Legislator Case Law & Legislation
1548/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on commercial lease termination due to lack of serious cause and procedural error.

Case Number 1548/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding a commercial lease termination. The appellant argued that the lower court erred by relying on a distorted lease document to deny a 'serious cause' for termination due to economic hardship. The court ruled that the distortion did not affect the core argument regarding the appellant's inability to pay and that the First Instance Court properly evaluated the evidence holistically. Consequently, the appeal was rejected, the bond was forfeited, and the appellant was ordered to pay the defendants' legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 281, 288, 588, 672, 752, 766 of the Civil Code; A serious cause for terminating a continuous legal relationship exists when circumstances make continuation unacceptably burdensome due to objective changes, without requiring fault against the other party, and procedural errors regarding evidence distortion do not invalidate the substantive assessment of the cause.

Keywords

AI generated
commercial lease termination serious cause requirement economic hardship defense evidence distortion appeal contractual relationship dissolution civil procedure appeal legal costs award

Cited Legislation

AI generated
Articles 281, 288, 588, 672, 752 and 766 of the Civil Code
Article 495 paragraph 3 letter e of the Code of Civil Procedure
Article 1 of the third article of Law 4335/2015
Articles 176, 183, 189 paragraph 1, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1548 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1548/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Γεώργιο Χοϊμέ, Μαρία Τζανακάκη και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Κ. Ρ. του Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κλεομένη Καραντζά

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. θυγ. Χ. Μ., συζ. Ο. Α., κατοίκου ... και 2) Χ. Μ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιλτιάδη Κλωνάρη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-7-2012 αγωγή της πρώτης των ήδη αναιρεσιβλήτων και του Α. Χ. Μ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1911/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5396/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-12-2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Γεώργιο Χοϊμέ, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 281, 288, 588, 672, 752 και 766 του ΑΚ, τα οποία, σύμφωνα με τα άρθρα 15 και 44 του π.δ/τος 34/1995 ("Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων περί εμπορικών μισθώσεων"), εφαρμόζονται και στις εμπορικές μισθώσεις, συνάγεται γενική αρχή του δικαίου, κατά την οποία επιτρέπεται σε κάθε περίπτωση να καταγγελθεί μία διαρκής έννομη σχέση, όπως είναι και η εμπορική μίσθωση, για σπουδαίο λόγο.

Ως σπουδαίος λόγος θεωρείται κάθε περιστατικό που, κατά την καλή πίστη σε συνδυασμό με το σύνολο των περιστάσεων που συντρέχουν στη συγκεκριμένη περίπτωση, συντελεί ώστε να μην είναι πλέον ανεκτή η διατήρηση της ενοχικής σχέσης έως το χρόνο της λήξης της. Μη ανεκτή είναι η συνέχισή της και όταν, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, γίνεται υπέρμετρα δυσβάστακτη είτε για τα δύο μέρη είτε για το ένα μόνο από αυτά, όπως συμβαίνει σε περίπτωση που επήλθε ουσιώδης μεταβολή των προσωπικών ή περιουσιακών σχέσεων αμφοτέρων των μερών ή του ενός μέρους, ανεξάρτητα από τη συνδρομή ή όχι οποιασδήποτε υπαιτιότητας στην επέλευση της μεταβολής αυτής.

Τα περιστατικά που συνιστούν σπουδαίο λόγο αφορούν συνήθως στον αποδέκτη της καταγγελίας, δεν αποκλείεται όμως να ευρίσκονται στη σφαίρα επιρροής του ίδιου του καταγγέλλοντος. Περαιτέρω, η συνδρομή ή όχι σπουδαίου λόγου αξιολογείται με κριτήρια αντικειμενικά, δεν απαιτείται δηλαδή, κατ' αρχήν, πταίσμα εκείνου προς τον οποίο απευθύνεται η καταγγελία.

Αν, όμως, εκείνος που καταγγέλλει είναι υπαίτιος, δεν επιτρέπεται να προβεί σε καταγγελία, διότι είναι επίσης γενική αρχή του δικαίου, συναγόμενη από τα άρθρα 200, 281 και 288 του ΑΚ, ότι κανείς δεν μπορεί να αποκομίσει ωφελήματα από παράνομη ή ανήθικη συμπεριφορά που οφείλεται σε υπαιτιότητά του. Ειδικά, για την πρόωρη καταγγελία της εμπορικής μίσθωσης, για την οποία ο νόμος έχει θεσπίσει και ειδικούς προς τούτο λόγους για αμφότερους τους συμβαλλομένους, το περιεχόμενο του σπουδαίου λόγου πρέπει να προσδιορίζεται στενά.

Για τη συγκεκριμενοποίηση της έννοιας του σπουδαίου λόγου μπορεί να γίνει και στάθμιση του συμφέροντος του καταγγέλλοντος για πρόωρη λύση της σύμβασης με το συμφέρον του αντισυμβαλλομένου για διατήρηση της σύμβασης μέχρι την κανονική λύση της. Και ναι μεν η συνδρομή ή όχι των πραγματικών περιστατικών που συνιστούν τον σπουδαίο λόγο ανήκει στην ανέλεγκτη, αναιρετικά, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, πλην όμως το αν τα πραγματικά περιστατικά που έγινε δεκτό ότι αποδείχθηκαν συγκροτούν ή όχι την αόριστη νομική έννοια του σπουδαίου λόγου υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος γίνεται δια του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1030/2015, ΑΠ 1582/2014, ΑΠ 1326/2013).

Αν δεν συντρέχουν οι επικαλούμενοι λόγοι της καταγγελίας, αυτή είναι άκυρη, δηλαδή θεωρείται σαν να μην έγινε (άρθρα 174, 180 ΑΚ), και δεν επιφέρει κανένα αποτέλεσμα.

Συνεπώς, δεν επέρχεται λύση της μίσθωσης και ο μισθωτής οφείλει μίσθωμα, ανεξάρτητα αν χρησιμοποιεί το μίσθιο ή όχι (ΑΠ 33/2014, ΑΠ 1516/2011). Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 574 και 596 ΑΚ (σε συνδυασμό με άρθρο 44 π.δ/τος 34/1995) προκύπτει ότι επί μίσθωσης ορισμένης διάρκειας ο μισθωτής, στον οποίο παραχωρήθηκε η χρήση του μισθίου, υποχρεούται να καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα στο μισθωτή, και αν ακόμη αδυνατεί από λόγους που αφορούν τον ίδιο ή δεν θέλει να κάνει χρήση του μισθίου.

Έτσι, αν ο μισθωτής εγκαταλείψει το μίσθιο πριν από τη λήξη του συμφωνημένου χρόνου χωρίς νόμιμο ή συμβατικό δικαίωμα, η μίσθωση δεν λύνεται και ο μισθωτής υποχρεούται να καταβάλει το μίσθωμα για ολόκληρο το μέχρι τη λήξη υπόλοιπο χρόνο της μίσθωσης, έστω και αν δεν κάνει χρήση του μισθίου για λόγους που αφορούν τον ίδιο, ή δεν οφείλει κανένα μίσθωμα κατά το χρόνο της εγκατάλειψης του μισθίου (ΑΠ 1730/2013, πρβλ.

ΑΠ 2162/2013). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, "αναίρεση επιτρέπεται... αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, κατά συνέπεια, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την πληττόμενη 5396/2015 απόφασή του (η οποία, από προφανή παραδρομή, μόνο στην αρχική σελίδα της έχει αναγραφεί ως 5396/2016), που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 647 επ. ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν τότε), δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη, αναιρετικά, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: [Με το από 1-1-1984 ιδιωτικό συμφωνητικό, η μητέρα των εναγόντων Ά.

χήρα Χ. Μ., ενεργούσα ατομικώς και για λογαριασμό των εναγόντων, συγκυρίων ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος πατρός τους, κατά ποσοστό 1/4 η μητέρα τους και 3/4 αυτοί, εκμίσθωσε στην εναγομένη ένα κατάστημα, κείμενο στο ισόγειο πολυκατοικίας επί της ..., επιφάνειας 101 τ.μ., προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως φαρμακείο.

Η διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε εξαετής, από 1.1.1984 μέχρι 31.12.1990 και το μηνιαίο μίσθωμα καθορίσθηκε στο ποσό των 14.000 δρχ. για τα δύο πρώτα έτη της μίσθωσης, στο ποσό των 16.000 δρχ. (για το τρίτο έτος της) μίσθωσης, αναπροσαρμοζόμενο κατά ποσοστό 15%, για κάθε επόμενο έτος, πλέον του μισού τέλους χαρτοσήμου, καταβαλλόμενο την πρώτη κάθε μήνα.

Σε εκτέλεση της μίσθωσης η μητέρα τους παρέδωσε στην εναγομένη τη χρήση του μισθίου. Πριν τη λήξη της ανωτέρω σύμβασης, με το από 14.3.1990 ιδιωτικό συμφωνητικό παράτασης, η μητέρα τους και οι ενάγοντες συνεκμισθωτές παρέτειναν τη μίσθωση για έξι έτη, αρχόμενη από 1.1.1990 και λήγουσα την 31.12.1995, το μηνιαίο μίσθωμα καθορίσθηκε στο ποσό των 40.000 δρχ.

για τα δύο πρώτα έτη της μίσθωσης, αναπροσαρμοζόμενο κατά ποσοστό 15% για κάθε επόμενο έτος, πλέον του μισού τέλους χαρτοσήμου, καταβαλλόμενο την πρώτη κάθε μήνα. Μετά τη λήξη της ανωτέρω μίσθωσης, με το από 29.9.1996 ιδιωτικό συμφωνητικό παράτασης της μίσθωσης, παρέτειναν τη μίσθωση για έξι έτη, αρχόμενη από 1.1.1996 έως 31.12.2001, ενώ το μηνιαίο μίσθωμα καθορίσθηκε στο ποσό των 100.000 δρχ.

για το πρώτο έτος της μίσθωσης, αναπροσαρμοζόμενο κατά ποσοστό 10% για κάθε επόμενο έτος, πλέον του μισού τέλους χαρτοσήμου, καταβαλλόμενο την πρώτη κάθε μήνα. Μετά τη λήξη της ανωτέρω μίσθωσης, με το από 20.6.2002 ιδιωτικό συμφωνητικό παράτασης, παρέτειναν τη μίσθωση για έξι έτη, αρχομένη από 1.1.2002 και λήγουσα 31.12.2007, ενώ το μηνιαίο μίσθωμα καθορίσθηκε στο ποσό των 500 € για το πρώτο έτος της μίσθωσης, αναπροσαρμοζόμενο κατά ποσοστό 5% για κάθε επόμενο έτος, πλέον τέλους χαρτοσήμου, ισχυόντων κατά τα λοιπά των όρων του από 29.9.1996 ιδιωτικού συμφωνητικού.

Με το ..1/26.3.2004 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Τ., νομίμως μεταγραμμένο, οι ενάγοντες απέκτησαν την κυριότητα του ανωτέρω μισθίου κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας. Μετά τη λήξη της μίσθωσης, με το από 1.1.2008 ιδιωτικό συμφωνητικό παράτασης οι ενάγοντες παρέτειναν τη μίσθωση για έξι έτη, από 1.1.2008 έως 31.12.2013 και το μηνιαίο μίσθωμα καθορίσθηκε στο ποσό των 750 € για το πρώτο έτος της μίσθωσης, αναπροσαρμοζόμενο κατά ποσοστό 5% για κάθε επόμενο έτος, πλέον τέλους χαρτοσήμου, ισχυόντων κατά τα λοιπά των όρων του από 1.1.1984 ιδιωτικού συμφωνητικού.

Μετά ταύτα η μίσθωση παρατάθηκε συμβατικά μέχρι 31.12.2013, εξακολουθεί δε να διέπεται από το π.δ. 34/1995, μη υπαγομένη πλέον ως προς τη διάρκειά της και τη λήξη της στις ρυθμίσεις του ανωτέρω διατάγματος, λήγουσα με την πάροδο του συμβατικού χρόνου ή για σπουδαίο λόγο. Η εναγομένη με την από 2.3.2012 εξώδικη δήλωση -πρόσκληση, η οποία κοινοποιήθηκε στους ενάγοντες στις 7.3. 2012...

γνωστοποίησε στους ενάγοντες ότι για οικονομικούς λόγους λόγω εξωγενών παραγόντων - συνθήκες λειτουργίας φαρμακείων, σε συνδυασμό με την οικονομική κρίση, αδυνατεί, αφού τα κέρδη δεν επαρκούν ούτε για τα έξοδα του μισθίου, να ανταποκριθεί στις λειτουργικές ανάγκες του μισθίου, μετά την άρνησή τους για μείωση του μισθώματος κατά ποσοστό 50% και ότι αναζητά άλλο μίσθιο και θα εγκαταλείψει το μίσθιο σύντομα.

Συγκεκριμένα αναφέρει α) επίσημη κρατική μείωση της τιμής των φαρμάκων σε ποσοστό 30%, β) κατάργηση των εκπτώσεων από τους προμηθευτές σε ποσοστό 6%, γ) παρακράτηση και απόδοση ποσοστού 6% σε κάθε τιμολόγιο μεσοσταθμικά στα ασφαλιστικά ταμεία ΙΚΑ - ΕΟΠΥ και δ) μείωση της ζήτησης και του τζίρου πώλησης αγαθών και φαρμάκων λόγω της οικονομικής κρίσης κατά ποσοστό 50%.

Εν συνεχεία η εναγομένη αποχώρησε από το μίσθιο και την 1.6.2012 παρέδωσε στην πρώτη ενάγουσα τα κλειδιά, τα οποία και παρέλαβε. Το γεγονός ότι στην ανωτέρω δήλωση δεν αναφέρεται ρητά ο όρος καταγγελία, ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί, αφού η καταγγελία είναι άτυπη και για την εγκυρότητά της δεν απαιτείται να συμπεριλαμβάνεται ο όρος καταγγελία, αλλά να συνάγεται ρητά ότι θα εγκαταλειφθεί το μίσθιο.

Στις 26.3.2012 η εναγομένη προέβη στην εκμίσθωση νέου ακινήτου, ήτοι ενός καταστήματος που βρίσκεται στο ισόγειο πολυώροφης οικοδομής στον ..., επιφάνειας 64,06 τ.μ., αποτελουμένου από ενιαίο χώρο, WC και αποθήκη 10 τ.μ. , με διάρκεια της μίσθωσης εννεαετή, από 1.5.2012 έως 30.4.2021 και συμφωνηθέν μίσθωμα 800 € μηνιαίως, σταθερό για χρονικό διάστημα τριών ετών, αναπροσαρμοζόμενο κατ' έτος σε ποσοστό ίσο με την μεταβολή του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή του μήνα της αναπροσαρμογής σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα του προηγουμένου έτους, όπως αυτή υπολογίζεται από την ΕΣΥΕ, πλέον μίας εκατοστιαίας μονάδος, σε περίπτωση δε που η μεταβολή του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή του μήνα της αναπροσαρμογής σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα του προηγουμένου έτους είναι μικρότερη του 1%, το μηνιαίο μίσθωμα δεν θα αναπροσαρμόζεται.

Η εκκαλούμενη απόφαση δέχθηκε ότι η ανωτέρω κατάσταση που επέβαλε τη λύση της μίσθωσης και την αποχώρηση της εναγομένης από το μίσθιο συνιστά σπουδαίο λόγο για την καταγγελία της μίσθωσης, δέχθηκε την σχετική ένσταση της εναγομένης ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε αυτή να καταβάλει στους ενάγοντες το ποσό των 901,01 € νομιμότοκα για μίσθωμα του μηνός Μαΐου, το οποίο δεν κατέβαλε.

Όμως η γενική επίκληση που κάνει η εναγομένη στην άνω εξώδικη δήλωση-πρόσκληση, αναφέροντας γενικά τη μείωση της αξίας των φαρμάκων κατά 30%, την κατάργηση των εκπτώσεων κατά 6%, την παρακράτηση για τα ασφαλιστικά ταμεία 6% και τη μείωση της ζήτησης και του τζίρου αγαθών και φαρμάκων κατά 50%, είναι, αφενός μεν αόριστη, διότι δεν προσδιορίζει την επίπτωση που τα ανωτέρω έχουν στη δική της επαγγελματική δραστηριότητα, ήτοι αν μειώθηκαν οι συνολικές ετήσιες εισπράξεις της και τα κέρδη της και κατά ποίο ποσοστό, καθώς και αν η αναζήτηση άλλου μισθίου θα περιόριζε τις άνω επιπτώσεις κατά πόσο και με ποίο τρόπο, δεδομένης και της σταθερής τιμής των φαρμάκων για όλα τα φαρμακεία, αφετέρου δε, δεν αναφέρει η εναγομένη τις επιπτώσεις που θα έχουν οι άνω μειώσεις και κρατήσεις στο νέο μίσθιο που βρήκε, πόσο, πώς και γιατί θα είναι καλύτερες οι συνθήκες σ' αυτό.

Περαιτέρω, οι αναφερόμενες δυσμενείς επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης, τις οποίες η εναγομένη προβάλλει ως σπουδαίο λόγο, δεν ανατρέπονται διά της καταγγελίας αυτής, αφού δεν επηρεάζονται ούτε μεταβάλλονται από τη μεταστέγαση του φαρμακείου της σε απόσταση περίπου 30 μ. από το επίδικο μίσθιο. Οι ίδιες μειώσεις, κρατήσεις κ.λπ.

θα εξακολουθούν και στο νέο χώρο που η εναγομένη μίσθωσε, ενώ η αδυναμία καταβολής του συμφωνημένου μισθώματος, ανερχομένου από το έτος 2011 στο ποσό των 868 € πλέον χαρτοσήμου, το οποίο μάλιστα οι ενάγοντες πρότειναν γραπτώς να "παγώσουν" μέχρι τέλους της μίσθωσης, δηλαδή 31.12.2013, όπως προκύπτει από αντίγραφο του μισθωτηρίου που προσάγει η εναγομένη, θεωρείται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, προσχηματική.

Επίσης, από το από 26.3.2012 μισθωτήριο που η εναγομένη προσάγει και επικαλείται για τη νέα υπ' αυτής συναφθείσα μίσθωση, υπάρχουν στον όρο 15 αυτού ειδικές συμφωνίες για υποχρέωση της μισθώτριας - εναγομένης να κατασκευάσει με δαπάνες της μεταλλικά πλαίσια και να τοποθετήσει υαλοπίνακες καθ' όλο το μήκος και πλάτος του νέου μισθίου.

Από τα παραπάνω συνάγεται ότι ο επικαλούμενος λόγος λύσης της επίδικης σύμβασης δεν κρίνεται σπουδαίος, διότι δεν υφίστατο αδυναμία καταβολής του μισθώματος, αφού το νέο μίσθωμα που καταβάλλει, συνυπολογιζομένων και των άνω δαπανών, ελάχιστα θα διέφερε από το επίδικο και σε καμιά περίπτωση δεν αποδείχθηκε ότι θα καθίστατο η συνέχιση της μισθωτικής σχέσης υπέρμετρα δυσβάστακτη για την εναγομένη μισθώτρια, που κατά τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών θα καθιστούσαν μη αξιώσιμη την συνέχιση της μίσθωσης...

Άλλωστε, η εναγομένη δεν επεδίωξε δικαστικά την αναπροσαρμογή-μείωση του καταβαλλομένου ενδίκου μισθώματος κατά ποσοστό 50% (όπως ζητούσε), σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 288 Α.Κ. Έσφαλε, συνεπώς, η εκκαλουμένη, κατά παραδοχή του λόγου έφεσης ως ουσιαστικά βασίμου, που έκρινε ότι επήλθε η λύση της ένδικης μίσθωσης για σπουδαίο λόγο και ότι μετά την παράδοση των κλειδιών (1.6.2012) δεν οφείλονται μισθώματα από την εναγομένη.

Μετά ταύτα, εφόσον δεν συνέτρεχε ο επικαλούμενος από τη μισθώτρια σπουδαίος λόγος, η γενομένη καταγγελία δεν επέφερε αποτελέσματα και οφείλει τα μισθώματα για ολόκληρη τη διάρκεια της μίσθωσης με το χαρτόσημο, λόγω του παρεπομένου προς αυτά χαρακτήρα..., ήτοι από 1.5.2012 μέχρι και 31.12.2013, ανερχόμενο στο συνολικό ποσό των 17.360,00 € (868,00 χ 20 μήνες), πλέον του αναλογούντος χαρτοσήμου, ποσού 624,96 € (17.360,00 χ 3,6%) και συνολικά 17.984,96 €, απορριπτομένης 1) της ενστάσεως περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος (Α.Κ. 281), εκ του ότι οι ενάγοντες, παρά το ότι η ίδια η μισθώτρια επέδειξε συνέπεια επί 28 χρόνια, δεν προέβησαν στην αιτηθείσα μείωση του μισθώματος, αφού τα επικαλούμενα, ως άνω, δεν συνιστούν κατάχρηση κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 281 και 2) της ένστασης συμψηφισμού που απαραδέκτως προτάθηκε το πρώτον με την προσθήκη αντίκρουση των πρωτόδικων προτάσεων.

Να σημειωθεί ότι επί της αγωγικής αξίωσης και για την απόκρουσή της η εναγομένη δεν προέβαλε ισχυρισμό ότι οι ενάγοντες αρνήθηκαν να εκμισθώσουν εκ νέου το μίσθιο ή με διάφορα προσχήματα απέκρουαν προτάσεις υποψήφιων μισθωτών...]. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, ως ουσιαστικά βάσιμη, την από 22-7-2014 έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της πρωτόδικης 1911/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που είχε κρίνει διαφορετικά και, αφού την εξαφάνισε, κράτησε και εκδίκασε, κατ' ουσίαν, την υπόθεση και, τελικά, δέχθηκε την ένδικη, από 3-7-2012 αγωγή της πρώτης των αναιρεσιβλήτων και του Α.

Χ. Μ. (δικαιοπαρόχου του δεύτερου αναιρεσιβλήτου). Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο, σε κάθε περίπτωση, ότι ο επικαλούμενος από την αναιρεσείουσα λόγος λύσης της επίδικης σύμβασης μισθώσεως δεν είναι σπουδαίος, ορθά ερμήνευσε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που παρατέθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψης, ενώ διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για το ότι αυτές ορθά δεν εφαρμόστηκαν στη συγκεκριμένη περίπτωση, καθόσον τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν, ανελέγκτως, δεκτά, δεν υπάγονται στη νομική έννοια του σπουδαίου λόγου που, όπως προεκτέθηκε, πρέπει να ερμηνεύεται στενά.

Και τούτο, διότι τα εν λόγω περιστατικά εμπίπτουν στη σφαίρα του επιχειρηματικού κινδύνου της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας (πρβλ. ΑΠ 1582/2014) και, εν πάση περιπτώσει, θεμελιώνουν, ενδεχομένως, δικαίωμά της για αναπροσαρμογή - μείωση του συμφωνημένου και αναπροσαρμοσμένου μισθώματος, κατ' άρθρ. 288 ΑΚ και 44 π/δ/τος 34/1995, δεν δικαιολογούν, όμως, και την εκ μέρους αυτής καταγγελία της σύμβασης μισθώσεως και την αζήμια γι' αυτή λύση της.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Να σημειωθεί, τέλος, ότι στην πιο πάνω, από 22-7-2014, έφεση των αναιρεσιβλήτων, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του περιεχομένου της, διατυπώνεται παράπονο των αναιρεσιβλήτων για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, όχι μόνο σχετικά με το ότι τα περιστατικά που συνιστούν τον σπουδαίο λόγο πρέπει να αφορούν, αποκλειστικά και μόνο, εκείνον προς τον οποίο απευθύνεται η καταγγελία, αλλά και αναφορικά με το ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, εσφαλμένα, ότι συνέτρεχε σπουδαίος λόγος που δικαιολογούσε την καταγγελία και την, εξαιτίας αυτής, πρόωρη λύση της μίσθωσης (βλ.

ιδίως τον πρώτο λόγο της έφεσης) και, ως εκ τούτου, η σχετική αιτίαση της αναιρεσείουσας, που περιλαμβάνεται στον ίδιο πρώτο λόγο της αναίρεσής της και που επιχειρείται να στηριχθεί στη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 εδάφ. α' ΚΠολΔ, είναι αβάσιμη.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 εδάφ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΑΠ Ολομ. 14/2004, ΑΠ 388/2018).

Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 388/2018, ΑΠ 358/2017, ΑΠ 87/2013). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 11/1996, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421 - 425/2009).

Στην ερευνώμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 8 εδάφ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο δέχθηκε, εσφαλμένα, ότι η νέα, από 26-3-2012, μίσθωση του επί των οδών ... ισόγειου καταστήματος δεν ήταν συμφέρουσα γι' αυτή, συγκριτικά με την παλιά μίσθωση, χωρίς, όμως, να λάβει υπόψη τους οικείους, αντίθετους, ισχυρισμούς της που παραδεκτά προέβαλε, κατά τους οποίους η νέα σύμβαση μίσθωσης είναι πολύ πιο συμφέρουσα από την παλιά και το νέο μίσθιο είναι αδιαφιλονίκητα υπέρτερο του παλιού, γιατί α) είναι μικρότερο (64 τετραγωνικά μέτρα) και έχει λιγότερες δαπάνες κοινοχρήστων και δημοτικών τελών, β) το μίσθωμα για το νέο μίσθιο είναι πολύ μικρότερο, και συγκεκριμένα 800 ευρώ (και μάλιστα σταθερό για τρία έτη) αντί για 901 ευρώ που κατέβαλλε για το παλιό, γ) το νέο μίσθιο βρίσκεται σε πολυκατοικία νεόδμητη με πιο εξελιγμένες και σύγχρονες υποδομές που είναι θελκτικές για το αγοραστικό κοινό, ενώ το προηγούμενο βρισκόταν σε πολύ παλιά πολυκατοικία και δ) το νέο μίσθιο βρίσκεται σε κεντρικότατο και πολυσύχναστο σημείο, έχοντας είσοδο από τη λεωφόρο ...

που αποτελεί κεντρική αρτηρία και, ως τούτου, έχει τεράστια δυναμική με πολλαπλάσια πελατεία σε σχέση με το παλιό μίσθιο. Κατ' αρχάς, οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είναι αυτοτελείς και, συνεπώς, δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, αλλά συνιστούν επιχειρήματα της αναιρεσείουσας για την υποστήριξη των απόψεών της ως προς την ύπαρξη σπουδαίου λόγου για την εκ μέρους της καταγγελία της μίσθωσης και, άρα, ο παρών λόγος είναι, προεχόντως, απαράδεκτος.

Άλλωστε, όπως προκύπτει από την πληττόμενη απόφαση, οι ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας, αναφορικά με την ύπαρξη του επικαλούμενου σπουδαίου λόγου για την καταγγελία της μίσθωσης αυτής, λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο και απορρίφθηκαν, έστω και εκ του πράγματος και, επομένως, ο λόγος αυτός είναι, σε κάθε περίπτωση, αβάσιμος.

Ο λόγος αναίρεσης που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι όμως και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, κατ' άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Πάντως, για να θεμελιωθεί ο λόγος αυτός, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, και όχι όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΑΠ Ολομ. 2/2008, ΑΠ 1217/2018, ΑΠ 1953/2017).

Περαιτέρω, για τη θεμελίωση του αναιρετικού αυτού λόγου, πρέπει επιπλέον το έγγραφο να αφορά απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, δηλαδή η κρίση του δικαστηρίου για απόδειξη ή όχι του ισχυρισμού αυτού να είναι επιβλαβής για τον αναιρεσείοντα. Αντίθετα, αν το έγγραφο αφορά απόδειξη επουσιώδους ισχυρισμού, ήτοι ισχυρισμού που δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είναι απαράδεκτος (ΑΠ 2060/ 2007).

Πρόκειται, επομένως, για έλεγχο του αιτιώδους συνδέσμου της παραβίασης προς σφάλμα του διατακτικού της απόφασης (πρβλ. ΑΠ 1563/2014, ΑΠ 662/2014, ΑΠ 1288/2012, ΑΠ 333/2011). Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τον τρίτο (και τελευταίο) λόγο αναίρεσης, προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 26-3-2012 νέου μισθωτηρίου με αποτέλεσμα να δεχθεί, τελικά, πραγματικά περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο εν λόγω έγγραφο, ενώ, αν λάμβανε υπόψη τα τελευταία, θα μπορούσε να οδηγηθεί σε διαφορετικό, από εκείνο που έγινε δεκτό, αποδεικτικό πόρισμα, υπέρ των απόψεων της αναιρεσείουσας.

Ειδικότερα, δέχθηκε ότι η ίδια η αναιρεσείουσα ως μισθώτρια θα πλήρωνε, κατόπιν σχετικής συμφωνίας με τους νέους εκμισθωτές, τις δαπάνες για την τοποθέτηση όλων των μεταλλικών πλαισίων και των υαλοπινάκων καθ' όλο το μήκος και πλάτος του νέου μίσθιου καταστήματος, ενώ οι δαπάνες αυτές βάρυναν, σύμφωνα με όσα αναγράφονται στο μισθωτήριο αυτό, μόνο τους (νέους) εκμισθωτές, με συνέπεια το Εφετείο να οδηγηθεί στην εσφαλμένη κρίση ότι το νέο μίσθωμα, με το συνυπολογισμό των δαπανών αυτών, ελάχιστα θα διέφερε από το παλιό και, έτσι, αποφάνθηκε ότι δεν υπάρχει σπουδαίος λόγος για την καταγγελία της μίσθωσης.

Ο λόγος αυτός είναι, πρωτίστως, απαράδεκτος, διότι, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχή της παρούσας μείζονας σκέψης, η προβαλλόμενη παραμόρφωση του μισθωτηρίου δεν αναφέρεται στον ουσιώδη ισχυρισμό της αναιρεσείουσας για ύπαρξη σπουδαίου λόγου καταγγελίας της μίσθωσης, που συνίσταται στην, ανυπαίτια, πλήρη οικονομική της αδυναμία να ανταποκριθεί στις συμβατικές της υποχρεώσεις για καταβολή του συμφωνημένου μισθώματος στους αναιρεσιβλήτους, εξαιτίας "εξωγενών παραγόντων" και της οικονομικής ύφεσης και κρίσης από το έτος 2011 και εφεξής (βλ.

τις σχετικές, από 21-10-2013, πρωτόδικες προτάσεις της, ιδίως στις σελίδες 2η έως και 5η, όπου παρατίθενται αναλυτικά, σε συνέχεια της δήλωσής της που καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την πρωτόδικη απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν τον κρίσιμο σπουδαίο λόγο).

Συγκεκριμένα, η επίμαχη παραμόρφωση αναφέρεται σε επιχείρημα της αναιρεσείουσας (ότι δηλαδή το νέο μίσθωμα είναι χαμηλότερο του προηγούμενου) για την υποστήριξη του ουσιώδους πιο πάνω ισχυρισμού της και, συνακόλουθα, η παραμόρφωση του μισθωτηρίου εγγράφου δεν συνδέεται, κατά πρόσφορη αιτιότητα, με σφάλμα του διατακτικού της πληττόμενης απόφασης, η οποία δέχθηκε ότι ο επικαλούμενος λόγος λύσης της μίσθωσης δεν κρίνεται σπουδαίος και ότι σε καμία περίπτωση δεν αποδείχθηκε ότι η συνέχιση της μισθωτικής σχέσης θα καθίστατο υπέρμετρα δυσβάστακτη για την εναγομένη μισθώτρια.

Εκτός τούτου, για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος για το ότι ο επικαλούμενος λόγος καταγγελίας δεν είναι σπουδαίος, το Εφετείο δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο αυτό που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, αλλά προέβη στην εκτίμηση του περιεχομένου του σε συνδυασμό με όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν κατέληξε σε εσφαλμένο, κατά την αναιρεσείουσα, αποδεικτικό πόρισμα.

Κατά συνέπεια, ο λόγος αυτός είναι, σε κάθε περίπτωση, αβάσιμος.

Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδάφ. ε' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016). Τέλος, η αναιρεσείουσα που νικήθηκε στη δίκη πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2 Δεκεμβρίου 2016 και με αύξοντα ειδικό αριθμό κατάθεσης 1003/5-12-2016 αίτηση της Κ. Κ. Ρ. για αναίρεση της 5396/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Οκτωβρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Νοεμβρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ