Appeal partially allowed; appellate court found error in applying contract law to tort liability for moral damages.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the Second Instance Court's judgment regarding a lease dispute. The appellant argued that the lower court incorrectly applied Article 914 of the Civil Code by treating the landlord's failure to disclose a roof defect as a tort rather than a contractual breach. The court agreed, ruling that the damaging behavior occurred within the scope of the lease agreement and thus constituted a contractual liability issue, not a tort. Consequently, the judgment was annulled only regarding the award of 1,000 euros for moral damages, and the case was remitted for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 914 of the Civil Code; The Supreme Court held that when a landlord's failure to disclose a defect occurs within the contractual relationship of a lease, it constitutes a breach of contract rather than a tort, precluding the award of moral damages under tort law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1548 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1548/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Μαΐου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ζαχαρία Καμπούρη και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΥΤΙΚΗ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΚΑΙ ΕΞΑΓΩΓΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΗΛΕΚΤΡΙΚΩΝ ΚΑΙ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΩΝ ΟΙΚΙΑΚΩΝ ΣΥΣΚΕΥΩΝ ΕΠΙΠΛΩΝ-ΦΩΤΙΣΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΔΙΑΚΟΣΜΗΤΙΚΩΝ ΕΙΔΩΝ ΜΙΧΑΗΛ ΚΟΛΙΑΡΑΚΗΣ" και τον διακριτικό τίτλο "ΜΙΚΑΝΤ ΑΕ", που εδρεύει στην Αργυρούπολη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Μητρούση με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/3/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1276/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1584/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1/7/2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Πολυζωγόπουλος, ανέγνωσε την από 14/4/2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε: α) την παραδοχή των δευτέρου λόγου αναιρέσεως από το εδάφιο 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και πέμπτου λόγου από το εδάφιο 1 του ως άνω άρθρου και β) την απόρριψη των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Ο λόγος αναίρεσης από το εδάφιο 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο σε αποδεικτικό με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση του να σχημάτισε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει, όταν αυτό εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα, για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχτηκε, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο και τρίτο λόγους αναιρέσεως ο αναιρεσείων προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση από το εδάφιο 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενος ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση του παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 14.11.2003 συμφωνητικού μισθώσεως και της από 20.12.2004 επιστολής του προς τον νόμιμο εκπρόσωπο της αναιρεσίβλητης και έτσι κατέληξε στο επιζήμιο γι' αυτόν πόρισμα ότι το μίσθιο κατάστημα είχε πραγματικά ελαττώματα.
Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο σχημάτισε τη σχετική κρίση του από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάσθηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, τις αναφερόμενες στην εν λόγω απόφαση ένορκες βεβαιώσεις και από όλα τα έγγραφα, που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων είναι και φωτογραφίες που απεικονίζουν το μίσθιο κατάστημα.
Με βάση τα παραπάνω, το Εφετείο σχημάτισε τη σχετική κρίση του για το άνω ζήτημα από τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που αναφέρθηκαν πιο πάνω, μεταξύ των οποίων είναι το συμφωνητικό μισθώσεως και η προαναφερθείσα επιστολή, χωρίς να εξαρθεί η σημασία των εν λόγω εγγράφων σε σχέση με το πόρισμα αυτό.
Έτσι, το δικαστήριο κατέληξε σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων ύστερα από συνεκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου των παραπάνω εγγράφων και όχι από λάθος στην "ανάγνωση" του κειμένου των εγγράφων αυτών, όπως διατείνεται ο αναιρεσείων. Επομένως, οι πρώτος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, κατά το μέρος που αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το εδάφιο 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Περαιτέρω, απορριπτέος ως απαράδεκτος είναι ο έκτος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη παραμόρφωση του περιεχομένου της από 31.3.2006 αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω απόφαση, καθόσον αυτή είναι διαδικαστικό έγγραφο της ίδιας δίκης και δεν υπάγεται στα έγγραφα που προβλέπονται από τα άρθρα 339 και 442 ΚΠολΔ ως αποδεικτικά μέσα.
Επίσης, οι πρώτος, τρίτος και έκτος λόγοι αναιρέσεως, κατά το μέρος που αποδίδεται με αυτούς στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι, διότι ο αναιρεσείων, χωρίς να αναφέρει τον κανόνα δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε και σε τι συνίσταται η παραβίαση, υπό την επίκληση της ως άνω πλημμέλειας πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
ΙΙ.- Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν.
Εν προκειμένω, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του επιδίκασε στην αναιρεσίβλητη λόγω αποδόσεως της εγγυοδοσίας που καταβλήθηκε κατά την κατάρτιση της μισθώσεως, το ποσό των 17.000 ευρώ, παρότι με την αγωγή ζήτησε αυτή να της επιστραφεί το ποσό των 12.000 ευρώ, που είχε καταβάλει για την προαναφερθείσα αιτία. Πράγματι, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της από 31.3.2006 αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη μισθώτρια ζήτησε να υποχρεωθεί ο αναιρεσείων εκμισθωτής να της επιστρέψει το ποσό των 12.000 ευρώ που είχε καταβάλει ως εγγυοδοσία κατά την κατάρτιση της μισθώσεως. Όμως, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση επιδικάστηκε στην αναιρεσίβλητη για την ως άνω αιτία μεγαλύτερο ποσό, ήτοι το ποσό των 17.000 ευρώ. Κατά συνέπεια, το Εφετείο υπέπεσε με την προσβαλλόμενη απόφασή του στην πλημμέλεια από το εδάφιο 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και γι' αυτό ο σχετικός δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που αποδίδεται στο Εφετείο η ως άνω αιτίαση, είναι βάσιμος.
ΙΙΙ.- Ο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠΟλΔ λόγος αναιρέσεως είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήσσει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα πλήσσει την προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 2061/2007).
Εν προκειμένω, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως (κατά ένα μέρος) προσάπτεται στο Εφετείο αιτίαση ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 576, 577 και 305-307 ΑΚ, διότι δέχτηκε πως δεν επήλθε συγκέντρωση της ενοχής και ότι η αναιρεσίβλητη μισθώτρια έχει δικαίωμα αποζημιώσεως, παρότι, με βάση τα όσα αυτή εκθέτει στην αγωγή της, άσκησε το δικαίωμα της καταβολής του μισθώματος, λόγω πραγματικών ελαττωμάτων του μισθίου καταστήματος.
Ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ο αναιρεσείων υπό την επίκληση της παραβιάσεως κανόνων ουσιαστικού δικαίου πλήσσει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων, αφού στον ως άνω λόγο αναιρέσεως αναφέρεται ότι το Εφετείο έπρεπε να δεχθεί άλλα από εκείνα που δέχτηκε εσφαλμένα ως προς το κατ' ουσίαν βάσιμο της αγωγής, την οποία και έπρεπε να απορρίψει.
Περαιτέρω, ο ίδιος (τέταρτος) λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που αποδίδεται με αυτόν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το εδάφιο 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι τάχα το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα από τον αναιρεσείοντα ισχυρισμό περί συγκεντρώσεως της ενοχής, λόγω ασκήσεως εκ μέρους της αναιρεσίβλητης του δικαιώματός της, για μη καταβολή των μισθωμάτων λόγω πραγματικών ελαττωμάτων του μισθίου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον παραπάνω ουσιώδη ισχυρισμό, τον οποίο απέρριψε κατ' ουσίαν.
IV.- Η υπαίτια (από δόλο ή αμέλεια) ζημιογόνα πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται σύμβαση και γεννιέται ενδοσυμβατική ευθύνη του οφειλέτη, μπορεί, πέρα από την αξίωση που πηγάζει από τη σύμβαση να θεμελιώσει και ευθύνη από αδικοπραξία, αν, και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττομένη, θα ήταν καθεαυτή παράνομη, ως αντικειμένη στο γενικό καθήκον που επιβάλλει το άρθρο 914 ΑΚ να μη ζημιώνει κάποιος υπαιτίως άλλον (Ολ.
ΑΠ 967/1973). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, δημιουργείται λόγος αναιρέσεως αν παραβιασθεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου, συνίσταται δε η παραβίαση στην εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα που υπάρχει, όταν εφαρμόζεται ή δεν εφαρμόζεται κατά περίπτωση κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αν και δεν υπάρχουν ή υπάρχουν, αντίστοιχα, οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, σύμφωνα με τα όσα ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, αναφορικά με την ευθύνη του αναιρεσείοντος από αδικοπραξία, δέχθηκε ανελέγκτως ότι απεδείχθησαν τα εξής: "... Το μίσθιο αποτελείται από μία ενιαία αίθουσα 115 τ.μ. περίπου και ένα ημιϋπαίθριο σκεπασμένο χώρο επιφανείας 78 τ.μ.
Ό ημιϋπαίθριος αυτός χώρος βρίσκεται στο πίσω μέρος του καταστήματος, φέρει οροφή από μεταλλική κατασκευή και είχε ενσωματωθεί από τον εκμισθωτή αυθαίρετα, κατά παράβαση της πολεοδομικής αδείας, ως χώρος κύριας χρήσης, αποτελώντας με το κατάστημα ένα ενιαίο χώρο. Ο ισχυρισμός του εναγομένου, ότι η ενάγουσα προέβη στην αφαίρεση της διαχωριστικής κατασκευής που υπήρχε μεταξύ του καταστήματος και του ημιϋπαίθριου χώρου και τον μετέτρεψε σε κλειστό εσωτερικό χώρο, διαμορφώνοντας έτσι το κατάστημα σε μια ενιαία αίθουσα, δεν αποδεικνύεται.
Αντίθετα, αποδεικνύεται ότι ο χώρος αυτός είχε ενοποιηθεί από τον εναγόμενο με το υπόλοιπο κατάστημα και εκμισθώθηκε μαζί με αυτό ως ενιαίος χώρος, για να ασκηθεί σε όλο η εμπορική δραστηριότητα της ενάγουσας, γι' αυτό άλλωστε και οι διάδικοι συμφώνησαν μείωση του μισθώματος, στην περίπτωση που κατεδαφισθεί από την αρμόδια πολεοδομική αρχή.
Αλλά και σε κάθε περίπτωση, η ενάγουσα κατά τη διαμόρφωση του μισθίου, για τις ανάγκες της ασκούμενης σ' αυτό επιχείρησής της, δεν προέβη σε επεμβάσεις στη μεταλλική οροφή του ημιυϋπαίθριου χώρου. Η αυθαίρετη ενσωμάτωση του ημιϋπαίθριου χώρου στο μίσθιο ναι μεν ήταν σε γνώση της μισθώτριας, πλην όμως τούτο δεν σημαίνει ότι η μισθώτρια ήταν και σε γνώση των ελαττωμάτων από την ελλιπή στεγανοποίηση του κατασκευαστικού αρμού μεταξύ της μεταλλικής οροφής του ως άνω ημιϋπαίθριου χώρου και της πλάκας από οπλισμένο σκυρόδεμα του υπόλοιπου μίσθιου χώρου, απ' όπου και εισήλθαν και τις δύο φορές τα όμβρια ύδατα...
Επομένως, πλήρως αποδείχθηκε ότι το μίσθιο είχε το ως άνω κατασκευαστικό ελάττωμα, το οποίο ήταν ουσιώδες και απέκλειε την καθολική χρήση του μισθίου, την οποία καθιστούσε άλλωστε και επικίνδυνη, αφού η διείσδυση των ομβρίων υδάτων στο εσωτερικό του μισθίου επέφερε ζημιές και στα εμπορεύματα της ενάγουσας, τα οποία είχε εκτεθειμένα προς πώληση.
Το ελάττωμα αυτό γνώριζε ο εναγόμενος και όχι μόνο το απέκρυψε από την ενάγουσα, αλλά και εγγυήθηκε την ανυπαρξία αυτού. Αλλά και στη συνέχεια, μολονότι το ελάττωμα αυτό ήταν επικίνδυνο για την ασκούμενη στο μίσθιο χρήση που είχε συμφωνηθεί, ο εναγόμενος, παρά τις επανειλημμένες σχετικές οχλήσεις της ενάγουσας, αρνήθηκε να αποκαταστήσει τη χρήση του μισθίου, στεγανοποιώντας τον ως άνω κατασκευαστικό αρμό της οροφής του μισθίου με την εκτέλεση των απαραίτητων και ενδεδειγμένων, τεχνικά και επιστημονικά, εργασιών...
Περαιτέρω, εκτός από την κατά τα άνω συμβατική ευθύνη του εναγομένου, συρρέει ευθύνη αυτού και από αδικοπραξία, καθόσον τον βαρύνει πταίσμα για τη ζημία της ενάγουσας, αφού, όπως προαναφέρθηκε, γνώριζε το ελάττωμα και όχι μόνο παρέλειψε να της το γνωστοποιήσει και να την ενημερώσει για τις επικίνδυνες συνέπειες που μπορούσε να έχει για τα εισκομισθέντα στο μίσθιο κινητά πράγματά της, αλλά και ρητά εγγυήθηκε την ανυπαρξία του και ως εκ τούτου το ως άνω ποσό οφείλει αυτός και ως αποζημίωση από αδικοπραξία.
Από την ως άνω αδικοπραξία του εναγομένου, η ενάγουσα υπέστη ηθική βλάβη από τη μείωση της συναλλακτικής της πίστης και φήμης, αφού, εξαιτίας του ελαττώματος του μισθίου και των συνεπειών αυτού, διαταράχθηκε η απρόσκοπτη λειτουργία του καταστήματος, αφού χρειάσθηκε να στεγανοποιήσει το κατάστημα και να απαντλήσει τα ύδατα, αλλά και να αποσύρει τα βλαβέντα εμπορεύματά της, προκειμένου να γίνουν οι αναγκαίες εργασίες επισκευής τους.
Λαμβάνοντας, δε, υπόψη το βαθμό υπαιτιότητας του εναγομένου, την έκταση της ζημίας της ενάγουσας και το μέγεθος αυτής, την οικονομική κατάσταση των διαδίκων και την κοινωνική κατάσταση του εναγομένου, πρέπει να αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος οφείλει ως χρηματική ικανοποίηση της ενάγουσας το ποσό των 1000 ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο...".
Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι, στην προκειμένη περίπτωση, συρρέει και αδικοπρακτική ευθύνη του αναιρεσείοντος εκμισθωτή, γι' αυτό και αναγνώρισε την υποχρέωση αυτού να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη μισθώτρια για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 1000 ευρώ. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 914 ΑΚ, αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, η ως άνω γενομένη δεκτή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος εκμισθωτή έλαβε χώραν στα πλαίσια της σύμβασης της μίσθωσης και δεν είναι νοητή η συμπεριφορά του αυτή χωρίς τη συμβατική σχέση.
Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Κατόπιν τούτων, πρέπει, κατά παραδοχές των δευτέρου και πέμπτου λόγων αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο κατά το κεφάλαιο που αφορούν την απόδοση της εγγυήσεως και την χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Στη συνέχεια πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την 1584/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, μόνο κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και,
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιουνίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ