Legislator Case Law & Legislation
1548/2011 AI generated

1548/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1548/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/2/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 439/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 229/2009 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6/4/210 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

1548/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1548 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1548/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΤΤΙΚΑΤ Α.Τ.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Σ. του Σ., κατοίκου ..., 2) Ε. Χ. του Ε., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Ντάλλα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/2/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 439/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 229/2009 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6/4/210 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλου ανέγνωσε την από 12/9/2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 6/4/2010 αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή , από τις διατάξεις των άρθρων 108 , 110 παρ. 2, 498 παρ. 1 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1 - 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και αν μεν τη συζήτηση της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος ή ο τελευταίος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.

Στην προκείμενη περίπτωση από την προσκομιζόμενη από τους αναιρεσίβλητους υπ' αριθμ. 2378 Γ7 6/9/2010 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., προκύπτει ότι η συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 229/2009 αποφάσεως του Εφετείου Κέρκυρας επισπεύσθηκε με φροντίδα των αναιρεσιβλήτων ,οι οποίοι προς το σκοπό αυτό επέδωσαν νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσείουσα ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη καταθέσεως της στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και προσδιορισμένο χρόνο συζητήσεως της στο Β2 Τμήμα του Αρείου Πάγου, με αριθμό πινακίου 21, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Όμως η αναιρεσείουσα δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Συνεπώς, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

Επειδή, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Β.Δ. της 28.1/4.2.1938 " περί κανονισμού ωρών εργασίας του προσωπικού φορτηγών αυτοκινήτων" (ΦΕΚ Α' 35) τα φορτηγά αυτοκίνητα διακρίνονται σε τρεις κατηγορίες (Α', Β', Γ'), από τις οποίες, η κατηγορία Α' περιλαμβάνει τα μη εξυπηρετούντα ωρισμένον εργοδότην φορτηγά αυτοκίνητα (αγοραία), στη Β' κατηγορία υπάγονται τα φορτηγά των εταιρειών ηλεκτρισμού, ύδρευσης κ.λ.π.

και στην κατηγορία Γ' τα φορτηγά των λοιπών ανωνύμων εταιρειών, βιομηχανικών εργοστασίων και επιχειρήσεων πάσης φύσεως." Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου 1 του πιο πάνω Β.Δ., η απασχόληση των οδηγών των φορτηγών αυτοκινήτων Γ' κατηγορίας δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τις 8 ώρες ημερησίως, παρά μόνο καθ' ό μέτρο κρίνεται αναγκαία για την πρόληψη διαταραχής στην κανονική διεξαγωγή της εργασίας, σε περίπτωση ατυχήματος, επικειμένου ή επελθόντος, επείγουσας εργασίας σε μηχανές, εργαλεία ή εγκαταστάσεις και ανωτέρας βίας, κατά δε το το Β.Δ. 882/1961 και λόγω συσσωρεύσεως εργασίας ή προς αντιμετώπιση επείγουσας γενικά εργασίας επί δίωρο ημερησίως (πέραν δηλαδή του οκταώρου) και επί τρίμηνο ετησίως κατ' ανώτατο όριο.

Εξάλλου , από το άρθρο 1 παρ. 2 του Ν. 435/1976 προκύπτει ότι η απασχόληση του μισθωτού κατά το μέρος που υπερβαίνει το ανώτατο όριο διάρκειας της εργασίας κατά τη μονάδα του χρόνου, που έχει ορισθεί με διάταξη νόμου ή με κανονιστική διοικητική πράξη κατά νόμιμη εξουσιοδότηση, συνιστά, εφόσον δεν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 3 του Ν.Δ. 515/1970 ή άλλη νόμιμη εξαίρεση, παράνομη υπερωρία, για την οποία ο μισθωτός έχει τις απαιτήσεις που αναφέρονται σε αυτή.

Περαιτέρω, με το άρθρο 13 της 12/1984 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την ΥΑ 12430/84,ο χρόνος εργασίας των οδηγών αυτοκινήτων ορίσθηκε σε 40 ώρες κατά εβδομάδα και με το άρθρο 6 της 40/85 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κηρύχθηκε υποχρεωτική (από 29/11/1985) με την ΥΑ 19533/1985 (ΦΕΚ 179 Α') καθιερώθηκε η εβδομάδα των πέντε εργασίμων ημερών για τους οδηγούς όλων των φορτηγών αυτοκινήτων.

Εξάλλου , με το άρθρο 6 της από 14.2. 984 εθνικής συλλογικής συμβάσεως εργασίας, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την απόφαση του Υπουργού Εργασίας 11770/20/2/1984 (ΦΕΚ Β'81) η εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας των μισθωτών ορίσθηκε σε 40 ώρες, για την αμοιβή δε της απασχολήσεως πέρα από το συμβατικό αυτό εβδομαδιαίο ωράριο και έως τη συμπλήρωση του νομίμου ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, δηλαδή της υπερεργασίας, γίνεται παραπομπή στο άρθρο 9 της 1/1982 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών που κυρώθηκε με το άρθρο 29 του Ν. 1346/1983 .

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι: α) ως προς τη συνδρομή της υπερεργασίας υπό την ανωτέρω έννοια κριτήριο αποτελεί όχι η ημερήσια, αλλά η εβδομαδιαία απασχόληση του μισθωτού και μάλιστα εκείνη που πραγματοποιείται κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας και όχι κατά τις Κυριακές ή άλλες ημέρες ανάπαυσης, για τις οποίες υφίσταται αυτοτελής νομοθετική πρόνοια και συνεπώς ο απασχολούμενος υπό καθεστώς πέντε εργασίμων ημερών εβδομαδιαίως πραγματοποιεί υπερεργασία για την οποία δικαιούται την οικεία αμοιβή (ωρομίσθιο επαυξανόμενο κατά 25 %), αν η απασχόληση του υπερβαίνει κατά τις ημέρες αυτές το συμβατικό όριο των 40 ωρών, β) ως προς τη συνδρομή υπερωριακής εργασίας, στην οποία αφορούν οι παροχές του άρθρου 1 του άνω Ν. 435/1976, λαμβάνεται υπόψη όχι η εβδομαδιαία, αλλά η ημερήσια εργασία, υπό την έννοια ότι υφίσταται υπερωριακή εργασία όταν ο μισθωτός της προκείμενης κατηγορίας απασχοληθεί πέραν των οκτώ ωρών ημερησίως (ή πέραν των εννέα ωρών υπό τους όρους του άρθρου 6 της από 26.2.1975 εθνικής συλλογικής συμβάσεως εργασίας, που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του Ν. 133/1975), έστω και αν με την υπεραπασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του οριζόμενου από το νόμο ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, αφού δεν χωρεί συμψηφισμός της επιπλέον ημερήσιας εργασίας με τις ολιγότερες ώρες εργασίας άλλης ημέρας.

Η υπερωριακή αυτή εργασία αμείβεται ανάλογα με το χαρακτηρισμό της ως νόμιμης ή παράνομης. Ειδικώς επί πενθημέρου, η πέραν των 45 ωρών και μέχρι τη συμπλήρωση των 48 ωρών τρίωρη κάθε εβδομάδα εργασία (48-45 = 3 ώρες) θεωρείται ως επιτρεπτή νόμιμη υπερωριακή εργασία (κατ' άρθρο 6 παρ. 2 εδ. β' της από 26.2.1975 ΕΓΣΣΕ Ν. 133/1975) που δεν συμψηφίζεται στα επιτρεπόμενα όρια υπερωριακής απασχόλησης και αμείβεται σύμφωνα με το άρθρο 1 του Ν. 435/1976, δηλαδή με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο αυξημένο κατά 25 % .

Η δε παράνομη εργασία, δηλαδή χωρίς την τήρηση των προϋποθέσεων του Ν.Δ. 515/1970, αμείβεται σύμφωνα με το ανωτέρω άρθρο 1 παρ. 2 του Ν. 435/1976 (δηλαδή με αποζημίωση βάσει των διατάξεων του αδικαιολόγητου πλουτισμού, άρθρο 904 Α.Κ.) και την προσαύξηση 100% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου. Η εργασία του μισθωτού κατά την Κυριακή και το Σάββατο δεν αποτελεί υπερωριακή εργασία, αν δεν υπερβαίνει το ανώτατο νόμιμο όριο ημερήσιας απασχόλησης.

Από 1/4/2000, μετά το ν, 2874/2000 η υπερεργασία καταργείται και η απασχόληση πέραν των 40 ωρών και μέχρι 43 εβδομαδιαίως θεωρείται ως ιδιόρρυθμη υπερωρία, νόμιμη και επιτρεπτή, η οποία αμείβεται με το επιβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50 % (παρ. 2 και 4 του άρθρου 4). Υπερεργασία συνιστά η απασχόληση πέραν των 43 ωρών εβδομαδιαίως, καθώς και η απασχόληση πέραν των 9 ωρών ημερησίως για τους μισθωτούς με πενθήμερο.

Αν η υπερωρία είναι παράνομη, για κάθε ώρα τέτοιας απασχόλησης, ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το 250% του καταβαλλόμενου ωρομίσθιου (δηλαδή προσαύξηση 150% του ωρομίσθιου) σύμφωνα με την παρ. 5 του ίδιου άρθρου (Α.Π. 313/2010, Α.Π. 101/2008). Εξάλλου, για να έχει νομική πληρότητα, σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1 εδ.

α' Κ.Πολ.Δ. το δικόγραφο αγωγής οδηγού φορτηγού αυτοκινήτου, που έχει ως αίτημα την καταβολή αμοιβής για υπερεργασία, ιδιόρρυθμη υπερωρία, παράνομη υπερωριακή απασχόληση, λόγω υπερβάσεως του χρόνου της συνολικής απασχόλησης, εργασία κατά τη νύκτα, τα Σάββατα και τις Κυριακές, θα πρέπει να αναφέρεται η εργασιακή σχέση και οι όροι αυτής καθώς και η διάρκεια της εβδομαδιαίας και καθ' εκάστη ημέρα εργασίας, καθώς και η εργασία κατά τη νύκτα.

Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. του Κ.Πολ.Δ., προσάπτεται στο Εφετείο ότι παρά το νόμο, δεν απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, την από 26-2-2007 αγωγή των αναιρεσειβλήτων για επιδίκαση του συνολικού ποσού των 21.905 και 19.356,55 ευρώ αντίστοιχα, για διαφορές αποδοχών των ως άνω αξιώσεων τους.

Όμως στην αγωγή, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της περιέχονται όλα τα κατά τα ανωτέρω αναγκαία για τη διαδικαστική της πληρότητα στοιχεία και ειδικότερα αναφέρεται σ' αυτή ότι οι αναιρεσίβλητοι προσελήφθησαν από την αναιρεσείουσα στις 11/1/2000 και 20/7/2000 αντίστοιχα, με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργασθούν ως οδηγοί φορτηγών αυτοκινήτων στο έργο της διάνοιξης υδατοστεγάνωσης και κατασκευής οδοστρώματος της σήραγγας Μεσοβουνίου Θεσπρωτίας που η αναιρεσείουσα τεχνική εταιρεία είχε αναλάβει, γνωστοποιώντας εξαρχής στην αναιρεσείουσα τα τυπικά προσόντα τους [ κάτοχοι άδειας, Γ' επαγγελματικής κατηγορίας από 13/10/1999 ο πρώτος, η οποία από12/-7/2000 επεκτάθηκε και στις κατηγορίες Ε (Β) και Ε (Γ) και Γ' κατηγορίας ο δεύτερος ], και την οικογενειακή τους κατάσταση, καθώς και κάθε αλλαγή αυτών, ότι εργάσθηκαν στην αναιρεσείουσα ως οδηγοί τετραξονικού οχήματος ωφέλιμου φορτίου 20.000 Κg , χωρίς προϋπηρεσία ο πρώτος και με προϋπηρεσία από το έτος 1982 ο δεύτερος, ότι εργάζονταν καθ' όλη τη διάρκεια της εβδομάδας , τις αναλυτικά αναφερόμενες ώρες καθ' ημέρα και τις νύκτες μέχρι 18/3/2003 ο πρώτος και μέχρι 6/3/2003 ο δεύτερος, οπότε απολύθηκαν και ότι από την εξέλιξη της εργασιακής τους σχέσεως η αναιρεσείουσα τους οφείλει τα εις αυτή αναλυτικά αναφερόμενα χρηματικά ποσά.

Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ. θεμελιώνεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ετσι ο λόγος αυτός θεμελιώνεται όταν το Εφετείο από σφάλμα αναγνώσεως του εγγράφου απέδωσε σε αυτό περιεχόμενο καταφανώς διάφορο του αληθινού, όχι δε και όταν το δικαστήριο, χωρίς να υποπέσει σε σφάλμα αναγνώσεως καταλήγει σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που υποστηρίζει ο αναιρεσείων (Ολ.ΑΠ 2/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ., προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των αδειών εργασίας που χορηγήθηκαν από το Υπουργείο Εργασίας, μετά σύμφωνη γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας, για την υπερωριακή απασχόληση των αναιρεσιβλήτων, με την αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι, " ... οι μετ' επικλήσεως προσκομισθείσες από την εναγομένη εκκαλούσα εγκρίσεις υπερωριακής εργασίας του Υπουργείου Εργασίας από κανένα στοιχείο δεν προέκυψαν ότι αφορούν τους συγκεκριμένους ενάγοντες έναντι του μεγάλου αριθμού εργαζομένων για την αποπεράτωση ενός τέτοιου έργου ..." . Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση των εγγράφων αυτών, αλλά αφού τα ανέγνωσε, τα συνεκτίμησε μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6/4/2010 αίτηση για αναίρεση της 229/2009 αποφάσεως του Εφετείου Κέρκυρας.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ. -

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Οκτωβρίου 2011.Και,

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Οκτωβρίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ