Legislator Case Law & Legislation
1549/2011 AI generated

1549/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1549/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/6/2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 405/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6926/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23/4/2010 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

1549/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσες εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Keywords

AI generated
psychiatric work incapacity termination of service termination of benefits post-service health impairment termination of insurance benefits sick leave
AI generated
380/2012
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
643/2010
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
465/2016
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-4-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Άρτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 37/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 156/2014 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-7-2014 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Μαρία Νικολακέα ανέγνωσε την από 19-1-2015 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Χρήστου Βρυνιώτη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
831/2012
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Ηλία Γιαννακάκη), Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Δημήτριο Κόμη και Ασπασία Καρέλλου (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνος Ζιάκα), Αρεοπαγίτες.
811/2012
Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 296 και 297 ΚΠολΔ, εφαρμοζόμενες, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1549 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1549/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Π. Χ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Πανούση με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "MAGIC FRESH A.E.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/6/2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 405/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6926/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23/4/2010 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 12/9/2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τρίτου λόγου και την απόρριψη των λοιπών λόγων της από 23/4/2010 αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την αναιρεσείουσα υπ' αριθμ. 10910/ 17/6/2011 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Χαράλαμπου Δανικά, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη σημερινή δικάσιμο επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη . Αυτή όμως δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Συνεπώς, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσες εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτους δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται.

Περαιτέρω, ο κατά το άρθρο 559 αρ. 1β'Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύεται μόνον όταν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, όταν δηλαδή το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να ανεύρει την αληθινή έννοια κανόνα δικαίου ή για να υπαγάγει τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτό.

Ο ανωτέρω λόγος δεν δημιουργείται όταν έγινε χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο. Για την πληρότητα όμως του προβλεπόμενου από την ως άνω διάταξη λόγου αναιρέσεως, πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4 και 566 παρ. 1 Κ.Πολ. Δ. να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάσθηκαν, καθώς και ο κανόνας δικαίου, του οποίου την ερμηνεία και εφαρμογή αφορούν τα διδάγματα αυτά, γιατί, αλλιώς, καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος και ο σχετικός λόγος απορρίπτεται ως αόριστος (Α.Π. 5/2011,Α.Π. 110/2011).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση και στάθμιση αυτών και την αιτιολόγηση της εξαγωγής από αυτές του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.

Ως "ζητήματα" των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι τα αναγκαία προς θεμελίωση κατά νόμο της αγωγής ή ενστάσεως πραγματικά περιστατικά, όχι όμως και τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ή αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια της αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη είναι εταιρεία η οποία δραστηριοποιείται στην παροχή υπηρεσιών καθαρισμού κτιρίων δημόσιων και ιδιωτικών φορέων. Στις 10/8/2001 η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα προσελήφθη από την εναγομένη, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου αμειβόμενη με το κατώτατο νόμιμο ημερομίσθιο, να εργασθεί ως καθαρίστρια στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής ( Ψ.Ν.Α.), του οποίου τον καθαρισμό είχε αναλάβει εργολαβικώς η εναγομένη εταιρεία, κατόπιν διαγωνισμού και δυνάμει της από 19/11/1999 συμβάσεως έργου.

Με βάση το παραπάνω συμφωνητικό η ενάγουσα ασχολήθηκε στην εναγομένη ως καθαρίστρια μέχρι την 31/3/2002, οπότε η σύμβαση που είχε η εναγομένη με το Ψ.Ν.Α. έληξε και τον καθαρισμό του νοσοκομείου ανέλαβε άλλος. Την ημερομηνία αυτή του έτους 2002 η ενάγουσα απεχώρησε οικειοθελώς από την εργασία της καταγγέλοντας έτσι εκείνη τη σύμβαση που τη συνέδεε με την εναγομένη και στη συνέχεια την 1/4/2002 προσελήφθη από το νέο εργολάβο, Η άμεση πρόσληψη της ενάγουσας από το νέο εργολάβο του Ψ.Ν.Α.

συνάδει μόνο με αποχώρηση οικειοθελή της ενάγουσας από τον παλιό εργοδότη. Κατόπιν αυτών το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε το αίτημα της ενάγουσας για καταβολή αποδοχών υπερημερίας, λόγω άκυρης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, άλλως για καταβολή της αποζημιώσεως απολύσεως . Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παρεβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 656 Α.Κ, 1 επ.

ν. 2112/1920, και 6 επ. του ν. 3198/1955, οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες στην κρινόμενη περίπτωση, ούτε εκ πλαγίου, αφού στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνονται συνοπτικές μεν αλλά σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της καταγγελίας της ένδικης συμβάσεως εργασίας από την εργαζομένη ενάγουσα και όχι από την εργοδότρια της εναγομένη.

Η αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι, " η άμεση πρόσληψη της ενάγουσας από το νέο εργολάβο καθαριότητας του Ψ.Ν.Α. συνάδει μόνο με αποχώρηση οικειοθελή της ενάγουσας από τον παλαιό εργοδότη ..." συνιστά πραγματικό επιχείρημα εξαγόμενο, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, από το ότι την 31/3/2002 έληξε η σύμβαση που είχε η εναγομένη με το Ψ.Ν.Α.

και την επόμενη ημέρα {1/4/2002 ) η ενάγουσα προσελήφθη από το νέο εργολάβο καθαρισμού του ως άνω νοσοκομείου. Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά τα πρώτο και τρίτο μέρη ,από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος. Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, μέρος δεύτερο, από το άρθρο 559 αρ. 1 β' Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας με το να δεχθεί οικειοθελή αποχώρηση της από την αναιρεσίβλητη ,διότι "...

ουδείς έχων κοινόν νουν θα αποχωρούσε οικειοθελώς για να μην πάρει αποζημίωσιν ...", είναι αόριστος, καθόσον δεν προσδιορίζονται οι κανόνες δικαίου στους οποίους η υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων έγινε κατά παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάστηκαν και ο τρόπος κατά τον οποίο έγινε η παραβίαση.

Επειδή, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1082/1980," Αι κατά τον Α. Νόμον 1777/1951 "περί συμπληρώσεως των διατάξεων του Ν. 28/1944 και του άρθρου μόνου του Α.Ν. 866/1946" κυρωθέντος δια του Νόμου 1901/1951, έκτακτοι οικονομικοί ενισχύσεις καταβάλλονται ως επιδόματα Εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα εις τους μισθωτούς εις το ακέραιον, εφόσον η εργασιακή σχέσις τούτων διήρκεσε καθ' όλην την χρονική περίοδον, εις μεν την περίπτωσιν του επιδόματος εορτών Πάσχα, από της 1ης Ιανουαρίου μέχρι της 30ης Απριλίου, εις δε την τοιαύτην του επιδόματος εορτών Χριστουγέννων από 1ης Μαΐου μέχρι 31ης Δεκεμβρίου εκάστου έτους.

Εις περίπτωσιν καθ' ην η εργασιακή σχέσις του μισθωτού δεν διήρκεσε καθ' όλον το ανωτέρω χρονικόν διάστημα, καταβάλλεται τμήμα του επιδόματος ανάλογον προς την εντός του χρονικού τούτου διαστήματος διάρκειαν της εργασιακής του σχέσεως". Εξάλλου, κατά το άρθρο 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966, " Οι επί σχέσει εργασίας του ιδιωτικού δικαίου απασχολούμενοι παρ' οιωδήποτε εργοδότη, μισθωτοί δικαιούνται κατ' έτος" επιδόματος αδείας " ίσου προς το σύνολον των αποδοχών των υπό του Α.Ν. 539/1954 ή άλλων διατάξεων καθοριζομένων ημερών αδείας αναπαύσεως μετ' αποδοχών, ων δικαιούται έκαστος μισθωτός, υπό τον περιορισμόν ότι το επίδομα τούτο δεν δύναται να υπερβαίνει τας αποδοχάς ενός 15ημέρου, δια τους επί μηνιαίω μισθώ αμειβόμενους, των 13 δε εργασίμων ημερών, δια τους επί ημερομισθίω ή κατά μονάδα εργασίας ή επί ποσοστοίς ή κατ' άλλον τρόπον αμειβόμενους μισθωτούς.

Το ως άνω επίδομα καταβάλλεται ομού μετά των αποδοχών της αδείας αναπαύσεως του μισθωτού. Εις περίπτωσιν καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, άνευ πταίσματος του μισθωτού, πριν ούτος συμπληρώσει, παρά τω αυτώ εργοδότη δωδεκάμηνον συνεχή απασχόλησιν, αφ' ης προσελήφθη, ή αφ' ης έλαβε το επίδομα του προηγουμένου έτους, δικαιούται μέρους του ως άνω επιδόματος αναλόγου προς τον χρόνον της εργασιακής σχέσεως, ήτις διέρρευσεν από της προσλήψεως ή από της λήψεως του προυγουμένου επιδόματος, μέχρι της ημέρας λύσεως της συμβάσεως εργασίας".

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως και τα ακόλουθα: " Η ενάγουσα απασχολήθηκε στην εναγομένη τις εργάσιμες ημέρες από Δευτέρα έως Παρασκευή ... τα ημερομίσθια που πραγματοποίησε από 10/8/2001 μέχρι 31/12/2001 είναι 93 (20 κάθε μήνα από 1/9/μέχρι 31/12/2001 και 13 τον Αύγουστο του 2001) ...

δικαιούται αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2001 ( η αναλογία αυτή του επιδόματος εορτών Χριστουγέννων 2001 ισούται με 11,28 ημερομίσθια αφού εργάσθηκε 93 ημέρες ... Δικαιούται ακόμη και αναλογία επιδόματος εορτών Πάσχα 2002 (10 ημερομίσθια ) επιδόματος και αποδοχών αδείας 2002 (10 ημερομίσθια ) σύμφωνα με το χρόνο απασχόλησης της στο έτος 2002(64 ημερομίσθια το έτος 2002 ... (2 μήνες Χ 20 ημερομίσθια και 24 ημερομίσθια του 2/2002 ) ..." .Δεχόμενο το Εφετείο ότι η αναιρεσείουσα απασχολήθηκε, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα από 10/8/2001 έως 31/12/2001 και από 1/1/2002 έως 31/3/2002, 93 και 64 ημέρες αντιστοίχως και ότι δικαιούται αναλογία επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων 2001, Πάσχα 2002 και αδείας 2002 και όχι ολόκληρα τα επιδόματα αυτά δεν παρεβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, οι δε αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που προβάλλονται με το πρώτο, δεύτερο και τρίτο μέρος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμες .Περαιτέρω οι αιτιάσεις ότι τα χρονικά διαστήματα που εργάσθηκε η αναιρεσείουσα ήταν 125 ημέρες από 10/8/-2001 έως 31/12/2001 και όχι 93 ημέρες και 90 ημέρες και όχι 64 κατά το διάστημα από 1/1/2002 έως 31/3/2002, που προβάλλονται με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως, είναι απαράδεκτες, γιατί πλήττουν την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας .

Επίσης απαράδεκτό για τον ίδιο λόγο είναι και το τέταρτο μέρος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο " έπρεπε να του επιδικάσει και τα αιτηθέντα ημερομίσθια των εξαιρέσιμων ημερών από 10/8/2001 - 31/3/2002". Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 655 εδ.

α' και β' Α.Κ., 5 παρ. 4 και 5 του Α.Ν. 539/1945, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 1 παρ. 3 του Ν. 1346/1983 και 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966, προκύπτει ότι σε περίπτωση λύσεως της σχέσεως εργασίας με οποιοδήποτε τρόπο, πριν ο μισθωτός λάβει την κανονική άδεια που του οφείλεται, δικαιούται να λάβει τις αποδοχές και το επίδομα άδειας κατά το χρόνο λύσεως της σχέσεως εργασίας, που αποτελεί δήλη ημέρα πληρωμής, από την οποία και οφείλεται τόκος υπερημερίας (άρθρα 341 και 345 Α.Κ.) (Α.Π. 97/2009).

Στην προκείμενη περίπτωση με το να δεχθεί το Εφετείο ότι χρόνος καταβολής του επιδόματος αδείας και των αποδοχών αδείας είναι η επομένη ημέρα του τέλους του ημερολογιακού έτους στο οποίο γεννήθηκαν οι σχετικές αξιώσεις, δηλαδή η 1/1/2003 και ότι ο χρόνος αυτός είναι χρόνος καταβολής των αποδοχών και επιδομάτων αδείας ανεξαρτήτως της λύσεως ή μη της εργασιακής συμβάσεως νωρίτερα από το τέλος του έτους και επιδίκασε το ποσό των 579, 84 ευρώ, για αναλογία αποδοχών και επιδόματος άδειας 2002, με το νόμιμο τόκο από 1/1/-2003 και όχι από την επίδοση της αγωγής όπως ζητούσε η αναιρεσείουσα, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, αληθώς από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., όχι δε και από τους αρ. 8 και 9 του ίδιου άρθρου του Κ.Πολ.Δ. είναι βάσιμος. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνο κατά το μέρος που επιδίκασε τόκους για επίδομα άδειας και αποδοχές άδειας από την επομένη ημέρα του τέλους του ημερολογιακού έτους στο οποίο γεννήθηκαν οι αξιώσεις αυτές, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να κατανεμηθούν ανάλογα με την έκταση της νίκης και ήττας καθενός των διαδίκων (άρθρο 178 Κ.Πολ.Δ.)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της, την 6926/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το παραπάνω μέρος της προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, το οποίο ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Οκτωβρίου 2011. Και,

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Οκτωβρίου 2011.

O ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ