Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to late filing and vague legal grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision, ruling the additional appeal grounds inadmissible. The appellant failed to file the supplementary grounds within the strict thirty-day statutory period required by law, and the court found several legal arguments vague and insufficiently detailed. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 568 and 569 of the Code of Civil Procedure; Additional appeal grounds must be filed at least thirty full days before the hearing, and vague or insufficiently substantiated grounds are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1549 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1549/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Μαϊου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κουκκούλη.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ Η ΕΘΝΙΚΗ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Τσαντίνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-5-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4619/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 2748/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 16-6-2006 αίτησή του και τους από 19-1-2007 και 27-11-2007 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε τις από 5-3-2007 και 10-1-2008 εκθέσεις του, με τις οποίες εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και του πρόσθετου λόγου καθώς και να απορριφθούν ως απαράδεκτοι οι από 27-11-2007 πρόσθετοι λόγοι. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή κατ' άρθρο 569 παρ. 2 ΚΠολΔ οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, ως τέτοιας νοούμενης της κατ' άρθρο 568 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα από τον πρόεδρο του οικείου τμήματος του Αρείου Πάγου οριζόμενης αρχικώς και όχι μεταγενεστέρως μετ' αναβολή, ματαίωση ή κήρυξη απαράδεκτης της συζητήσεως (Ολ. ΑΠ. 143, 654/84). Στην προκειμένη περίπτωση, ο Πρόεδρος του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου με την από 28.6.2006 πράξη του όρισε δικάσιμο για συζήτηση της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως την 19.03.2007, κατά την οποία η συζήτηση αυτής αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 28.2.2008 κατά την οποία και πάλι αναβλήθηκε η συζήτηση αυτής για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (26.5.2008). Ο αναιρεσείων με το από 27.11.2007 δεύτερο δικόγραφο προσθέτων λόγων, το οποίο κατέθεσε στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου την 13.12.2007, όπως προκύπτει από την επ' αυτού υπ' αριθμ. 340/2007 πράξη κατάθεσης, ζητεί την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης και για τους προβαλλόμενους με αυτό προσθέτους λόγους.
Συνεπώς οι περιλαμβανόμενοι στο άνω 27.11.2007 δικόγραφο πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, αφού κατατέθηκαν εκπροθέσμως στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου την 13.12.2007, δηλαδή όχι τριάντα ημέρες πριν από την ως άνω αρχική δικάσιμο (19.03.2007).
ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ.1 και 588 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να εκτίθεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποίο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται, ότι "αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου..", συνάγεται ότι, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα γενόμενα δεκτά από αυτό ανελέγκτως ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν τον εφαρμόσει ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ολ.ΑΠ 7/2005) Η παραβίαση δηλαδή από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, η οποία στηρίζει το δικανικό συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού, αφού η έλλειψη μείζονος προτάσεως στην απόφαση και πολύ περισσότερο εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την έννοια της διάταξης ουσιαστικού νόμου και τις προϋποθέσεις εφαρμογής της, δεν ιδρύουν αυτές και μόνο λόγο αναίρεσης, αν δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του, διότι το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζουν οι νομικές αναλύσεις αλλά οι ουσιαστικές παραδοχές, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση.
Από αυτά παρέπεται ότι αν η αγωγή, ένσταση κλπ κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση ουσιαστικού νόμου από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ) δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο, το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, αλλά πρέπει, επί πλέον να αναφέρονται α) με πληρότητα και όχι αποσπασματικά οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου υπό τις οποίες και συντελέστηκε η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, β) η εξ αιτίας του σφάλματος καταγνωσθείσα εσφαλμένη έννομη συνέπεια με τη μορφή του διατακτικού, γ) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ), όπως προτάθηκε στο πρωτοβάθμιο και επαναφέρθηκε στο δευτεροβάθμιο, αν η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και δ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ως παραβιασθείσα και μάλιστα ενάριθμα.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο του κυρίου δικογράφου, ο αναιρεσείων, παραθέτοντας εντελώς αποσπασματικά ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, και επικαλούμενος παραβίαση από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αποδίδει σ' αυτό την αιτίαση, ότι με το να δεχθεί την έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης και μετ' εξαφάνιση της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου να απορρίψει την εναντίον της αγωγή του, δεχόμενο αφ' ενός μεν ότι η μεταξύ της αναιρεσίβλητης και του Γ1 καταρτισθείσα σύμβαση είχε το χαρακτήρα συμβάσεως έργου, και ότι η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία είχε την ικανότητα διενεργείας επενδυτικών υπηρεσιών, χωρίς όμως να δέχεται ότι αυτή είχε τύχει αδείας προς τούτο (τη διενέργεια δηλαδή επενδυτικών υπηρεσιών), όπως απαιτείται από το άρθρο 29 παρ.1 ν.2396/96 και αφ' ετέρου ότι η μεταξύ αυτής και του άνω Γ1 από ......
σύμβαση είχε θεωρηθεί από την αρμοδία Δ.Ο.Υ. σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 16 ν. 1882/1990, παρά το νόμο δεν εφάρμοσε τις εφαρμοστέες στην συγκεκριμένη περίπτωση ως άνω ουσιαστικές διατάξεις. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι ο αναιρεσείων δεν αναφέρει ποίο ισχυρισμό προέβαλε στο πρωτοβάθμιο με την αγωγή του και επανέφερε στο δευτεροβάθμιο νομίμως, προς αντιμετώπιση του οποίου το Εφετείο δεν εφάρμοσε ενώ έπρεπε τις διατάξεις αυτές, και κατ' ακολουθίαν πού έγκειται το νομικό σφάλμα του Εφετείου, σχετικά με την κρίση του ότι η αγωγή του είναι απορριπτέα ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
ΙΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 529 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση της πρώτης αυτού παραγράφου με το άρθρο 16 παρ.5 ν. 2915/2001 και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, με το οποίο ορίζεται ότι "Ι. Στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται η επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων. Εξέταση νέων μαρτύρων για ζητήματα για τα οποία εξετάστηκαν μάρτυρες στην πρωτόδικη δίκη επιτρέπεται, αν επιβάλλεται κατά την κρίση του δικαστηρίου. 2.Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσάγονται πρώτη φορά σ' αυτό ως απαράδεκτα, αν κατά την κρίση του ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή βαριά αμέλεια" σαφώς συνάγεται, ότι είναι κατ' αρχήν επιτρεπτή η προσκόμιση νέων αποδεικτικών μέσων στην κατ' έφεση δίκη από τους διαδίκους, επομένως και μαρτύρων που δεν είχαν εξετασθεί στο πρωτοβάθμιο, τους οποίους εξετάζει το Εφετείο, κατά την ενώπιόν του συζήτηση της έφεσης, μπορεί δε το Εφετείο να αποκρούσει το νέο αυτό αποδεικτικό μέσο ως απαράδεκτο, αν, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, το αποδεικτικό μέσο δεν προσκομίστηκε στο πρωτοβάθμιο από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια του διαδίκου που το προσκομίζει.
Για την εξέταση των προσκομιζομένων στο Εφετείο το πρώτο νέων μαρτύρων, δεν εκδίδεται παρεμπίπτουσα προδικαστική απόφαση, αφού με το άρθρο 14 παρ.1 του παραπάνω ν. 2915/01 καταργήθηκε η διάταξη του άρθρου 341 ΚΠολΔ, που προέβλεπε την έκδοση αυτής, ούτε απαιτείται γνωστοποίηση αυτών στον αντίδικο, αφού οι σχετικές περί γνωστοποιήσεως και αριθμού μαρτύρων διατάξεις των άρθρων 396 και 397 ΚΠολΔ καταργήθηκαν με το άρθρο 14 παρ.1 του ν. 2915/2001.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος του κυρίου δικογράφου, με τον οποίο ο αναιρεσείων, κατ' επίκληση παραβάσεων από τους αριθμούς 11, 12 και 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πράγματι όμως από τον αριθμό 11 του ιδίου άρθρου, αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση, ότι παρά το νόμο αυτό έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και την κατάθεση του ενώπιον του το πρώτο εξετασθέντος μετά πρόταση της ήδη αναιρεσίβλητης μάρτυρα, χωρίς αυτός να έχει γνωστοποιηθεί και χωρίς να αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου το ονοματεπώνυμο του μάρτυρα αυτού, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
IV. Ο από το άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης, διότι το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο αποδεικτικού εγγράφου, είτε θετικώς με την λανθασμένη ανάγνωση αυτού, είτε αρνητικώς με την παράλειψη ανάγνωσης κρισίμων τμημάτων αυτού, και έτσι προσέδωσε στο έγγραφο περιεχόμενο που δεν έχει, ακολούθως δε στηριζόμενο αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο στο παραμορφωθέν έγγραφο καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό όρισμα, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης πραγματικού ισχυρισμού, δεν ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αν το φερόμενο ως παραμορφωθέν κατά περιεχόμενο έγγραφο συνεκτιμήθηκε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα.
Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) το αληθινό περιεχόμενο του φερομένου ως παραμορφωθέντος εγγράφου και το κατά παραμόρφωση γενόμενο δεκτό από το δικαστήριο, β) ο ουσιώδης ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου το έγγραφο αυτό χρησιμοποιήθηκε και γ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο του κυρίου δικογράφου, κατά το οικείο μέρος του, ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση, ότι με το να δεχθεί, όπως επί λέξει αναφέρει "ότι δεν αποδείχτηκε από οποιοδήποτε στοιχείο ότι ο Γ1 ενεργούσε εισπράξεις ασφαλίστρων" παραμόρφωσε το περιεχόμενο εντύπου αιτήσεως, το οποίο αυτός προσκόμισε, την οποία αίτηση έχει εκδώσει η αναιρεσίβλητη και την οποία υπογράφουν οι υποψήφιοι επενδυτές για τη συμμετοχή τους στο Επενδυτικό Ομόλογο της Εθνικής Ασφαλιστικής.
Ο λόγος αυτός από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ποίου ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού προσκομίστηκε το έντυπο αυτό, ποίο είναι το αληθινό αυτού περιεχόμενο και ποίο κατά παραμόρφωση προσέδωσε σ' αυτό το Εφετείο, δεν συνιστά δε παραμόρφωση, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ, η παραδοχή του Εφετείου ότι δεν αποδείχτηκε ότι ο Γ1 ενεργούσε εισπράξεις ασφαλίστρων, μολονότι στο έντυπο αυτό, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων αναφέρεται τυπωμένη η φράση "ΠΡΟΚΑΤΑΒΟΛΗ ΔΡΧ..." Ο ίδιος λόγος ως προς το μέρος του με το οποίο ο αναιρεσείων, προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση, ότι παραβίασε, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, την από το άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος καθιερούμενη αρχή της αναλογικότητας, είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήρο σαφώς το σφάλμα του Εφετείου, αλλά εκτίθεται μόνο η κατά τη νομολογία έννοια της αρχής της αναλογικότητας.
Αόριστος επίσης είναι ο λόγος αυτός ως προς τις προβαλλόμενες αιτιάσεις από τους αριθμούς 1, 11 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι δεν αναφέρεται με ποίο τρόπο παραβιάστηκαν οι διατάξεις αυτές, ούτε επίσης αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, υπό τις οποίες αυτές συντελέστηκαν οι από τις διατάξεις αυτές παραβιάσεις, ούτε τέλος καθορίζεται ποία αποδεικτικά μέσα δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο, και δεν καθορίζεται ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου αυτά προσκομίστηκαν, ούτε τέλος καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος που τα μέσα αυτά προσκομίστηκαν στο Εφετείο.
V. Με το από 19.01.2007 δικόγραφο των παραδεκτώς ασκηθέντων προσθέτων λόγων αναίρεσης, ο αναιρεσείων, επικαλούμενος τις διατάξεις των άρθρων 559 αρ. 12 και 20 ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της υπ' αριθμ. 3741/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, των υπ' αριθμ. 5175/2003, 6802/2003, 3861/2003 αποφάσεων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και της υπ' αριθμ. 60/2004 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών και παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την αποδεικτική δύναμη των αποφάσεων αυτών. Ο μοναδικός αυτός πρόσθετος λόγος, κατ' αμφότερα τα άνω σκέλη του είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι ο αναιρεσείων δεν αναφέρει ποίο το πραγματικό περιεχόμενο των δικαστικών αυτών αποφάσεων και ποίο προσέδωσε σ' αυτές το Εφετείο, ούτε αναφέρει ποία αποδεικτική δύναμη, σε σχέση με ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ισχυρισμό, προσέδωσε στις αποφάσεις αυτές το Εφετείο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16 Ιουνίου 2006 αίτηση και τους από 19.01.2007 και 27.11.2007 πρόσθετους λόγους αναίρεσης του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2.748/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης από ευρώ χίλια οκτακόσια (1.800).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Ιουλίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ