Legislator Case Law & Legislation
1548/2022 AI generated

Supreme Court dismisses reciprocal appeals on divorce property division, ruling evidence was fully considered.

Case Number 1548/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed two reciprocal appeals filed by spouses regarding property division in a divorce case. The appellant argued the lower court ignored specific witness testimonies and photographs proving a €300,000 renovation expense, while the respondent claimed the appellant would not honor a prior agreement. The court held that the appellate court had substantively considered all submitted evidence and reached a different conclusion based on the totality of the proof, rendering the appeals inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561, 578 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court rules that an appeal is inadmissible if the appellate court has substantively considered all evidence and reached a different conclusion, and that reciprocal appeals on the same final judgment must be joined for efficiency.

Keywords

AI generated
reciprocal appeals property division divorce proceedings evidence consideration inadmissible appeal appellate review costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 246 of the Code of Civil Procedure
Article 573 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 578 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1548 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1548/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - αναιρεσιβλήτου: Δ. Μ. του Α., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Χαλκιαδάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου - αναιρεσείουσας: Κ. Σ. του Κ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Στυλιανή Βαλάνη - Ντολοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-6-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου - αναιρεσείουσας Κ. Σ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11/2016 μη οριστική και 28/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 215/2020 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με τις από 24-2-2020 και 5-10-2020 αιτήσεις τους.

Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ, το δικαστήριο σε κάθε στάση τη δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσοτέρων εκκρεμών ενώπιόν του δικών, ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων.

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (17-1-2022) συζητήθηκαν οι εξής υποθέσεις: α) η από 24/2/2020 αίτηση αναίρεσης του Δ. Μ. κατά της Κ. Σ. και β) η από 5/10/2020 αίτηση αναίρεσης της τελευταίας κατά του πρώτου. Οι ανωτέρω αιτήσεις αναιρέσεως στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης και συγκεκριμένα κατά της υπ` αριθμ. 215/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και, επομένως, πρέπει να συνεκδικαστούν, κατά το ως άνω άρθρο 246 ΚΠολΔ, αφού είναι συναφείς και από τη συνεκδίκασή τους διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.

Με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν.4055/2012 προστέθηκε τέταρτη παράγραφος στο άρθρο 495 ΚΠολΔ, με την οποία ορίστηκε για πρώτη φορά ότι εκείνος που ασκεί τα ένδικα μέσα της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης υποχρεούται, με ποινή απαραδέκτου του ενδίκου μέσου, να καταθέσει και παράβολο αντίστοιχου ποσού 200, 300 και 400 ευρώ, το οποίο επισυνάπτεται στην έκθεση του ενδίκου μέσου, που συντάσσει ο γραμματέας αλλά και ότι η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει για τις διαφορές των άρθρων 663, 667 και 681 Β' ΚΠολΔ.

Οι αναφερόμενες στο ήδη καταργηθέν με τον Ν. 4335/2015 άρθρο 681 Β' ΚΠολΔ διαφορές, που αφορούσαν διαφορές σχετικά με την διατροφή και την επιμέλεια των τέκνων δεν περιελάμβαναν και την περιουσιακή διαφορά, που γεννάται κατά το άρθρο 1400 ΑΚ από την αξίωση συμμετοχής ενός συζύγου στα αποκτήματα του άλλου συζύγου κατά την διάρκεια του γάμου, εφ' όσον ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί ή συμπληρωθεί τριετής διάσταση αυτών και συνεπώς για τις διαφορές αυτές δεν είχε εφαρμογή η ανωτέρω εξαίρεση και υπήρχε υποχρέωση καταβολής παραβόλου, κατά την άσκηση ενδίκου μέσου.

Με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, το οποίο κατά το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού ισχύει για τα κατατιθέμενα από 1/1/2016 και εφεξής ένδικα μέσα, τροποποιήθηκε το άρθρο 495 ΚΠολΔ και ορίστηκε ότι η υποχρέωση κατάθεσης παράβολου δεν ισχύει, μεταξύ άλλων, και για τις διαφορές του άρθρου 592 αριθμ. 1 και 3 ΚΠολΔ.

Το τελευταίο αυτό άρθρο, το οποίο επίσης τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015, καθιερώνει την εισαχθείσα με το νόμο αυτό νέα ειδική διαδικασία των οικογενειακών διαφορών, κατά την οποία δικάζονται οι γαμικές διαφορές, οι διαφορές από την ελεύθερη συμβίωση, οι διαφορές από την σχέση γονέων και τέκνων και οι λοιπές οικογενειακές διαφορές, που ορίζονται στην παρ. 3 του άρθρου αυτού, μεταξύ των οποίων, κατά το εδάφιο δ' της παρ. 3, περιλαμβάνεται και "κάθε άλλη περιουσιακού δικαίου διαφορά, που απορρέει από την σχέση των συζύγων ή των γονέων και τέκνων".

Από την γενικότητα της διατύπωσης του εδαφίου αυτού, συνδυαζόμενη και προς την βούληση του νομοθέτη να καθιερώσει νέα ειδική διαδικασία, στην οποία θα υπάγονται όλες οι οικογενειακές διαφορές, συνάγεται ότι στις διαφορές, που δικάζονται κατά τη νέα αυτή διαδικασία, περιλαμβάνεται και η ανωτέρω από το άρθρο 1400 ΑΚ αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα του άλλου συζύγου, γιατί πρόκειται για περιουσιακή διαφορά, που απορρέει αμέσως από τη σχέση των συζύγων και συνεπώς, αφού η αξίωση αυτή περιλαμβάνεται στις αναφερόμενες στο άρθρο 592 αρ. 3 ΚΠολΔ διαφορές, συνάγεται ότι για διαφορές σχετικές με την αξίωση αυτή δεν υπάρχει υποχρέωση κατάθεσης παραβόλου για την άσκηση ένδικου μέσου, αν δε κατατεθεί, πρέπει να διαταχθεί η απόδοσή του, γιατί καταβλήθηκε αχρεωστήτως.

Στην προκειμένη περίπτωση, επί των ανωτέρω συνεκδικαζομένων αντιθέτων αιτήσεων αναιρέσεως επί διαφοράς εκ του άρθρου 1400 ΑΚ, ο μεν αναιρεσείων Δ. Μ. δεν κατέθεσε, κατά την άσκηση της αναίρεσης, παράβολο, αντίθετα από την αναιρεσείουσα Κ. Σ., που κατέθεσε παράβολο ποσού 450 ευρώ. Σύμφωνα με την μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, δεν υπήρχε υποχρέωση κατάθεσης παραβόλου, αφού οι αιτήσεις αναίρεσης ασκήθηκαν μετά την 1/1/2016 και αφορούν διαφορά από το άρθρο 1400 ΑΚ και γι' αυτό η αίτηση αναίρεσης του Δ.

Μ. δεν πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη, λόγω μη καταβολής παραβόλου, ενώ θα πρέπει να διαταχθεί η απόδοση στην αναιρεσείουσα Κ. Σ. του παραβόλου, που αχρεωστήτως κατέβαλε αυτή. Κατόπιν αυτού και εφόσον κατά τα λοιπά οι ανωτέρω αιτήσεις αναίρεσης ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτές και πρέπει να εξετασθούν για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).

Α. Επί της από 5-10-2020 αιτήσεως αναιρέσεως της Κ. Σ.:

Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδάφια α` και γ` του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Περαιτέρω κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά.

Εξ άλλου κατά το άρθρο 104 του ΚΠολΔ για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Επομένως, η έλλειψη της πληρεξουσιότητας έχει ως συνέπεια τη μη προσήκουσα παράσταση του διαδίκου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης (ΟλΑΠ 13/2008, ΑΠ 670/2020, ΑΠ 1446/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη με επίκληση από την αναιρεσείουσα, που επισπεύδει τη συζήτηση, υπ. αριθμ. 957/13-11-2020 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης Θ. Κ. προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 5/10/2020 αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση αυτής για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο.

Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, κατά την ως άνω δικάσιμο, ο αναιρεσίβλητος εκπροσωπήθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠοΛΔ, από το δικηγόρο του δικηγορικού συλλόγου Αθηνών Εμμανουήλ Χαλκιαδάκη, ο οποίος, όμως, δεν προσκόμισε σχετικό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο του αναιρεσιβλήτου να τον εκπροσωπήσει στην παρούσα δίκη, ενώ δεν αποτελεί τέτοιο πληρεξούσιο το προσκομιζόμενο από τον αναιρεσίβλητο στον φάκελο της δικής του αίτησης αναίρεσης υπ.

αριθμ. .../24-2-2020 ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αντουανέτας Μήττα- Καφτεράνη, που έχει δοθεί πριν την άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και είναι ειδικό πληρεξούσιο, με το οποίο ο αναιρεσίβλητος εξουσιοδοτεί τον ανωτέρω πληρεξούσιο δικηγόρο του να τον εκπροσωπήσει ενώπιον του δικαστηρίου τούτου μόνο κατά την συζήτηση της συνεκδικαζόμενης από 24/2/2020 αίτησης αναίρεσης του ιδίου.

Κατά συνέπεια, ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος έχει κλητευθεί νόμιμα, θεωρείται δικονομικά απών, αλλά το δικαστήριο θα προχωρήσει στην συζήτηση της αναίρεσης παρά την απουσία του.

Κατά το άρθρο 1400 παρ. 1 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 του ν. 1329/1983, το οποίο εφαρμόζεται και επί γάμων που τελέσθηκαν και επί περιουσιακών στοιχείων που αποκτήθηκαν και πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 1329/1983 (άρθρο 12 ν. 1649/1986),(ΑΠ 1710/2012) "αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέστηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης, το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.

Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή", κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου: "η προηγούμενη παράγραφος εφαρμόζεται αναλογικά και στην περίπτωση διάστασης των συζύγων, που διήρκεσε περισσότερο από τρία χρόνια". Η απαίτηση του κάθε συζύγου από το άρθρο 1400 ΑΚ είναι κατ` αρχήν ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της αύξησης της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή του δικαιούχου άμεση ή έμμεση.

Ως αύξηση νοείται όχι μία συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου (αρχική περιουσία) και κατά τον χρόνο που γεννάται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα (τελική περιουσία). Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγόμενης σε τιμές του χρόνου της έγερσης της αγωγής θα κριθεί αν υπάρχει αύξηση της περιουσίας του ενός συζύγου, που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα.

Προς υπολογισμό της τελικής περιουσίας, υπό την έννοια των περιουσιακών στοιχείων, που θα περιληφθούν σε αυτήν, κρίσιμος χρόνος είναι, στη μεν περίπτωση της τριετούς διάστασης (κατά την οποία προϋποτίθεται ότι ο γάμος δεν έχει ακόμη λυθεί ή ακυρωθεί), ο χρόνος της συμπλήρωσης της τριετούς διάστασης (ΑΠ 1284/2021, ΑΠ 782/2019, ΑΠ 1550/2018, ΑΠ 825/2015), στη δε περίπτωση λύσης ή ακύρωσης του γάμου με δικαστική απόφαση ο χρόνος κατά τον οποίο η απόφαση αυτή έγινε αμετάκλητη.

Για την εξεύρεση όμως της αξίας σε χρήμα των περιουσιακών στοιχείων της τελικής περιουσίας, κρίσιμος είναι ο χρόνος της παροχής έννομης προστασίας, ήτοι ο χρόνος άσκησης της αγωγής, λαμβάνεται δε υπόψη το σύνολο της περιουσιακής κατάστασης του υπόχρεου, ώστε, από τη σύγκριση αυτής κατά το χρονικό σημείο τέλεσης του γάμου (αρχική περιουσία) προς εκείνη που υφίσταται κατά το χρονικό σημείο γένεσης της αξίωσης (τελική περιουσία), πρέπει να προκύπτει αύξηση.

Η τυχόν ύπαρξη αρχικής περιουσίας ή στοιχείων που την διαφοροποιούν, αποτελεί βάση ένστασης, που προβάλλεται και αποδεικνύεται από τον εναγόμενο (ΑΠ 101/2020, ΑΠ 1316/2017, ΑΠ 808/2015, ΑΠ 1899/2014). Από την ως άνω διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της αξίωσης του συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι:

α) η λύση ή ακύρωση του γάμου, ή, κατ` ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διάστασης των συζύγων, β) η αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου, αφότου τελέσθηκε ο γάμος και γ) η συμβολή, με οποιονδήποτε τρόπο του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση αυτής της περιουσίας του υπόχρεου. Η συμβολή αυτή μπορεί να συνίσταται όχι μόνο στην παροχή κεφαλαίων με οποιαδήποτε μορφή, αλλά και στην παροχή υπηρεσιών αποτιμώμενων σε χρήμα, όπως είναι και οι υπηρεσίες, που παρέχονται στο συζυγικό οίκο, εφόσον όμως αυτές υπερβαίνουν το μέτρο που επιβάλλεται από τις διατάξεις των άρθρ. 1389 και 1390 ΑΚ για την εκπλήρωση της υποχρέωσης συμβολής των συζύγων στις οικογενειακές τους ανάγκες.

Προς το σκοπό αυτό είναι αναγκαίο στη σχετική αγωγή και στην αντίστοιχη απόφαση να προσδιορίζονται και να αποτιμώνται οι παρεχόμενες στο συζυγικό οίκο υπηρεσίες, ώστε συγκρινόμενες με τις επίσης χρηματικά αποτιμώμενες οικογενειακές ανάγκες να διαπιστώνεται, αν οι υπηρεσίες αυτές υπερβαίνουν και σε ποια έκταση το επιβαλλόμενο από τις ιδιαίτερες συνθήκες και περιστάσεις μέτρο συμβολής των συζύγων στις οικογενειακές τους ανάγκες (ΑΠ 101/2020, ΑΠ 817/2013).

Η αποτίμηση των υπηρεσιών του δικαιούχου συζύγου, με τις οποίες αυτός συνέβαλε στην επελθούσα αύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου του, απαιτείται όταν η αγωγή στηρίζεται επί της πραγματικής συμβολής (ΑΠ 101/2020, ΑΠ 2120/2017). Όταν όμως η αξίωση στηρίζεται στην τεκμαρτή συμβολή, τότε, μοναδική προϋπόθεση έχει, την επαύξηση της περιουσίας του εναγόμενου συζύγου, κατά τη διάρκεια του γάμου, την οποία, και μόνον, ο ενάγων οφείλει να επικαλεστεί και να αποδείξει, προσδιορίζοντας την τυχόν αρχική, κατά την τέλεση του γάμου περιουσία του εναγόμενου και την τελική, κατά τη λύση ή την ακύρωση του γάμου ή τη συμπλήρωση τριετούς διάστασης περιουσία του, καθώς και την αξία σε χρήμα και των δύο, κατά το χρόνο αυτό και ειδικότερα, για την περίπτωση της συμπλήρωσης τριετούς διάστασης, την αξία της περιουσίας κατά το χρόνο παροχής της έννομης προστασίας, δηλαδή της άσκησης της αγωγής.

Άρα, στην περίπτωση αυτή, ο δικαιούχος σύζυγος δεν βαρύνεται με την επίκληση και απόδειξη ούτε της συμβολής του καθ` εαυτής, ούτε του ποσοστού της, επομένως δε ούτε του ποσού της οφειλόμενης συνεισφοράς του, αν έχει συμβάλει με παροχές που συνιστούν εκπλήρωση της υποχρεώσεως για συνεισφορά στις ανάγκες της οικογένειας (ΑΠ 101/2020, ΑΠ 1155/2017, ΑΠ 1173/2012).

Ο εναγόμενος περαιτέρω, ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου η περιουσία αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου, μπορεί να προβάλει μεταξύ άλλων ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει καμία συμβολή. Με τη σχετική ως άνω διάταξη δεν καθιερώνεται ιδιαίτερος τρόπος υπολογισμού της αξίωσης σε σχέση με το ποσοστό του τεκμηρίου, αλλ` απλώς γίνεται κατανομή του βάρους της απόδειξης με βάση μαχητό τεκμήριο, ενώ η αξίωση συμμετοχής στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου είναι μία και ενιαία, οποιοδήποτε ποσοστό (μεγαλύτερο ή μικρότερο του τεκμαιρόμενου) συμμετοχής και αν ζητεί με την αγωγή ο δικαιούχος σύζυγος.

Για να γίνει όμως δεκτή η ανυπαρξία συμβολής, που αποκλείει την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα, θα πρέπει ο εναγόμενος σύζυγος να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι ο δικαιούχος της αξίωσης συμμετοχής σύζυγος είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων είτε δεν ήθελε να συμβάλει και ότι η επαύξηση της περιουσίας οφείλεται μόνο σ` αυτόν.

Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, ενόψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 ΑΚ τεκμήριο της συμβολής συμμετοχής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, ο δε ενάγων, έστω και αν δεν αποδείξει τη δική του συμβολή, θα δικαιούται οπωσδήποτε το 1/3 της αύξησης της περιουσίας του εναγομένου, συνιστά ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου ένσταση (ΑΠ 101/2020, ΑΠ 1316/2017, ΑΠ 808/2015, ΑΠ 1710/2012, ΑΠ 379/2011), το βάρος απόδειξης της οποίας φέρει ο ενιστάμενος εναγόμενος.

Στην περίπτωση αυτή, ο ενάγων ή η ενάγουσα, κατ` επιτρεπτή ανταπόδειξη, μπορεί να επικαλεσθεί και αποδείξει την οποιαδήποτε συμβολή έστω και αν είναι μικρότερη από το 1/3 (ΑΠ 101/2020, ΑΠ 2120/2017, ΑΠ 379/2011). Στον ανωτέρω ισχυρισμό του εναγομένου συζύγου περί μηδενικής συμβολής, κατά νομική και λογική αναγκαιότητα, εμπεριέχεται και ο ισχυρισμός ότι η συμβολή του ενάγοντος συζύγου ήταν κάτω από το 1/3, αφού ο τελευταίος ισχυρισμός είναι λιγότερο επωφελής για τον εναγόμενο από τον ισχυρισμό του για μηδενική συμβολή του ενάγοντος (ΑΠ 101/2020, ΑΠ 1037/2017, ΑΠ 492/2017).

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ <<αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς>>.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (Ολ.ΑΠ 20/2005, Ολ.ΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο γάμο στις 7-5-1978 στα ... και από το γάμο τους αυτόν απέκτησαν τρία τέκνα, τα οποία είναι ήδη ενήλικα. Η έγγαμη συμβίωσή τους δεν εξελίχθηκε ομαλά και διακόπηκε οριστικά στις 25-1-2009, χωρίς ωστόσο ο γάμος τους να έχει ακόμη λυθεί.

Ο εναγόμενος (ήδη αναιρεσείων - αναιρεσίβλητος), ο οποίος κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου του με την ενάγουσα(ήδη αναιρεσίβλητη - αναιρεσείουσα) στερούνταν οποιαδήποτε περιουσίας, κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής του με αυτή και έως τη συμπλήρωση τριετίας από τη συζυγική διάσταση, που είναι ο κρίσιμος χρόνος για την εξεύρεση της τελικής περιουσίας του, υπό την έννοια της εξεύρεσης των στοιχείων που την αποτελούν, απέκτησε τα παρακάτω περιουσιακά στοιχεία, πλην αυτών που μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής και δωρεάς εν ζωή και ειδικότερα Α] α.Διαιρετό τμήμα του υπ' αριθμό κληροτεμαχίου, Γ' κατηγορίας κείμενο στην κοινότητα ..., στο δημοτικό διαμέρισμα ...

εμβαδού 11.062 τμ και β.Διαιρετό τμήμα του υπ' αριθμό 549 κληροτεμαχίου, Δ' κατηγορίας, κείμενο στην κοινότητα ..., στο δημοτικό διαμέρισμα ... εμβαδού 1500 τμ....... Η εμπορική αξία των παραπάνω ακινήτων ανέρχεται κατά την κρίση του Δικαστηρίου κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής σε 22.124 ευρώ και 4.500 ευρώ αντίστοιχα. Β) α.

Ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας του ...1269 αγροτεμαχίου..... και β). την ψιλή κυριότητα του.... 308 οικοπέδου.... Η εμπορική αξία των παραπάνω ακινήτων ανέρχεται ...κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής σε 50.000 και 200.000 ευρώ αντίστοιχα....Γ)Το ...11 αγροτεμάχιο........ Η εμπορική αξία του παραπάνω ακινήτου ανέρχεται κατά την κρίση του Δικαστηρίου κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής σε 30.000.

Δ) Το ...756 κληροτεμάχιο...... Η εμπορική αξία του παραπάνω ακινήτου ανέρχεται ...κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής σε 15.000 ευρώ. Ε) Το ...182 αγροτεμάχιο.........Η εμπορική αξία του παραπάνω ακινήτου ανέρχεται ...κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής σε 94.860 ευρώ. ΣΤ) Αυτοτελές τμήμα του ...181 αγροτεμαχίου ..... Η εμπορική αξία του παραπάνω ακινήτου ανέρχεται κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής σε 80.000 ευρώ.

Ζ) Ποσοστό 18050/28050 εξ αδιαιρέτου του ...122 κληροτεμαχίου ...... Η εμπορική αξία του παραπάνω ακινήτου ανέρχεται κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής σε 94.860 ευρώ. Η] Τριώροφη οικοδομή κτισμένη στο υπ' αριθμό 77 οικόπεδο, του υπ' αριθμό ... του συνοικισμού ... της Δημοτικής Ενότητας ..., εμβαδού αυτού [του οικοπέδου] 655 τμ .....και αποτελείται από α] ισόγειο χώρο στάθμευσης, υπό στοιχείο Β1, εμβαδού καθαρού 55,90 τμ, .....εμπορικής αξίας κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής 25.155 ευρώ......, β] ισόγειο χώρο στάθμευσης, υπό στοιχείο Β2, εμβαδού καθαρού 55,90 τμ, ......εμπορικής αξίας κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής 25.155 ευρώ.

γ] διαμέρισμα του 1ου ορόφου υπό στοιχείο Β3 μικτού εμβαδού 61,90 τμ και εμβαδού καθαρού 46,20 τμ .....εμπορικής αξίας κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής 30.000 ευρώ, ....., δ] διαμέρισμα του 1ου ορόφου υπό στοιχείο Β4 μικρού εμβαδού 61,90 τμ και εμβαδού καθαρού 46,20 τμ......, εμπορικής αξίας κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής 30.000 ευρώ...ε) διαμέρισμα του 2ου ορόφου...εμβαδού καθαρού 46,20 τ.μ.......εμπορικής αξίας κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής 35.000 ευρώ, στ) ) διαμέρισμα του 2ου ορόφου...εμβαδού καθαρού 46,20 τ.μ.......εμπορικής αξίας κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής 35.000 ευρώ, ζ) ποσοστό 20% εξ αδιαιρέτου που αντιστοιχεί στην μελλοντική καθ' ύψος επέκταση των οικοδομών αξίας 5.000 ευρώ, θ) Διαιρετό τμήμα αγροτεμαχίου...στην οδό .........και εμπορικής αξίας κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής 63.000 ευρώ.

Ι) Ποσοστο 33,33% εξ αδιαιρέτου α) αγρού εμβαδού 25 τ.μ. β) αγρού εμβαδού 11.000 τ.μ. και γ) αγρού εμβαδού 27.000 τ.μ....με ...εμπορική αξία 3.500 ευρώ... Τα ακίνητα υπό στοιχεία αγωγής I και Κ, ήτοι κατά σειρά 1] ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου του υπ' αριθμό 710 οικοπέδου, που βρίσκεται στην κοινότητα ... εμβαδού 577 τμ, το οποίο περιήλθε στον εναγόμενο δυνάμει της υπ' αριθμό 5005/23-11-2012 περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης ακινήτου, νομίμως μεταγεγραμμένης και 2] αγροτεμάχιο με αριθμό 1240 που βρίσκεται στην Κοινότητα ..., εμβαδού 1600 τμ, το οποίο περιήλθε στον εναγόμενο δυνάμει του υπ' αριθμό .../2013 συμβολαίου πώλησης της συμβολαιογράφου Ν.

Μουδανιών Παρασκευής Τσοπουρίδου, νομίμως μεταγραμμένου, δεν θα συμπεριληφθούν στην περιουσία του εναγομένου, όπως εσφαλμένα δέχθηκε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, καθόσον αποκτήθηκαν μετά τη συμπλήρωση τριετίας από τη διάσταση των διαδίκων, που είναι ο κρίσιμος για την εξεύρεση της τελικής περιουσίας χρόνος, υπό την έννοια του καθορισμού των αποτελούντων την περιουσία αυτή στοιχείων .....Με βάση τα παραπάνω η ακίνητη περιουσία του εναγόμενου αποτιμάται σε 820.294 ευρώ.

Το πρωτοβάθμιο, επομένως, Δικαστήριο, που αποτίμησε την αξία της ακίνητης περιουσίας του εναγομένου σε 891.844 ευρώ έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων κατά μερική παραδοχή των σχετικών λόγων που περιέχονται στις εφέσεις των διαδίκων. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής του με την ενάγουσα και έως τη συμπλήρωση τριετίας από τη διάστασή τους απέκτησε ένα ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας MERCEDES Ε200, 1800 κ.ε., ένα ΕΙΧ φορτηγάκι μάρκας ISUZU και ένα τρακτέρ μάρκας SAME 1000 ίππων, αξίας κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής 15.000 ευρώ, 10.000 ευρώ και 20.000 ευρώ....

καθώς και ένα τρακτέρ μάρκας DEUTZ 1400 ίππων, αξίας κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής 10.000 ευρώ. Τέλος αποδείχθηκε ότι οι διάδικοι διατηρούσαν από κοινού α] στην Τράπεζα Πειραιώς τον υπ' αριθμό ... τραπεζικό λογαριασμό ύψους στις 29-1-2009, 182.653,50 ευρώ, οπότε και τον ανέλαβε εξ ολοκλήρου ο εναγόμενος με τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης και β] στην Αγροτική Τράπεζα τον υπ' αριθμό ...

τραπεζικό λογαριασμό ύψους, στις 26-1-2009, 22.630,92 ευρώ, οπότε και τον ανέλαβε εξ ολοκλήρου ο εναγόμενος με τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης. Παρά ταύτα από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο συμπλήρωσης της τριετούς διάστασης των συζύγων σωζόταν το παραπάνω ποσό, όπως αβασίμως δέχθηκε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, πλην του ποσού των 55.284,42 ευρώ, την ύπαρξη του οποίου συνομολογεί ο εναγόμενος.

Η τελική, επομένως περιουσία του εναγομένου ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 930.578,42 [820.294 + 55.000+ 55.284,42] ευρώ. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι μεταξύ των διαδίκων συνήφθη μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσής τους το από 14-10-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό για τη ρύθμιση των περιουσιακών τους σχέσεων, με το οποίο ο εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει στον υιό τους Α.

Μ. και στην ενάγουσα την επιχείρηση κατασκευής γεωργικών μηχανημάτων, που διατηρούσε στα ... με τον αναγραφόμενο εξοπλισμό, να μεταβιβάσει στην κόρη τους Κ. Μ. κατά την ψιλή κυριότητα έναν αγρό έκτασης 18.000 τμ και να καταβάλει το μίσθωμα του ακινήτου, όπου αυτή θα διέμενε κατά τη διάρκεια των σπουδών της στη Θεσσαλονίκη.

Επίσης δήλωσε ότι οι μεταβιβάσεις, που έγιναν στη σύζυγο και τα τέκνα του λόγω δωρεάς και γονικών παροχών, είναι ισχυρές και δεν υπάρχει λόγος ανάκλησής τους, ενώ περαιτέρω συμφωνήθηκε ότι η ενάγουσα θα συνεχίσει να διαμένει στη συζυγική στέγη ως αποκλειστική κυρία αυτής μαζί με τα τέκνα τους. Με το ίδιο συμφωνητικό αμφότεροι οι διάδικοι δήλωσαν ότι παραιτούνται αμοιβαία από κάθε αξίωσή τους για διεκδίκηση περιουσιακών στοιχείων κατ' άρθρο 1400 του ΑΚ, η δε ενάγουσα δήλωσε περαιτέρω ότι θα παραιτηθεί από την αγωγή διαζυγίου, που έχει ασκήσει και στη συνέχεια, εφόσον το αποφασίσουν, θα προχωρήσουν στη λύση του γάμου τους με συναινετικό διαζύγιο, καθώς και ότι δεν θα προχωρήσει στη συζήτηση της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, που με κλήση της είχε προσδιοριστεί για να συζητηθεί στη δικάσιμο της 19-10-2009 στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής.

Ο εναγόμενος προς απόκρουση της αγωγικής απαίτησης της ενάγουσας προς απόδοση της ωφέλειας που της αναλογεί στα αποκτήματά του ισχυρίστηκε ότι αυτή παραιτήθηκε με το προαναφερθέν ιδιωτικό συμφωνητικό από την ένδικη αξίωση της συμμετοχής της στην επελθούσα κατά τη διάρκεια του γάμου τους επαύξηση της περιουσίας τους.

Ο ισχυρισμός αυτός είναι νομικά αβάσιμος, διότι η διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ έχει το χαρακτήρα κανόνα αναγκαστικού δικαίου και συνεπώς παραίτηση του δικαιούχου ή σύναψη αντίθετων συμφωνιών πριν γεννηθεί η σχετική αξίωση ήτοι πριν λυθεί αμετάκλητα ο γάμος ή συμπληρωθεί τριετία στη διάσπαση απαγορεύεται και είναι άκυρη.......

Τα πρώτα χρόνια του γάμου τους οι διάδικοι εγκαταστάθηκαν σε μισθωμένη οικία, ενώ ακολούθως ανήγειραν την κατοικία που αποτέλεσε την οικογενειακή τους στέγη σε οικόπεδο που δόθηκε στην ενάγουσα από τον πατέρα της με γονική παροχή. Η οικία ανεγέρθηκε με δάνειο που έλαβε η ενάγουσα με τον εναγόμενο από την ΑΤΕ, ύψους 1.500.000 δραχμών [σχ.

η υπ' αριθμ.534/20-6-1985 σύμβαση πίστωσης της ΑΤΕ, ύψους 1.500.000 δρχ. με συμβαλλόμενους οφειλέτες τους διαδίκους, η από 20-6-1985 δήλωση και εντολή πληρωμής της ΑΤΕ ποσού 1.500.000 δραχμών και η εγγραφή υποθήκης επί του ακινήτου αυτού υπέρ της παραπάνω Τράπεζας στον τόμο 42 σελ.119 του βιβλίου υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Ν.Μουδανιών] και όχι με τα χρήματα του εναγομένου προερχόμενα από την πώληση ακινήτου του, όπως αβασίμως ισχυρίζεται, ενώ το δάνειο των 100.000 ευρώ που ισχυρίζεται ότι έλαβε ο εναγόμενος από την ΑΤΕ για την ανακαίνιση της οικίας αυτής, αποδεικνύεται ότι το έλαβε για την αποπεράτωση των κτισμάτων στο υπό στοιχείο [Η] οικόπεδο .....ενώ περαιτέρω ο εναγόμενος για την απόδειξη του ισχυρισμού του περί ανακαίνισης της οικογενειακής στέγης δεν προσκομίζει τιμολόγια και παραστατικά.

Το πρωτοβάθμιο επομένως, Δικαστήριο που απέρριψε ως αβάσιμη την ένσταση του εναγομένου περί αφαίρεσης από την αξίωση συμμετοχής της ενάγουσας στα αποκτήματα του γάμου του ποσού των 300.000 ευρώ, που αυτός δαπάνησε για την ανέγερση και ανακαίνιση του ακινήτου της, που αποτέλεσε την οικογενειακή στέγη, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε.

Την 31-1-1978 συνήφθη μεταξύ των διαδίκων ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "... " και με αντικείμενο την κατασκευή γεωργικών μηχανημάτων. Το εταιρικό κεφάλαιο ορίσθηκε σε 1.000.000 δραχμές, από τις οποίες ο εναγόμενος εισέφερε 900.000 δραχμές και η ενάγουσα 100.000 δραχμές, το δε ποσοστό συμμετοχής τους στις κερδοζημίες ορίσθηκε σε 90% και 10% αντίστοιχα.

Στο ίδιο συμφωνητικό ορίσθηκε ότι έκαστος των εταίρων θα εισφέρει ωσαύτως την προσωπική του εργασία στην εταιρία. Η ενάγουσα παρείχε την εργασία της στην παραπάνω εταιρία για την ευόδωση του εταιρικού σκοπού παρέχοντας γραμματειακή υποστήριξη ....χωρίς να λάβει ποτέ το αναλογούν στη συμμετοχή της ποσοστό επί των κερδών, τα οποία διαχειριζόταν αποκλειστικά ο εναγόμενος, ο οποίος απασχολούνταν με την κατασκευή των μηχανημάτων και τις εξωτερικές εργασίες της επιχείρησης.

Η ενάγουσα παρείχε την παραπάνω εργασία έως τη λύση της εταιρίας το Δεκέμβριο του 1992 αλλά και στη συνέχεια στην ατομική επιχείρηση του εναγομένου από το έτος 1993 εως τη μεταβίβασή της στον υιό τους Α. Μ. το Σεπτέμβριο του 2009. Με την εργασία της αυτή, ...., η ενάγουσα συνέβαλε στη λειτουργία και την αποδοτικότητα της επιχείρησης του εναγομένου, χωρίς να λαμβάνει οποιαδήποτε αμοιβή, η εργασία της δε αυτή αποτιμάται κατ' ελάχιστο στο ποσό των 600 ευρώ μηνιαίως, το οποίο ο εναγόμενος θα κατέβαλε σε τρίτο πρόσωπο [υπάλληλο] που θα απασχολούσε για το σκοπό αυτό.

Η επιχείρηση τόσο υπό την εταιρική της μορφή όσο και ως ατομική επιχείρηση του εναγομένου στεγαζόταν σε αυτοτελές τμήμα έκτασης 2.058,19 τμ του υπ' αριθμό ... αγροτεμαχίου Α' κατηγορίας του Δ.Δ. ... Νομού…, συνολικής έκτασης 5.187 τμ, το οποίο παραχωρήθηκε στην ενάγουσα ατύπως το έτος 1978 από τον πατέρα της Κ. Σ. και κατείχε αυτή εως το έτος 2000, οπότε ο πατέρας της το μεταβίβασε κατά ποσοστό 60,32% στη θυγατέρα του Π.

Σ. και κατά ποσοστό 39,68% στον εγγονό του Α. Μ.. Εντός του ακινήτου αυτού ανεγέρθηκε δυνάμει της υπ' αριθμό .../16-11-1978 άδειας της Νομαρχίας Χαλκιδικής, που εκδόθηκε στο όνομα του εναγόμενου, ισόγεια αποθήκη εμβαδού 300 τμ και ακολούθως υπόστεγο εμβαδού 450 τμ. Εντός της αποθήκης κατασκευάζονταν τα γεωργικά μηχανήματα, ενώ στον υπόλοιπο υπαίθριο χώρο υπήρχε η παρακαταθήκη των μηχανημάτων αυτών.

Με την παραχώρηση του ακινήτου... για τη στέγαση της ατομικής επιχείρησης του εναγομένου, για το διάστημα που του παραχωρείτο από την ενάγουσα, ο εναγόμενος εξοικονόμησε δαπάνη ποσού 300 ευρώ μηνιαίως, το οποίο θα κατέβαλε ως μίσθωμα για την ενοικίαση παρόμοιου χώρου για το σκοπό αυτό. Η επιχείρηση αυτή αρχικά υπό την εταιρική της μορφή και στη συνέχεια ως ατομική επιχείρηση του εναγομένου απέφερε υψηλά κέρδη, με τα οποία ο εναγόμενος προέβη, μεταξύ άλλων στην αγορά των προαναφερθέντων αγροτεμαχίων, τα οποία καλλιεργούμενα απέφεραν και αυτά υψηλά εισοδήματα, χωρίς ωστόσο να μπορούν να προσδιοριστούν.

Τέλος αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα καθόλη τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής της με τον εναγόμενο, δηλαδή επί τριάντα και πλέον έτη παρείχε ανελ(λ)ιπώς τις υπηρεσίες της και στη συζυγική κατοικία, διεκπεραιώνοντας τις πάσης φύσης οικιακές εργασίες, που ανάγονται και στην προσωπική φροντίδα και περιποίηση του εναγομένου και την ομαλή διαβίωση της οικογένειας, καθώς και την επιμέλεια και επίβλεψη των τριών τέκνων τους, χωρίς να απασχολεί οικιακή βοηθό.

Την προαναφερθείσα πολύπλευρη προσωπική εργασία, ως σύζυγος, μητέρα τριών τέκνων και οικιακή βοηθός, η ενάγουσα την προσέφερε μόνη, καθόσον ο εναγόμενος δεν είχε την παραμικρή συμβολή σε αυτή. Η πολύμορφη αυτή προσφορά της ενάγουσας στην αντιμετώπιση των ποικίλων αναγκών της πολύτεκνης οικογένειας της, η ανάληψη από αυτή μόνη των φροντίδων του νοικοκυριού με την αντίστοιχη εξοικονόμηση του ποσού που θα δαπανούσε ο εναγόμενος για την πρόσληψη οικιακών βοηθών, η απαλλαγή αυτού από τα αναλογούντα στον ίδιο ως πατέρα και σύζυγο εσωοικιακά βάρη, η τόνωση εκ μέρους της ενάγουσας των τριών κοινών τέκνων τους για να αναπτυχθούν, να σπουδάσουν και να εργαστούν και η απερίσπαστη, συνεπεία της ανάληψης όλων αυτών των καθηκόντων από την ενάγουσα, ενασχόληση του εναγομένου με το επάγγελμά του, υπερέβαινε κατά την κρίση του Δικαστηρίου το μέτρο της υποχρέωσής της για συμβολή στα κοινά οικογενειακά βάρη.

Έτσι η ενάγουσα συνέβαλε ποικιλοτρόπως στην προαναφερθείσα περιουσιακή επαύξηση του εναγομένου, τόσο με την παροχή του ακινήτου για τη στέγαση της επιχείρησής του, όσο και με την εργασία της σε αυτή και με την πέραν της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 1389 και 1390 υποχρέωσής της σε συνεισφορά στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, η συμβολή της δε αυτή έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης αλλά απέδωσε καρπούς και κατά τη διάρκεια της τριετούς διάστασης των διαδίκων.

Η συμβολή αυτή της ενάγουσας όμως από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι υπερβαίνει το 1/3 της αύξησης της περιουσίας του εναγόμενου. Τεκμαίρεται ως εκ τούτου ότι η συμβολή της ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης της περιουσίας του εναγόμενου, καθόσον ο εναγόμενος δεν απέδειξε ότι η ενάγουσα είχε μικρότερη του τεκμηρίου ή καμία συμβολή στην αύξηση της περιουσίας του.

Η ενάγουσα επομένως δικαιούται το 1/3 της αύξησης της περιουσίας του εναγομένου, ήτοι το ποσό των 310.192,8 ευρώ [930.578,42:3] από το οποίο πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 40.000 ευρώ κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα. Το πρωτοβάθμιο, επομένως, Δικαστήριο που υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 344.042,50 ευρώ έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων.>>.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκανε δεκτές τις εφέσεις αμφοτέρων των διαδίκων, εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και, στη συνέχεια, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή της αναιρεσείουσας και υποχρέωσε τον αναιρεσίβλητο να της καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 270.192,8 ευρώ.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο δεν συμπεριέλαβε στην τελική περιουσία του αναιρεσιβλήτου, ως υποχρέου συζύγου, τα ακίνητα που αυτός απέκτησε μετά την συμπλήρωση της τριετούς διάστασης των διαδίκων, κρίνοντας ότι κρίσιμος χρόνος για την εξεύρεση της τελικής περιουσίας, υπό την έννοια των αποτελούντων αυτήν στοιχείων, του ως άνω υπόχρεου συζύγου, του οποίου ο γάμος με την αναιρεσείουσα, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν έχει λυθεί ή ακυρωθεί, είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως της τριετούς διάστασης, οπότε γεννήθηκε η αξίωση της αναιρεσείουσας για συμμετοχή στα αποκτήματα, και όχι ο χρόνος της άσκησης της αγωγής, ο οποίος είναι κρίσιμος μόνο για τον υπολογισμό της αξίας των στοιχείων αυτών, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ και συνεπώς ο τρίτος, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα των πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης (ΚΠολΔ 336 παρ. 4), είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, η υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (ΑΠ 87/2013, ΑΠ 92/2013).

Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας τα οποία πρέπει να καθορίζονται, ιδρύει τον ανωτέρω από τον αριθμό 1 εδ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔ. λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ο λόγος πάντως αυτός δεν ιδρύεται όταν τα διδάγματα της κοινής πείρας χρησίμευσαν προς έμμεση απόδειξη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθώς και όταν χρησιμοποιούνται για τη υπό του δικαστηρίου εξακρίβωση της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών, γιατί στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, εκφεύγουσα του αναιρετικού ελέγχου, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 615/2019, ΑΠ 649/2017, ΑΠ 177/2014).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1β' ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά την εξέταση του αγωγικού ισχυρισμού της ότι στην τελική περιουσία του αναιρεσείοντος-αναιρεσιβλήτου πρέπει να συνυπολογισθούν και τα ποσά των 182.653,50 και 22.630 ευρώ, που διατηρούσαν σε κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς και αναλήφθηκαν από αυτόν στις 26/1/2009, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία, από το γεγονός ότι το περιεχόμενο ενός τραπεζικού λογαριασμού ανήκει προφανώς στον δικαιούχο του λογαριασμού, συνάγεται, εφ' όσον ο ίδιος δεν ισχυρίζεται το αντίθετο, ότι αυτό σώζεται και κατά την συμπλήρωση τριετίας από την διάσταση του έγγαμου βίου, καθόσον δέχθηκε, ότι από το ποσό των λογαριασμών κατά την συμπλήρωση τριετίας από την διακοπή της έγγαμης συμβίωσης σώζεται μόνο το ποσό των 55.284,42 ευρώ αντί να δεχθεί ότι σώζεται ολόκληρο το ποσό των (182.653,50 + 22.630 =) 205.283,50 ευρώ.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος γιατί, κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτόν, δεν γίνεται επίκληση παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς, αλλά υπό την επίκληση του λόγου αυτού πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 αρ. 1 ΚΠολΔ, ουσιαστική κρίση του Εφετείου.

Ο από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός, ο οποίος στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζήτησης, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν για τα "πράγματα", που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο, δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα", που δέχθηκε ως αληθινά, χωρίς να απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποία από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη (ΑΠ 1484/2021, ΑΠ 1223/2021).

Ο όρος "πράγματα" είναι ταυτόσημος του αντιστοίχου όρου του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ. Δηλαδή, ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι όμως και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΑΠ 1864/2017, ΑΠ 97/2016, ΑΠ 677/2015).

Ο παραπάνω λόγος είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 87/2013, ΑΠ 1304/2012, ΑΠ 292/2011), ανεξάρτητα αν ύστερα από την εκτίμησή τους καταλήξει σε, έστω και εσφαλμένη, για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 576/2018, ΑΠ 360/2016, ΑΠ 237/2016, ΑΠ 1935/2014).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον ίδιο ως άνω τέταρτο λόγο αναίρεσης, κατά την νοηματική του εκτίμηση, καθώς και με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη και συγκεκριμένα δέχθηκε μόνο κατά το ποσό των 55.284,42 ευρώ τον αγωγικό ισχυρισμό της ότι στην τελική περιουσία του αναιρεσίβλητου συζύγου της πρέπει να συνυπολογισθεί το ανωτέρω ποσό των 205.283,50 ευρώ, που αποτελούσε το περιεχόμενο των δύο ανωτέρω τραπεζικών λογαριασμών, χωρίς να διατάξει απόδειξη για το αν σώζεται ολόκληρο το ποσό των 205.283,50 ευρώ, κατά την συμπλήρωση της τριετούς διάστασης, αφού στο γεγονός αυτό δεν μπορούσε να έχει πρόσβαση η ίδια λόγω του νόμου για την προστασία των προσωπικών δεδομένων και έτσι δέχθηκε ότι η τελική περιουσία ανέρχεται σε μικρότερο ποσό, με αντίστοιχη επιδίκαση στην ίδια μικρότερου ποσού ως συμμετοχή της στα αποκτήματα του αναιρεσίβλητου.

Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι γιατί από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, για την κατάφαση της ανωτέρω ουσιαστικής κρίσης του ότι στην τελική περιουσία του αναιρεσίβλητου πρέπει να συνυπολογισθεί το ποσό των 55.284,42 ευρώ και όχι το ποσό των 205.283,50 ευρώ, όπως ισχυρίστηκε με την αγωγή της η αναιρεσείουσα, έλαβε υπόψη, όπως και για τις λοιπές ουσιαστικές παραδοχές του, τα αναφερόμενα συνολικά στην απόφαση αποδεικτικά μέσα (ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, έγγραφα και ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων) και συνεπώς δεν απέρριψε εν μέρει τον ανωτέρω πραγματικό ισχυρισμό την αναιρεσείουσας χωρίς απόδειξη (ΑΠ 251/2019).

Κατά το λοιπό τους περιεχόμενο, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν διέταξε συμπληρωματικές αποδείξεις για το ύψος του ποσού των χρημάτων των κοινών λογαριασμών, που είχε στην κυριότητά του ο αναιρεσίβλητος κατά τον χρόνο, που συμπληρώθηκε η τριετής διάσταση, οι ανωτέρω λόγοι είναι απαράδεκτοι, γιατί υπό την επίκληση της ανωτέρω πλημμέλειας, πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά ουσιαστική κρίση του Εφετείου.

Το δικαστήριο της ουσίας, κατά το σχηματισμό της κρίσης του για τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά, υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ' του άρθρ. 559 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 1208/2019, 779/2019, 222/2008, 774/1996) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή, νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.

ΑΠ 42/2002, ΑΠ 105/2005, 1874/2008), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο). Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του (ΑΠ 1134/1993).

Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλ` αρκεί η γενική μνεία των κατ` είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 779/2019). Ως αποτελούντα ξεχωριστά από τα έγγραφα αποδεικτικά μέσα πρέπει να μνημονεύονται, μεταξύ άλλων, και οι ένορκες βεβαιώσεις (339 ΚΠολΔ), εφόσον αυτές ελήφθησαν για να χρησιμοποιηθούν στη συγκεκριμένη δίκη και κατόπιν τήρησης των τασσόμενων από τις διατάξεις 421 - 424 ΚΠολΔ διατυπώσεων και τις προβλεπόμενες σ`αυτές προϋποθέσεις στην περίπτωση που ελήφθησαν μετά την έναρξη της ισχύος του ν. 4335/2015, ή των διατάξεων του προϊσχύσαντος άρθρου 270 παρ. 2 ΚΠολΔ, εάν ελήφθησαν πριν την έναρξη ισχύος του ν. 4335/2015 και η υπόθεση εκδικάζεται κατά την τακτική διαδικασία (ΑΠ 1484/2021).

Ειδικότερα, κατά το ισχύον τον κρίσιμο χρόνο άρθρο 270 παρ. 2 εδ. γ` Κ.Πολ.Δ, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη μόνο αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση. Η σχετική κλήτευση κατά το άρθρο 139 ΚΠολΔικ αποδεικνύεται μόνο με την έκθεση επιδόσεως και ελέγχεται από το δικαστήριο, το οποίο δεν αρκείται στη βεβαίωση περί τούτου του Συμβολαιογράφου ή Ειρηνοδίκη ή προξένου, ενώπιον του οποίου δόθηκε η ένορκη βεβαίωση, αφού ο τελευταίος δεν είναι αρμόδιος να ελέγξει τούτο.

Αν λείπει η ανωτέρω προϋπόθεση, η ένορκη βεβαίωση δεν είναι απλώς άκυρη αλλά ανύπαρκτη ως αποδεικτικό μέσο και δεν λαμβάνεται υπόψη (ΑΠ 1529/2012). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 11γ' Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις 29562 και 29563/16-11-2015 ένορκες βεβαιώσεις δύο μαρτύρων, ενώπιον του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε.

Σ., που είχε προσκομίσει με επίκληση, από τις οποίες αποδεικνυόταν ο ισχυρισμός της για καθοριστική και μακροχρόνια ενασχόληση της στην εδραίωση της επιχείρησης του αντιδίκου της, δεχόμενο εσφαλμένα το Εφετείο "ότι δεν γίνεται επίκληση (από την ίδια) ούτε προσκομίζεται κλήτευση του εναγόμενου", ενώ είχε γίνει επίκληση της 2862/12-11-2015 σχετικής έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Χαλκιδικής Γ.

Β.. Ωστόσο, από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση των από 6/2/2019 προτάσεων της αναιρεσείουσας, τόσον ως εκκαλούσας όσον και ως εφεσίβλητης, ενώπιον του Εφετείου, προκύπτει ότι αυτή επικαλέστηκε με αριθμό σχετικού 70 και προσκόμισε μόνο τις δύο αναφερόμενες στον ανωτέρω λόγο της αίτηση αναίρεσης ένορκες βεβαιώσεις, χωρίς να επικαλεστεί και προσκομίσει και την αναγκαία επίδοση κλήσης στον αντίδικο της, ώστε να παραστεί αυτός κατά την λήψη τους, αφού η αναφερόμενη στον λόγο αναίρεσης έκθεση επίδοσης δεν αναφέρεται καθόλου στις προτάσεις της αναιρεσείουσας.

Η επίδοση της κλήσης αποτελεί προϋπόθεση για να ληφθούν υπόψη ως αποδεικτικά μέσα οι δύο ένορκες βεβαιώσεις και συνεπώς, αφού δεν προσκομίστηκε με επίκληση τέτοια έκθεση επίδοσης, νομίμως το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις αναφερόμενες στον λόγο αναίρεσης ένορκες βεβαιώσεις. Επομένως, ο ανωτέρω δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, η υπό κρίση, από 5-10-2020 αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί. Διάταξη για τα δικαστικά έξοδα δεν θα περιληφθεί στην απόφαση, γιατί ο αναιρεσίβλητος, που νικά, δεν παραστάθηκε νόμιμα και συνεπώς δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα (άρθρο 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Β) Επί της από 24-2-2020 αίτησης αναίρεσης του Δ. Μ.:

Κατά τη διάταξη του άρθρου 454 ΑΚ, όταν ο δανειστής συμφωνήσει με τον οφειλέτη την άφεση του χρέους ή με σύμβαση μαζί του αναγνωρίσει ότι δεν υπάρχει χρέος, επέρχεται απόσβεση της ενοχής. Εκ των ανωτέρω παρέπεται ότι η σύμβαση της άφεσης χρέους, που αφορά παραίτηση από ενοχικό και μόνο δικαίωμα, ήτοι από απαίτηση, προϋποθέτει υπάρξαν ή υπαρκτό, κατά τον χρόνο της σύναψής της, χρέος και όχι μελλοντικό, αόριστο ή εντελώς άγνωστο.

Αν η σύμβαση αφορά χρέος που έχει αποσβεσθεί ή δεν έχει συσταθεί ποτέ, τότε πρόκειται για δικαιοπραξία βεβαιωτική της απόσβεσης ή για αρνητική αναγνωριστική σύμβαση αντίστοιχα, ενώ αν αφορά απαίτηση υπό αίρεση ή ακόμη μη γεννηθείσα, αλλά μέλλουσα, τότε πρόκειται για συμφωνία εκ των προτέρων προσδιοριστική της έκτασης της ενοχής.

Περαιτέρω, η κατά το άρθρο 1400 ΑΚ ανωτέρω αξίωση του συζύγου για συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι ενοχική και προσωποπαγής, γεννάται δε από τη στιγμή που θα λυθεί ή θα ακυρωθεί αμετακλήτως ο γάμος ή που θα συμπληρωθεί τριετία στη διάσταση των συζύγων, ενώ, όπως συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων του ανωτέρω άρθρου και των άρθρων 3, 174, 178, 871 και 1441 ΑΚ, ναι μεν η διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ έχει τον χαρακτήρα κανόνα αναγκαστικού δικαίου, και συνεπώς παραίτηση του δικαιούχου ή σύναψη αντιθέτων συμφωνιών εκ των προτέρων, πριν δηλαδή γεννηθεί η σχετική αξίωση απαγορεύεται και είναι άκυρη, δεν αποκλείεται, όμως, από τη διάταξη αυτή, όπως το ζήτημα των αποκτημάτων γίνει αντικείμενο ενός γενικότερου διακανονισμού των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων, στις διαπραγματεύσεις αυτών για να καταλήξουν στην κατά το άρθρο 1441 ΑΚ συμφωνία συναινετικού διαζυγίου, οπότε, κατ` εξαίρεση, η συμφωνία αυτή είναι ισχυρή, με τον όρο ότι η τελευταία (συμφωνία των συζύγων για τα αποκτήματα) τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της, εξ αυτού αποκλειστικά του λόγου διαζυγίου, λύσης του γάμου.

Πράγματι, αφού μόνη η κοινή συναίνεση σε διαζύγιο συνιστά αυτοτελή και δεσμευτικό για τον δικαστή λόγο διαζυγίου, πολύ περισσότερο θα είναι ισχυρή και η υπό αίρεση ρύθμιση στο στάδιο αυτό της ενοχικής αξίωσης για τα αποκτήματα, ακόμη και δια παραιτήσεως, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι γενικοί όροι ακυρότητας της δήλωσης βουλήσεως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 178 και 179 ΑΚ.

Η ρυθμιστική αυτή για τα αποκτήματα συμφωνία, εφόσον δεν πληρωθεί η αναβλητική αίρεση, υπό την οποία τελεί, δηλαδή της λύσης του γάμου με συναινετικό διαζύγιο, δεν επιφέρει αποτελέσματα και δεν μπορεί ως εκ τούτου, να θεμελιώσει ανατρεπτική ένσταση υπέρ του άλλου (υποχρέου) συζύγου. Η, ως άνω, παραίτηση έχει νομικό έρεισμα στις προαναφερόμενες διατάξεις και όχι σ` αυτήν του άρθρου 454 ΑΚ, εφόσον, κατά τα προεκτιθέμενα, η σχετική απαίτηση ανάγεται στο μέλλον και δεν έχει γεννηθεί κατά τον χρόνο που εκείνη (παραίτηση) λαμβάνει χώρα.

Αντίθετο επιχείρημα δεν δύναται να αντληθεί από τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 του ν. 4356/2015, η οποία για τους συνάπτοντες σύμφωνο συμβίωσης ορίζει ότι " τα μέρη δεν μπορούν να παραιτηθούν από την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα πριν από τη γέννησή τους", διότι αν ο νομοθέτης ήθελε να ισχύει η απαγόρευση αυτή και στην περίπτωση του άρθρου 1400 ΑΚ θα το όριζε σ` αυτό ρητά (ΟλΑΠ 6/2019).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νομίμου βάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2006).

Ο ως άνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, όχι δε και όταν το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ή τον ισχυρισμό ως απαράδεκτο, αόριστο, μη νόμιμο ή για άλλον τυπικό λόγο, οπότε το τυχόν σφάλμα ελέγχεται με λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 (ΟλΑΠ 44/1990, ΑΠ 193/2019, ΑΠ 924/2018).

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ προσάπτει στην απόφαση την αιτίαση, ότι περιέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την απόρριψη της ένστασης, που προέβαλε, ότι οι διάδικοι με το από 14/10/2009 ιδιωτικό συμφωνητικό που συνήψαν, δήλωσαν ότι παραιτούνται αμοιβαία από κάθε αξίωσή τους για διεκδίκηση περιουσιακών στοιχείων κατ' άρθρο 1400 ΑΚ, μη περιλαμβάνοντας στην απόφαση καμία παραδοχή για την ύπαρξη ή μη συμφωνίας των διαδίκων για την λύση του γάμου τους με συναινετικό διαζύγιο, που αποτελεί αναβλητική αίρεση στην ανωτέρω συμφωνία αμοιβαίας παραίτησης, και συνεπώς περιέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες, σχετικά με το ουσιώδες ζήτημα της ύπαρξης αμέσου εννόμου συμφέροντος της αναιρεσείουσας στην άσκηση της ένδικης αγωγής και έτσι κατέστησε ανέφικτο τον έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 68 ΚΠολΔ 3, 174, 178, 201, 206, 1400 και 1401 ΑΚ.

Ο λόγος αυτός ως πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ. Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος, γιατί το δικαστήριο απέρριψε την ανωτέρω ένσταση ως μη νόμιμη και, συνεπώς, δεν εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης, ενώ, κατά την νοηματική του εκτίμηση, ως λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι προεχόντως αόριστος και γι' αυτό απαράδεκτος, γιατί ο ισχυρισμός για ύπαρξη συμφωνίας παραίτησης από την διεκδίκηση περιουσιακών στοιχείων κατά το άρθρο 1400 ΑΚ δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής, ώστε η παράλειψη αναφοράς του να επηρεάζει το έννομο συμφέρον της αναιρεσίβλητης για άσκηση αυτής, αλλά στοιχείο της ένστασης του αναιρεσείοντος - εναγόμενου, ο οποίος για το ορισμένο αυτής, εκτός από την ύπαρξη σχετικής συμφωνίας παραίτησης πριν την λύση του γάμου, έπρεπε, σύμφωνα με την μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, να αναφέρει ότι η συμφωνία αυτή τελούσε υπό την αναβλητική αίρεση της λύσης του γάμου με συναινετικό διαζύγιο και ότι η αίρεση αυτή επήλθε με την λύση του γάμου, γεγονότα τα οποία δεν αναφέρει ο αναιρεσείων στον λόγο αναίρεσης ότι τα προέβαλε με την ένστασή του, ώστε να κριθεί, εάν με την απόρριψη της ένστασης του ως μη νόμιμης, το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1400, 1441, και 201 ΑΚ, ανεξαρτήτως του ότι σε κάθε περίπτωση, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, τις οποίες δεν αμφισβητεί ο αναιρεσείων, ο γάμος των διαδίκων δεν είχε λυθεί μέχρι την συζήτηση της υπόθεσης στο Εφετείο, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά το νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνουν στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται, ακόμα, οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον ίδιο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου.

Το ζήτημα δε, αν οι συνέπειες, που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματός του (Ολ. ΑΠ 7/2002, ΑΠ 41/20021, ΑΠ 109/2019).

Η από τη διάταξη αυτή ένσταση του εναγομένου προϋποθέτει την ύπαρξη του αγωγικού δικαιώματος και συνεπώς ισχυρισμοί ή καταλυτικοί του δικαιώματος αυτού δεν συνιστούν νόμιμη ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος (ΑΠ 109/2019). Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ.

με την αιτίαση ότι το Εφετείο ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα το άρθρο 281 ΑΚ και έτσι απέρριψε ως μη νόμιμη την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης - αναιρεσείουσας, την οποία είχε προτείνει στο πρωτόδικο δικαστήριο και επανέφερε με λόγο της έφεσής του και είχε το ακόλουθο περιεχόμενο "Η αντίδικος άσκησε εναντίον μου τη με αριθμ.

καταθ. 116/14-04-2009 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής για λύση του γάμου μας λόγω ισχυρού κλονισμού, δικάσιμος της οποίας ορίστηκε η 13-01-2010. Επίσης άσκησε σε βάρος μου και αίτηση ασφαλιστικών μέτρων περί συντηρητικής κατάσχεσης της περιουσίας μου η συζήτηση της οποίας είχε προσδιοριστεί για την 19-10-2009 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής.

Με το από 14-10-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ α) εμού, β) της αντιδίκου και γ) του γιού μας, Α. Μ., παραιτήθηκε από κάθε αξίωσή της για διεκδίκηση περιουσιακών στοιχείων κατ' άρθρο 1400 ΑΚ. Και ναι μεν η διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ έχει τον χαρακτήρα κανόνα αναγκαστικού δικαίου και συνεπώς παραίτηση του δικαιούχου ή σύναψη αντιθέτων συμφωνιών εκ των προτέρων (ενν.

δεν ισχύει), ωστόσο εξαιτίας του παραπάνω ιδιωτικού συμφωνητικού (ειδική συνθήκη) και της πραγματικής κατάστασης που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησε σε εμένα την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει η αντίδικος το δικαίωμα που της παρέχει το άρθρο 1400 ΑΚ. Όταν κάναμε τη συμφωνία για να της αφήσω το σπίτι και να της μεταβιβάσω την επιχείρηση το έτος 2009 ...διαβεβαίωσε ότι δεν θέλει κάτι άλλο και ότι τα υπόλοιπα " ας τα γράψει στα παιδιά".

Εξάλλου, προέβην σε γονικές παροχές προς τα τέκνα μου δυνάμει των υπ' αριθμούς .../25-6-2009, .../25-6- 2009,...8/25-6-2009, και ...9/25-6-2009 συμβολαίων γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Αναστασίας Κουγιώτη Χατζηπαζαρλή και σε δωρεά προς την ενάγουσα ενός ισογείου χώρου στάθμευσης δυνάμει του υπ' αριθμ. ...5/25-6-2009 συμβολαίου.

Την επιχείρησή μου μεταβίβασα στο γιό μου Α. Μ.. Την οικογενειακή μας στέγη την κατέλ(ε)ιπα στην αντίδικο και πάντοτε φρόντιζα και φροντίζω για κάλυψη όλων των αναγκών των κοινών μας τέκνων. Έχω φροντίσει για την οικονομική αποκατάσταση της κόρης μου, Δέσποινας, για ένταξή της σε πρόγραμμα εγγείων βελτιώσεων, ως νέα αγρότισσα κατέθεσα μετρητά χρήματα σε λογαριασμούς της κατά τα έτη 2012 και 2013, κατέβαλα δε για τι σπουδές της κόρης μου, Κ.,38.000 ευρώ.

Αβίαστα, λοιπόν, προκύπτει ότι η ανωτέρω συμπεριφορά της ενάγουσας συνιστά καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, καθώς γνωρίζοντας αφενός ότι έχει παραιτηθεί από κάθε αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα και αφετέρου ότι με τις δωρεές στις οποίες έχω προβεί υπερκαλύπτεται κάθε αξίωσή της, επιλέγει να κινηθεί δικαστικά εναντίον μου προκειμένου να με απομυζήσει οικονομικά, αδιαφορώντας για οποιεσδήποτε προγενέστερες συμφωνίες μας".

Η ένσταση αυτή απορρίφθηκε από το Εφετείο με την ακόλουθη αιτιολογία. "..Μόνη, εξάλλου, η υπογραφή του παραπάνω συμφωνητικού, οι όροι του οποίου δεν τηρήθηκαν στο σύνολό τους και το γεγονός ότι ο εναγόμενος προέβη σε γονικές παροχές προς τα τέκνα του δυνάμει των υπ' αριθμούς .../25-6-2009, .../25-6-2009, .../25-6-2009 και .../25-6-2009 συμβολαίων γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Αναστασίας Κουγιώτη Χατζηπαζαρλή και σε δωρεά προς την ενάγουσα ενός ισογείου χώρου στάθμευσης δυνάμει του υπ' αριθμ. .../25-6-2009 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή της ίδιας συμβολαιογράφου, το οποίο η ίδια κοστολογεί σε 40.000 ευρώ και ακολούθως το αφαιρεί από την αιτούμενη συμβολή της, στην οποία [δωρεά] αυτός προέβη μετά τη διάστασή τους, αναγνωρίζοντας προφανώς τη συμμετοχή της στη δημιουργία της παραπάνω περιουσίας, όπως κατωτέρω θα εκτεθεί, δεν καθιστά την εκ των υστέρων άσκηση της αγωγής καταχρηστική, απορριπτομένης της σχετικής ένστασης που ο εναγόμενος επαναφέρει με την έφεσή του".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε στην συγκεκριμένη περίπτωση την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, γιατί τα πραγματικά περιστατικά, που την συγκροτούν, και αληθή υποτιθέμενα, δεν καθιστούν την άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης -αναιρεσείουσας να ζητήσει το ποσοστό, που της αναλογεί, από την αύξηση της περιουσίας του αναιρεσείοντος - αναιρεσιβλήτου κατά την διάρκεια του γάμου τους καταχρηστική, δηλαδή αντίθεση στην καλή πίστη, στα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματός της.

Περαιτέρω, στα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση για την απόρριψή της ένστασης, θα πρέπει να προστεθεί και η αιτιολογία, ότι ο αναιρεσείων στην ένστασή του, ενώ δεν ισχυρίζεται ότι ο ίδιος εκτέλεσε τις υποχρεώσεις, που ανέλαβε με την από 14/10/2009 έγγραφη συμφωνία, που κατάρτισε με την αναιρεσίβλητη -αναιρεσείουσα και τον υιό τους Α.

Μ., δεδομένου ότι οι μεταβιβάσεις ακινήτων από αυτόν στα τέκνα των διαδίκων με συμβόλαιο γονικής παροχής και στην αναιρεσίβλητη με συμβόλαιο δωρεάς είχαν γίνει σχεδόν 4 μήνες πριν την ανωτέρω συμφωνία και δεν συνδέονται ούτε από τον ίδιο τον αναιρεσείοντα με αυτήν, όμως αντιφατικά ισχυρίζεται ότι του δημιουργήθηκε η εύλογη πεποίθηση ότι η αναιρεσείουσα σύζυγός του δεν θα ασκήσει την εκ του άρθρου 1400 ΑΚ αξίωσή της με βάση μία συμφωνία, που ούτε ο ίδιος δεν εκπλήρωσε.

Επομένως αφού κατά το άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ. συμπληρωθούν οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης και με τις αιτιολογίες της απόφασης αυτής, θα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης.

Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης του ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 11γ' Κ. Πολ. Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε ουσιαστικά αλλά μόνο τυπικά υπόψη τις 15700, 15701 και 15702/11-11-2015 ένορκες βεβαιώσεις τριών μαρτύρων ενώπιον της συμ/φου Νέων Μουδανιών Παρασκευούλας Τσοπουρίδου και 6 φωτογραφίες της οικίας, που κατοικούσαν οι διάδικοι, τις οποίες νόμιμα προσκόμισε με επίκλησή τους, από τα οποία αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται ότι δαπάνησε το ποσό των 300.000 ευρώ για την ανακαίνιση της οικογενειακής οικίας, το οποίο πρέπει να αφαιρεθεί από την αξίωση της αναιρεσίβλητης, γιατί η οικία ανήκει κατά κυριότητα στην ίδια και έτσι απέρριψε τον ανωτέρω αυτοτελή ισχυρισμό του.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί από την αδιάστικτη διατύπωση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι έλαβε υπόψη τις τρείς αναφερόμενες στον λόγο αναίρεσης ένορκες βεβαιώσεις και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα (στα οποία περιλαμβάνονται και οι φωτογραφίες) που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, αποδεικτικά μέσα, αλλά κατέληξε σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα από το προβαλλόμενο από τον αναιρεσείοντα στηριζόμενο κυρίως στα αποδεικτικά μέσα και επιχειρήματα που αναφέρονται στις ανωτέρω παραδοχές του.

Επομένως, ο ανωτέρω, από την άνω διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, λόγος της αναιρέσεως, κατά το μέρος που ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για τη μη λήψη υπόψη των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων, είναι αβάσιμος, ενώ κατά το μέρος που με αυτόν πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ. 2ΚΠολΔ, ουσιαστική κρίση του Εφετείου είναι σε κάθε περίπτωση και απαράδεκτος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η υπό κρίση από 24-2-2020 αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχήν σχετικού αιτήματός της, πρέπει να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Απορρίπτει την από 5/10/2020 αίτηση της Κ. Σ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 215/2020 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

-Διατάσσει την επιστροφή του αχρεωστήτως καταβληθέντος παραβόλου της αναίρεσης στην αναιρεσείουσα.

-

Απορρίπτει την από 24/2/2020 αίτηση του Δ. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 215/2020 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

-

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Μαΐου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Σεπτεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ