαση που προεκτέθηκε και επίκληση ότι το ψεύδος της καταθέσεως, στην οποία στηρίχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση αναγνωρίστηκε με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου ή με απόφαση σε κύρια αγωγή, η οποία ασκήθηκε μέσα στην οριζόμενη στην ίδια διάταξη αποκλειστική προθεσμία λόγω της αδυναμίας άσκησης της ποινικής αγωγής ή της προόδου της ποινικής διαδικασίας.

Τέλος, ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο, ή, έκπτωση από δικαίωμα, που προέρχεται από παράβαση δικονομικής διατάξεως, σε αντιδιαστολή εκείνης του ουσιαστικού δικαίου. Επομένως, στο πραγματικό της εν λόγω διατάξεως και του προβλεπομένου δι' αυτής λόγου αναιρέσεως υπάγεται και η αξιολόγηση ως αορίστου και η απόρριψη ως απαραδέκτου ενδίκου μέσου.

Στην προκειμένη υπόθεση, η προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε την αίτηση αναψηλάφησης που είχαν ασκήσει οι αιτούντες κατά της 1660/07 απόφασης του Εφετείου Αθηνών ως αόριστη διότι δεν περιλαμβάνεται αναλυτικά το περιεχόμενο των καταθέσεων σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος των άνω μαρτύρων, που, ο αναιρεσίβλητος βεβαίωσε ψευδώς ότι δεν ανταποκρίνονταν στην αλήθεια, και, διότι δεν περιέλαβε στην αίτηση του ότι η απόφαση στηρίχθηκε αποκλειστικά στην ψευδή κατάθεση του εκ των διαδίκων Σ.

Λ.. Ειδικότερα, με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε ως αόριστη η αίτηση αναψηλάφησης διότι δεν αναφέρονται "α) ποια περιστατικά δέχθηκαν σε σχέση με την οδηγική συμπεριφορά του πρώτου των καθών Ι. Σ. για τον οποίο οι νυν αιτούντες υποστηρίζουν ότι ήταν αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος β) ποια ψευδή γεγονότα ανέφερε ο μηνυτής στην ψευδή μήνυση του που βεβαίωσε ενόρκως σε σχέση με την υπαιτιότητα του πρώτου των νυν αιτούντων οδηγού Σ.

Λ. για την πρόκληση του ατυχήματος στα οποία στηρίχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το αποδεικτικό πόρισμα ώστε να μπορεί να κριθεί αν η προσβαλλόμενη απόφαση με τα γεγονότα που δέχθηκε στο σχετικό πόρισμα της στηρίχθηκε αποκλειστικά στα επικαλούμενα στη μήνυση που βεβαιώθηκε με όρκο ψευδή γεγονότα..".

Επίσης απορρίφθηκε αυτή (αίτηση αναψηλάφησης), διότι δεν εκτίθεται ο απαραίτητος όρος για την παραδοχή της ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίχθηκε αποκλειστικά σε ψευδή κατάθεση μάρτυρα, την βεβαιωμένη με όρκο μήνυση σε σχέση με την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων. Ήτοι απορρίφθηκε και διότι δεν περιλήφθηκε ο απαραίτητος όρος σύμφωνα με την διάταξη του αρθ. 547 παρ. 6 Κ.Πολ.Δ στην αίτηση ότι προσβαλλόμενη απόφαση στηρίχθηκε αποκλειστικά στην ψευδή κατάθεση περί της αληθείας της μήνυσης του Ι.

Σ. που αφορούσε την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων και το ειδικότερο ζήτημα αν οι μάρτυρες των αιτούντων ήταν αυτόπτες στην χρονική στιγμή της σύγκρουσης των οχημάτων. Από την εκτίμηση του περιεχομένου της αίτησης αναψηλάφησης, προκύπτει ότι, ο αναιρεσείων περιλαμβάνει αναλυτικά το περιεχόμενο της κριθείσας αμετακλήτως, με την 70049/24/9/2010 απόφαση του Θ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ως ψευδούς, κατάθεσης του πρώτου των αναιρεσιβλήτων Ι.

Σ., παραθέτοντας αναλυτικές περικοπές των καταθέσεων των μαρτύρων Χ. Β., Κ. Γ. και Α. Α., οι οποίοι, εξεταζόμενοι, ενώπιον των προανακριτικών αρχών, σχετικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες τελέστηκε το ατύχημα την 24-11-2002 μεταξύ του πρώτου των αναιρεσειόντων και του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, ανέφεραν ότι αυτό έγινε, όταν, ο τελευταίος εισήλθε στο ρεύμα πορείας του πρώτου αποκλείοντάς και εκτρέποντάς τον από την πορεία του.

Επίσης αναφέρει ότι η άνω ψευδής κατάθεση του αναιρεσίβλητου άσκησε καθοριστική επίδραση στην κρίση της 1660/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών αφού με το να στηριχθεί σ' αυτήν παρέλειψε να λάβει υπόψει του τις καταθέσεις των άνω μαρτύρων και ότι το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε θα ήταν αντίθετο αν τις είχε λάβει υπόψει του.

Με βάση τα ανωτέρω η υπό κρίση αίτηση αναψηλάφησης είναι επαρκώς ορισμένη, αφού από την συνοπτική παράθεση του περιεχομένου της ψευδούς κατάθεσης του πρώτου των αναιρεσιβλήτων σχετικά με τις καταθέσεις των άνω μαρτύρων στην οποία, κατά την αίτηση, στηρίχθηκε το αποδεικτικό πόρισμα της 1660/2207 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, καθίσταται εναργές το περιεχόμενο της και η έννομη συνέπεια που είχε στην διαμόρφωση του πορίσματος χωρίς να απαιτείται πλήρης αναφορά τόσο αυτής όσο και των καταθέσεων των μαρτύρων στις οποίες αναφέρεται και προσέβαλε ως ψευδείς.

Συνεπώς η προσβαλλομένη απόφαση η οποία την απέρριψε ως αόριστη υπέπεσε στην πλημμέλεια εκ του αριθμού 14 άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ και πρέπει, κατά παραδοχή του σχετικού, (μόνου), λόγου αναιρέσεως να γίνει δεκτή ως βάσιμη, αναιρεθεί στο σύνολό της και παραπεμφθεί στο δικαστήριο που την εξέδωσε συντιθέμενο από άλλους δικαστές, για περαιτέρω έρευνα. Διαταχθεί η απόδοση των κατατεθέντων παραβόλων στους αναιρεσείοντες και καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττώμενοι, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις (183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 187/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών .

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω έρευνα στο ίδιο δικαστήριο (Εφετείο Αθηνών) συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Διατάσσει την απόδοση των παραβόλων με αριθμούς 1572005, 1572006, 1572007 σειρά Α και εκείνων με αριθμούς 035649, 035650, 035651 σειρά Α στο ΤΑΧΔΙΚ στους αναιρεσείοντες.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων ευρώ (3000).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 26η Ιουνίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 10η Ιουλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ