Supreme Court dismisses appeal on defamation case, ruling second-instance judgment final and appeal arguments inadmissible.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by two defendants against the second-instance court's judgment awarding damages for defamation. The lower court found the defendants guilty of libel and ordered them to pay 40,000 euros each to the plaintiff, who claimed moral damage from public statements published in a newspaper owned by one of the appellants. The Supreme Court rejected the appeal because the second-instance judgment was already final and the appellants waived their right to annulment by appearing in court with a power of attorney authorizing the withdrawal of legal remedies.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(20) and 561 of the Code of Civil Procedure; The right to annulment is waived if the party appears in court with a power of attorney authorizing the withdrawal of legal remedies, rendering the second-instance judgment final and unappealable.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1549 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1549/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Κασσαβέτη, Ιωάννη Παπανικολάου, Ρένα Ασημακοπούλου και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Ψ1 και 2. Ψ2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευάγγελο Τσεκούρα.
Του αναιρεσιβλήτου: Χ1, δικηγόρου, κατοίκου Ρεθύμνου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παντελή Φουρφουλάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-10-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 26/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 119/2005 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-5-2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 8-3-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 13-10-2003 αγωγή του, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος δικηγόρος Χ1, ζητούσε να του επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από προσβλητικές της τιμής του δημόσιες δηλώσεις του πρώτου αναιρεσείοντος Ψ1 (και του Φ1, μη διαδίκου στην αναιρετική δίκη), που δημοσιεύθηκαν σε εφημερίδα, ιδιοκτήτρια και εκδότρια της οποίας είναι η δευτέρα αναιρεσείουσα.
Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνης, με την 26/2004 απόφασή του δέχθηκε μερικώς την αγωγή και υποχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλουν στον αναιρεσίβλητο, εις ολόκληρον, έκαστος, χρηματικό ποσό 40.000 ευρώ (νομιμοτόκως), οι δε εφέσεις που ασκήθηκαν από (όλους) τους διαδίκους απερρίφθησαν με την 119/2005 απόφαση του Εφετείου Κρήτης.
Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως παραπονούνται ήδη, με την κρινόμενη αίτησή τους, οι δύο εκ των εναγομένων Ψ1 και Ψ2. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο εκ των αναιρεσειόντων Ψ1 εδικαιούτο μεν να ασκήσει, κατά της ως άνω αποφάσεως του Εφετείου, ανακοπή ερημοδικίας ως δικασθείς ερήμην κατά την δευτεροβάθμια δίκη' ασκώντας, όμως, κατ΄ αυτής αναίρεση, θεωρείται παραιτηθείς σιωπηρώς από το σχετικό δικαίωμα, αφού παρίσταται κατά τη συζήτηση στο παρόν δικαστήριο με δικηγόρο στον οποίο όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο και επικαλούμενο υπ΄ αριθμ. ......
πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Ρεθύμνης Ιωάννας Στεφανάκη, έχει παράσχει ειδική πληρεξουσιότητα - μεταξύ άλλων και - να παραιτείται ενδίκων μέσων για λογαριασμό του.
Συνεπώς, η μεν προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη και υπόκειται σε αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 553 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, η δε κρινόμενη αίτηση ασκήθηκε παραδεκτώς (και) από τον αναιρεσείοντα Ψ1 (ΑΠ 722/2006). Κατά το άρθρο 14 παρ. 1 του Συντάγματος καθένας μπορεί να εκφράζει και να διαδίδει προφορικά, γραπτά και δια τoυ τύπου τους στοχασμούς του, τηρώντας τους νόμους του Κράτους.
Κατά δε το άρθρο 10 παρ. 1 εδ. α και β της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως της Ρώμης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (κυρ. ν.δ 53/1974): "Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα εις την ελευθερίαν εκφράσεως. Το δικαίωμα τούτο περιλαμβάνει την ελευθερίαν της γνώμης ως και την ελευθερίαν λήψεως ή μεταδόσεως πληροφοριών ή ιδεών, άνευ επεμβάσεως των δημοσίων αρχών και ασχέτως συνόρων".
Τέλος το άρθρο 367 του Π.Κ που ανήκει στο κεφ. ΚΑ αυτού με τον τίτλο "εγκλήματα κατά της τιμής", ορίζει στην 1η παράγραφο ότι "δεν αποτελούν άδικη πράξη α) οι δυσμενείς κρίσεις... καθώς και γ) οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για την διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον....." και στην 2η παράγραφο ότι "η προηγούμενη διάταξη δεν εφαρμόζεται α) όταν οι παραπάνω κρίσεις και εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξης του άρθρου 363 καθώς και β) όταν από τον τρόπο εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξύβρισης".
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι ο άδικος χαρακτήρας των πράξεων της εξυβρίσεως και της απλής δυσφημήσεως (άρθρα 361 και 362 Π.Κ.) αίρεται και στην περίπτωση που οι σχετικές εκδηλώσεις γίνονται για διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον. Τέτοιο ενδιαφέρον που πηγάζει από την ελευθερία και την κοινωνική αποστολή του τύπου και ειδικότερα των εφημερίδων, τις οποίες προστατεύουν το σύνταγμα και οι νόμοι, έχουν και τα πρόσωπα που αμέσως συνδέονται με τη λειτουργία των άνω μέσων ενημερώσεως για τη δημοσίευση ειδήσεων και καταχώρηση γεγονότων, ως και σχολίων, σχετικών με τη συμπεριφορά προσώπων για τα οποία ενδιαφέρεται το κοινωνικό σύνολο.
Έτσι, είναι επιτρεπτά δημοσιεύματα για την πληροφόρηση, ενημέρωση και κατατόπιση του κοινού, συνοδευόμενα και από οξεία ακόμη κριτική και δυσμενείς χαρακτηρισμούς των προσώπων στα οποία αναφέρονται. Και στην περίπτωση όμως αυτή, ο άδικος χαρακτήρας της εξυβριστικής ή δυσφημιστικής εκδηλώσεως δεν αίρεται και συνεπώς παραμένει η παρανομία ως συστατικό στοιχείο της αδικοπραξίας, όταν η άνω εκδήλωση αποτελεί συκοφαντική δυσφήμιση ή όταν από τον τρόπο και από τις περιστάσεις που έγινε αυτή προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή σκοπός που κατευθύνεται ειδικώς σε προσβολή της τιμής άλλου με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του ή με περιφρόνηση αυτού.
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην εκτίμηση των αποδείξεων, που το πόρισμα τους εκτίθεται σαφώς.
Εξάλλου, ως "ζητήματα", των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε κατά κρίση ανέλεγκτη τα ακόλουθα: "Ο τρίτος εναγόμενος και μη διάδικος στην αναιρετική δίκη Φ1 είχε απαίτηση από αδικοπραξία έναντι των οργάνων του Δήμου ...... για ζημιές που προκλήθηκαν στο ακίνητο του με την εναπόθεση χωμάτων και απορριμάτων της ομώνυμης πόλης.
Προσέλαβε τον ενάγοντα και τώρα αναιρεσίβλητο δικηγόρο ως δικαστικό πληρεξούσιό του και άσκησε σε βάρος του Δήμου την από 1-12-1998 αγωγή. Επ' αυτής εκδόθηκε η με αρ. 25/1996 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου. Ο τότε εναγόμενος Δήμος υποχρεώθηκε να καταβάλει στον παραπάνω τρίτο εναγόμενο το ποσό των 15.000.000 δραχμών με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Κατά της απόφασης αυτής ο εναγόμενος Δήμος άσκησε έφεση, η οποία απορρίφθηκε με την 709/1997 απόφαση του Εφετείου. Την ίδια τύχη είχε, με την 193/2001 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου η αίτηση αναψηλάφησης που άσκησε ο Δήμος. Μέχρι το 2001 επικρατούσε στην Νομολογία των κατωτέρων, κυρίως, Δικαστηρίων η άποψη ότι με βάση το άρθρο 8 του α.ν. 2095/1952, το οποίο εφαρμοζόταν και επί των ΟΤΑ, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν.Δ. 31/1968, δεν συγχωρείται κατά του Δημοσίου ούτε επομένως κατά των ΟΤΑ εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων που επιδικάζουν χρηματικές οφειλές και εν γένει κάθε εκτελεστού δικογράφου, που αφορά τέτοιες οφειλές.
Η άποψη όμως αυτή ανετράπη με την 21/2001 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου. Έτσι λοιπόν μέχρι το 2001 ο ενάγων δεν είχε κινήσει, για λογαριασμό του πελάτη του (γ' εναγομένου) εν γνώσει αυτού, για τα κωλύματα που υπήρχαν, τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως για την είσπραξη του κεφαλαίου και τόκων της απαίτησης.
Κοινοποίησε όμως, στο Δήμο, σε αντίγραφο εξ απογράφου, τις πιο πάνω αποφάσεις στις 10-5-2001 για τη δικαστική δαπάνη χωρίς όμως ο τελευταίος να του καταβάλει τα ποσά αυτά. Στις 24-7-2001 ο ενάγων, με επιστολή του προς τον Δήμο ....., του γνωστοποίησε ότι σε εκτέλεση των ως άνω αποφάσεων οφείλονται στον πελάτη του (γ΄ εναγόμενο) το ποσό των 63.000.000 δρχ.
για κεφάλαιο και τόκους και επί πλέον 676.738 δρχ. για τη δικαστική δαπάνη. Στην επιστολή του αυτή ο ενάγων υπολόγισε τους νόμιμους τόκους επί του κεφαλαίου (15.000.000) δρχ. όχι με το επιτόκιο 6% που ίσχυε για το Δημόσιο και τους ΟΤΑ, αλλά με βάση το κοινό επιτόκιο υπερημερίας, το οποίο κατά το διάστημα της εκκρεμοδικίας κυμάνθηκε μεταξύ 42% και 27% και τούτο διότι επικρατούσε διχογνωμία στην νομολογία των Δικαστηρίων για τη συνταγματικότητα της διάταξης για την ευνοϊκή μεταχείριση του Δημοσίου και των ΟΤΑ.
Το ζήτημα τούτο λύθηκε, με την 7/2000 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, υπέρ του Δημοσίου. Γι' αυτό ο ενάγων, όταν πληροφορήθηκε την απόφαση αυτή με επιστολή του στις 14-11-2001, γνωστοποίησε στο Δήμο ...., ότι οι απαιτήσεις του πελάτη του, με επιτόκιο 6% ανέρχονταν για κεφάλαιο και τόκους στο ποσό των 28.000.000 δρχ.
Για όλα αυτά ο γ' εναγόμενος ήταν ενήμερος και συμφωνούσε για τις ενέργειες του πληρεξουσίου του δικηγόρου (ενάγοντα). Αυτός γνώριζε ότι δεν ήταν βέβαιο το ύψος των τόκων, από το 1998, οπότε είχε υποβάλει μήνυση κατά του Δημάρχου και μελών της Δημαρχιακής Επιτροπής, στην οποία (μήνυση) γινόταν αναφορά στο επιτόκιο 6%.
Παρά τις συνεχείς διαβεβαιώσεις των αρμοδίων οργάνων του Δήμου, για καταβολή της απαίτησης, τούτο δεν κατέστη δυνατόν μέχρι το θέρος του 2002. Ο ενάγων ενεργώντας κατ' εντολή του πελάτη του, θέλοντας να προχωρήσει σε αναγκαστική εκτέλεση, μετά το μήνα Αύγουστο του 2002, πίεζε φορτικά τους υπεύθυνους του Δήμου για εξόφληση της απαίτησης.
Στα πλαίσια των πιέσεων αυτών ο Δήμαρχος .... κάλεσε τον ενάγοντα με τον πελάτη του και τους πρότεινε να τους καταβάλει έναντι της οφειλής του Δήμου το ποσό των 10.000.000 δραχμών (30.000 Ευρώ). Πράγματι στις 4-9-2002 ο ενάγων με τον γ' εναγόμενο μετέβησαν στο κατάστημα της Τράπεζας Πειραιώς και εισέπραξαν το ποσό αυτό.
Τούτο εκταμιεύτηκε, όχι από λογαριασμό του Δήμου, αλλά από κοινό προεκλογικό λογαριασμό των μετεχόντων ως υποψηφίων στο συνδυασμό του Δημάρχου, μεταξύ των οποίων και ο γιός του ενάγοντα, Χ1, ο οποίος από προσωπική ευθυξία, (λόγω της συγγένειάς του με τον ενάγοντα), ζήτησε να ικανοποιηθεί εν μέρει η απαίτηση του γ΄ εναγομένου, ο οποίος ανέλαβε την υποχρέωση να επιστρέψει τα χρήματα αυτά, όταν η απαίτησή του θα ικανοποιείτο συνολικά από το Δήμο .....
Το Δεκέμβριο του 2002 δημοσιεύτηκε το πόρισμα του Οικονομικού Επιθεωρητή Κρήτης, ...... Σε αυτό καταλόγισε το ποσό των 64.000.000 δρχ. λαμβάνοντας υπόψη την πρώτη επιστολή του ενάγοντος, στην οποία οι τόκοι, υπολογίζονταν με το κοινό επιτόκιο, χωρίς να προβεί σε έρευνα και σχολιασμό της νομιμότητας της απαίτησης αυτής.
Μετά τη δημοσίευση του πορίσματος του Οικον. Επιθεωρητή, ο τύπος ανακίνησε το θέμα της αξίωσης του γ' εναγομένου σε βάρος του Δήμου. Στο φύλλο της 30-3-2003 της Εφημερίδας "...." διατυπώθηκαν αιχμές για τον τρόπο που καταβλήθηκαν τα 10.000.000 δραχ. Στο φύλλο της εφημερίδας αυτής, που κυκλοφόρησε στις 13-4-2003 δημοσιεύτηκε επιστολή του ενάγοντα, όπου αναφερόταν λεπτομερώς η εξέλιξη της υποθέσεως του εναγομένου - πελάτη του, για το ύψος αυτής των 28.000.000 δρχ.
και πώς και από ποιόν καταβλήθηκε το ποσό των 10.000.000 δρχ., όπως ειδικότερα αναφέρθηκαν παραπάνω. Στη συνέχεια αφού ο Δήμος εξακολουθούσε να μην εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του, ο ενάγων ενεργώντας κατ' εντολή του πελάτη του, κοινοποίησε στο Δήμο, αφού κατέβαλε εξ ημισείας με τον πελάτη του, το τέλος απογράφου, επικυρωμένο αντίγραφο εξ απογράφου της αποφάσεως με επιταγή προς είσπραξη, με την οποία ο Δήμος έπρεπε να καταβάλει στον πελάτη του το ποσό των (κεφάλαιο και τόκους) 28.000.000 δρχ.
και επί πλέον τη δικαστική δαπάνη καθώς και τα μέχρι τότε έξοδα εκτελέσεως. Κατά της επισπευδομένης εκτελέσεως ο Δήμος άσκησε ανακοπή, αλλά και αίτηση αναστολής η οποία και απορρίφθηκε. Ο ενάγων έδωσε εντολή στο δικαστικό επιμελητή ..... να προβεί σε αναγκαστική εκτέλεση στις 6-10-2003 η οποία ματαιώθηκε, όπως συνάγεται από την .......
έκθεση του τελευταίου, μετά τη ρητή διαβεβαίωση αυτού (δικαστ. Επιμελητή), ότι η οφειλή θα καταβαλλόταν την επόμενη ημέρα. Τότε επανήλθε στη δημοσιότητα το θέμα των αξιώσεων του γ' εναγόμενου. Το επανέφερε ο πρώτος εναγόμενος σύμβουλος της μειοψηφίας στο Δήμο ...... Στις 9-10-2003 κάλεσε δημοσιογράφους Εφημερίδων και τηλεοπτικών σταθμών της Κρήτης και στη συνέντευξη που έδωσε δημοσίευσε το ένταλμα πληρωμής, με το οποίο στις 4-9-2002 ο γ' εναγόμενος είχε εισπράξει το ποσό των 10.000.000 δραχμών (ή 30.000 Ευρώ), υποστηρίζοντας ότι τα χρήματα αυτά είχαν αναληφθεί από τον προσωπικό λογαριασμό του Δημάρχου, αν και ο τελευταίος σε συζήτηση στο Δημοτικό Συμβούλιο το είχε αρνηθεί.
Στις 11-10-2003 απέστειλε στην εφημερίδα "......" ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης, έγγραφη δήλωσή του που δημοσιεύτηκε στις 13-10-2003, συνοδευόμενη από τις δύο επιστολές (24-7-2001 και 14-11-2001) του ενάγοντος που αναφέρθηκαν πιο πάνω και την από 20-8-2003 υπεύθυνη δήλωση που του είχε χορηγήσει ο τρίτος εναγόμενος, προκειμένου να δημοσιευθεί στην εφημερίδα της δεύτερης.
Στη δήλωση του αυτή, που δημοσιεύτηκε αυτούσια στην εφημερίδα αναφέρει ο γ' εναγόμενος τα εξής: "Όπως με ενημέρωσε ο δικηγόρος μου Χ1 (ενάγων) το Δικαστήριο αποφάσισε να μου δοθούν 28.000.000 δρχ. σύνολο. Εγώ συμφώνησα επειδή δεν ήξερα ότι με κοροϊδεύουν γιατί έμαθα εκ των υστέρων ότι το Δικαστήριο αποφάσισε για 64.000.000 στο σύνολο.
Με πήγε, λίγες ημέρες πριν τις εκλογές ο Χ1 στην Τράπεζα Πειραιώς, που δουλεύει η γυναίκα του .... και μου έδωσε για λογαριασμό του ίδιου του Δημάρχου 10.000.000 επειδή δεν ήθελε να ψάξω την υπόθεση...". Κάτω από την επιστολή αυτή καταχωρήθηκε δήλωση του πρώτου εναγομένου που έχει ως εξής: "Εμείς λοιπόν με συγκεκριμένα συνημμένα έγγραφα 1,2,3 παρουσιάζομε όλο το παρασκήνιο της υπόθεσης:
α) το Δικαστήριο επιδίκασε 64.000.000 και όχι 28.000.000, β) ο δικηγόρος Χ1 με μονομερή ενέργεια του χαρίζει 47.000.000 στο Δήμο χωρίς να ρωτήσει τον ενδιαφερόμενο κύριο Φ1, γ) ο Φ1 σε υπεύθυνη δήλωση του ξεκαθαρίζει ότι τον κορόιδεψαν και δεν τον ενημέρωσαν για το ύψος του ποσού. Μετά από αυτά ειλικρινά διερωτώμεθα μέχρι πού μπορεί να φθάσει η διαστροφική συνήθεια ορισμένων να κάνουν το άσπρο μαύρο και δεν θα μας ενδιέφερε εάν δεν πλήρωνε τα σπασμένα ο Δήμος .....
δηλαδή όλοι μας". Ενόψει όλων των πιο πάνω αποδειχθέντων, καθίσταται φανερό ότι τα ως άνω δημοσιεύματα, συντάκτες των οποίων είναι αντίστοιχα ο τρίτος και ο πρώτος των εναγομένων, περιέχουν ψευδή γεγονότα και ισχυρισμούς, την αναλήθεια των οποίων γνώριζαν οι εναγόμενοι αυτοί. Ειδικότερα και οι δυο ήταν γνώστες των δικαστικών αποφάσεων, καθώς και των δύο επιστολών του ενάγοντος, με την πρώτη (24-7-2001) των οποίων προσδιόριζε, προς όφελος του πελάτη του, ενόψει της διχογνωμίας που επικρατούσε στη νομολογία για το ύψος των τόκων, την απαίτηση στα 64.000.000 δρχ.
ενώ στη συνέχεια με τη δεύτερη επιστολή του (14-11-2001), συμμορφούμενος με το περιεχόμενο της 7/2000 απόφασης της ολομέλειας του Αρείου Πάγου, προσδιόρισε ορθά αυτήν στο ποσό των 28.000.000 δρχ. Έτσι λοιπόν τον τρίτο εναγόμενο δεν "τον κοροϊδεύουν" όπως ισχυρίζεται, ούτε κατά τον τρίτο, "χάρισε" ο ενάγων 47.000.000 δρχ. στο Δήμο.
Με την έκθεση των ψευδών αυτών γεγονότων και τη χρήση των άνω όρων εμφανίζεται ο ενάγων, δικηγόρος επί 42 χρόνια στο ......, ως ύποπτος απιστίας σε βάρος του πελάτη του, ανάξιος εμπιστοσύνης και άνθρωπος που δεν διστάζει να βλάψει τα συμφέροντα των πελατών του για να εξυπηρετήσει έννομα συμφέροντα τρίτων, ενώ με το υπόλοιπο περιεχόμενο των δημοσιευθέντων δηλώσεων των εναγόμενων εμφανίζεται να λαμβάνει μέρος σε ύποπτες συναλλαγές.
Τα παραπάνω ψευδή περιστατικά και εκφράσεις ήταν ικανά να βλάψουν και έβλαψαν την τιμή του ενάγοντος, γιατί των δημοσιευμάτων αυτών έλαβαν γνώση οι κατοικούντες στη νήσο Κρήτη, όπου κυκλοφορεί ευρέως η εφημερίδα, στην οποία δημοσιεύτηκαν. Ο ισχυρισμός του πρώτου εναγομένου ότι με τα δημοσιεύματα αυτά δεν ήθελε να βλάψει τον ενάγοντα, αλλά να ελέγξει το Δήμαρχο...., είναι αβάσιμος και δεν αίρει τον άδικο χαρακτήρα της πράξεώς του.
Και τούτο διότι, στο δημοσίευμα, που αναφέρθηκε ως κεντρικό πρόσωπο, στο οποίο γίνεται ευθέως αναφορά, είναι ο ενάγων και όχι ο Δήμαρχος, ενώ, κατά το περιεχόμενο, τούτο (δημοσίευμα) ήταν ψευδές και το γνώριζε ο πρώτος εναγόμενος. Σε κάθε περίπτωση, ενόψει του ψεύδους του δημοσιεύματος, δεν ικανοποιείται το δικαιολογημένο ενδιαφέρον προς ενημέρωση του κοινού με βάση αληθινά και όχι ψευδή γεγονότα ή παραπλανητικά.
Εξάλλου ούτε η προστασία του δικαιώματος του τρίτου, αίρει τον άδικο χαρακτήρα, καθόσον τα όσα περιέχονται στη δήλωσή του, που δημοσιεύτηκε ήταν ψευδή και τελούσε εν γνώσει της αναλήθειάς τους. Ενόψει αυτών, η, με τα συγκεκριμένα δημοσιεύματα, για τα οποία υπαίτιοι είναι ο πρώτος και τρίτος των εναγομένων, η προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος, ήταν παράνομη, ενώ ευθύνη γι' αυτά φέρει και η δεύτερη εναγομένη κατά την § 1 του μόνου άρθρου του ν. 1178/81 ιδιοκτήτρια της εφημερίδας.
Επομένως ο ενάγων εξαιτίας της πιο πάνω παράνομης προσβολής της προσωπικότητάς του, υπέστη ηθική βλάβη. Ανάλογο ποσό για τη χρηματική του ικανοποίηση αφού ληφθούν υπόψη οι συνθήκες τελέσεως της πράξεως, το είδος και η ένταση της προσβολής, η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων, είναι εκείνο των 40.000 Ευρώ...".Υπό τα δεδομένα αυτά, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες τόσο για την βασιμότητα των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του ενδίκου αδικήματος της συκοφαντικής δια του τύπου δυσφημήσεως, που ετέλεσαν οι αναιρεσείοντες εις βάρος του αναιρεσιβλήτου, όσο και για την αβασιμότητα του ληφθέντος υπόψη και απορριφθέντος ισχυρισμού των πρώτων περί άρσεως του αδίκου χαρακτήρος του αδικήματός των, οι δε δεύτερος και τρίτος λόγοι της αναίρεσης (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 και 19 ΚΠολΔ), με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αριθ. 20 και 561 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο οριζόμενος από την πρώτη διάταξη λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση εγγράφου, ιδρύεται μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε σφάλμα αναγνώσεως και αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά τα άρθρα 339 και 432 ΚΠολΔ έγγραφο, διαφορετικό περιεχόμενο από εκείνο που πραγματικά αυτό έχει και ακολούθως καταλήγει, στηριζόμενο στο έγγραφο αυτό ή κυρίως σ'αυτό, σε επιζήμιο αποδεικτικό πόρισμα, για πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 194/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης υποστηρίζονται τα ακόλουθα: "Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διαμόρφωσε την κρίση του κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο των Πρακτικών του Δημοτικού Συμβουλίου, το παραστατικό της Τράπεζας και τις επιστολές του αναιρεσιβλήτου προς το Δήμο και την εφημερίδα...
Συγκεκριμένα διέλαβε ότι στα έγγραφα αυτά τεκμηριώνεται η γνώση της αναλήθειας όσων παρουσίασε ο πρώτος από εμάς με δημόσιες δηλώσεις του τις οποίες εν συνεχεία δημοσίευσε η εφημερίδα της δεύτερης από εμάς, καταγράφοντας και τα σχετικά εύλογα ερωτηματικά που αντικειμενικά προέκυπταν. Όμως τα έγγραφα που το δικαστήριο έλαβε υπόψη του έχουν περιεχόμενο καταδήλως διάφορο από το αληθινό, ήτοι αποδεικνύουν ότι δεν είχαμε πρόθεση να βλάψουμε την τιμή του αναιρεσιβλήτου...
Κρίσιμα αποσπάσματα από τα εν λόγω έγγραφα στο ανωτέρω "Ιστορικό" της παρούσας και καταδεικνύουν ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προσέδωσε περιεχόμενο καταδήλως διάφορο από το πραγματικό. Και μάλιστα είναι τόσο σαφές το περιεχόμενό τους, ώστε δεν επιδέχεται πολλαπλές αναγνώσεις και ερμηνείες". Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, προεχόντως λόγω της αοριστίας του, διότι αναφέρεται σε πολυάριθμα έγγραφα της υποθέσεως χωρίς να είναι σαφές ποιο συγκεκριμένο μέρος ποιών συγκεκριμένων εγγράφων "παραμορφώθηκε" από το ουσιαστικό δικαστήριο, δηλαδή ποιές συγκεκριμένες φράσεις των εγγράφων "ανεγνώσθησαν" από αυτό εσφαλμένα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-5-2005, αίτηση των Ψ1 και Ψ2, για αναίρεση της 119/2005 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης.
Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες την δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου την οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαΐου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 25 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ