Legislator Case Law & Legislation
1549/2013 AI generated

Supreme Court allows appeal against High Court's debt restructuring ruling due to violation of Article 39 of Law 3259/2004.

Case Number 1549/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision, which had ruled that the bank's debt was fully extinguished under Law 3259/2004. The High Court erred by failing to verify whether the original loan terms met the specific exclusion criteria set out in Article 39, Paragraph 4 of the same law. Consequently, the Supreme Court annulled the lower court's judgment and remitted the case for retrial to ensure the statutory conditions are properly assessed.

Legislator headnote

AI generated

Art. 39 para. 1 & 4 of Law 3259/2004; The court must verify all exclusion criteria under Article 39, Paragraph 4 before applying the debt restructuring mechanism in Paragraph 1, and failure to do so constitutes a violation of substantive law.

Keywords

AI generated
debt restructuring Law 3259/2004 Article 39 exclusion criteria remittitur substantive law violation bankruptcy proceedings

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 580 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 39 para. 1 of Law 3259/2004
Art. 39 para. 4 of Law 3259/2004

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1549 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1549/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Στυλιανή Γιαννούκου και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της "ΕΘΝΙΚΗΣ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Τσικρικά.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Τουριστικές Ξενοδοχειακές-Ναυτιλιακές Επιχειρήσεις ( Olympic Hotel) ΑΕ", που εδρεύει στη …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της 1.Κυριάκο Τσέλιο, 2.Αλεξάνδρα Ζηνέλη και 3. Απόστολο Γεωργιάδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-4-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5167/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 840/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 6-5-2010 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης, ανέγνωσε την από 12-4-2012 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Χρυσόστομου Ευαγγέλου, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 840/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία και δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 20-11-2008 έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της 5167/2008 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η από 10-4-2007 αγωγή της αναιρεσίβλητης και αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, διακράτησε την υπόθεση και δέχθηκε την αγωγή κατ' ουσίαν, αναγνωρίζοντας ότι η οφειλή της αναιρεσίβλητης υπάγεται στις ρυθμίσεις του άρθρου 39 παρ. 1 ν. 3259/2004 και ότι από τον επανακαθορισμό της οφειλής της έχει εξοφληθεί η αναιρεσείουσα Τράπεζα. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το μοναδικό λόγο της.

Ο από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφάρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολομ.ΑΠ 7/2006, 4/2005, 36/1988).

Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως σε συνδυασμό με την υπαγωγή τους καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 1522/2011, ΑΠ 633/2011).

Εξάλλου, το άρθρο 39 ν. 3259/2004 ορίζει ότι: "1. Η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, οι οποίες συνομολογούνται ή έχουν συνομολογηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου εκάστου δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσοτέρων δανείων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, με την επιφύλαξη των παραγράφων 4 και 5 του παρόντος άρθρου. 2.

Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να αναπροσαρμόσουν το ύψος των απαιτήσεών τους σύμφωνα με τη διάταξη της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου. Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να μην προχωρήσουν σε έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξή τους ούτε σε συνέχιση διαδικασιών, που έχουν ήδη αρχίσει, μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2004 ή εφόσον εκκρεμεί η αίτηση του επομένου εδαφίου για τη συνομολόγηση της ρύθμισης ή για όσο χρόνο ο οφειλέτης είναι ενήμερος.

Μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2004 οι οφειλέτες ή οι εγγυητές πρέπει να υποβάλουν στα πιστωτικά ιδρύματα αίτηση για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση. Η αποπληρωμή της προκύπτουσας κατά τα ως άνω οφειλής πρέπει να έχει διάρκεια πέντε (5) έως επτά (7) ετών, εκ των οποίων δύο (2) έτη θα αποτελούν περίοδο χάριτος και η αποπληρωμή θα γίνεται με ισόποσες περιοδικές δόσεις, εκτός αν και τα δύο μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά.

Η οφειλή θα είναι έντοκη με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο της ενήμερης οφειλής για όμοιες χρηματοδοτήσεις. 3. ... 4. Στην περίπτωση απαιτήσεων από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων που είχαν συνομολογηθεί υπό την ισχύν του ν. 2789/2000 και το ύψος των οποίων υπερβαίνει τα 2.201.000 ευρώ, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί την 31-12-1999 με το κεφάλαιο, τους συμβατικούς τόκους χωρίς ανατοκισμό και λοιπά έξοδα ή το αρχικό κεφάλαιο υπερβαίνει τις 400.000 ευρώ, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της παρ. 1 και του α' εδαφίου της παρ. 2 του παρόντος άρθρου.

Και στην περίπτωση αυτή δεν επιτρέπεται η έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης, ούτε η συνέχιση διαδικασιών που έχουν αρχίσει, μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2004, ή εφόσον εκκρεμεί η αίτηση του επομένου εδαφίου για τη συνομολόγηση της ρύθμισης ή για όσο χρόνο ο οφειλέτης είναι ενήμερος. Τα πιστωτικά ιδρύματα θα προχωρήσουν, κατά τους όρους των τελευταίων δύο εδαφίων της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, σε ρύθμιση της εξόφλησης της κατά περίπτωση συνολικής οφειλής που απορρέει από τις παραπάνω συμβάσεις, μετά από αίτηση των οφειλετών ή των εγγυητών, που πρέπει να υποβληθεί στα πιστωτικά ιδρύματα μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2004 το αργότερο. ... 5.

Προκειμένου περί οφειλών κατά κύριο επάγγελμα αγροτών σχετικών με την επαγγελματική τους αυτή δραστηριότητα, που υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 30 του ν. 2789/2000, όπως ισχύει, το συνολικό ύψος τους δεν δύναται να υπερβαίνει το διπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών το διπλάσιο του ποσού της οφειλής, όπως διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση ...".

Περαιτέρω, με το άρθρο 8 παρ. 1 ν. 3723/2008 προστέθηκε στο τέλος του πρώτου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 39 ν. 3259/2004 εδάφιο το οποίο ορίζει: "Η αληθής έννοια του παραπάνω εδαφίου είναι ότι σε περίπτωση περισσοτέρων συμβάσεων δανείων ή πιστώσεων λαμβάνεται υπόψη το ληφθέν κεφάλαιο του κάθε δανείου ή πίστωσης χωριστά και ότι τα τιθέμενα όρια του αρχικού κεφαλαίου των 400.000 ευρώ και της οφειλής των 2.201.000 ευρώ, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί την 31-10-1999, λαμβάνονται υπόψη διαζευκτικά και όχι σωρευτικά".

Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι στην ευνοϊκή για τους οφειλέτες ρύθμιση του άρθρου 39 παρ. 1 και 2 εδ. α' ν. 3259/2004 για τον επανακαθορισμό του ύψους της οφειλής των εμπίπτουν οι οφειλέτες των τραπεζών των οποίων οι οφειλές υπερβαίνουν το τριπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου εκάστου δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσοτέρων δανείων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, το τριπλάσιο του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού.

Η διάταξη της παρ. 1 του ως άνω άρθρου, που θέτει τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για την υπαγωγή της οφειλής στη ρύθμιση του νόμου, τελεί υπό τη ρητή επιφύλαξη των παραγράφων 4 και 5 του ίδιου άρθρου, η πρώτη από τις οποίες ορίζει σαφώς ότι δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της παρ. 1 και του α' εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 39 ν. 3259/2004 επί απαιτήσεων το ύψος των οποίων υπερβαίνει τα 2.201.000 ευρώ, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί την 31-12-1999 με το κεφάλαιο, τους συμβατικούς τόκους, χωρίς ανατοκισμό και λοιπά έξοδα, ή το αρχικό κεφάλαιο κάθε δανείου ή πίστωσης 400.000 ευρώ, δηλαδή θέτει τις αρνητικές προϋποθέσεις εφαρμογής των ως άνω διατάξεων.

Ενώ, δηλαδή, με την παρ. 1 θεσπίστηκε ορισμένο ποσοτικό όριο μέχρι του οποίου είναι δυνατός ο επανακαθορισμός και η ρύθμιση των οφειλών από λόγους γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος, δηλαδή της προστασίας των οφειλετών μεσαίων επιχειρήσεων ή των οφειλετών που ήσαν σχετικά συνεπείς στις υποχρεώσεις τους και δεν άφησαν τα χρέη τους να διογκωθούν, με την παρ. 4 αποκλείσθηκαν από την ευνοϊκή ρύθμιση για επανακαθορισμό της οφειλής τους κατά την παρ. 1 του ως άνω άρθρου οι λεγόμενοι "μεγαλοοφειλέτες", δηλαδή εκείνοι των οποίων το συνολικό ύψος της οφειλής υπερβαίνει το ποσόν των 2.201.000 ευρώ ή το κεφάλαιο κάθε δανείου ή πίστωσης υπερβαίνει τις 400.000 ευρώ (βλ.

τη δήλωση του Υπουργού των Οικονομικών κατά τη συζήτηση στη Βουλή του άρθρου 39 ν. 3259/2004, πρακτικά Βουλής συνεδρίαση 29-7-2004, σελ. 700: "... Στην ουσία εξαιρούμε λοιπόν από τις διατάξεις αυτές τα δάνεια που είχαν αρχικό κεφάλαιο πάνω από 400.000 ευρώ ή δάνεια που είχαν διαμορφωθεί με τους τόκους και τις λοιπές επιβαρύνσεις στα 2.201.000 ευρώ").

Αντίστοιχη ρύθμιση ως προς το ύψος της οφειλής, που απέβλεπε στον αποκλεισμό από την ευνοϊκή ρύθμιση των μεγαλοοφειλετών, είχε περιληφθεί στο άρθρο 30 παρ. 9 περ. δ' ν. 2789/2000 για οφειλές που υπερέβαιναν το ποσόν των 750.000.000 δρχ. ή 2.201.000 ευρώ (βλ. πρακτικά Βουλής, συνεδρίαση της 25-1-2000, για το άρθρο 30 ν. 2789/2000, ΑΠ 117/2005).

Επομένως, στην περίπτωση που συντρέχει οποιαδήποτε από τις δύο αρνητικά διατυπωμένες περιπτώσεις της παρ. 4 δεν έχει εφαρμογή η παρ. 1 και το εδ. α' της παρ. 2 του άρθρου 3259/2004. Η αντίθετη άποψη, ότι δηλαδή η εισαγόμενη με την παρ. 4 εξαίρεση είναι θετικά διατυπωμένη και σημαίνει ότι για την εφαρμογή της παρ. 1 αρκεί να πληρούται η μία από τις δύο θετικά διατυπωμένες ως άνω προϋποθέσεις, δεν βρίσκει έρεισμα ούτε στο σαφές γράμμα της παρ. 4 ούτε στο σκοπό του νομοθέτη.

Οι οφειλέτες που αποκλείονται του δικαιώματος επανακαθορισμού της οφειλής των κατά την παρ. 4 δικαιούνται, σύμφωνα με τα εδ. β' και γ' της παρ. 4, να ζητήσουν τη ρύθμισή της σύμφωνα με τα οριζόμενα στα δύο τελευταία εδάφια της παρ. 2, δηλαδή να αποπληρώσουν αυτήν σε χρονικό ορίζοντα επτά (7) ετών, διετή περίοδο χάριτος και περιοδικές ισόποσες δόσεις, εφόσον ήθελε υποβληθεί σχετική αίτηση από τον οφειλέτη μέσα στην προθεσμία που τάσσει ο νόμος (ΑΠ 782/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Εφετείο έκρινε ότι η παράγραφος 4 του άρθρου 39 ν. 3259/2004 ορίζει διαζευκτικά ως προϋποθέσεις για την υπαγωγή της συνολικής οφειλής στην ευνοϊκή ρύθμιση της παρ. 1 του ίδιου άρθρου και τον επανακαθορισμό της μέχρι του τριπλασίου του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων των περισσοτέρων δανείων, είτε το αρχικό κεφάλαιο κάθε δανείου να μην υπερβαίνει το ποσόν των 400.000 ευρώ, είτε η συνολική οφειλή να μην υπερβαίνει το ποσόν των 2.201.000 ευρώ, δεχόμενο δε ότι το αρχικό κεφάλαιο κάθε δανείου που έλαβε η ενάγουσα δεν υπερέβαινε το ποσόν των 400.000 ευρώ, έκρινε ότι συντρέχει η μία από τις δύο διαζευκτικά τιθέμενες προϋποθέσεις για την υπαγωγή της οφειλής της ενάγουσας στη ρύθμιση της παρ. 1 του άρθρου 39 και ότι εντεύθεν παρέλκει η έρευνα, αν η συνολική οφειλή υπερέβαινε το ποσόν των 2.201.000 ευρώ.

Με βάση τις κρίσεις και παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε κρίνει αντιθέτως, προσδιόρισε στη συνέχεια το τριπλάσιο της οφειλής της ενάγουσας από τα τέσσερα δάνεια, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 39 ν. 3259/2004, στο ποσόν των 719.131.095 δρχ. και δεχόμενο ότι η ενάγουσα είχε καταβάλει μέχρι τότε στην αναιρεσείουσα τμηματικά το ποσόν των 766.989.231 δρχ., και συνακόλουθα ότι είχε εξοφλήσει την οφειλή της, δέχθηκε την αγωγή και αναγνώρισε ότι η συνολική οφειλή της ενάγουσας από τα παραπάνω δάνεια, μετά τον επανακαθορισμό της στις 4-8-2004, σύμφωνα με το άρθρο 39 ν. 3259/2004, έχει εξοφληθεί ολοσχερώς.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή αρκεί για την εφαρμογή της παρ. 1 του άρθρου 39 ν. 3259/2004 (για τον περιορισμό της συνολικής οφειλής) η μη συνδρομή έστω και μιας από τις δύο περιπτώσεις της παρ. 4 του ίδιου άρθρου, που αποκλείουν την εφαρμογή της εν λόγω παραγράφου, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 4 του άρθρου 39 ν. 3259/2004, η τελευταία από τις οποίες αποκλείει την εφαρμογή της παρ. 1, αν συντρέχει έστω και μια από τις διαζευκτικά τιθέμενες αρνητικές προϋποθέσεις, δηλαδή αν το αρχικό κεφάλαιο κάθε δανείου υπερβαίνει το ποσόν των 400.000 ευρώ ή η απαίτηση, όπως είχε διαμορφωθεί στις 31-12-1999, υπερβαίνει το ποσόν των 2.201.000 ευρώ, την έρευνα δε περί μη συνδρομής στην προκειμένη περίπτωση της τελευταίας αρνητικής για την εφαρμογή της παρ. 1 προϋποθέσεως εσφαλμένα έκρινε περιττή το Εφετείο.

Επομένως, ο μοναδικός από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, που προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω πλημμέλεια, τυγχάνει βάσιμος. Πρέπει επομένως να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

Δεν τίθεται δε επί του παρόντος στάδιο έρευνας από το δικαστήριο τούτο της συνδρομής της δεύτερης προϋποθέσεως του άρθρου 39 παρ. 4 ν. 3259/2004, όπως ζητεί η αναιρεσίβλητη με τις προτάσεις της. Η τελευταία λόγω της ήττας της πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας (άρθρο 176 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 840/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την εκδίκαση της υποθέσεως στο αυτό δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Ιουνίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιουλίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ