Supreme Court dismisses appeal on property ownership, ruling facts are within lower court's discretion.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Patras Court of Appeal's decision regarding property ownership. The lower court found that the appellant's father held exclusive possession until his death and that the daughters were not entitled to the property, rejecting the appellant's claims of inheritance or informal distribution. The court held that the appellate court correctly applied Article 1045 of the Civil Code and that the appellant's arguments regarding evidence evaluation and factual assessment were inadmissible under the principle of finality.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576 paragraphs 1, 2, and 3 of the Code of Civil Procedure; Article 1045 of the Civil Code: The Supreme Court reviews appeals only for legal errors, not factual disputes or evidence evaluation, and dismisses appeals where the lower court's decision is based on sound reasoning and undisputed facts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1549 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1549/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου -Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Δημήτριο Μαζαράκη και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Α. Ο., κατοίκου … ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Σπυρίδωνα Φλογαΐτη και Λεωνίδα Μαραβέλη.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Γ. θυγ. Φ. Κ., κατοίκου …, 2. Α. θυγ. Φ. Κ., κατοίκου …, 3. Φ. Γ. Κ., κατοίκου …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Βγόντζα, 4. Α. συζ. Ν. Ζ., το γένος Α. Ο., κατοίκου … και 5. Σ. χας Ε. Α., το γένος Α. Ο., οι οποίες (4η, 5η) δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-12-1993 αγωγή των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λευκάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 85/1995 μη οριστική, 35/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 891/2005 μη οριστική, 520/2007 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της εφετειακών αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-10-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 29-1-2009 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 22-10-2007 αιτήσεως για αναίρεση των υπ' αριθ. 891/2005 και 520/2007 αποφάσεων του Εφετείου Πατρών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1, 2 και 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση οι τέταρτη και πέμπτη των αναιρεσίβλητων δεν εμφανίστηκαν κατά την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής συνεδρίαση κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου. Από τις … και … εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών … και το από … αποδεικτικό επιδόσεως του Γενικού Προξένου της Ελλάδος στη Μελβούρνη προς την πέμπτη των αναιρεσιβλήτων, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι επισπεύδοντες τη συζήτηση τρεις πρώτοι αναιρεσίβλητοι, προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση της αίτησης αυτής επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στις απολειπόμενες αναιρεσίβλητες.
Επομένως παρά την απουσία τους η συζήτηση της υπόθεσης πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρούσες. Ι. Βάση της αγωγής διανομής κοινού πράγματος είναι κατά την έννοια των άρθρων 1113 και 799 ΑΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 478-481 του ΚΠολΔ η συγκυριότητα επί του διανεμητέου πράγματος των διαδίκων, το στοιχείο δε αυτό πρέπει να περιέχεται στην αγωγή.
Δεν είναι δε αναγκαίο να εκτίθεται σ' αυτήν και ο τρόπος με τον οποίο ο ενάγων και ο εναγόμενος έγιναν συγκύριοι, εκτός αν ο εναγόμενος, αμφισβητώντας τη νομιμοποίηση της αγωγής, ισχυρισθεί ότι δεν έχουν κανένα δικαίωμα κυριότητος επί του διανεμητέου ούτε ο ενάγων ούτε ο εναγόμενος, οπότε υποχρεούται ο ενάγων με τις προτάσεις της πρώτης συζητήσεως να καθορίσει τον τρόπο με τον οποίον αυτός και ο εναγόμενος έγιναν συγκύριοι του διανεμητέου.
Εάν ο εναγόμενος ισχυρισθεί ότι αυτός είναι αποκλειστικός κύριος του διανεμητέου, προβάλλων κατ' αυτόν τον τρόπον αμφισβήτηση της ενεργητικής νομιμοποιήσεως της αγωγής, δεν υποχρεούται ο ενάγων να καθορίσει και τον τρόπον με τον οποίο ο εναγόμενος έγινε συγκύριος του διανεμητέου. Στην περίπτωση αυτή η απόδειξη της συγκυριότητας του ενάγοντος θα έχει ως αποτέλεσμα τον περιορισμόν του από τον εναγόμενο ομολογουμένου δικαιώματος του κυριότητος επί ολοκλήρου του διανεμητέου πράγματος.
Εάν ο εναγόμενος επικαλείται περιστατικά κτήσεως της αποκλει-στικής του κυριότητος επί του διανεμητέου μεταγενέστερα των αντιστοίχων της κυριότητος του ενάγοντος, προβάλλει ένσταση κατά της αγωγής την οποία θα υποχρεωθεί να αποδείξει. Ειδικότερα ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι απέκτησε την κυριότητα του διανεμητέου ακινήτου με χρησικτησία (τακτική ή έκτακτη) αποτελεί ένσταση κατά της βάσης της αγωγής από παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας του ενάγοντος και επίσης ένσταση και κατά της βάσης από πρωτότυπο τρόπο κτήσης της κυριότητας εφόσον τα περιστατικά που τον στηρίζουν, αληθή υποτιθέμενα, προσπορίζουν στον εναγόμενο κυριότητα εάν είναι μεταγενέστερα εκείνων που στηρίζουν την αγωγή ή ο χρόνος της νομής που περιέχεται σ' αυτά επαρκεί για τη συμπλήρωση διπλής χρησικτησίας, διαφορετικά, αν δηλαδή αυτά συμπίπτουν ή είναι προγενέστερα εκείνων της αγωγής συνιστούν άρνηση της βάσης αυτής.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 13 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής, οι ενάγοντες στηρίζουν τη συγκυριότητά τους στα προς διανομή ακίνητα κατά τα στην αγωγή ποσοστά, σε παράγωγο τρόπο, ήτοι σε κληρονομική διαδοχή της Μ.
Κ., μητέρας των δύο πρώτων και συζύγου του τρίτου αυτών, που πέθανε το έτος 1988 και στην οποία αυτά κατά τα ίδια ποσοστά είχαν περιέλθει ως εξ αδιαθέτου κληρονόμο του κατά το έτος 1961 αποβιώσαντος πατέρα της Α. Ο.. Οι εναγόμενοι προς απόκρουση της αγωγής προβάλλουν με τις πρωτόδικες ήδη προτάσεις τους της πρώτης συζήτησης, τον ισχυρισμό ότι ο Α.
Ο. πριν το θάνατό του (1961) και συγκεκριμένα το έτος 1953 διένειμε ατύπως την ακίνητη περιουσία του στα τέσσερα παιδιά του, τα δε επίδικα περιήλθαν έκτοτε με παράδοση της νομής τους στον πρώτο εναγόμενο (αναιρεσείοντα) Κ. Ο., ο οποίος έκτοτε (1953) και συνεχώς μέχρι την άσκηση της αγωγής (1993) τα νεμήθηκε με διάνοια κυρίου, κάνοντας τις, ειδικότερα, σ' αυτές τις προτάσεις μνημονευόμενες διακατοχικές πράξεις και, έτσι, έγινε αποκλειστικός κύριος των επιδίκων με έκτακτη χρησικτησία.
Ο ως άνω ισχυρισμός των εναγομένων συνιστά ένσταση, καθόσον τα επικαλούμενα απ' αυτούς πιο πάνω περιστατικά προσπορίζουν κυριότητα σ' αυτούς και είναι μεταγενέστερα των περιστατικών που θεμελιώνουν τη συγκυριότητα της δικαιοπαρόχου των εναγόντων Μ. Κ., δηλαδή περιστατικά από το έτος 1953 έως και την άσκηση της αγωγής (1993), τα οποία, αληθή υποτιθέμενα, καταλύουν την κατά το έτος 1961 συγκυριότητα της Μ.
Κ. στα επίδικα και δημιουργούν το έτος 1973, μεταγενέστερη κυριότητα του αναιρεσίβλητου. Επομένως, αφού και το Εφετείο έκρινε ομοίως με την κατά νόμο συμπροσβαλλόμενη, 891/2005, μη οριστική του απόφαση και υποχρέωσε τους εναγομένους να αποδείξουν την ένστασή τους, ορθά τις περί βάρους της απόδειξης διατάξεις του άρθρου 338 ΚΠολΔ ερμήνευσε και εφάρμοσε, ο δε περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αρ. 13 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που, με επίκληση, προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους.
Από τη διάταξη δε του άρθρου 340 ΚΠολΔ, με την οποία καθιερώνεται η αρχή της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων από το δικαστή, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 409 παρ. 2 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η αξιοπιστία των μαρτύρων και η εκτίμηση των όσων αυτοί καταθέτουν ανήκει στην κυριαρχική και ανέλεγκτη εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, εκτιμώντας τις αποδείξεις, μπορεί να αποδώσει στις καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσιβλήτου μεγαλύτερη βαρύτητα και αξιοπιστία από τις καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσείοντος και δεν υποχρεούται να εκθέσει στην απόφασή του τους λόγους που το οδήγησαν σε τέτοια ή άλλη εκτίμησή του.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του,
στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι οι ενάγοντες- τρείς πρώτοι αναιρεσίβλητοι είναι συγκύριοι των επιδίκων ακινήτων κατά τα στην προσβαλλόμενη απόφαση ποσοστά και ότι αυτά δεν τα νεμόταν αποκλειστικά ο αναιρεσείων από το έτος 1953 έως την άσκηση της αγωγής, κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη του, μεταξύ άλλων, "τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που περιέχονται αφ' ενός μεν στην προσαγόμενη με επίκληση υπ' αριθ. 4/1999 έκθεση του Εισηγητή Δικαστή του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας, αφ'ετέρου δε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας στο ακροατήριο συνεδρίασης αυτού του Δικαστηρίου" καθώς και "όλα εν γένει τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως". Από τη βεβαίωση αυτή του Εφετείου, αλλά και από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το εν λόγω δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και τις καταθέσεις των μαρτύρων Ε. Ζ., Σ. Θ. και Α. Λ., καθώς και την υπ' αριθ. 712/1971 δήλωση αποδοχής κληρονομίας του Συμ/φου Λευκάδας Αριστογείτονα Γλένη, για την οποία μάλιστα υπάρχει και ειδική μνεία στην απόφαση αυτή. Επομένως, ο από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
ΙΙΙ. Ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τον χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (Ολ.
ΑΠ 1/1999, Ολ. ΑΠ 24/1992). Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από την αναφορά ή μη στην επιχειρηματολογία των διαδίκων ή στην επιχειρηματολογία του δικαστηρίου. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος (έκτακτη χρησικτησία).
Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται, ότι, προϋπόθεση για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, αποτελεί η με διάνοια κυρίου νομή του ακινήτου επί εικοσαετία. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα: "Τα επίδικα υπό διανομή ακίνητα, που βρίσκονται όλα εντός του αρχαιολογικού χώρου Καλλιγωνίου του Δήμου Λευκάδας, είναι τα ακόλουθα...
Κύριος των ακινήτων αυτών μέχρι και την 7 Σεπτεμβρίου 1961, που πέθανε αδιάθετος στο Καλλιγώνι Λευκάδας σε ηλικία 84 ετών περίπου, ήταν ο απώτερος κοινός δικαιοπάροχος των διαδίκων Α. Ο., πατέρας των εναγόμενων από το δεύτερο γάμο του με την Ε. Λ., καθώς επίσης και της άμεσης δικαιοπαρόχου των εναγόντων Μ. συζύγου Φ.
Κ. από τον πρώτο του γάμο με την αποβιώσασα Α. Θ.. Τα ακίνητα αυτά ο Α. Ο. μέχρι και την ημέρα του θανάτου του (7.9.1961) τα νέμονταν με διάνοια και πρόθεση κυρίου, ενεργώντας όλες τις εμφανείς σε τρίτους και αρμόζουσες στη φύση και τον προορισμό τους διακατοχικές πράξεις, αυτοπροσώπως αλλά και με τη σύμπραξη των στενών συγγενών του (γυναίκας και τέκνων του, ιδία δε του πρώτου εναγόμενου Κ.
Ο., άγαμου μέχρι το έτος 1979 περίπου, ηλικίας δε κατά το χρόνο του θανάτου του πατέρα του 33 ετών), όπως επίσης και τρίτων εργατών που αυτός προσλάμβανε επ' αμοιβή είτε για αγροτικές καθαρώς εργασίες, είτε για τη μεταφορά ζωοτροφών που αγόραζε από αποθήκες ή καταστήματα της περιοχής στον ειδικά διαμορφωμένο για τα ζώα του (σταύλο) του πρώτου ακινήτου, όπου ήταν και η κατοικία του.
Ειδικότερα, μέχρι και την ημέρα που πέθανε (Σεπτέμβριο 1961), ο Α. Ο. χρησιμοποιούσε για κατοικία, όπως και η υπόλοιπη οικογένειά του, το κτίσμα (ανώγειο ή διόροφο) του πρώτου υπό διανομή ακινήτου (οικοπέδου στη θέση "Αγία Τριάδα" Καλλιγωνίου), το οποίο βελτίωσε ριζικά (εσωτερικά και εξωτερικά) με δικές του αποκλειστικά δαπάνες ο πρώτος εναγόμενος γιος του Κ.
Ο. μετά το έτος 1994, όταν δηλαδή μεταξύ των διαδίκων είχε ήδη αρχίσει η αντιδικία, ενώ τα υπόλοιπα υπό διανομή ακίνητα (ξηρικά χωράφια και ελαιοστάσιο) τα καλλιεργούσε και συνέλλεγε τους καρπούς με τη βοήθεια και σύμπραξη λόγω του προκεχωρημένου της ηλικίας του (το 1961 που πέθανε, ήταν, όπως προαναφέρθηκε, 84 ετών), του άγαμου γιου του Κ.
Ο. (πρώτου εναγόμενου), έχοντας την απόλυτη διαχείριση των εισοδημάτων της περιουσίας. Κληρονόμοι του Α. Ο. μετά το θάνατό του (1961) έγιναν κατά τα ποσοστά της εξ αδιαθέτου διαδοχής 1) η γυναίκα του Ελένη (από το δεύτερο γάμο) κατά τα 24/96 (1/4) εξ αδιαιρέτου, που πέθανε, επίσης, αδιάθετη, την 5 Ιουλίου 1983 και 2) τα τέσσερα (4) παιδιά του, το καθένα κατά τα 18/96 εξ αδιαιρέτου, ήτοι α) η κόρη του από τον πρώτο γάμο Μ.
Ο. σύζυγος Φ. Κ., άμεση δικαιοπάροχος των εναγόντων (συζύγου και τέκνων της) και β) τα τρία (3) παιδιά του από το δεύτερο γάμο, δηλαδή οι εναγόμενοι Κ. Ο., Σ. Α. και Α. Ζ.. Την κληρονομιά του αποβιώσαντος πατέρα της κατά το ποσοστό των 18/96 εξ αδιαιρέτου αποδέχτηκε και η δικαιοπάροχος των εναγόντων Μ. σύζυγος Φ. Κ.
με την … δήλωσή της ενώπιον του Συμβολαιογράφου Λευκάδας Αριστογείτονα Γλένη, την οποία και μετέγραψε νομίμως, καταστάσα παραγώγως κυρία των επικοίνων πέντε (5) ακινήτων κατά το ως άνω ποσοστό των 18/96 εξ αδιαιρέτου αναδρομικά από το χρόνο του θανάτου του πατέρα της Α. Ο. Στη συνέχεια την 11 Σεπτεμβρίου 1988 σε ηλικία περίπου 67 ετών πέθανε αδιάθετη και η ως άνω δικαιοπάροχος των εναγόντων Μ.
σύζυγος Φ. Κ. (μητέρα των δύο πρώτων εναγόντων και σύζυγος του τρίτου), κληρονομηθείσα από τις δύο κόρες της, Γ. σύζυγο Α. Λ. σε ποσοστό 6,75/96 εξ αδιαιρέτου, Α. Κ. σε ποσοστό, επίσης, 6,75/96 και το σύζυγο της Φ. Κ. σε ποσοστό 4,5/96 εξ αδιαιρέτου (1/4 των 18/96), οι οποίοι και αποδέχθηκαν την κληρονομιά με την … δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του Συμβολαιογράφου Λευκάδας Δήμου Μαλακάση, την οποία και μετέγραψαν νομίμως, καταστάντες έτσι παραγώγως (συγκύριοι) των επιδίκων ακινήτων κατά τα ως άνω εξ αδιαιρέτου ποσοστά (6,75/96, 6,75/96 και 4,5/96 αντίστοιχα) αναδρομικά από του χρόνου του θανάτου της δικαιοπαρόχου τους (11.9.1988), δοθέντος ότι ο εν έτει 1983 (5 Ιουλίου) θάνατος της μητρυιάς της Μ.
Κ., Ε. χήρας Α. Ο. δεν προσαύξησε την μερίδα της, όπως εσφαλμένα δέχτηκε η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία προσδιόρισε την εξ αδιαιρέτου μερίδα της Μ. Κ. όχι στα 18/96, όπως έπρεπε, αλλά στα 24/96, προσαυξάνοντας αντίστοιχα τη μερίδα των εναγόντων κληρονόμων της σε 9/96 για την πρώτη, 9/96 για τη δεύτερη και σε 6/96 εξ αδιαιρέτου για τον τρίτο ενάγοντα Φ.
Κ.. Για να καταλύσουν την παραγώγως, κατά τα άνω, κτηθείσα το έτος 1961 (7 Σεπτεμβρίου) αιτία κληρονομικής εξ αδιαθέτου διαδοχής (συγκυριότητα κατά τα 18/96 εξ αδιαιρέτου στα επίδικα πέντε (5) ακίνητα της δικαιοπαρόχου των εναγόντων Μ. Κ., οι εναγόμενοι (ετεροθαλείς αδελφοί της) ισχυρίστηκαν πρωτοδίκως ότι αποκλειστικά κύριος αυτών (επιδίκων) με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας είναι ο εξ αυτών Κ.
Ο., ο οποίος νεμήθηκε τα ακίνητα με διάνοια κυρίου μέχρι και το τέλος του έτους 1993 (χρόνος άσκησης της αγωγής) συνεχώς από το έτος 1953, όταν ο πατέρας τους Α. Ο. (πατέρας και της Μ. Κ.) στα πλαίσια άτυπης διανομής της τότε υπάρχουσας ακίνητης περιουσίας του, παρέδωσε σ' αυτόν (Κ. Ο., γιο του) με τη βούλησή του τη νομή των ως άνω ακινήτων, αποξενωθείς έκτοτε πλήρως από αυτά..
Η βασιμότητα όμως του παραπάνω ισχυρισμού των εκκαλούντων (Κ. Ο. και Σ. Α.) δεν επιβεβαιώθηκε αποδεικτικώς, διότι, όπως προέκυψε, μέχρι και το έτος 1961 που πέθανε, ο Α. Ο. δεν αποξενώθηκε καθόλου από τα περιουσιακά του στοιχεία, εξουσιάζοντας και διαχειριζόμενος αυτά μέχρι τέλους, αν μάλιστα ληφθεί υπόψη και το γεγονός ότι προίκα σε ακίνητα στις δύο από τις τρεις (3) κόρες του, την Μ.
Κ. (άμεση δικαιοπάροχο των εναγόντων) και την Α. Ζ., που παντρεύτηκαν στο χρονικό διάστημα από το έτος 1953 έως και το έτος 1961, που φέρεται αυτός δήθεν να έχει μεταβιβάσει με άτυπη διανομή την όλη ακίνητη περιουσία του, έδωσε προσωπικώς ο ίδιος (Α. Ο.), ενώ από την ίδια πηγή (κληρονομική περιουσία του Α. Ο.) φέρεται να έχει λάβει την προίκα της σε ακίνητα και η τρίτη κόρη του Σ.
Α., που παντρεύτηκε το έτος 1972, όταν δηλαδή είχε πεθάνει ο πατέρας της. Άλλωστε, η ύπαρξη κληρονομιαίας πατρικής περιουσίας και μάλιστα αδιανέμητης κατά τα έτη 1983 και 1984, που αναιρεί τον προδιαληφθέντα ισχυρισμό της άτυπης εν έτει 1953 διανομής, φέρεται να αναγνωρίζεται και από τους ίδιους τους εκκαλούντες στις προσαγόμενες με επίκληση από τους εφεσίβλητους ενάγοντες δηλώσεις τους με αριθμούς … και … ενώπιον του Συμβολαιογράφου Λευκάδας Δήμου Μαλακάση.
Στην πρώτη (…) οι συμπράττοντες σ' αυτήν εκκαλούντες (Κ. Ο. και η αδελφή του Σ. Α.) αναγνωρίζουν ότι "η προίκα που λήφθηκε από την δεύτερη το έτος 1972 αντλήθηκε από την περιουσία του πατέρα τους Α. Ο. και ότι η προικολήπτρια, ικανοποιηθείσα πλήρως από την περιουσία αυτή, δεν διατηρεί καμιά απαίτηση κατά της υπόλοιπης περιουσίας του πατέρα της".
Στη δεύτερη (…), που συμπράττουν, εκτός από τους ως άνω εκκαλούντες, η δικαιοπάροχος των εναγόντων Μ. Κ. και η ετεροθαλής αδελφή της Α. Ζ., η Α. Ζ., που έλαβε από τον πατέρα της Α. Ο. ατύπως επί τη προόψει του γάμου της το έτος 1955 χωράφι στη θέση Καλλιγώνι Λευκάδας, εμβαδού 523 τ.μ., αναγνωρίζεται κυρία τούτου από τα αδέλφια της Μ.
Κ. (ετεροθαλή αδελφή) και Κ. Ο. (αμφιθαλή αδελφό της), τα οποία δηλώνουν συγχρόνως ότι "την παροχή αυτή δεν θα την υπολογίσουν στην πατρική κληρονομιά", για να επιβεβαιωθεί έτσι στο σημείο αυτό η κατάθεση του μάρτυρα των εναγόντων Α. Λ. (συζύγου της πρώτης ενάγουσας Γ. Κ.), ο οποίος ενόρκως και μετά λόγου γνώσεως βεβαίωσε, ότι μέχρι και το έτος 1988 (11 Σεπτεμβρίου) που πέθανε αδιάθετη η πεθερά του Μ.
Κ., αναζητούνταν μεταξύ της τελευταίας και του ετεροθαλούς αδελφού της Κ. Ο. λύση για να πάρει αυτή το μερίδιο της από την περιουσία του πατέρα της, εξερχόμενη της κοινωνίας, πράγμα που ασφαλώς δεν θα συνέβαινε, αν ανταποκρίνονταν στα πράγματα ο ως άνω ισχυρισμός των εκκαλούντων ότι το έτος 1953 ο δικαιοπάροχος πατέρας τους Α.
Ο. (δικαιοπάροχος και των εφεσίβλητων εναγόντων) διέθεσε όλη του την περιουσία με άτυπη διανομή, μεταβιβάζοντας τη νομή των επιδίκων στο γιο του Κ. Ο.. Τέλος, αν ήταν βάσιμος ο ισχυρισμός αυτός και ο Κ. Ο. είχε ήδη λάβει στη νομή του από το έτος 1953 τα επίδικα ακίνητα, ο τελευταίος δεν θα είχε προβεί σε βελτιωτικές δαπάνες του πρώτου ακινήτου (πατρικής οικίας) μετά την επέλευση της δικαστικής αντιδικίας για πρώτη φορά (μετά το έτος 1994), δηλαδή μετά πάροδο σαράντα (40) και πλέον ετών.
Ακολούθως το Εφετείο, με βάση τις πιο πάνω παραδοχές, αφού δέχθηκε την έφεση των εναγομένων (αναιρεσείοντος και πέμπτης αναιρεσίβλητης), εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και δίκασε την αγωγή των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων κατά των υπολοίπων διαδίκων, στη συνέχεια, αφού απέρριψε την ένσταση ιδίας κυριότητας των εναγομένων (άρθρο 1045 ΑΚ), έκανε δεκτή την αγωγή κατ' ουσίαν και αναγνώρισε τους ενάγοντες συγκυρίους των επιδίκων ακινήτων, κατά τα σ' αυτή ποσοστά, διατάσσοντας συγχρόνως την πώλησή τους με πλειστηριασμό.
Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού εξέθεσε σ' αυτήν χωρίς αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά γεγονότα που δέχθηκε ως αποδεικνυόμενα και που ήταν αναγκαία για την μη εφαρμογή της προδιαλαμβανόμενης ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 1045 ΑΚ, την οποία και δεν εφάρμοσε και γι' αυτό ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, προς επιστήριξη του ίδιου αυτού λόγου της αναίρεσης, ο αναιρεσείων προβάλλει και τις αιτιάσεις α) ότι, παρόλο που το Εφετείο δέχθηκε ότι ο πατέρας του αναιρεσείοντος διατήρησε τη νομή των επιδίκων έως το θάνατό του το 1961, το γεγονός αυτό δεν αναιρεί τη δυνατότητα να έχει αυτός (αναιρεσείων) αποκτήσει την κυριότητα των επιδίκων με έκτακτη χρησικτησία, β) ότι, παρόλο που το Εφετείο δέχθηκε πως οι θυγατέρες του πατέρα του προικίστηκαν από την περιουσία του, όμως το γεγονός αυτό δεν αρκεί για να αποκλείσει την ύπαρξη άτυπης διανομής της περιουσίας του το έτος 1953, γ) ότι το Εφετείο για το αμέσως παραπάνω (υπό β) γεγονός δεν πείστηκε γι' αυτό και επιχειρεί να στηρίξει τη σχετική κρίση του σε πρόσθετο επιχείρημα, δ) ότι από την κατάθεση του μάρτυρα Α.
Λ. δεν προκύπτει ότι αυτός (αναιρεσείων) δεν είχε την αποκλειστική νομή των επιδίκων και ε) ότι το επιχείρημα που χρησιμοποιεί το Εφετείο, ότι, δηλαδή, αν αυτός (αναιρεσείων)είχε τη νομή των επιδίκων, θα έκανε δαπάνες βελτίωσης στην πατρική οικία πριν το έτος 1994, δεν αρκεί για να αποκλειστεί η αποκλειστική νομή του στα επίδικα ακίνητα.
Όμως οι προβαλλόμενες πιο πάνω υπό στοιχεία γ και δ ελλείψεις δεν ανάγονται στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά, αλλά αναφέρονται αποκλειστικά στην εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία όμως εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο, καθώς και στην αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, το οποίο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τα αναφερόμενα και στο αναιρετήριο, εκτίθεται σαφώς.
Οι λοιπές υπό στοιχεία α, β και ε ελλείψεις αναφέρονται στην επιχειρηματολογία του αναιρεσείοντος και όχι στο αναγκαίο περιεχόμενο του πιο πάνω κανόνα ουσιαστικού δικαίου (1045 ΑΚ), που στην προκειμένη περίπτωση δεν ήταν εφαρμοστέος. Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, υπό τις προαναφερόμενες αιτιάσεις, είναι απαράδεκτος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-10-2007 αίτηση του Κ. Ο. για αναίρεση της 520/2007 απόφασης του Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Μαΐου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ