Legislator Case Law & Legislation
1548/2021 AI generated

Supreme Court annuls part of lower court ruling on legal costs exceeding statutory cap for public entities.

Case Number 1548/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece annulled the portion of the Third Chamber of the Nafplio Court of Appeal that ordered the State to pay 500 euros in legal costs. The State argued this violated the statutory cap of 300 euros for public entities, while the bakery company contended the lower court erred in applying the cost allocation rules. The Court agreed that the 500 euro order exceeded the legal limit and remanded the case to set the correct cost at 300 euros.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 564, 577 of the Code of Civil Procedure; Articles 22 of Law 3693/1957, 5 of Law 1738/1987; The Supreme Court held that legal costs imposed on the State cannot exceed the statutory ceiling established for public entities.

Keywords

AI generated
legal costs cap public entity liability statutory ceiling cost allocation civil procedure annulment of judgment State budget

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 564 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
Article 5 of Law 1738/1987
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 of the Code of Civil Procedure
Article 192 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1548 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1548/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος:

Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αναστάσιο Ράλλη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης:

Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Π. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΡΤΟΣΚΕΥΑΣΜΑΤΩΝ», που εδρεύει στην Τρίπολη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευθύμιο - Ελευθέριο Γκολέμη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 28.07.2008 και 04.03.2009 αγωγές της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρίπολης και συνεκδικάστηκαν.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 71/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 311/2015 του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου και 401/2017 του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 31.10.2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[I] Η κρινόμενη από 31.10.2019 (αρ. κατ.56/31-10-2019) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ’ αρ. 401/2017 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των κατ’ ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

[II] Από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτουν τα ακόλουθα ως προς τη διαδικαστική πορεία της ένδικης υπόθεσης:

Ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, δηλαδή, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρίπολης η ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία «Π. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΡΤΟΣΚΕΥΑΣΜΑΤΩΝ» (ενάγουσα ήδη αναιρεσίβλητη) στρεφόμενη κατά του ιδρύματος, με την επωνυμία «Μαλλιαροπούλειο κληροδότημα» και του Ελληνικού Δημοσίου (ήδη αναιρεσείοντος) άσκησε δύο αγωγές.

Ειδικότερα με την πρώτη με αριθμό κατάθεσης 55/2008 αγωγή η ενάγουσα ζήτησε: (α) να αναγνωριστεί ότι με την από 27.11.2006 απόφαση της διαχειριστικής επιτροπής του πρώτου των εναγομένων (Μαλλιαροπούλειου ιδρύματος) έγινε αποδεκτή η από 24.05.2006 πρότασή της και καταρτίστηκε σύμβαση μακροχρόνιας μίσθωσης του ακινήτου, ιδιοκτησίας αυτού (πρώτου εναγομένου), με εκμισθωτή το τελευταίο και μισθώτρια αυτήν (ενάγουσα), χωρίς τις διατυπώσεις της δημοπρασίας, άλλως, ότι καταρτίστηκε σύμβαση μακροχρόνιας μίσθωσης υπό την αίρεση έγκρισης της κατάρτισης και διάρκειάς της από τον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας Πελοποννήσου,

(β) να αναγνωριστεί, ότι η με αριθμό 6/2007 απόφαση της διαχειριστικής επιτροπής του πρώτου των εναγομένων, με την οποία ανακάλεσε την από 27.11.2006 απόφασή της και αποφάσισε την σύνταξη των όρων διακήρυξης για την εκμίσθωση του ως άνω ακινήτου με πλειοδοτική δημοπρασία είναι άκυρη, άλλως να ακυρωθεί αυτή για τους αναφερόμενους στην αγωγή λόγους, άλλως να αναγνωριστεί ότι η ανάκληση της τελευταίας απόφασης είναι άκυρη ως καταχρηστική και

(γ) να αναγνωριστεί ότι οι με αριθμό 2564/2008 και 8021/2008 αποφάσεις του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Πελοποννήσου είναι άκυρες, άλλως να ακυρωθούν αυτές για τους αναφερόμενους στην αγωγή λόγους.

Με την δεύτερη με αριθμό κατάθεσης 22/2009 αγωγή η ενάγουσα ζήτησε να αναγνωριστεί ότι είναι άκυρες άλλως να ακυρωθούν:

1) η με αριθμό 6/2008 απόφαση της διαχειριστικής επιτροπής του πρώτου εναγομένου, με την οποία εγκρίθηκαν οι όροι διακήρυξης για την εκμίσθωση του ως άνω ακινήτου ιδιοκτησίας του, με πλειοδοτική δημοπρασία,

2) η με αρ. 17325/2009 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Πελοποννήσου, που ενέκρινε την αμέσως παραπάνω απόφαση, υπό τον όρο τροποποίησης ορισμένων όρων,

3) η με αριθμό 7/2009 απόφαση της διαχειριστικής επιτροπής του πρώτου των εναγομένων, με την οποία τροποποιήθηκαν οι όροι αυτοί και

4) η από 12.02.2009 διακήρυξη της διαχειριστικής επιτροπής του πρώτου των εναγομένων.

Επί των παραπάνω αγωγών που συνεκδικάστηκαν εκδόθηκε η με αριθμό 71/2010 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφτηκε η πρώτη αγωγή ως μη νόμιμη, ενώ έγινε μερικά δεκτή η δεύτερη αγωγή και ακυρώθηκαν οι προαναφερθείσες αποφάσεις και η από 12.02.2009 διακήρυξη του πρώτου εναγομένου μόνο όσον αφορά την περιγραφή του μισθίου και τους όρους της διακήρυξης με αρ. 12 και 17.

Κατά της απόφασης αυτής η ενάγουσα - εκκαλούσα άσκησε την από 04.11.2010 με αρ. κατάθεσης 64/2010 έφεση και το δεύτερο εναγόμενο - εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο την από 11.09.2013 και με αριθμό κατάθεσης 31/2013 έφεση. Επί των εφέσεων αυτών, που συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, Εφετείο Ναυπλίου, η προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία απορρίφτηκαν και οι δύο εφέσεις.

[III] Στο κατ’ εφαρμογήν του Α.Ν. 2039/1939 εκδοθέν Β.Δ. της 30 Νοεμ./4 Δεκ.1939 (ΦΕΚ Α’ 523) «Περί του τρόπου εκποιήσεως κινητών και ακινήτων και εκμισθώσεως ακινήτων καταλειπομένων κατά κληρονομίαν, κληροδοσίαν ή δωρεάν εις το Κράτος και υπέρ κοινωφελών σκοπών ως και των ανηκόντων εις κοινωφελή ιδρύματα και περιουσίας» ορίζονται μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα:

Άρθρο 67 (παρ. 1). Η εκποίησις κινητών και ακινήτων και η εκμίσθωσις ακινήτων ανηκόντων εις κοινωφελή ιδρύματα και περιουσίας εκ των εν άρθρ. 95 παρ.1, 96 παρ.1 και 97 παρ.2 του Α.Ν. 2039/1939 αναφερομένων ενεργείται δια δημοπρασίας εφαρμοζομένων αναλόγως των διατάξεων των άρθρ.28-42 και 51-64, του παρόντος Δ/τος.

Άρθρο 31 (παρ.1). Εις την δημοπρασίαν είναι δεκτοί οι παρουσιάζοντες γραμμάτιον παρακαταθήκης χρηματικού ποσού ίσου τω ενί δεκάτω του ελαχίστου όρου προσφοράς η εγγυητικήν επιστολήν ανεγνωρισμένης εν Ελλάδι Τραπέζης δι` ίσον ποσόν.

Άρθρο 56 (παρ. 1). Μετά την κοινοποίησιν της εγκρίσεως των πρακτικών της δημοπρασίας και εντός 8 ημερών από αυτής ο αναδειχθείς μισθωτής οφείλει να καταθέση εις το Ταμείον Παρακαταθηκών και Δανείων χρηματικήν εγγύησιν,ανερχομένην εις το 1/6 του όλου μισθώματος και αποδιδομένην εις τον μισθωτήν μετά την λήξιν της μισθώσεως. Η εγγύησις αύτη προκειμένου περί μισθώσεως ής η διάρκεια υπερβαίνει το έτος δύναται να περιορίζεται δια της διακηρύξεως μέχρι τριών μηνιαίων μισθωμάτων.

(Παρ. 2). Αντί της κατά την προηγουμένην παράγραφον χρηματικής εγγυήσεως δύναται να γίνη δεκτή εγγυητική επιστολή ανεγνωρισμένης εν Ελλάδι Τραπέζης δι’ ίσον ποσόν, πρός το εν τη προηγουμένη παραγράφω οριζόμενον.

Άρθρο 58 (παρ 1). Το μίσθωμα καταβάλλεται εις δόσεις, αίτινες καθορίζονται εκάστοτε εν τη διακηρύξει της δημοπρασίας και τω συμβολαίω αλλ` ουδέποτε το μίσθωμα εκάστου έτους η εκάστης ετησίας περιόδου δύναται να κατατμηθή εις πλείονας των 12 δόσεων.

(παρ. 2). Εις την πρώτην δόσιν ήτις απαραιτήτως δέον να προκαταβάληται συμψηφίζεται και η πρός συμμετοχήν εν τη δημοπρασία κατατεθείσα χρηματική εγγύησις, το ποσόν της οποίας αποδίδεται εις την κληρονομίαν κληροδοσίαν ή δωρεάν παρά του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων κατόπιν εγγράφου του εκτελεστού της διαθήκης και του συμπράττοντος Οικονομικού Εφόρου ή άλλου δημοσίου υπαλλήλου.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 εδάφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται «αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς".

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Για να είναι ορισμένος ο από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος, πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου και, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005, 28/1998, 32/1996, καθώς και ΟλΑΠ Διοικ. 14/2010, όπου και παραπομπές στις αποφάσεις του ΕΔΔΑ).

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 209/2019, ΑΠ 472/2017). Συγκεκριμένα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις πιο πάνω εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν «αιτιολογία» της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

Για να είναι ορισμένος ο από την διάταξη του αριθμού 19Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, πρέπει να διαλαμβάνει τις πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας και εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και, αν πρόκειται για αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες , σε τι συνίσταται η αντίφαση, από ποια αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει και σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά τους, ποιο, δηλαδή, στοιχείο αναγκαίο, για την επάρκειά τους., λείπει. Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια, ασάφεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως επίσης δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 481/2013, ΑΠ 938/2012, ΑΠ 813/2012). Επίσης δεν αρκεί η επίκληση της νομικής μόνο διατάξεως, χωρίς την παράθεση αντίστοιχου πραγματικού (ΑΠ 603/2013, Α.Π. 569/2013 ΑΠ 1430/2013).

[IV] Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ισχυριζόμενο ότι με το να δεχθεί το δικαστήριο ότι η χρηματική εγγύηση για την συμμετοχή στην δημοπρασία πρέπει να προσδιοριστεί με βάση το μηνιαίο μίσθωμα και όχι στο συνολικό ελάχιστο μίσθωμα, εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 31 παρ1,56 παρ.1 και 58 παρ.2 του β.δ. 30.11/4-12-1939, αφού σκοπός των διατάξεων αυτών είναι η εξασφάλιση του εκμισθωτή, η οποία δεν επιτυγχάνεται με τον παραπάνω υπολογισμό.

Με τον ίδιο λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος του, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ισχυριζόμενο ότι το δικαστήριο κατέληξε στο παραπάνω πόρισμά του, διαλαμβάνοντας στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή, στο ύψος της καθορισθείσης εγγύησης για την συμμετοχή στην δημοπρασία.

Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την προσβαλλόμενη (401/2017) απόφασή του δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σε σχέση με τον παραπάνω λόγο της αναίρεσης:

«| Με την 6/14.5.2008 απόφαση της η διαχειριστική επιτροπή του 1ου εφεσίβλητου της α' έφεσης και 1ου εναγόμενου Κοινωφελούς Ιδρύματος με την επωνυμία «Μαλλιαροπούλειο Κληροδότημα» (καλούμενο εφεξής χάριν συντομίας εναγόμενο), το οποίο εδρεύει στην Τρίπολη και έχει συσταθεί υπέρ κοινωφελούς σκοπού με την από 20.12.1916 ιδιόγραφη διαθήκη του Ιωάννη Μαλλιαρόπουλου αποφάσισε την εκμίσθωση με πλειοδοτική δημοπρασία του ισογείου καταστήματος εμβαδού 227,50 τ.μ., με πατάρι εμβαδού 124,60 τ.μ. και τμήματος υπογείου εμβαδού 60 τ.μ. μιας διώροφης οικίας της ιδιοκτησίας του κληροδοτήματος, που βρίσκεται στην Τρίπολη, επί της γωνίας της κεντρικής πλατείας του Αγίου Βασιλείου και της οδού Εθνομαρτύρων και έχει κηρυχθεί διατηρητέα και κατήρτισε τους όρους της σχετικής διακήρυξης. Με την 17325/08/31.1.2009 απόφαση του ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας Πελοποννήσου ενέκρινε την παραπάνω απόφαση, υπό τον όρο τροποποιήσεως των όρων 2, 5 και 6 της παραγράφου Γ της διακήρυξης. Με την 7/9.2.2009 απόφαση της η διαχειριστική επιτροπή του εναγόμενου τροποποίησε τους όρους αυτούς και εξέδωσε την από 12.2.2009 διακήρυξη [...].

ΙΙ) Στον όρο 2 παρ.1 της διακηρύξεως ορίζονται τα εξής: ελάχιστος όρος προσφοράς για την εκμίσθωτή του παραπάνω ακινήτου ορίζεται το ποσό των 7.950 ευρώ μηνιαίως.

[...]

IV) Στον όρο 5 της διακηρύξεως ορίζεται ότι «για να γίνει κάποιος δεκτός στην δημοπρασία πρέπει να μην είναι υπερήμερος οφειλέτης του Δήμου Τρίπολης ή του Δημοσίου από οποιαδήποτε αιτία προσκομίζοντας τα απαραίτητα δικαιολογητικά και να καταθέσει γραμμάτιο παρακαταθήκης του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων 47.700 ευρώ στην επιτροπή της δημοπρασίας ή ισόποση εγγυητική επιστολή Τράπεζας αναγνωρισμένης στην Ελλάδα. Το ποσό αυτό θα παραμείνει ατόκως υπέρ του Μαλλιαροπούλειου Κληροδοτήματος μέχρι την υπογραφή του συμφωνητικού μίσθωσης» και στον όρο 10 "η πρώτη δόση του μισθώματος πρέπει απαραιτήτως να προκαταβάλλεται. Σε αυτήν συμψηφίζεται η κατά το άρθρο 5 του παρόντος εγγύηση, η οποία καταπίπτει υπέρ του κληροδοτήματος, εάν ο πλειοδότης μετά του εγγυητή του αρνηθούν να υπογράψουν τα πρακτικά της δημοπρασίας».

Η ενάγουσα προέβαλε με την ένδικη Β’ αγωγή της ότι ο όρος αποκλεισμού των υπερήμερων οφειλετών του Δήμου Τρίπολης και του Δημοσίου δεν είναι νόμιμος, διότι δεν προβλέπεται από το Β.Δ. 30.11/4.12.1939. το οποίο διέπει την δημοπρασία. Ο ισχυρισμός αυτός της ενάγουσας ήταν νόμο βάσιμος και έπρεπε να απορριφθεί, διότι δεν απαγορεύεται από το παραπάνω Β.Δ. να τεθούν από το εναγόμενο πρόσθετοι όροι που να εξασφαλίζουν την μεγαλύτερη φερεγγυότητα και επαγγελματική αξιοπιστία των υποψήφιων μισθωτών, εφόσον ισχύουν για όλους και δεν παρεμποδίζουν άνευ λόγου υπερμέτρως την συμμετοχή στον διαγωνισμό, όπως στην προκειμένη περίπτωση. Επίσης η ενάγουσα προέβαλε ότι ο όρος αυτός είναι αόριστος διότι δεν προσδιορίζονται τα δικαιολογητικά που απαιτούνται για την συμμετοχή των υποψηφίων μισθωτών στην δημοπρασία. Ο ισχυρισμός αυτός ήταν ουσιαστικά αβάσιμος και έπρεπε και αυτός να απορριφθεί, διότι είναι φανερό ότι πρόκειται για αποδεικτικά ενημερότητας.

Τέλος, η ενάγουσα προέβαλε με την ένδικη Β αγωγή της ότι το παραπάνω ποσό των 47.700 ευρώ είναι μεγαλύτερο από αυτό που προβλέπει ο νόμος. Πράγματι, από την διατύπωση του αναφερόμενου στην μείζονα πρόταση της παρούσας άρθρου 31 παρ. 1 του Β.Δ. 30.11/4.12.1939, το οποίο προβλέπει χρηματική εγγύηση για την συμμετοχή στην δημοπρασία ίση με το ένα δέκατο του ελαχίστου ορίου της προσφοράς και όχι τουλάχιστον το ποσοστό αυτό, σε συνδυασμό με αυτή του επίσης αναφερόμενου στην μείζονα πρόταση άρθρου 58 παρ. 2 του ίδιου Β.Δ., το οποίο προβλέπει ότι στο πρώτο μίσθωμα συμψηφίζεται η παραπάνω εγγύηση και όχι και στα υπόλοιπα μισθώματα.

σε αντιπαραβολή με εκείνη του άρθρου 56 παρ. 1 του ίδιου Β.Δ., το οποίο προβλέπει χρηματική εγγύηση για την τήρηση των όρων της μισθώσεως ίση με το 1/6 του όλου μισθώματος, συνάγεται ότι όπου ο νομοθέτης ήθελε να λαμβάνεται ως βάση υπολογισμού το όλο μίσθωμα το ανέφερε ρητά και ότι στην περίπτωση της χρηματικής εγγύησης για συμμετοχή στην δημοπρασία που δεν γίνεται τέτοια αναφορά χρησιμοποιείται το μηνιαίο μίσθωμα.

Επομένως, το εναγόμενο που έλαβε ως βάση υπολογισμού το συνολικό ποσό του μισθώματος (477.000 ευρώ) και προσδιόρισε στην διακήρυξη την χρηματική εγγύηση για την συμμετοχή στην δημοπρασία στο ποσό των 47.700 ευρώ (477.000 ευρώ Χ 1/10), αντί του ποσού των 795 ευρώ [7.950 ευρώ (κατά στρογγυλοποίηση του ανωτέρω ποσού των 7.944,60 ευρώ) Χ 1/10)], έσφαλε και ο παραπάνω ισχυρισμός της ενάγουσας έπρεπε να γίνει δεκτός ως νόμιμος και ουσιαστικά βάσιμος|».

Ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, πρέπει να απορριφθεί, διότι το δικαστήριο ορθά εφάρμοσε και ερμήνευσε τις προαναφερθείσες διατάξεις, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες, αφού από την διατύπωση του άρθρου 31 παρ.1 β.δ. 30-11/4-12-1939, όπως πιο πάνω αναφέρεται σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 58 παρ.2 ίδιου β.δ., το οποίο προβλέπει ότι στο πρώτο μίσθωμα συμψηφίζεται η παραπάνω εγγύηση και όχι και στα υπόλοιπα, σε αντιπαραβολή με το άρθρο 56 παρ.1 του ίδιου διατάγματος, το οποίο προβλέπει χρηματική εγγύηση για την τήρηση των όρων της μίσθωσης ίση με το 1/6 του όλου μισθώματος, σαφώς συνάγεται ότι όπου ο νομοθέτης ήθελε να λαμβάνεται υπόψη το όλο μίσθωμα το αναφέρει ρητά και ότι στην περίπτωση της χρηματικής εγγύησης για συμμετοχή στην δημοπρασία, όπου δεν γίνεται τέτοια αναφορά νοείται το μηνιαίο μίσθωμα.

Με τις παραπάνω διατάξεις προστατεύεται ικανοποιητικά ο εκμισθωτής, αφού προβλέπεται εγγύηση και για την συμμετοχή στη δημοπρασία αλλά και τέτοια μεγαλυτέρου μάλιστα ποσού για την τήρηση των όρων της μίσθωσης από εκείνον που θα αναδειχθεί μισθωτής . Ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, πρέπει ομοίως να απορριφθεί ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, σύμφωνα με τα αμέσως παραπάνω εκτιθέμενα, αφού δεν εξειδικεύεται η πλημμέλεια που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή αν και προβάλλεται η πλημμέλεια της ανεπαρκούς και ελλιπούς αιτιολογίας, δεν αναφέρονται τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση, ώστε να καθίσταται πλήρης η αιτιολογία, ούτε προσδιορίζεται ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η αναφερόμενη έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας στην απόφαση.

[V] Σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.1 ν 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμ.18 του ΕισΝΚΠολΔ., επί δικών μετά του Δημοσίου η περιλαμβανομένη εις τας αποδοτέας προς τον νικώντα διάδικον δαπάνας αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του μειούται μέχρι του ημίσεος του ελαχίστου ορίου της διατιμήσεως εκάστης ενεργείας, μη δυναμένη πάντως να υπερβή δι’ όλας τας καθ’ έκαστον βαθμόν δικαιοδοσίας πράξεις τας δώδεκα χιλιάδας χαρτίνας δραχμάς.

Κατά το άρθρο 5 παρ.12 ν.1738/1987 «Με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, αναπροσαρμόζονται κάθε φορά τα χρηματικά ποσά για τα οποία διαλαμβάνουν οι παράγραφοι 1, 3 και 4 εδ. α` του άρθρου 3 του ν. 663/1977, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 16 του ν. 969/1979 και η παράγραφος 1 του άρθρου 31 του ν. 427/1945 «περί κώδικος των περί Νομικού Συμβουλίου διατάξεων», όπως κωδικοποιήθηκε από το β.δ. της 7/20 Ιουν. 1957 (άρθρο 22 ν. 3693/ 1957)». Με την παρ.2 της με αριθ.134423 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης της 8 Δεκ.1992/20 Ιαν.1993, αναπροσαρμόστηκε το προαναφερθέν ποσό και ορίστηκε ότι σε δίκες με το Δημόσιο η αποδοτέα στο νικώντα διάδικο αμοιβή του πληρεξουσίου του δικηγόρου, που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 31 του Α.Ν. 427/1945, όπως κωδικοποιήθηκε με το Β.Δ. της 7/20 Ιουνίου 1957 (άρθρο22 Ν. 3693/1957) ορίζεται σε 100.000 δρχ., ήδη 300 ευρώ (ν.2842/2000 και άρθρο 3 παρ.1, 4 και 5 παρ.4 ν.2943/2001).

Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ισχυριζόμενο ότι το δικαστήριο κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 22 παρ.1 ν.3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμ. 18 ΕισΝΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και αριθμ. 2 της 134423 οικ/8-12-1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ τ.Β αριθ. 11/Β/20-1-1993), επέβαλε σε βάρος του δικαστική δαπάνη, ύψους 500 ευρώ.

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο όσον αφορά την ασκηθείσα από το αναιρεσείον έφεση, αφού δέχτηκε τυπικά και απέρριψε στην ουσία αυτήν, καταδίκασε το εκκαλούν (αναιρεσείον) στην δικαστική δαπάνη της εφεσίβλητης (αναιρεσίβλητης), καθορίζοντας το ποσό στο ύψος των 500 ευρώ. Έτσι που έκρινε εσφαλμένα εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις, από τις οποίες σαφώς προκύπτει ότι η επιβαλλομένη σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου δικαστική δαπάνη δεν δύναται να υπερβεί το ποσό των 300 ευρώ.

[VI] Επομένως πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά παραδοχή του πιο πάνω λόγου της, να αναιρεθεί η προσβαλόμενη απόφαση κατά το μέρος της αυτό, που αφορά την επιβληθείσα σε βάρος του εκκαλούντος - αναιρεσείοντος δικαστική δαπάνη και, αφού δεν χρήζει περαιτέρω διευκρίνησης, κατ’ εφαρμογήν δε του άρθρου 580 παρ.3 του ΚΠολΔ, να κρατηθεί η υπόθεση και να δικαστεί από το παρόν αναιρετικό τμήμα κατά το ίδιο μέρος της και να καταδικαστεί το εκκαλούν της με αρ. 31/13-9-2013 έφεσης στην δικαστική δαπάνη της εφεσίβλητης της έφεσης αυτής, και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, το ποσό της οποίας (δικαστικής δαπάνης) ορίζεται στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Τέλος, η αναιρεσίβλητη, που νικήθηκε στη δίκη, πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσειόντος της παρούσας αναιρετικής δίκης, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του, (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 192 παρ.2 του ΚΠολΔ, μειωμένων, όμως, κατά το άρθρο 22 παρ.1 ν.3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμ. 18 ΕισΝΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και αριθμ. 2 της 134423 οικ/8-12-1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 11/Β/20-1-93), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 401/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, κατά το μέρος της που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας και απορρίπτει αυτήν κατά τα λοιπά.

Κρατεί και δικάζει την υπόθεση κατά το παραπάνω μέρος της.

Καταδικάζει το εκκαλούν της με αρ. 31/13-9-2013 έφεσης στην δικαστική δαπάνη της εφεσίβλητης της έφεσης αυτής, και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, το ποσό της οποίας (δικαστικής δαπάνης) ορίζεται σε τριακόσια (300) ευρώ.

Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσίβλητης την δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Νοεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ