Legislator Case Law & Legislation
1549/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on jurisdictional error regarding compensation for expropriated property claims.

Case Number 1549/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by two companies against a Thessaloniki Court of First Instance judgment. The companies argued the Court of First Instance lacked subject-matter jurisdiction to hear a separate lawsuit for compensation reduction. The court held that the appeal failed because the Court of First Instance correctly determined it lacked jurisdiction, which was the only valid ground for the appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 17 of the Constitution; Article 559(5) of the Code of Civil Procedure: A court ruling declaring itself incompetent to hear a case constitutes a valid ground for appeal, and the appellate court must dismiss the appeal if the lower court's jurisdictional finding is correct.

Keywords

AI generated
subject matter jurisdiction expropriation compensation appeal dismissal competent court Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 17(1), (2), (4) of the Constitution
Article 28 of the Constitution
Article 1 of the First Protocol to the European Convention on Human Rights
Articles 13, 20, 21 of Law 2882/2001
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(5) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1549 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1549/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Μαΐου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) ΑΕΒΕ με την επωνυμία "ΑΝΕΣΤΗΣ ΑΡΑΜΠΑΤΖΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΜΕΤΑΛΛΟΥΡΓΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία CAO HELLAS "ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ ΑΣΒΕΣΤΟΠΟΙΪΑ ΑΕΒΕ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη, πρώην "ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ ΑΣΒΕΣΤΟΠΟΙΪΑ ΤΙΤΑΝ ΑΕ" και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Χορομίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αλέξανδρο Ροϊλό, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/11/2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Εφετείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκε η 1346/2007 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 6/9/2007 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Πολυζωγόπουλος, ανέγνωσε την από 5/9/2008 έκθεση του τότε Αρεοπαγίτη και νυν Aντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Πετράκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 17 παρ. 1, 2 και 4 του Συντάγματος, Ι του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Συμβάσεως της Ρώμης (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει, κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, και 13 επ., 20 και 21 του ν. 2882/2001 Κώδικος Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ), συνάγεται, ότι στα πλαίσια του προσδιορισμού της οριστικής αποζημίωσης απαλλοτριωθέντος ακινήτου, το Εφετείο είναι αρμόδιο να εξετάσει ενιαία κατά την προβλεπόμενη από τις τελευταίες αυτές διατάξεις του ΚΑΑΑ διαδικασία, εφόσον υποβληθούν σχετικά αιτήματα, τη χορήγηση αποζημίωσης σε σχέση με την αξία του απαλλοτριούμενου ακινήτου, την ύπαρξη ή όχι ωφέλειας του ιδιοκτήτη του, όπου η ύπαρξή της επηρεάζει τις αξιώσεις του από την απαλλοτρίωση, την αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημίωσης, την καταψήφιση της αποζημίωσης και κάθε άλλο συναφές με την απαλλοτρίωση θέμα, καθώς και τη δικαστική δαπάνη.

Η ενιαία εκδίκαση, στα πλαίσια της δίκης για τον προσδιορισμό της οριστικής αποζημίωσης ενώπιον του Εφετείου, όλων των πιο πάνω θεμάτων, μεταξύ των οποίων και η καταψήφιση της αποζημίωσης, ως απολύτως συναφές με την απαλλοτρίωση θέμα, επιβάλλεται από την ανάγκη, αφενός να έχει εκείνος που επιδιώκει την απαλλοτρίωση σαφή αντίληψη της έκτασης των υποχρεώσεών του και αφετέρου να περατώνεται γρήγορα η διαδικασία της απαλλοτρίωσης και να μην τίθεται, με την προβολή νέων αξιώσεων, υπό αμφιβολία η συντέλεσή της, που ολοκληρώνεται με την καταβολή ή την παρακατάθεση κλπ της αποζημίωσης.

Έτσι, ο προβλεπόμενος στην ως άνω διάταξη του άρθρου 20 του ΚΑΑΑ περιορισμός της αρμοδιότητας του Εφετείου σε μόνο τον προσδιορισμό της αποζημίωσης, είναι ανίσχυρος ως προσκρούων στις πιο πάνω διατάξεις του άρθρου 17 του Συντάγματος και του άρθρου 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Η επιβαλλόμενη, όμως, ενιαία εκδίκαση, μαζί με τα άλλα, και του θέματος της καταψήφισης της αποζημίωσης προϋποθέτει αναγκαίως την υποβολή, κατά τρόπο παραδεκτό, σχετικού αιτήματος στα πλαίσια της δίκης για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης ενώπιον του Εφετείου, ώστε να καταστεί δυνατή η καταψήφιση της αποζημίωσης με την ίδια απόφαση, που θα καθορίσει την οριστική αποζημίωση και θα λύσει τα άλλα συναφή με την απαλλοτρίωση θέματα.

Διαφορετικά, δηλαδή αν δεν υποβληθεί τέτοιο αίτημα στη δίκη για τον προσδιορισμό της οριστικής αποζημίωσης, αλλά ασκηθεί αυτό αυτοτελώς μετά τον καθορισμό της οριστικής αποζημίωσης, την αναγνώριση των δικαιούχων αυτής και την εκδίκαση των άλλων συναφών με την απαλλοτρίωση θεμάτων, το Εφετείο, κατά την έννοια των προαναφερόμενων διατάξεων του Συντάγματος, του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και του ΚΑΑΑ, δεν έχει αρμοδιότητα για την εκδίκαση του εν λόγω αιτήματος, δεδομένου μάλιστα ότι δεν υφίσταται η προαναφερόμενη ανάγκη, που επέβαλε την ενιαία εκδίκαση όλων των θεμάτων της απαλλοτρίωσης από το Εφετείο κατά παράκαμψη της αρχής της τήρησης των δύο βαθμών δικαιοδοσίας και της απαγόρευσης της υποβολής αυτοτελούς αίτησης απευθείας στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που προβλέπονται από το άρθρο 12 του ΚΠολΔ, που μόνο κατ' εξαίρεση και στις οριζόμενες από το νόμο περιπτώσεις επιτρέπει.

Επομένως, στην περίπτωση αυτοτελούς αίτησης για την καταψήφιση της καθορισθείσας οριστικής αποζημίωσης υπέρ του αναγνωρισθέντος δικαιούχου αυτής, αρμόδιο καθ' ύλην δικαστήριο για την εκδίκασή της είναι το κατά τις γενικές διατάξεις των άρθρων 12 επ. του ΚΠολΔ αρμόδιο λόγω ποσού δικαστήριο, που δικάζει κατά την τακτική διαδικασία.

Η ρύθμιση αυτή, όπως έχει λεχθεί, δεν είναι αντίθετη προς τις διατάξεις του άρθρου 17 του Συντάγματος και του άρθρου 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, αλλ' ούτε και στη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ίδιας ΕΣΔΑ και στη θεσπιζόμενη με αυτή αρχή της "δίκαιης δίκης" και ειδικότερα την αρχή της εκδίκασης της υπόθεσης εντός ευλόγου χρόνου, διότι μετά τη θέσπιση των νόμων 2915/2001, 3043/2002 και 3089/2002, με τους οποίους επιταχύνθηκε η εκδίκαση των υποθέσεων, που υπάγονται στην τακτική διαδικασία, η επίλυση της διαφοράς ολοκληρώνεται μέσα σε σύντομο σχετικά χρόνο.

Εν προκειμένω, δέχθηκε το Εφετείο και προκύπτει από την αγωγή των αναιρεσειουσών ανώνυμων εταιρειών, που επιτρεπτώς επισκοπείται από το δικαστήριο τούτο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), ότι με αυτή οι αναιρεσείουσες ζήτησαν να υποχρεωθεί το αναιρεσίβλητο Δημόσιο να καταβάλει σε κάθε μία από αυτές το αναφερόμενο χρηματικό ποσό, που αντιστοιχεί στην ιδιαίτερη αποζημίωση των εναπομεινάντων μετά την αναγκαστική απαλλοτρίωση υπέρ του αναιρεσιβλήτου ακινήτων τους εδαφικών τμημάτων αυτών και των επ' αυτών συστατικών, καθώς και της έκτασης του ακινήτου της πρώτης αναιρεσείουσας, για το οποίο αναγνωρίστηκε ότι δεν ισχύει το τεκμήριο ωφελείας, η οποία, αποζημίωση, καθορίστηκε οριστικώς με την 1436/2006 απόφαση του Εφετείου, που εκδόθηκε στα πλαίσια της δίκης για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, που άρχισε με ξεχωριστές σχετικές αιτήσεις των αναιρεσειουσών, και της οποίας, αποζημίωσης, οι τελευταίες αναγνωρίστηκαν δικαιούχες με αποφάσεις του αρμόδιου Μονομελούς Πρωτοδικείου.

Από το περιεχόμενο και αίτημα αυτό της αγωγής προκύπτει σαφώς, ότι πρόκειται για αυτοτελή αγωγή με μοναδικό αίτημα την καταψήφιση αποζημίωσης, που καθορίστηκε στα πλαίσια της δίκης για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης αναγκαστικώς απαλλοτριωθέντων ακινήτων ενώπιον του Εφετείου, η οποία (αγωγή) ασκείται εκτός των πλαισίων της δίκης αυτής, που έχει προηγηθεί.

Επομένως, η αγωγή αυτή, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, υπάγεται στο καθ' ύλην λόγω ποσού αρμόδιο δικαστήριο. Έτσι το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ομοίως και ακολούθως κήρυξε εαυτό αναρμόδιο καθ' ύλην προς εκδίκαση της αγωγής και παρέπεμψε αυτήν στο αρμόδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 5 του ΚΠολΔ για εσφαλμένη κήρυξη καθ' ύλην αναρμοδιότητας και οι δύο λόγοι της ένδικης αίτησης αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμηση μόνο από την πλημμέλεια αυτή, με τους οποίους οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν, ότι τάχα το Εφετείο, μετά από εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 17 παρ. 1, 2, 4 και 28 του Συντάγματος, 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, 7, 9, 11, 12 παρ. 1 και 20 του ν. 2882/2001, 287 του ΑΚ και 12 παρ. 1, 2 και 13 του ΚΠολΔ, δέχθηκε ότι είναι καθ' ύλην αναρμόδιο για την εκδίκαση της αγωγής τους, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6-9-2007 αίτηση των ανωνύμων εταιρειών με τις επωνυμίες "Ανέστης Αραμπατζής Ανώνυμη Μεταλλουργική Εμπορική Εταιρεία"

και "Μακεδονική Ασβεστοποιΐα ΑΕΒΕ" για αναίρεση της 1346/2007 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και,

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιουνίου 2009.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ