Supreme Court dismisses appeal against conviction for non-payment of public debts exceeding 100,000 euros. The appeal is rejected as the procedural and substantive grounds raised by the appellant are unfounded.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a second-instance conviction for non-payment of public debts exceeding 100,000 euros. The appellant argued that the court erred in characterizing his role as a board member and failed to properly inform him of specific legal grounds before applying them. The court ruled that the lower court's characterization of the appellant's identity was a precise and permissible description of the facts, not a change in the nature of the charge, and that the inclusion of various debts was legally sound. Consequently, the court found the appeal grounds under Articles 510 of the Code of Criminal Procedure to be baseless and rejected the request in its entirety.
Legislator headnote
AI generatedArticles 510(1)(a), (d), (e) of the Code of Criminal Procedure; The Supreme Court holds that a lower court's specific characterization of a defendant's identity for sentencing purposes, without prior notification, does not constitute a procedural error or a change in the nature of the charge if it accurately reflects the factual circumstances underlying the criminal liability.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1548 / 2024 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ) Ε.Λ.
Αριθμός 1548/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Λεπενιώτη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Οικονόμου-Εισηγήτρια, Κωστούλα Πρίγγουρη, Παρασκευή Τσούμαρη και Σταυρούλα Κουσουλού, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βιργινίας Σακελλαροπούλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Α. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Φωτεινή Σμυρνιωτάκη, για αναίρεση της απόφασης 2782/2023 του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων .... Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων ... με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από ....2023 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../23.
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από ...-2023 αίτηση - δήλωση του Κ. Α. του Α., κατοίκου ..., που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κατά την ίδια ως άνω ημεροχρονολογία, για αναίρεση της με αριθ. 2782/3-7-2023 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων ... (καταχωρηθείσα στο ειδικό βιβλίο στις ...-2023), με την οποία καταδικάσθηκε σε β'βαθμό, σε ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών, με τριετή αναστολή, για το αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο (αρθρ. 25 παρ.1 εδ.β'Ν. 1882/1990, ως αντικ/θηκε και τροπ/θηκε) ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και περιέχει λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α', Δ'και Ε' του ΚΠΔ (άρθρα 462, 464, 466, 473 παρ.2 και 3 εδ. α'και β, 474 παρ.2Α και 4, και 504 παρ.1 εδ.α'ΚΠΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη βασιμότητα των λόγων της.
Ι) Κατά τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, όπως αυτή τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τα άρθρα 18 παρ. 2 και 28 παρ. 2 -4 του Ν. 2948/2001, 34 του Ν. 3016/2002, 34 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, 3 παρ. 1 του Ν. 3943/2011, 20 του Ν. 432...015 και 8 του Ν. 4337/2015, <<Όποιος δεν καταβάλλει τα βεβαιωμένα στη Φορολογική Διοίκηση χρέη προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων (4) μηνών τιμωρείται με ποινή φυλάκισης:
α) Ενός (1) τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, υπερβαίνει το ποσό των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ. β) Τριών (3) τουλάχιστον ετών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α, υπερβαίνει το ποσό των διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ.
Η ποινική δίωξη ασκείται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή των Ελεγκτικών Κέντρων ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους, που συνοδεύεται υποχρεωτικά από πίνακα χρεών, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων ...>>. Κατά τη σαφή διατύπωση της ανωτέρω διάταξης, για κάθε πίνακα χρεών, ο οποίος υποβάλλεται στον εισαγγελέα με την αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ., ασκείται ξεχωριστή ποινική δίωξη, που περιλαμβάνει, ως μία πράξη, τη μη καταβολή του αναφερόμενου στον πίνακα συνολικού χρέους, το οποίο είναι δυνατόν να προέρχεται από οποιαδήποτε αιτία, χωρίς διάκριση πλέον και επιρροή, ανάλογα με το ύψος και την προέλευση του κάθε επιμέρους χρέους του πίνακα.
Δεν πρόκειται, δηλαδή, λόγω της μη καταβολής καθενός χρέους του πίνακα, για κατ' εξακολούθηση έγκλημα, ήτοι για περισσότερες πράξεις τελεσθείσες με ενότητα δόλου, αλλά ο νόμος κυριαρχικά θεωρεί πλέον, ότι τα μη καταβληθέντα και περιεχόμενα σε κάθε πίνακα χρέη συνιστούν ένα και μόνο έγκλημα, της μη καταβολής του αθροίσματος των χρεών του πίνακα και μάλιστα με χρόνο τέλεσης τη συμπλήρωση τετραμήνου από το χρόνο ταμειακής βεβαίωσης αυτών.
Με τη ρύθμιση αυτή, η καθυστέρηση καταβολής χρεών προς το Δημόσιο αποκτά τη μορφή ενός εν δυνάμει ιδιότυπου αθροιστικού εγκλήματος, αφού θεμελιώνεται πλέον ποινική ευθύνη στην περίπτωση κατά την οποία το μη καταβληθέν ποσό ξεπερνά το ελάχιστο όριο, ήδη το χρηματικό ποσό των εκατό χιλιάδων ευρώ (100.000,00 €) ή μετά από επανειλημμένη μη καταβολή χρεών συνολικού ποσού ανωτέρου των διακοσίων χιλιάδων ευρώ (200.000,00 €), χωρίς, όμως, τη συνδρομή του στοιχείου της καθ' έξη ή κατ ' επάγγελμα τέλεσης στη νομοτυπική μορφή, που χαρακτηρίζει τα αθροιστικά εγκλήματα, γι' αυτό και γίνεται λόγος για ιδιότυπο αθροιστικό έγκλημα (Α.Π. 1012/2021, Α.Π. 18...021, Α.Π. 818/2020).
Από όσα προαναφέρθηκαν παρέπεται: 1) ότι, αφού πρόκειται για έγκλημα που τελείται εφάπαξ και όχι εξακολουθητικά, κατά λογική και νομική αναγκαιότητα, ως χρόνος τέλεσης αυτού νοείται η συμπλήρωση τετραμήνου από τον χρόνο ταμειακής βεβαίωσης (από και με την οποία η σχετική αστική αξίωση γίνεται ληξιπρόθεσμη) του μερικότερου χρέους με τη χρονικά εγγύτερη ταμειακή βεβαίωση προς τη σύνταξη του συνοδεύοντος την αίτηση για άσκηση της ποινικής δίωξης οικείου πίνακα χρεών, ο χρόνος δε αυτός καλύπτει και τους αντίστοιχους χρόνους των υπόλοιπων, εχόντων προγενέστερες ταμειακές βεβαιώσεις, χρεών, τα οποία, κατά την έννοια του νόμου, συσσωματώνονται σε ένα και μόνο αθροιστικό χρέος, και 2) ότι τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του σχετικού εγκλήματος είναι:
α) η μη καταβολή των βεβαιωμένων στις αρμόδιες Δ.Ο.Υ. ή στα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο και τα λοιπά αναφερόμενα πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα από οποιαδήποτε αιτία, β) το συνολικό άθροισμα των μερικότερων χρεών, με κάθε είδους τόκους και προσαυξήσεις, κατά τον χρόνο σύνταξης του οικείου πίνακα χρεών, να υπερβαίνει το οριζόμενο από τον νόμο χρηματικό ποσό με τις διακρίσεις και κλιμακώσεις που προαναφέρθηκαν και γ) η παρέλευση τετραμήνου από τον χρόνο που έπρεπε το χρέος αυτό να καταβληθεί, ενώ για την πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης του εν λόγω εγκλήματος απαιτείται δόλος (πρόθεση) με την έννοια του άρθρου 27 παρ. 1 του Π.Κ., ο οποίος πρέπει να καλύπτει όλα τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, αφού δεν καθορίζεται στην οικεία διάταξη άλλη μορφή υπαιτιότητας (άμεσος ή υπερχειλής δόλος).
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των παρ. 2 και 3 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 23 του Ν.2523/1997 (Φ.Ε.Κ. 179/11-9- 1997, τεύχος πρώτο),<< 2. Στις πιο κάτω περιπτώσεις οφειλετών του Δημοσίου και τρίτων πλην ιδιωτών, οι προβλεπόμενες ποινές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, επιβάλλονται και προκειμένου:
α) Για ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες, στους προέδρους των Δ.Σ., στους διευθύνοντες ή εντεταλμένους ή συμπράττοντες συμβούλους ή διοικητές ή γενικούς διευθυντές ή διευθυντές αυτών ή σε κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε από δικαστική απόφαση, στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών, σωρευτικά ή μη.
Αν ελλείπουν όλα τα παραπάνω πρόσωπα, οι ποινές επιβάλλονται κατά των μελών των διοικητικών συμβουλίων των εταιριών αυτών, εφόσον ασκούν πράγματι προσωρινά ή διαρκώς ένα από τα καθήκοντα που αναφέρονται πιο πάνω, β)... 3. Για τα πρόσωπα, που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, η ποινική δίωξη ασκείται για τα χρέη προς το Δημόσιο και τρίτους πλην ιδιωτών, που ήταν βεβαιωμένα κατά το χρόνο απόκτησης της πιο πάνω ιδιότητας ή βεβαιώθηκαν κατά τη διάρκεια που είχαν τη συγκεκριμένη ιδιότητα, ανεξάρτητα αν μεταγενέστερα απέβαλαν την ιδιότητα αυτή με οποιονδήποτε τρόπο ή για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και για τα χρέη που βεβαιώθηκαν ανεξάρτητα από τη λύση ή μη των νομικών προσώπων, αλλά γεννήθηκαν ή ανάγονται στο χρόνο που είχαν την ιδιότητα αυτή.
Για τα χρέη που ήταν ληξιπρόθεσμα κατά την απόκτηση της ιδιότητας αυτής από τους ανωτέρω, η ποινική δίωξη ασκείται μετά τρεις (3) μήνες από την απόκτησή της. Για τα πρόσωπα, που δεν υπείχαν ποινική ευθύνη κατά τις διατάξεις του άρθρου που αντικαθίσταται, όσον αφορά τα ήδη ληξιπρόθεσμα χρέη κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, το ποινικό αδίκημα διαπράττεται μόλις συμπληρωθούν τέσσερις (4) μήνες από την έναρξη της ισχύος του.
Με τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 25 παρ. 2 και 3 του Ν.1882/1990 προσδιορίζονται τα φυσικά πρόσωπα των ανωνύμων και λοιπών εμπορικών εταιρειών, συνεταιρισμών, κοινοπραξιών, κοινωνιών, αστικών εταιρειών, συμμετοχικών ή αφανών εταιρειών που ασκούν επιχείρηση, αλλοδαπών επιχειρήσεων γενικά, κάθε είδους αλλοδαπών οργανισμών, καθώς και των άλλων νομικών προσώπων και οντοτήτων, τα οποία υπέχουν ευθύνη για την καταβολή των χρεών προς το Δημόσιο, που ήταν βεβαιωμένα ή γεννήθηκαν ή κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά τον χρόνο που είχαν την ιδιότητα που αναφέρεται στην ανωτέρω διάταξη του άρθρου 25 παρ. 2 του Ν. 1882/1990, προκειμένου να αντιμετωπιστεί το κοινωνικό πρόβλημα της φοροϋπερημερίας, που δημιουργείται από τις αλλεπάλληλες μεταβολές, που υφίστανται τα νομικά πρόσωπα στην εκπροσώπηση, διοίκηση ή διαχείριση των υποθέσεών τους, με συνέπεια να επιβάλλεται, σε κάθε περίπτωση, να προσδιορίζεται η κατά τα άνω ιδιότητα του υπόχρεου για την καταβολή των χρεών και υπέχοντος προς τούτο ποινική ευθύνη (Α.Π. 565/2022, Α.Π. 190/2021).
Περαιτέρω, από τις ανωτέρω διατάξεις, σαφώς συνάγεται ότι στην περίπτωση οφειλής χρεών προς το Δημόσιο από ανώνυμες εταιρείες, τα φυσικά πρόσωπα που υπέχουν ποινική ευθύνη για το αδίκημα της παραγράφου 1, όταν ελλείπουν οι πρόεδροι των ΔΣ, ή οι διευθύνοντες σύμβουλοι ή τα λοιπά αναφερόμενα διευθυντικά στελέχη των εταιρειών αυτών, μπορεί να είναι και τα εντεταλμένα με δικαστικές αποφάσεις πρόσωπα στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών, σωρευτικά ή μη, δηλαδή και τα μέλη των διοριζομένων για το σκοπό αυτό προσωρινών διοικήσεων, εφόσον ασκούν πράγματι προσωρινά ή διαρκώς ένα από τα καθήκοντα που αναφέρονται πιο πάνω και εφόσον τα χρέη της ανώνυμης εταιρείας ήταν βεβαιωμένα κατά το χρόνο απόκτησης της πιο πάνω ιδιότητας ή βεβαιώθηκαν κατά τη διάρκεια που είχαν τη συγκεκριμένη ιδιότητα, ανεξάρτητα αν μεταγενέστερα απέβαλαν την ιδιότητα αυτή με οποιονδήποτε τρόπο ή για οποιαδήποτε αιτία.
ΙΙ) Εξάλλου, με το άρθρο 469 του ισχύοντος από 1-7-2019 Ποινικού Κώδικα, ορίζεται ότι <<Μετά το εδάφιο β' της παρ. 1 του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 προστίθεται εδάφιο γ' ως εξής: Στην αίτηση και στον πίνακα χρεών που υποβάλλονται σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο δεν συμπεριλαμβάνονται και δεν υπολογίζονται για τον προσδιορισμό της ευθύνης του προσώπου, τα χρέη που προέρχονται από τη μη εκτέλεση χρηματικών ποινών που επιβλήθηκαν από ποινικό δικαστήριο και οι σχετικές με αυτά προσαυξήσεις, τόκοι και λοιπές επιβαρύνσεις, καθώς και τα χρέη από τα αδικήματα που τυποποιούνται στο άρθρο 66 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας μαζί με τις σχετικές με αυτά προσαυξήσεις, τόκους και λοιπές επιβαρύνσεις>>.
Με τη διάταξη αυτή του νέου Ποινικού Κώδικα ρυθμίζεται, με τον αναφερόμενο σ αυτή τρόπο, το προβλεπόμενο από το άρθρο 25 του Ν. 1882/1990 ποινικό αδίκημα της μη καταβολής βεβαιωμένων στη φορολογική διοίκηση χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημόσιου δικαίου, καθώς και τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, αφού ρητά ορίζεται ότι στις (νέες) αιτήσεις και στον πίνακα χρεών που υποβάλλονται προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών, κατά το άρθρο αυτό, δεν συμπεριλαμβάνονται και δεν συνυπολογίζονται για τον προσδιορισμό της ποινικής ευθύνης του προσώπου οι οφειλές που αφορούν:
α) χρέη που προέρχονται από τη μη εκτέλεση (αμιγώς) χρηματικών ποινών που επιβλήθηκαν από ποινικό δικαστήριο και οι σχετικές με αυτές προσαυξήσεις, τόκοι και λοιπές επιβαρύνσεις και β) χρέη που προέρχονται από τα φορολογικά αδικήματα, που τυποποιούνται στο άρθρο 66 του Ν. 4174/2013 (ΚΦΔ), μαζί με τις σχετικές με αυτά προσαυξήσεις, τόκους και λοιπές επιβαρύνσεις.
Για την ερμηνεία και εφαρμογή της ως άνω δεύτερης περίπτωσης περί του ποια χρέη δεν πρέπει να περιλαμβάνονται στον πίνακα χρεών γιατί τυποποιούνται στο άρθρο 66 του ΚΦΔ, σημειώνονται τα ακόλουθα: Κατά τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 1 και 2 του Ν. 2523/1997, όπως ίσχυαν μετά την αντικατάστασή τους με την παρ. 2 εδ.
α', β' και γ του άρθρου 2 του Ν. 3943/2011 (Φ.Ε.Κ. 66/31-3-2011, τεύχος πρώτο), <<1. Όποιος, προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή φόρου εισοδήματος, αποκρύπτει καθαρά εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή, παραλείποντας να υποβάλει δήλωση ή υποβάλλοντας ανακριβή δήλωση, τελεί αδίκημα φοροδιαφυγής στη φορολογία εισοδήματος. Ως απόκρυψη καθαρών εισοδημάτων νοείται και η περίπτωση κατά την οποία καταχωρούνται στα βιβλία εικονικές ολικά ή μερικά δαπάνες ή γίνεται επίκληση στη φορολογική δήλωση τέτοιων δαπανών, ώστε να μην εμφανίζονται καθαρά εισοδήματα ή να εμφανίζονται αυτά μειωμένα. 2.
Ο δράστης του αδικήματος αυτού τιμωρείται: α) με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον ο φόρος που αναλογεί στα καθαρά εισοδήματα που έχουν αποκρυβεί υπερβαίνει σε κάθε διαχειριστική περίοδο το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ και β) με κάθειρξη, εφόσον ο φόρος που αναλογεί στα καθαρά εισοδήματα που έχουν αποκρυβεί υπερβαίνει σε κάθε διαχειριστική περίοδο το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ.
Κατά την επιμέτρηση της ποινής λαμβάνεται υπόψη και η διάρκεια της απόκρυψης. Οι ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 17 του Ν. 2523/1997 καταργήθηκαν με το άρθρο 71 του Ν. 4174/2013 (Φ.Ε.Κ. 170/26-7-2013, τεύχος πρώτο), όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 8 του Ν. 4337/2015 (Φ.Ε.Κ. 129/17-10-2015, τεύχος πρώτο), και το ζήτημα του αδικήματος της φοροδιαφυγής στο εισόδημα ρυθμίστηκε από τις διατάξεις του άρθρου 66 παρ. 1 περ.
α', 3 και 4 του Ν. 4174/2013 (Φ.Ε.Κ. 170/26-7- 2013, τεύχος πρώτο), όπως ίσχυσαν μετά την προσθήκη και αναρίθμηση του ανωτέρω άρθρου 66 με το άρθρο 8 του Ν. 4337/2015 (Φ.Ε.Κ. 129/17-10-2015, τεύχος πρώτο), ήδη δε ρυθμίζεται από τις διατάξεις του άρθρου 66 παρ. 1 περ. α', 3 και 4 του ισχύοντος από 4-1...022 Ν. 4987/2022 (Φ.Ε.Κ. 206/4-1...022, τεύχος πρώτο), κατά το οποίο, <<1.
Έγκλημα φοροδιαφυγής διαπράττει όποιος με πρόθεση:α) προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή φόρου εισοδήματος, ΕΝ.Φ.Ι.Α. ή ειδικού φόρου ακινήτων (Ε.Φ.Α.), αποκρύπτει από τα όργανα της Φορολογικής Διοίκησης φορολογητέα εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή ή περιουσιακά στοιχεία, ιδίως παραλείποντας να υποβάλει δήλωση ή υποβάλλοντας ανακριβή δήλωση ή καταχωρίζοντας στα λογιστικά αρχεία εικονικές (ολικά ή μερικά) δαπάνες ή επικαλούμενος στη φορολογική δήλωση τέτοιες δαπάνες, ώστε να μην εμφανίζεται φορολογητέα ύλη ή να εμφανίζεται αυτή μειωμένη, (...) 3.
Όποιος διαπράττει έγκλημα φοροδιαφυγής από τα αναφερόμενα στην παρ. 1 τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών ή χρηματική ποινή σύμφωνα με το άρθρο 57 του Π.Κ.: α)αν ο φόρος που αναλογεί στα φορολογητέα εισοδήματα ή στα περιουσιακά στοιχεία που έχουν αποκρυβεί υπερβαίνει ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ ανά είδος φόρου, (...). 4.
Επιβάλλεται κάθειρξη, αν το ποσό του φόρου, τέλους ή εισφοράς της παρ. 3 υπερβαίνει ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ, εφόσον αφορά Φ.Π.Α., ή τις εκατό πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ σε κάθε άλλη περίπτωση φόρου, τέλους ή εισφοράς. Από τις ανωτέρω νέες διατάξεις, που καλύπτουν τις σοβαρές περιπτώσεις φοροδιαφυγής και εξορθολογίζουν το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο με τον επαναπροσδιορισμό των προϋποθέσεων στοιχειοθέτησης των σχετικών εγκλημάτων, προκύπτει ότι, σε σχέση με το αδίκημα της αποφυγής πληρωμής φόρου εισοδήματος, ο υπαίτιος αυτού τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών ή χρηματική ποινή, αν ο φόρος που αναλογεί στα αποκρυβέντα εισοδήματα υπερβαίνει, ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος, το ποσό των εκατό χιλιάδων ευρώ (100.000,00 €), σε βαθμό δε κακουργήματος, με κάθειρξη, αν ο φόρος που αναλογεί στα αποκρυβέντα εισοδήματα υπερβαίνει, ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος, το ποσό των εκατό πενήντα χιλιάδων ευρώ (150.000,00 €), ενώ όταν ο φόρος που αναλογεί στα αποκρυβέντα εισοδήματα δεν υπερβαίνει το ποσό των εκατό χιλιάδων ευρώ (100.000,00 €), ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος, αλλά είναι μικρότερος αυτού, δεν υφίσταται αξιόποινη πράξη.
Από τα προαναφερόμενα συνάγεται ότι όλες οι φορολογικές παραβάσεις δεν στοιχειοθετούν ποινικά αδικήματα ανεξαρτήτως ποσού ή χρονικού διαστήματος, αλλά τυποποιούνται ως εγκλήματα σε συνάρτηση με την υπέρβαση συγκεκριμένου ποσού, ανά είδος φόρου και ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος. Στις περιπτώσεις αυτές διαπλάθεται έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης (έγκλημα σκοπού) και ο φορολογούμενος πρέπει να ενεργεί με υπερχειλή δόλο (άρθρο 27 παρ. 2 εδ.
β του Π.Κ.), συγκεκριμένα δε, θα πρέπει να αποκρύπτει και να μη δηλώνει στην αρμόδια φορολογική αρχή καθαρά φορολογητέα εισοδήματα, γνωρίζοντας και επιδιώκοντας να αποφύγει την πληρωμή του φόρου που αναλογεί στα αποκρυβέντα εισοδήματα. Αν δεν υπάρχει ο ανωτέρω εγκληματικός σκοπός στο πρόσωπο του φορολογουμένου, δεν πληρούται η υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα του άρθρου 66 του ανωτέρω νόμου (Α.Π. 983/2021, Α.Π. 1015/2019).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 55Α παρ. 1 του ισχύοντος από 4-1...022 Ν. 4987/2022, που ορίζει ότι: Εάν, με βάση την οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου ή την πράξη επιβολής προστίμου, συντρέχει περίπτωση τέλεσης ή απόπειρας τέλεσης εγκλήματος φοροδιαφυγής, όπως ορίζεται στο άρθρο 66, υποβάλλεται μηνυτήρια αναφορά από τον Διοικητή, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 1 του άρθρου 68.
Η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπαγγέλτως, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 68 παρ. 1 του ίδιου νόμου, που ορίζει ότι:1. Εάν συντρέχει περίπτωση τέλεσης ή απόπειρας τέλεσης εγκλήματος του Κώδικα υποβάλλεται αμελλητί μηνυτήρια αναφορά από τον Διοικητή ή από τα όργανα της Φορολογικής Διοίκησης ή από τη Διεύθυνση Οικονομικής Αστυνομίας της Ελληνικής Αστυνομίας.
Η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπαγγέλτως (παρόμοιες ήταν και οι διατάξεις των άρθρων 55Α παρ. 1 και 68 παρ. 1 του Ν. 4174/2013 που καταργήθηκαν με το άρθρο 71 παρ. 4 του Ν. 4987/2022), σαφώς συνάγεται ότι η κίνηση της ποινικής δίωξης, στις περιπτώσεις των εγκλημάτων της φοροδιαφυγής, τόσο υπό το ισχύον νομικό καθεστώς όσο και υπό την ισχύ του Ν. 4174/2013 και του Ν. 2523/1997 (άρθρο 21), προϋποθέτει την πλήρωση των εξής όρων:
α) τη διενέργεια ελέγχου από τη φορολογική αρχή, β) την έκδοση διοικητικής καταλογιστικής πράξης για το φόρο που προσπάθησε να διαφύγει ο φορολογούμενος και γ) την υποβολή μηνυτήριας αναφοράς από την αρμόδια αρχή, με συνυποβολή των αποδεικτικών εγγράφων για τη συνδρομή των προηγούμενων όρων. Ειδικότερα, όσον αφορά το έγκλημα της φοροδιαφυγής στο εισόδημα, το αδίκημα αυτό στοιχειοθετείται αντικειμενικά είτε με την μη υποβολή δήλωσης φορολογίας εισοδήματος είτε με την υποβολή ανακριβούς δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, από την οποία όμως ο φόρος που αναλογεί στα αποκρυβέντα εισοδήματα υπερβαίνει το ποσό των εκατό χιλιάδων ευρώ (100.000,00 €), ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος, οπότε η πράξη αυτή διώκεται σε βαθμό πλημμελήματος, ή το ποσό των εκατό πενήντα χιλιάδων ευρώ (150.000,00 €), ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος, οπότε η εν λόγω πράξη διώκεται σε βαθμό κακουργήματος.
Έτσι, όταν το ποσό του φόρου που αναλογεί στα αποκρυβέντα εισοδήματα υπολείπεται του ποσού των εκατό χιλιάδων ευρώ (100.000,00 €), ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος, η πράξη είναι ανέγκλητη και δεν τυποποιείται στα αδικήματα του άρθρου 66 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας. Εξάλλου, η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος της φοροδιαφυγής στο εισόδημα δεν στοιχειοθετείται, ακόμη και όταν ο φόρος, που αναλογεί σ' αυτό (εισόδημα) και δεν καταβλήθηκε, υπερβαίνει το ποσό των εκατό χιλιάδων ευρώ (100.000,00 €), ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος, στην περίπτωση κατά την οποία ο φορολογούμενος υποβάλει νόμιμα και εμπρόθεσμα δήλωση φορολογίας εισοδήματος, ακολούθως όμως δεν αποδίδει τον φόρο που οφείλει στο Δημόσιο και αναλογεί στα εισοδήματά του, με βάση την ακριβή (όχι ανακριβή) δήλωσή του, καθόσον στην περίπτωση αυτή αποκλείεται εν τη γενέσει της η ύπαρξη του απαιτούμενου υπερχειλούς δόλου του, δηλαδή η επιδίωξή του να αποφύγει την καταβολή του φόρου που αναλογεί στα εισοδήματά του, αφού με την υποβολή της ακριβούς δήλωσής του, ελλείπει το στοιχείο της μερικής ή ολικής απόκρυψης των καθαρών εισοδημάτων του, που κατατείνει σ αυτόν τον σκοπό.
Συνεπώς, στην περίπτωση κατά την οποία ο φορολογούμενος δεν υποβάλει ανακριβή δήλωση φορολογίας εισοδήματος, ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για την τέλεση εκ μέρους του της πράξης της φοροδιαφυγής στο εισόδημα, η οποία θα ενεργοποιούσε το φορολογικό ελεγκτικό μηχανισμό, θα κατέληγε δε στη σύνταξη έκθεσης ελέγχου και στην έκδοση διοικητικής καταλογιστής πράξης για το φόρο που προσπάθησε αυτός να διαφύγει, ή εφόσον δεν έχει προηγηθεί αυτεπάγγελτος φορολογικός έλεγχος που να διαπιστώνει με την οικεία έκθεση ελέγχου την ανακρίβεια της δήλωσης του φορολογουμένου και να προσδιορίζει το ακριβές ύψος του φόρου που αυτός απέφυγε να καταβάλει, δεν στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση του αντίστοιχου εγκλήματος που τυποποιείται στο άρθρο 66 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, με μόνη τη μη πληρωμή του φόρου που οφείλει να καταβάλει και αναλογεί στα εισοδήματά του με βάση την ακριβή δήλωση που ο ίδιος έχει υποβάλει, το ίδιο δε συμβαίνει και στην περίπτωση βεβαίωσης φόρου εισοδήματος, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 3888/2010 περί περαίωσης των εκκρεμών ελεγμένων φορολογικών υποθέσεων, σύμφωνα με την υπό στοιχεία ΠΟΛ 1138/11- 10-2010 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (Φ.Ε.Κ. 1631/1...0-2010, τεύχος δεύτερο), που δεν καταβάλει ο φορολογούμενος, ανεξαρτήτως του ύψους του, καθόσον και στην περίπτωση αυτή η βεβαίωση γίνεται με σχετική αίτησή του και όχι ύστερα από έλεγχο της αρμόδιας φορολογικής αρχής (Α.Π. 189/2021).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 469 του Π.Κ., προκύπτει ότι με αυτήν δεν εξαιρούνται όλες οι περιπτώσεις χρεών που προκύπτουν από πράξεις φοροδιαφυγής στα διάφορα είδη φόρων που μνημονεύονται στο άρθρο 66 ΚΦΔ, ανεξαρτήτως δηλαδή του εκάστοτε ποσού διαφυγόντος φόρου και του εάν το ποσό αυτό είναι κατώτερο του ελάχιστου ορίου θεμελίωσης του αξιοποίνου, αλλά μόνο όσα εξ αυτών, προέρχονται από πράξη που πληροί όλα τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης της αξιόποινης πράξης του άρθρου 66 του ΚΦΔ , είναι δηλαδή αξιόποινη και αυτοτελώς με βάση το άρθρο 66, καθόσον δεν υπάρχει τυποποίηση αδικήματος εάν η πράξη που περιγράφεται σε αυτό δεν συνεπάγεται επιβολή ποινής.
Κατ' ακολουθίαν των προαναφερομένων, η διάταξη του άρθρου 469 του Π.Κ., ως προς τα μη υπολογιζόμενα χρέη για τον προσδιορισμό της ευθύνης του οφειλέτη χρεών προς το Δημόσιο, εφαρμόζεται μόνο όταν τα περιλαμβανόμενα στον αντίστοιχο πίνακα χρέη αποτελούν αυτοτελώς και φορολογικό αδίκημα, που τυποποιείται στις διατάξεις του άρθρου 66 του ήδη ισχύοντος από 4-1...022 Ν. 4987/2022 Κύρωση Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (Φ.Ε.Κ. 206/4-1...022, τεύχος πρώτο), προηγουμένως δε τυποποιούνταν στις διατάξεις του άρθρου 66 του Ν. 4174/2013- Φορολογικές διαδικασίες και άλλες διατάξεις (Φ.Ε.Κ. 170/26-7-2013, τεύχος πρώτο), όπως προστέθηκε και αναριθμήθηκε με το άρθρο 8 του Ν. 4337/2015, που καταργήθηκε, κατά τα προαναφερόμενα, με το άρθρο 71 παρ. 4 του Ν. 4987/2022, τούτο δε προϋποθέτει αφενός να στοιχειοθετείται ως φορολογικό αδίκημα, αφετέρου δε να υπερβαίνει το οριζόμενο στο ανωτέρω άρθρο 66 του Ν. 4987/2022 ποσό για τη θεμελίωση του αξιοποίνου.
Ήδη , για τα μη στοιχειοθετούντα αδίκημα φοροδιαφυγής χρέη προς το Δημόσιο, κατά τα προαναφερόμενα, η ποινική δίωξη ήταν και είναι μία, συγκεκριμένα δε, εκείνη για το αδίκημα της μη καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο (άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990), καθόσον, σε αντίθετη περίπτωση, από την αποτροπή της διπλής τιμώρησης, στην οποία αποσκοπούσε ο νομοθέτης, καταλήγουμε στην παντελή ατιμωρησία του φοροδιαφεύγοντος, όταν οι φορολογικές παραβάσεις δεν στοιχειοθετούν φορολογικό αδίκημα, κάτι που προφανώς δεν ήταν στις προθέσεις του (νομοθέτη), καθόσον, η αποφυγή του ατόπου της διπλής αξιολόγησης αξιοποίνων πράξεων για την οποία θεσπίστηκε η ανωτέρω διάταξη, δεν μπορεί παρά να έχει κατά λογική αναγκαιότητα την έννοια της εφαρμογής μιας εκ των δύο ποινικών διατάξεων και όχι καμιάς εξ αυτών.
Περαιτέρω, επισημαίνεται ότι η διατύπωση στο άρθρο 469 του ισχύοντος Π.Κ. της φράσης <<αδικήματα που τυποποιούνται στο άρθρο 66 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας>> ουδόλως υποδηλώνει βούληση του νομοθέτη για πλήρη αποκλεισμό της τιμωρίας των οφειλετών του Δημοσίου για τα προερχόμενα από τις ανωτέρω αιτίες χρέη, όταν αυτά δεν πληρούν τα κριτήρια υπαγωγής στο άρθρο 66 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας.
Τουναντίον, η αληθής, βούληση του νομοθέτη είναι τα, κατά τα ως άνω, μη υπαγόμενα (λόγω ποσού ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος, ή λόγω μη στοιχειοθέτησης της υποκειμενικής υποστάσεως του εν λόγω αδικήματος), στη διάταξη του άρθρου 66 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας χρέη, να συνυπολογίζονται ή να συναθροίζονται με άλλες προερχόμενες από διάφορες αιτίες λοιπές οφειλές προς το Δημόσιο, προς σχηματισμό του διαγραφομένου για την στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος που προβλέπεται στο άρθρο 25 του Ν. 1882/1990 ποσοτικού ορίου (ΟλΑΠ ...023).
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ'ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο αιτιολογίας. Εξάλλου, σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 του ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ'είδος προσδιορισμός τους ( μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά.
Πρέπει όμως να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ'επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.
Όταν δε, εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Δεν αποτελεί λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 1123/2020, ΑΠ 2055/2019).
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το Δικαστήριο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τις ειδικότερες, υπό στοιχεία 1.1 και 1.2, αιτιάσεις που εμπεριέχονται στον 1ο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων διατείνεται, ότι το δικάσαν σε β' βαθμό, Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων ...: α) εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την διατάξεις του άρθρου 25 παρ.1 και 2 του Ν. 1882/1990 και τον κήρυξε ένοχο για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο, δεχόμενο ότι κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, κατά το οποίο βεβαιώθηκαν τα ένδικα χρέη, ασκούσε, ως μέλος της προσωρινής διοίκησης της οφειλέτιδας εταιρείας, εν τοις πράγμασι καθήκοντα διευθύνοντος συμβούλου αυτής, χωρίς να υφίσταται αιρετό διοικητικό συμβούλιο, ούτε συγκροτημένη σε σώμα προσωρινή διοίκηση, ενώ σύμφωνα με τους ορισμούς του ως άνω άρθρου, η ποινική ευθύνη των φυσικών προσώπων που ασκούν εν τοις πράγμασι τέτοια καθήκοντα, αφορά σε μέλη υφισταμένου διοικητικού συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας, β) ότι (το Δικαστήριο) παραβίασε εκ πλαγίου τις ίδιες ως άνω διατάξεις, με ελλιπείς αιτιολογίες, αφού δεν αναφέρει κανένα πραγματικό περιστατικό και κανένα αποδεικτικό μέσο, από το οποίο να προκύπτει η άσκηση εν τοις πράγμασι, εκ μέρους του, καθηκόντων διευθύνοντος συμβούλου, ενώ επιπλέον, διαλαμβάνει ασαφείς και αντιφατικές παραδοχές, σχετικά με την ύπαρξη διοικητικού συμβουλίου ή προσωρινής διοίκησης της ως άνω εταιρείας.
Περαιτέρω, με τις πρόσθετες αιτιάσεις, υπό στοιχεία 1.3 και 1.4, του 1ου λόγου αναίρεσης, ο αναιρεσείων παραπονείται ότι με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι από ...-2012 έως ...-2015 ασκούσε εν τοις πράγμασι καθήκοντα διευθύνοντος συμβούλου της οφειλέτιδας εταιρείας, το Δικαστήριο μετέβαλλε την κατηγορία, ως προς την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου που του είχε αρχικά αποδοθεί και με την οποία -ιδιότητα- είχε καταδικαστεί πρωτοδίκως, χωρίς να τον ενημερώσει προηγουμένως, κατ'άρθρο 343 ΚΠΔ, ότι προσανατολίζεται στη μεταβολή αυτή, και να του δώσει τον αναγκαίο χρόνο να προετοιμάσει την υπεράσπισή του.
Προσέδωσε δε, έτσι στην πράξη μεγαλύτερη αντικειμενική απαξία και κατέστησε χειρότερη τη θέση του, αφού βάσει των ανωτέρω παραδοχών, το Δικαστήριο απέρριψε τον προβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό του ότι από ...-2014 δεν έφερε την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου και ότι για τα χρέη του ένδικου πίνακα χρεών που βεβαιώθηκαν μετά την ημεροχρονολογία αυτή, έπρεπε να κηρυχθεί αθώος, ενώ για τα προηγούμενα έπρεπε να παύσει η ασκηθείσα κατ'αυτού ποινική δίωξη λόγω παραγραφής και ότι συνεπεία τούτου, το Δικαστήριο, υπερέβη αρνητικά την εξουσία του, ενώ παραβίασε και τα υπερασπιστικά του δικαιώματα, επιφέροντας απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, κατ'άρθρο 171 παρ.δ'ΚΠΔ, καθώς και παραβίαση του άρθρου 6 παρ.3 της ΕΣΔΑ.
Εξάλλου, με τον 2ο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 469 ΠΚ, επικαλούμενος ότι στο ενοποιημένο χρέος του ένδικου πίνακα χρεών, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος, περιελήφθησαν ανεπιτρέπτως, χρέη από αδικήματα που τυποποιούνται στο άρθρο 66 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, ήτοι τα χρέη με αρ. 1 (Εισφορές και Τέλος Επιτηδεύματος), 3-13 (Πρόστιμο Επιβολής Διοικ.
Κυρώσεων, Πρόστιμο ΦΠΑ, Χρεωστικές Δηλώσεις ΦΠΑ μέσω ΙΝΤΕΡΝΕΤ), 20 (ΕΕΤΗΔΕ/ΕΕΤΑ), 24 (Πρόστιμο ΚΒΣ, Προσφυγή), 25 ( Εισφορές και Τέλος Επιτηδεύματος), 31 (Χρεωστικές Δηλώσεις ΦΠΑ μέσω ΙΝΤΕΡΝΕΤ), 32 (ΕΕΤΗΔΕ/ΕΕΤΑ), 33 (Προσωρινή από Ελευθέρια), 37-43 (Χρεωστικές Δηλώσεις ΦΠΑ μέσω ΙΝΤΕΡΝΕΤ, Εισόδημα Ν.Π., ΕΝΦΙΑ, Προς. Φόρου Μισθωτών Υπηρεσιών) και 45-51 (Πρόστιμο Μητρώου, Προς.
Φόρου Μισθωτών Υπηρεσιών, ΕΕΤΗΔΕ/ΕΕΤΑ, Δήλωση Φόρου Εισοδήματος) και που σύμφωνα με το άρθρο 469 ΠΚ, δεν συνυπολογίζονται για τον προσδιορισμό της ευθύνης του. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των πρακτικών της προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχθηκε στο περί ενοχής σκεπτικό του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ'είδος αναφέρει (ένορκη κατάθεση μάρτυρα, αναγνωσθέντα έγγραφα, πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης) αποδείχθηκαν κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: <<Δυνάμει της .../1969 συμβολαιογραφικής πράξης του Συμβολαιογράφου ...
Σ. Β., που συμπληρώθηκε με την .../1969 όμοια του Συμβολαιογράφου ... Π.. Λ. και δημοσιεύθηκαν μαζί με την ....1969 εγκριτική διοικητικής πράξης της εποπτεύουσας αρχής, στο ....1969 ΦΕΚ (τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ), συστήθηκε η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία <<Α. Α. - Ξ. Κ. Τ. Ε. Α..Ε..>> που εδρεύει στο .... Ιδρυτές της εταιρείας ήταν οι γονείς του κατηγορουμένου, Α.
και Μ. Α., κάτοχοι μετοχών που αντιστοιχούσαν στο 50% του καταβληθέντος μετοχικού κεφαλαίου, ήδη αποβιώσαντες από ...2009 και ...2011 αντίστοιχα και ο θείος του κατηγορουμένου (αδελφός του πατέρα του) Δ. Α. με τη σύζυγό του Ε., κάτοχοι του υπολοίπου ημίσεως των μετοχών. Νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι των Α. και Μ.
Α. είναι τα τέκνα τους Κ./νος Α. (κατηγορούμενος) και Π. Α., κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου έκαστος. Οι σχέσεις των αρχικών μετόχων φαίνεται πως είχαν διαρραγεί ήδη από το έτος 2003, με δεδομένο ότι, λόγω αδυναμίας εκλογής Δ. Σ. από τη γενική συνέλευση, ήδη από το έτος αυτό, η διοίκηση της εταιρείας ασκείτο από προσωρινά διορισμένα μέλη Δ.Σ., με δικαστικές αποφάσεις και προσωρινές διαταγές.
Μετά το θάνατο του πατέρα του κατηγορουμένου συνεχίστηκε η ίδια πρακτική, εφόσον, με αίτηση του ιδίου, της μητέρας και της αδελφής του, εκδόθηκε η ....2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία διορίστηκε προσωρινή επταμελής διοίκηση της εταιρείας, αποτελούμενη από τρία μέλη από τα προταθέντα από τον κατηγορούμενο, ήτοι τον ίδιο και τους Χ..Τ.
και Ι..Κ., δύο μέλη από τα προταθέντα από την αντίδικη πλευρά, ήτοι οι Δ. Α. και Σ..Μ. και τρία άσχετα με τους διαδίκους πρόσωπα, που επελέγησαν από το Δικαστήριο από τον κατάλογο των πραγματογνωμόνων, ήτοι τους οικονομολόγους Κ..Σ. και Ε..Σ., με καθήκοντα αφενός τη σύγκληση γενικής συνέλευσης, ώστε εντός προθεσμίας έξι μηνών από τη δημοσίευσή της απόφασης του Δικαστηρίου να εκλεγεί το Δ.Σ.
της εταιρείας, αφετέρου την επιμέλεια κατά το ίδιο διάστημα των υποθέσεων τη εταιρείας με επείγοντα χαρακτήρα. Το Δ.Σ. αυτό συγκροτήθηκε σε σώμα με το από ....2011 πρακτικό, που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ, στο τεύχος Α.Ε. και ΕΠΕ με αριθμό φύλλου ....2011, με πρόεδρο τον Δ. Α. και Αντιπρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο τον Σ.
Μ.. Το αυτό επαναλήφθηκε στη συνέχεια με αίτηση του θείου του κατηγορουμένου και της συζύγου του (Δ. και Ε. Α.) και κύρια παρέμβαση του κατηγορουμένου και της αδελφής του, με την ....2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία διορίστηκαν ως μέλη της προσωρινής διοίκησης, τέσσερα από τα προταθέντα από τον κατηγορούμενοι πρόσωπα, ήτοι ο ίδιος, η αδελφή του Π.
Α. και οι Ι..Σ. και Ι.. Κ. και τρία από τα προταθέντα από την αντίδικη πλευρά πρόσωπα, ήτοι οι Δ. και Ε. Α. και ο Γ. Α.. Το Δ.Σ. αυτό δεν συγκροτήθηκε σε σώμα κι έτσι ο κατηγορούμενος, που είχε την πλειοψηφία των μελών το ανέλαβε πραγματικά καθήκοντα διευθύνοντος συμβούλου. Στη συνέχεια, επειδή και πάλι δεν κατέστη δυνατή η ανάδειξη αιρετού Δ.Σ., με την .../2013 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου διορίστηκαν ως μέλη της προσωρινής διοίκησης πέντε πρόσωπα από τα προταθέντα από τον κατηγορούμενο, ήτοι ο ίδιος, η αδελφή του Π.
Α., οι Ι..Σ., I. ... και Η. Σ., η τελευταία στη θέση του Κ./νου Α. που δεν αποδέχτηκε το διορισμό του και δύο πρόσωπα από την αντίδικη πλευρά, ήτοι οι Δ. και Ε. Α.. Ακολούθως, για τον ίδιο λόγο, με την ....2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου ... ορίστηκαν ως μέλη της επταμελούς προσωρινής διοίκησης ο κατηγορούμενος και η αδελφή του Π.
Α., ο θείος του Δ. Α. και η σύζυγος του Ε. Α. και τρία πρόσωπα επιλογής του Δικαστηρίου, ήτοι οι λογιστές Κ.Δεληδάκης, I.Ευγενίδης και Σ.Ευθυμίου, οι οποίοι με αντίστοιχα έγγραφα δεν αποδέχτηκαν το διορισμό τους, επομένως ο κατηγορούμενος συνέχισε να ασκεί πραγματικά τα καθήκοντά του, όπως και προηγουμένως.
Τέλος, με την .../2015 απόφαση του Ειρηνοδικείου ... ορίστηκαν ως μέλη του επταμελούς προσωρινού Δ. Σ. ο κατηγορούμενος και η αδελφή του Π. Α., ο θείος τους Δ. Α. και η σύζυγος του Ε. Α. και οι λογιστές Ι. Κ., Δ. Κ. και Σ. Κ., οι οποίοι με αντίστοιχα έγγραφα αποποιήθηκαν το διορισμό τους και έτσι ο κατηγορούμενος συνέχισε να ασκεί πραγματικά τα καθήκοντά του όπως και προηγουμένως.
Εις βάρος της εταιρείας αυτής είχαν βεβαιωθεί διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου στη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ ΑΘΗΝΩΝ, όπως ακριβώς αναφέρονται στον πίνακα χρεών της παραπάνω Δ.Ο.Υ. (αρ.ειδ. Βιβλίου .../2016) που συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής την από .../2016 μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της πιο πάνω Δ.Ο.Υ., συνολικού ποσού 362.167 €.
Για το ποσό αυτό υπέχει ποινική ευθύνη ο κατηγορούμενος, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, υπό την ανωτέρω ιδιότητά του ως μέλους του Δ.Σ. που ασκούσε πραγματικά καθήκοντα διευθύνοντος συμβούλου από ....2012, ελλείψει των υπόλοιπων προσώπων που υπέχουν ευθύνη για την καταβολή των χρεών προς το Δημόσιο, εφόσον τα μερικότερα χρέη ήταν βεβαιωμένα κατά τον ανωτέρω χρόνο ή βεβαιώθηκαν κατά τη διάρκεια της άσκησης των καθηκόντων του, ήτοι μέχρι ....2015 με την ....2015 απόφαση του Ειρηνοδικείου ....
Ειδικότερα, ως προς το χρέος του πίνακα με αριθμό…, το οποίο αποτελεί το υψηλότερο από αυτά και στο οποίο αφορά σχεδόν το σύνολο των προβληθέντων από τον κατηγορούμενο ισχυρισμών, αποδείχτηκαν τα εξής: Με την ....2011 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης ... αποφασίστηκε η ανάκληση της ....1995 απόφασης του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας ..., όπως είχε τροποποιηθεί, με την οποία είχε εγκριθεί η υπαγωγή στις διατάξεις του Ν. 1892/1990 επένδυσης της προαναφερόμενης εταιρείας με την επωνυμία "Α.
Α. Ξ. και Τ. Ε. Α. Ε.", που αφορούσε τον ολοκληρωμένης μορφής εκσυγχρονισμό των εγκαταστάσεων και του εξοπλισμού ξενοδοχειακής μονάδας … τάξης, δυναμικότητας ... δωματίων και ... κλινών, με την επωνυμία "Α." στην Κοινότητα ... του νομού ..., συνολικού κόστους 324.498 δρχ. ήτοι 952.305,21 € και η έντοκη επιστροφή της καταβληθείσας στην εταιρεία αυτή επιχορήγησης του Δημοσίου, η οποία μαζί με το έντοκο τμήμα της ανέρχεται στο ποσό των 199.365,31 €.
Στη συνέχεια το χρέος αυτό, με επιβαρύνσεις ποσού 93.790,19 € και συνολικό ύψος 285.198,75 €, βεβαιώθηκε με στοιχεία ....2011 και περιλήφθηκε στον συνημμένο στην παρούσα πίνακα χρεών με αριθμό …, αποτελεί δε το υψηλότερο από τα αναγραφόμενα σε αυτόν ποσά, τα οποία ανέρχονται σε 362.167 € συνολικά. Ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος δεν ευθύνεται ποινικά για το συγκεκριμένο χρέος, επειδή διορίστηκε στη διοίκηση της εταιρείας μετά από μακρά και παρατεταμένη θητεία της αντίδικης πλευράς, κατά την οποία, λόγω των τεταμένων σχέσεων, ήταν κυριολεκτικά αποκλεισμένος από τα εταιρικά θέματα, με συνέπεια να αγνοεί τόσο την έκδοση της ανακλητικής της επιχορήγησης απόφασης, που αποτελεί τον νόμιμο τίτλο της ταμειακής βεβαίωσης όσο και την ίδια τη βεβαίωση, τα οποία πληροφορήθηκε για πρώτη φορά με την επίδοση της ....2012 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας της Δικ.Επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο ...
Ε. Ν.. Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος, επειδή, όπως προαναφέρεται, ο κατηγορούμενος ήταν μέλος των προσωρινών διοικήσεων της εταιρείας διαχρονικά, από ....2011, ενώ από ....2012, λόγω μη συγκρότησης σε σώμα των διορισμένων προσωρινών Δ.Σ., και της πλειοψηφίας των μελών του ασκούσε ο ίδιος καθήκοντα διευθύνοντος συμβούλου και επομένως, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, είχε ποινική ευθύνη για τα χρέη της εταιρείας προς το δημόσιο.
Επιπλέον, δε, η ανάκληση της επιχορήγησης έγινε στις ....2011 και η βεβαίωση του χρέους στις ....2011, ήτοι σε χρόνο κατά τον οποίο αυτός είχε την πλειοψηφία των προταθέντων από τους διαδίκους μελών του Δ.Σ., με συνέπεια να μην κρίνεται πειστικό ότι ούτε ο ίδιος το πληροφορήθηκε, ούτε κανένας από τους ανθρώπους της εμπιστοσύνης του τον ενημέρωσε σχετικά.
Άλλωστε, όπως ο ίδιος ομολογεί, ενημερώθηκε για το συγκεκριμένο χρέος, όπως ο ίδιος ομολογεί, κατά την επίδοση στην εταιρεία της ...-2012 Έκθεσης Αναγκαστικής Κατάσχεσης Ακίνητης Περιουσίας της Δικαστικής Επιμελήτριας του Πρωτοδικείου ... Ε. Ν., ήτοι πέντε μήνες περίπου μετά τον επαναδιορισμό του ως μέλους του Δ.Σ.
και την ουσιαστική ανάληψη καθηκόντων διευθύνοντος συμβούλου. Ισχυρίζεται, περαιτέρω, ότι με τις συμβουλές και οδηγίες των νομικών παραστατών της η εταιρεία, α) άσκησε κατά της ανωτέρω έκθεσης κατάσχεσης την από ....2012 ανακοπή ενώπιον του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου ..., επί της οποίας εκδόθηκε η .../2019 απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή, λόγω μη προηγηθείσας αποστολής ατομικής ειδοποίησης που να πληροί τους όρους του ΚΕΔΕ προς την εταιρεία, ενώ μέχρι την έκδοση της απόφασης αυτής είχε ανασταλεί η εκτέλεση, κατόπιν αποδοχής σχετικής αίτησής του, με την .../2013 απόφαση του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου, β) υπέβαλε προς την Περιφέρεια ...
την από ....2012 αίτηση περί ανάκλησης της απόφασης με την οποία είχε ανακληθεί η επιχορήγηση, αίτηση η οποία απορρίφθηκε με την ....2013 απόφαση και γ) άσκησε ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου ... την από ....2013 προσφυγή με αίτημα την ακύρωση των ανωτέρω αποφάσεων, η οποία, με την .../2019 απόφαση του Δικαστηρίου παραπέμφθηκε, λόγω αναρμοδιότητας, στο ΣΤΕ και απορρίφθηκε, όπως προκύπτει από το από ....2022 έγγραφο του ΣΤΕ με τίτλο παρακολούθηση υπόθεσης, αλλά κατέθεσε και η μάρτυρας, η οποία διευκρίνησε ότι το ΣτΕ δεν εισήλθε στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης.
Με βάση τα ανωτέρω, ισχυρίστηκε ότι δεν στοιχειοθετείται εις βάρος του η αποδιδόμενη σ' αυτόν κατηγορία, κατά τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της, επειδή: Α) λόγω του διορισμού του ως μέλους της προσωρινής διοίκησης με την .../2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., με τις αναφερόμενες σ' αυτήν περιορισμένες αρμοδιότητες δεν ευθύνεται για τα χρέη της εταιρείας.
Ο ισχυρισμός αυτός είναι ουσία αβάσιμος, εφόσον ο κατηγορούμενος, λόγω της ανωτέρω ιδιότητος του ευθύνεται κατά το νόμο (άρθρο 25 §§ 2α και 3α του Ν. 1882/1990) για τα χρέη που είχαν βεβαιωθεί κατά το χρόνο ανάληψης των καθηκόντων του, ενώ η αντιμετώπιση των χρεών της εταιρείας, είτε με εξόφληση είτε με ρύθμιση υπήγετο οπωσδήποτε στις επείγουσες διαχειριστικές πράξεις για τις οποίες είχαν αρμοδιότητα οι προσωρινές διοικήσεις και ήταν προς το συμφέρον της εταιρείας, ώστε να αποτραπεί περαιτέρω οικονομική επιβάρυνσής της, με όλες τις συνέπειες που ακολούθησαν.
Ο ισχυρισμός του ότι δεν ευθύνεται για τα χρέη που βεβαιώθηκαν μετά την ....2014, ήτοι τα με αριθμούς … επόμενα του πίνακα χρεών, επειδή δεν έφερε την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου της εταιρείας κατά το χρόνο της .../2015 ειδοποίησης της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. αλλά ούτε και κατά τις ....2016 που φέρεται να τελέστηκε η αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη, διότι δεν συγκροτήθηκαν ποτέ οι προσωρινές διοικήσεις, είναι απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος, επειδή κατά τα ανωτέρω ο κατηγορούμενος, ο οποίος ασκούσε εν τοις πράγμασι καθήκοντα διευθύνοντος συμβούλου ευθύνεται και για αυτά τα χρέη της εταιρείας (τα με αριθμούς … έως και … του πίνακα), που βεβαιώθηκαν κατά το χρονικό διάστημα της θητείας του, ήτοι από ....2012 μέχρι ....2015, ανεξάρτητα αν μεταγενέστερα απέβαλε αυτήν με οποιονδήποτε τρόπο ή για οποιαδήποτε αιτία (άρθρο 25 §§ 2α, 3α του Ν. 1882/1990).
Επικαλέστηκε, επίσης, ο κατηγορούμενος, την άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης που του αποδίδεται, κατ' άρθρο 20 ΠΚ, λόγω ενάσκησης δικαιώματος ή εκπλήρωσης καθήκοντος, εφόσον εν προκειμένω άσκησε το δικαίωμα που του έδινε η χορηγηθείσα από το Διοικητικό Πρωτοδικείο αναστολή, ενά) παράλληλα εκπλήρωσε μείζον καθήκον προς την εταιρεία, αφού κάθε ενέργειά του προς την κατεύθυνση της εξόφλησης θα καθιστούσε απαράδεκτες ελλείψει εννόμου συμφέροντος τις ασκηθείσες ως άνω ανακοπή και προσφυγή.
Ο ισχυρισμός αυτός, κατά το πρώτο μέρος του (ενάσκηση δικαιώματος) είναι απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος, καθόσον με την διοικητική αναστολή εμποδίζονται πράξεις διοικητικής εκτέλεσης και δεν παύει το χρέος να είναι ληξιπρόθεσμο και απαιτητό (ΑΠ 1362/2015, βλ. ιστοσελίδα ΑΠ), επομένως δεν αίρεται η υποχρέωση του κατηγορουμένου να προχωρήσει σε πληρωμή του.
Για το λόγο αυτό η επικαλούμενη άσκηση προσφυγής και η συνεπεία αυτής αναστολή της καταβολής των χρεών δεν ασκεί καμία έννομη επιρροή στο αξιόποινο του εγκλήματος, άλλως, σε διαφορετική περίπτωση, θα τίθετο εκποδών ο σκοπός για τον οποίο θεσπίστηκε η διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990 (ΑΠ 119/2018, ΑΠ 232/2018, βλ.
ιστοσελίδα ΑΠ). Ως προς δε το δεύτερο μέρος (εκπλήρωση καθήκοντος προς την εταιρεία), είναι απορριπτέος ο ισχυρισμός αυτός, διότι το καθήκον του κατηγορουμένου προς την εταιρεία την οποία εκπροσωπεί αφορά στην άσκηση χρηστής διοίκησης και στην αποφυγή παράνομης ζημίας της και όχι στη μετακύλιση της δική της ζημίας σε τρίτους δανειστές, καθιστώντας την έτσι αφερέγγυα και προσβάλλοντας τη φήμη και την καλή πίστη της.
Επικαλείται, επίσης, ο κατηγορούμενος, άρση του καταλογισμού του, κατ' άρθρο 33 ΠΚ, λόγω ανυπέρβλητου διλήμματος, εξαιτίας της σύγκρουσης καθηκόντων από την υποχρέωσή του να προασπίζεται τα συμφέροντα της εταιρείας, καθώς και ότι η προσβολή που προκλήθηκε από την πράξη είναι κατά το είδος και τη σπουδαιότητα ανάλογη με την προσβολή που απειλήθηκε για την εταιρεία από την καταβολή του χρέους.
Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος, επειδή η ανωτέρω διάταξη δεν αναιρεί τη θεμελιώδη διαπίστωση ότι η λήψη υπόψη της ατομικής περί ηθικού καθήκοντος αντίληψης του κατηγορουμένου δεν μπορεί να υπερβαίνει την αναγκαιότητα για την ύπαρξη ενός ελάχιστου κοινού δικαιικού και κοινωνικοηθικού φρονήματος για όλους τους πολίτες, χωρίς το οποίο η κρατική αυθεντία, ως μοναδική πηγή νομοθετικής λειτουργίας θα κατέρρεε.
Τούτο, διότι φαντάζει αδιανόητο πώς μια έννομη τάξη μπορεί να συγκροτείται ως συντεταγμένη πολιτεία και κράτος δικαίου, χωρίς κυρίαρχο ηθικοκοινωνικό και δικαιικό αξιακό υπόβαθρο. Το φυσικό δε αποτέλεσμα της θέσης αυτής είναι η παραδοχή ότι οι επιταγές του θετικού ποινικού δικαίου έχουν πάντοτε προβάδισμα απέναντι στον παρεκκλίνοντα ατομικό συνειδησιακό κανόνα.
Και εν προκειμένω πρόκειται προδήλως για παρεκκλίνοντα τέτοιο κανόνα, καθόσον ο κατηγορούμενος οφειλέτης επιχειρεί να νομιμοποιήσει την αποφυγή πληρωμής ληξιπρόθεσμου χρέους του προς το Ελληνικό Δημόσιο, επικαλούμενος την αντίστοιχη ζημία της εταιρείας που εκπροσωπεί, από την εκπλήρωση της σχετικής υποχρέωσής του, παρότι δεν αρνείται την οφειλή.
Επικαλείται, ακόμα, ο κατηγορούμενος, άρση του καταλογισμού του λόγω συγγνωστής νομικής πλάνης, κατ' άρθρο 31 ΠΚ, επειδή θεωρούσε ότι λόγω της χορηγηθείσας αναστολής εκτέλεσης από το Διοικητικό Πρωτοδικείο, είχε σταματήσει η ποινική ευθύνη του για την πληρωμή των χρεών, αντιθέτως δε πίστευε ότι η πληρωμή τους θα καθιστούσε άνευ αντικειμένου, ελλείψει εννόμου συμφέροντος τις ασκηθείσες από την εταιρεία ανακοπή και προσφυγή, ενώ αδυνατούσε να αντιληφθεί τη διαφορά μεταξύ διοικητικής και ποινικής διαδικασίας.
Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος, διότι η εταιρεία, όπως και ο ίδιος αναφέρει στους ισχυρισμούς του, διέθετε νομικούς συμβούλους, με τις οδηγίες των οποίων άσκησε σειρά ένδικων βοηθημάτων κατά της ανωτέρω οφειλής, ώστε να μην μπορεί βάσιμα να υποστηριχθεί ότι και αν υπήρχε η επικαλούμενη νομική πλάνη του κατηγορουμένου αυτή ήταν συγγνωστή.
Το δε κατατεθέν από την αδελφή του ότι η ίδια, ως νομικός, τον συμβούλεψε να πράξει έτσι, εκτιμάται ως μια προσπάθεια αρωγής του στην παρούσα δίκη και δεν αξιολογείται ως βάσιμο γεγονός, διότι η ίδια είχε τις νομικές γνώσεις να αντιληφθεί τη διαφορά μεταξύ διοικητικής και ποινικής διαδικασίας και θεωρείται βέβαιο ότι ενημέρωσε σχετικά τον αδελφό της.
Επικαλείται, τέλος, ο κατηγορούμενος, μη συνδρομή του υποκειμενικού στοιχείου, λόγω άγνοιας της απόφασης που ανακάλεσε την επιχορήγηση και της βεβαίωσης του χρέους, ο οποίος είναι απορριπτέος, εφόσον, κατά τα προαναφερόμενα, αποδείχτηκε η πλήρης και σαφής γνώση του για τα γεγονότα αυτά, λόγω της ιδιότητος του ως ενεργού μέλους των προσωρινών διοικήσεων από το 2011 και εφεξής και ως ασκούντος πραγματικά καθήκοντα διευθύνοντος συμβούλου από ....2012, σε κάθε δε περίπτωση, όπως ο ίδιος ομολογεί, πληροφορήθηκε οπωσδήποτε την ύπαρξη και τη βεβαίωση του εν λόγω μεγαλύτερου χρέους το έτος 2012, κατά την επίδοση, στις ....2012, της από ....2012 έκθεσης κατασχετήριας έκθεσης και ουδέν έπραξε προς την κατεύθυνση της εξόφλησης ή ρύθμισής του.
Κατ' ακολουθίαν αυτών και μετά την απόρριψη των ισχυρισμών του κατηγορουμένου, πρέπει, εφόσον η αποδιδόμενη σ' αυτόν πράξη αποδείχτηκε κατά τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της, να κηρυχθεί ένοχος, ενώ δεν τίθεται ζήτημα παραγραφής, εφόσον από το χρόνο τέλεσής της (....2016) μέχρι σήμερα δεν έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 8 ετών. Να σημειωθεί ότι ο κατηγορούμενος δεν ισχυρίστηκε, ούτε άλλωστε αποδείχθηκε ότι κάποιο από τα ένδικα χρέη τυποποιείται στη διάταξη του άρθρου 66 του Ν. 4987/2022 και τούτο επειδή στη διάταξη αυτή υπάγονται μόνο τα χρέη που αποτελούν αυτοτελώς φορολογικά αδικήματα και υπερβαίνουν το ποσό που ορίζει το άρθρο αυτό (ΑΠ 1579/2022), προϋπόθεση που δεν συντρέχει εν προκειμένω για κανένα από τα ένδικα χρέη του πίνακα χρεών...>>.
Ακολούθως, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2 περ.β' ΠΚ, και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, με τριετή αναστολή, με το ακόλουθο διατακτικό: <<
Κηρύσσει τον παραπάνω κατηγορούμενο ένοχο του ότι: Στην Αθήνα στις ...-2016, όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του Ν. 3220/04, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει τα 200.000 ευρώ. Συγκεκριμένα, ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος της εταιρείας με την επωνυμία <<Α. Α. Ξ. Κ. Τ. Ε. Α..Ε..>>, στην οποία ασκούσε πραγματικά καθήκοντα διευθύνοντος συμβούλου, διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου στη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ ΑΘΗΝΩΝ, όπως ακριβώς αναφέρονται στον πίνακα χρεών της παραπάνω Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ ΑΘΗΝΩΝ (αρ.ειδ. βιβλίου .../2016) και συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής την από ...-2016 μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της πιο πάνω Δ.Ο.Υ., ηθελημένα δεν κατέβαλε ποσό ευρώ 362.167,00, που αφορά βεβαιωμένα χρέη αυτού προς το Δημόσιο>>. Επισύναψε δε στο διατακτικό του τον κατωτέρω πίνακα χρεών:
Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του, την, κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκτίθενται σ' αυτήν, κατά την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της μη έγκαιρης καταβολής βεβαιωμένων χρεών προς το Δημόσιο, που υπερβαίνουν το ποσό των 200.000 ευρώ, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς δυνάμει των οποίων έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 12, 14, 26 παρ. 1 εδ.
α, 27 του ΠΚ , καθώς και του άρθρου 25 παρ.1 εδ.β', 2 και 3 του Ν. 1882/1990, όπως η παρ. 1 αντικ. με το άρθρο 20 παρ.1 Ν. 432...015 σε συνδ. με αρ. 71 παρ.2 Ν. 4174/2013, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 8 Ν. 4337/2015, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως η εκ πλαγίου, με ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, ώστε να στερήσει την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Ειδικότερα, στην απόφαση διαλαμβάνονται οι ακόλουθες πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις, ουσιαστικές παραδοχές που στοιχειοθετούν την νομοτυπική μορφή του ένδικου αδικήματος, ήτοι: α) Η οφειλή προς το Δημόσιο, εκ μέρους της εδρεύουσας στο ..., ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία <<Α. Α. - Ξ. Κ. Τ. Ε. Α..Ε..>>, των ληξιπρόθεσμων χρεών που βεβαιώθηκαν κατά το χρονικό διάστημα από ...-2012 έως και ...-2015 και εμπεριέχονται στον ένδικο πίνακα χρεών που ενσωματώνεται στο διατακτικό της, β) Η αρμόδια φορολογική αρχή - Φ.Α.Ε. ... - που βεβαίωσε τα χρέη του ένδικου πίνακα, το είδος και το ύψος εκάστου χρέους, ο χρόνος βεβαιώσεως εκάστου και ο τρόπος πληρωμής του, οι συγκεκριμένες ημεροχρονολογίες καταβολής τους και το ενοποιημένο χρέος που υπερβαίνει το ποσό των 200.000 ευρώ, ανερχόμενο στο ποσό των 362.167 ευρώ και γ) Η ποινική υποχρέωση του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, ως μέλους της διορισθείσας με δικαστικές αποφάσεις προσωρινής διοίκησης της ανωτέρω εταιρείας και ασκούντος εν τοις πράγμασι καθήκοντα διευθύνοντος συμβούλου, κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα που ήταν βεβαιωμένα ή βεβαιώθηκαν τα ανωτέρω χρέη, να καταβάλει το ενοποιημένο χρέος του ένδικου πίνακα και η από πρόθεση μη πληρωμή υπό την ανωτέρω ιδιότητά του, του ανωτέρω ποσού, μέχρι το τέλος του τετραμήνου κατά το οποίο έπρεπε αυτό να καταβληθεί.
Πλέον συγκεκριμένα και σε σχέση με τις προαναφερθείσες αιτιάσεις του 1ου λόγου αναίρεσης, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων από ...-2011 και επί ένα εξάμηνο, διετέλεσε Πρόεδρος της συγκροτηθείσας σε σώμα …μελούς προσωρινής διοίκησης της εταιρείας που διορίσθηκε με την ...011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., από ...-2012 και επί ένα εξάμηνο, διετέλεσε Πρόεδρος και με καθήκοντα Διευθύνοντος Συμβούλου της συγκροτηθείσας σε σώμα …μελούς προσωρινής διοίκησης που διορίσθηκε με την .../2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., ότι στη συνέχεια ο ίδιος διετέλεσε διαδοχικά μέλος και όλων των επόμενων …μελών προσωρινών διοικήσεων αυτής που διορίσθηκαν με τις δικαστικές αποφάσεις, με αρ. .../2013, .../2014 και .../2015 του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...
και του Ειρηνοδικείου ..., αντίστοιχα και ότι η πλειοψηφία των μελών των προσωρινών αυτών διοικήσεων, που αποδέχθηκαν τον διορισμό τους, μεταξύ των οποίων και ο αναιρεσείων, ασκούσαν κατά το διάστημα αυτό, διαχειριστικές πράξεις. Ότι ο αναιρεσείων, ο οποίος είχε σημαντική εταιρική συμμετοχή, καθώς και με το μέρος του, την πλειοψηφία των διορισθέντων μελών των προσωρινών διοικήσεων, τα οποία είχαν προταθεί από τον ίδιο και είχαν αποδεχθεί τον διορισμό τους, καθόλο το παραπάνω χρονικό διάστημα διαδραμάτιζε κυρίαρχο ρόλο στην διοίκηση της εταιρείας, ασκώντας εν τοις πράγμασι καθήκοντα διευθύνοντος συμβούλου αυτής.
Ο ίδιος μάλιστα, εκπροσωπώντας την ανωτέρω εταιρεία, προέβη στις αναφερόμενες δικαστικές ενέργειες προκειμένου να ακυρωθεί (χωρίς να το επιτύχει), το με αρ. 2 του ένδικου πίνακα βεβαιωθέν χρέος ποσού 285.198,75 ευρώ που αφορούσε οφειλόμενη επιστροφή ανακληθείσας χρηματικής επιχορήγησης του Δημοσίου προς την ως άνω εταιρεία.
Ενόψει δε των παραδοχών αυτών και σύμφωνα με τις ανωτέρω, υπό στοιχείο Ι', νομικές σκέψεις της παρούσας, το Δικαστήριο, κατ'ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 25 παρ.1, 2α' και 3 του Ν.'1882/1990 και με την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς την ύπαρξη της προαναφερθείσας ιδιότητας του αναιρεσείοντος, κατέληξε στην κρίση ότι ο τελευταίος υπέχει ποινική ευθύνη για τα ένδικα χρέη, εφόσον ήταν βεβαιωμένα ή βεβαιώθηκαν κατά τη διάρκεια της ανωτέρω χρονικής περιόδου, κατά την οποία, κατά τα προαναφερόμενα, αυτός ήταν μέλος της προσωρινής διοίκησης της ανωτέρω εταιρείας, που διορίσθηκε με δικαστικές αποφάσεις, εντεταλμένης για τη διενέργεια των αναγκαίων πράξεων διαχείρισης και διοίκησης αυτής και ασκούσε ο ίδιος εν τοις πράγμασι καθήκοντα Διευθύνοντος Συμβούλου.
Περαιτέρω, από την αντιπαραβολή της προσβαλλόμενης και της πρωτόδικης απόφασης (με αρ. .../2022 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου ...), η οποία παραδεκτά επισκοπείται, δεν προκύπτουν παραδοχές που μεταβάλλουν το χρόνο τέλεσης της ένδικης πράξης, που είναι, σύμφωνα με τις παραδοχές αμφοτέρων των ανωτέρω αποφάσεων, η ...016, κατά την οποία έληξε η τετράμηνη προθεσμία καταβολής του ενοποιημένου χρέους του ένδικου πίνακα χρεών, οι δε παραδοχές, στην μεν πρωτόδικη ότι ο αναιρεσείων ευθύνεται ως διευθύνων σύμβουλος της οφειλέτιδας εταιρείας, στην δε προσβαλλομένη ότι ευθύνεται ως ασκών εν τοις πράγμασι καθήκοντα διευθύνοντος συμβούλου, δεν επιδρούν στην παραγραφή της πράξης και συνεπώς δεν τίθεται θέμα χειροτέρευσης της θέσης του αναιρεσείοντος.
Εξάλλου, οι παραπάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με την ιδιότητα του αναιρεσείοντος, ως εν τοις πράγμασι διευθύνοντος συμβούλου, δεν αποτελούν μεταβολή της κατηγορίας ή ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό της πράξης, ούτε προσδίδουν στην πράξη μείζονα αντικειμενική απαξία, όπως αβάσιμα διατείνεται ο αναιρεσείων, αλλά ακριβέστερο, επιτρεπτό, προσδιορισμό των πραγματικών περιστατικών που συνιστούν την ιδιότητα, υπό την οποία υπέχει ποινική ευθύνη, σύμφωνα με την εφαρμοζόμενη ουσιαστική ποινική διάταξη.
Ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να ενημερώσει προηγουμένως τον κατηγορούμενο, κατ'άρθρο 343 ΚΠΔ, ότι προσανατολίζεται να προβεί στον συγκεκριμένο ειδικότερο προσδιορισμό της ιδιότητάς του αυτής και δεν υπερέβη αρνητικά την εξουσία του, ούτε προκάλεσε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, με τις ανωτέρω παραδοχές.
Επομένως, ο 1ος λόγος αναίρεσης ως προς όλες τις ανωτέρω επί μέρους αιτιάσεις του, με τις οποίες αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α', Δ'και Ε' ΚΠΔ, είναι αβάσιμος. Εξάλλου, κατ'ορθή ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 469 ΠΚ, και σύμφωνα με τις προηγηθείσες υπό στοιχείο
ΙΙ' νομικές σκέψεις της παρούσας, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχθηκε ότι κανένα από τα παρατιθέμενα βεβαιωθέντα χρέη του ένδικου πίνακα χρεών δεν προέρχεται από τα φορολογικά αδικήματα που τυποποιούνται στο άρθρο 66 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ΚΦΔ) και συνεπώς άπαντα συνυπολογίζονται για τον προσδιορισμό της ευθύνης του αναιρεσείοντος υπό την ανωτέρω ιδιότητά του. Και τούτο διότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση των ανωτέρω χρεών: α) τα με αριθμούς ... (επιστρεπτέα επιχορήγηση του Δημοσίου, διοικητικά πρόστιμα, έξοδα διοικητικής εκτέλεσης, κ.λπ.), αφορούν μη φορολογικές οφειλές, β) τα με αριθμούς ... (εισόδημα Ν.Π. βεβ. από δήλωση/ ΕΝΦΙΑ/ δήλωση φόρου εισοδήματος), αφορούν φορολογικές οφειλές που δεν προέρχονται από αποκρυβείσα φορολογητέα ύλη και ως εκ τούτου (ανεξαρτήτως ποσού) δεν υπάγονται στις περιπτώσεις της παρ.1 α' του άρθρου 66 ΚΦΔ και γ) όλα τα λοιπά χρέη (πρόστιμα/δηλώσεις ΦΠΑ, /Φόρος Μισθωτών Υπηρεσιών/ έκτακτοι φόροι και τέλη από διάφορες αιτίες), αφορούν φορολογικές οφειλές που μνημονεύονται στο άρθρο 66 παρ.1 β' ΚΦΔ, πλην όμως λόγω του χαμηλού ύψους τους δεν τυποποιούνται σε φορολογικά αδικήματα, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 66 του ΚΦΔ και συνεπώς συνυπολογίζονται στον ένδικο πίνακα των χρεών προς το Δημόσιο. Επομένως, ο 2ος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε'ΚΠΔ, είναι ομοίως αβάσιμος.
Κατόπιν των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 578 παρ.1 του ΚΠΔ).-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από ...-2023 αίτηση - δήλωση του Κ. Α. του Α., κατοίκου ..., για αναίρεση της με αριθ. 2782/3-7-2023 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαΐου 2024.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Δεκεμβρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ