Legislator Case Law & Legislation
1548/2008 AI generated

Supreme Court annuls appealable judgment on ownership dispute, remanding case for further examination of evidence.

Case Number 1548/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the second instance judgment regarding a property ownership dispute between siblings over an informal 1981 distribution. The appellant argued that the lower court failed to consider crucial documentary evidence proving exclusive ownership through long-term possession and subsequent transfers. Consequently, the court remanded the case to the Athens Court of Appeal for further examination of the disputed evidence.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(11) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may annul a judgment if it fails to consider relevant evidence, remanding the case for further examination.

Keywords

AI generated
informal property distribution exclusive ownership long-term possession appellate review remand for further examination evidence omission sibling inheritance dispute

Cited Legislation

AI generated
Article 559(11) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1548 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1548/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Μαϊου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παραμυθιώτη.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Παναγιώτου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-11-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2147/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 8689/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 12-1-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 15-5-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το οικείο μέρος του, όπως στο σκεπτικό ορίζεται και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, απορριφθούν δε οι λοιποί λόγοι αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Ο ενάγων, (ήδη αναιρεσείων) με την από 4.11.2003 αγωγή του εναντίον του ήδη αναιρεσιβλήτου, εκθέτει ότι με άτυπη συμφωνία που έγινε το μήνα Μάρτιο 1981, μεταξύ αυτού, του εναγομένου αδελφού του, του αδελφού τους Γ1 και της μητέρας τους, διένειμαν ατύπως την περιουσία του έχοντος αποβιώσει αδιαθέτου πατέρα τους και της ευρισκομένης εν ζωή μητέρας τους και από τη διανομή αυτή κάθε ένας των άνω αδελφών έλαβε στην αποκλειστική νομή και κατοχή του, με τη γνώση και θέληση των λοιπών και της μητέρας τους, διακεκριμένα ακίνητα της κληρονομιάς του έχοντος αποβιώσει πατέρα τους και από την περιουσία της εν ζωή μητέρας τους, με τη συμφωνία, ότι αν κάποιος από τους συμμετασχόντες στην άτυπη αυτή διανομή αδελφούς επιθυμούσε στο μέλλον να περιέλθει κατά νόμιμο τρόπο σ' αυτόν ή σε τρίτους η κυριότητα των ακινήτων που έλαβε κατά νομή και κατοχή, οι λοιποί υποχρεούνται να συμμετάσχουν στις σχετικές δικαιοπραξίες και μεταβιβάσουν χωρίς αντάλλαγμα στους τρίτους το εξ αδιαιρέτου μερίδιό τους .

Ότι με την άτυπη αυτή διανομή ο ενάγων έλαβε στην αποκλειστική νομή και κατοχή του, τον περιγραφόμενο στην αγωγή αγρό, που ανήκε κατά κυριότητα στην μητέρα τους, η οποία απεβίωσε το έτος 1992 αδιάθετη, τον οποίο έκτοτε ενέμετο αποκλειστικά ο ίδιος επί εικοσαετία και πλέον, με τη σύμφωνη γνώμη και του εναγομένου, γενόμενος έτσι κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία.

Ότι το έτος 1999, τμήμα του εν λόγω αγρού, που είχε απομείνει μετά προγενέστερες αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, για τις οποίες την αποζημίωση εισέπραξε ο ίδιος ο ενάγων, απαλλοτριώθηκε υπέρ του ΟΣΕ για την κατασκευή της διπλής σιδηροδρομικής γραμμής Αθηνών-Κορίνθου, και ο εναγόμενος αναγνωρίστηκε δικαιούχος της αποζημίωσης που καθορίστηκε και την απαλλοτριωθείσα έκταση, κατά ποσοστό 1/3, την οποία και εισέπραξε παρανόμως και υπαιτίως, αρνούμενος να αποδώσει το εισπραχθέν από αυτόν ποσό στον κύριο του απαλλοτριωθέντος ενάγοντα.

Με βάση αυτά ζήτησε, αναγνωριζόμενος αποκλειστικός κύριος του απαλλοτριωθέντος, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλλει το ποσό της εισπραχθείσας από αυτόν αποζημίωσης, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου αρνήθηκε τα αποτελούντα τη βάση της άνω αγωγής πραγματικά περιστατικά και ειδικά αμφισβήτησε την επικαλούμενη από τον ενάγοντα, προς θεμελίωση της ασκούμενης με την αγωγή αξίωσης, ότι το έτος 1981 με άτυπη συμφωνία μεταξύ όλων των αδελφών και της μητέρας του, συμφωνήθηκε η διανομή της πατρικής και μητρικής περιουσίας, και ότι η τότε εν ζωή ευρισκομένη μητέρα τους, παρέδωσε τη νομή και κατοχή του παραπάνω, ανήκοντος σ' αυτή κατά κυριότητα, νομή και κατοχή, αγρού, στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα, ο οποίος έγινε κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, ως νεμηθείς τον εν λόγω αγρό έκτοτε και μέχρι τη συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχτηκε την έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου εναγομένου και αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Μονομελούς Πρωτοδικείου με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή, απέρριψε αυτή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, δεχόμενο ότι δεν αποδείχτηκε ότι ο ενάγων έγινε αποκλειστικός κύριος του αναφερομένου στην αγωγή αγρού με έκτακτη χρησικτησία, τμήμα του οποίου απαλλοτριώθηκε αναγκαστικώς και για το οποίο (τμήμα) ο εναγόμενος εισέπραξε ως συγκύριος αυτού, το αναλογούν στην κληρονομική του μερίδα επί της κληρονομιάς της μητέρας τους, ποσό αποζημίωσης.

II. Από τις διατάξεις των άρθρων 974, 975, 983, 1045, 1051 ΑΚ, συνάγονται τα εξής: α) εκείνος που έχει στη νομή του κινητό ή ακίνητο πράγμα για μια εικοσαετία γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, ανεξαρτήτως καλής ή κακής πίστεως, για τη συμπλήρωση δε του χρόνου αυτού, δικαιούται να προσμετρήσει και τη νομή του δικαιοπαρόχου του, β) Η νομή πράγματος αποκτάται και με ειδική διαδοχή, που γίνεται με άτυπη σύμβαση, μη υποκείμενη σε μεταγραφή ακόμη και αν αφορά ακίνητο, μεταξύ του μέχρι τώρα νομέα και του αποκτώντος και παράδοση της νομής του πράγματος στον αποκτώντα (ΑΠ 1163/05, 1415/03, 1561/01).

Μεταβιβάζεται επίσης η νομή του κληρονομουμένου στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους αυτού, ακόμη και αν αυτοί δεν αποκτούν την φυσική εξουσία επί του κληρονομηθέντος πράγματος και δεν έχουν γνώση της επαγωγής της κληρονομιάς και των αντικειμένων αυτής, θεωρούμενοι κατά πλάσμα του νόμου ως νομείς των κληρονομιαίων πραγμάτων, ο καθένας κατά την εξ αδιαθέτου μερίδα του, και χωρίς να απαιτείται αποδοχή της κληρονομιάς και μεταγραφή, υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο κληρονομούμενος είχε κατά το χρόνο του θανάτου του τη νομή του κληρονομηθέντος (ΑΠ 849/07).

Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 7, 8 & 5 και 9 & 3 του ν.δ. 797/1971 "περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων", που εφαρμόζονται στην προκείμενη περίπτωση λόγω του χρόνου κηρύξεως των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων (άρθρ. 31 & 1 ν.δ.797/1971, σε συνδ. με άρθρ. 29 & 2 του ν. 2882/2001 "Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων"), συνάγεται ότι η παρακατάθεση της αποζημιώσεως στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων ή η είσπραξή της με οποιοδήποτε τρόπο από εκείνον που με απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου ορίσθηκε δικαιούχος, επιφέρει συντέλεση της απαλλοτριώσεως ανεξάρτητα από το αν ο αναγραφόμενος ως δικαιούχος στην απόφαση του μονομελούς είναι ή όχι ο πραγματικός κύριος του απαλλοτριωθέντος.

Ο αληθινός κύριος, αν δεν συμπίπτει με τον δικαιούχο, έχει ενοχική αξίωση κατά του τελευταίου που εισέπραξε την αποζημίωση. Η απαίτησή του αυτή μπορεί να στηριχθεί στις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις περί αδικοπραξίας. Για να υπάρξει δε αδικοπραξία και ως εκ τούτου υποχρέωση αποζημιώσεως του παθόντος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, πρέπει μεταξύ των άλλων η ζημία να έχει προξενηθεί από τον δράστη παράνομα και υπαίτια.

Παράνομη είναι και η προσβολή του ενοχικού δικαιώματος ως αυτοτελούς αγαθού που γίνεται με επέμβαση τρίτου, αμέτοχου του ενοχικού δεσμού, στο σύνδεσμο του δικαιώματος με το φορέα του και την παρεμπόδιση της εντάξεώς του στην περιουσία του τελευταίου, όπως συμβαίνει στην περίπτωση κατά την οποία ο τρίτος εμφανίζεται, χωρίς να είναι, δικαιούχος μιας απαιτήσεως και την εισπράττει από τον οφειλέτη, με αποτέλεσμα να χάσει την απαίτησή του ο πραγματικός δικαιούχος, καθώς και στην περίπτωση του ιδιώνυμου αδικήματος του άρθρου 30 & 1 του ν.δ.797/1971, που ορίζει ότι, "ο εκ προθέσεως υποδεικνύων ψευδή όρια ή προσάγων εικονικούς τίτλους ή παρεμβαίνων εις σχετικήν δίκην υφ' οιανδήποτε ιδιότητα, προς υποστήριξιν ανύπαρκτων δικαιωμάτων επί απαλλοτριωθέντος ακινήτου, είτε αυτού είτε άλλου, τιμωρείται με φυλάκισιν και χρηματικήν ποινήν".

Στην περίπτωση αυτή της παράνομης και υπαίτιας είσπραξης της αποζημιώσεως από τρίτο μη δικαιούχο, όπως συνάγεται από τα άρθρα 340, 345 και 346 ΑΚ, ο εν λόγω τρίτος καθίσταται υπερήμερος οφειλέτης, ως προς την καταβολή της αποζημιώσεως στον πραγματικό δικαιούχο και, άρα, υπόχρεος καταβολής σ' αυτόν των σχετικών νόμιμων τόκων, όχι από την παράνομη είσπραξη της αποζημιώσεως, αλλά από την επίδοση της οικείας καταψηφιστικής αγωγής, διότι η διάταξη του άρθρου 934 ΑΚ, κατά την οποία αυτός που οφείλει πράγμα που αφαιρέθηκε με παράνομη πράξη είναι υπερήμερος από το χρόνο της αφαιρέσεως, αναφέρεται σε οφειλές αυτούσιου ενσώματου πράγματος που αφαιρέθηκε παράνομα και δεν εφαρμόζεται επί χρηματικής οφειλής (ΑΠ 695/05).

Τέλος, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύονται, αν το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος, δεν έλαβε υπόψη αποδείξεις που προσκομίστηκαν. Ως αποδεικτικά μέσα νοούνται, τα κρίσιμα για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιωδών για την έκβαση της δίκης ισχυρισμών των διαδίκων, τα οποία αυτοί προσκόμισαν και επικαλέστηκαν, είτε με τις προτάσεις τους ενώπιον του δικαστηρίου κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, είτε με αναφορά σ' αυτές σε συγκεκριμένα σημεία των προτάσεών τους προηγουμένων συζητήσεων, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των προσκομιζομένων αποδεικτικών μέσων.

Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 237 παρ.1 στοιχ. β', 453 και 524 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, το δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα. Και έχει μεν υποχρέωση το δικαστήριο να αιτιολογήσει την απόφασή του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού, όχι όμως και να κάνει ειδική μνεία καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη.

Αν όμως από το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμηση όλα τα κρίσιμα αποδεικτικά μέσα τότε ιδρύεται ο από την άνω διάταξη λόγος αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση ότι αυτό, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τα παρακάτω αποδεικτικά μέσα, τα οποία αυτός προσκόμισε και επικαλέστηκε νομίμως με τις προτάσεις του, για την απόδειξη του ουσιώδους για την έκβαση της δίκης αγωγικού του ισχυρισμού, ότι κύριος του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, και επομένως δικαιούχος προς είσπραξη της καθορισθείσας αποζημίωσης, είχε γίνει ο ίδιος με έκτακτη χρησικτησία, ως νεμηθείς αποκλειστικά αυτό επί εικοσαετία, ήτοι από το έτος 1981 μέχρι και τη συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, ήτοι α) τις υπ' αριθμ. ...

και ..... ένορκες βεβαιώσεις του αδελφού των διαδίκων Γ1 και του πρώτου εξαδέλφου τους Γ, ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Σπανού, οι οποίες λήφθηκαν νομίμως, β) τον από ..... κτηματολογικό πίνακα και την υπ' αριθμ. 1649/1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, από το πρώτο των οποίων προέκυπτε ότι παλαιότερα απαλλοτριώθηκε αναγκαστικώς από το ίδιο ακίνητο, τμήμα εμβαδού 361,20 τ.μ., του οποίου ιδιοκτήτης αναφέρονταν στον άνω κτηματολογικό πίνακα ο ίδιος και από το δεύτερο (την άνω απόφαση) ότι δικαιούχος της αποζημίωσης που καθορίστηκε για το τμήμα αυτό των 361,20 τ.μ.

αναγνωρίστηκε ο ίδιος ο ενάγων, όχι δε και οι αδελφοί του Γ1 και Ψ1 (εναγόμενος), β) το υπ' αριθμ. .... πληρεξούσιο του αδελφού των διαδίκων Γ1, ενώπιον της συμβολαιογράφου Ελευσίνας Αικατερίνης Κολοβέντζου, από το οποίο αποδεικνύεται ότι ο αδελφός του Γ1, αναγνωρίζοντας την αποκλειστική κυριότητα του ενάγοντος στο απαλλοτριωθέν ακίνητο, έδωσε σ' αυτόν το εν λόγω πληρεξούσιο και ο ενάγων εισέπραξε και το αναλογούν στον αδελφό του Γ1 ποσό της αποζημίωσης (1/3), γ) τα υπ' αριθμ. .....

και .... συμβόλαια ενώπιον του συμβολαιογράφου Περιστερίου Βασιλείου Καμπόλη, από τα οποία αποδεικνύεται ότι ο ενάγων και ο αδελφός των διαδίκων Γ1, τηρώντας την άτυπη συμφωνία με την οποία διένειμαν την πατρική και μητρική περιουσία το έτος 1981, μεταβίβασαν κατ' απαίτηση του εναγομένου, εικονικά αιτία πωλήσεως, στην θυγατέρα του εναγομένου ...., το 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, επί δύο αγρών εμβαδού 3.109, 40 και 5.097, 63 τ.μ.

αντιστοίχως, που βρίσκονται στις θέσεις "...." και "....." αντιστοίχως, οι οποίοι αγροί είχαν περιέλθει στον εναγόμενο, κατ' αποκλειστική νομή και κατοχή, με την άνω κατά το έτος 1981 καταρτισθείσα ατύπως συμφωνία διανομής. Από την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου προκύπτει, ότι αυτό, αφού έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων, τις υπ' αριθμ. ....

και ..... ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων του ενάγοντος Γ1 και Γ ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Συενού, που ελήφθησαν νόμιμα, τις οποίες ρητώς μνημονεύει, και όλα τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, όπως βεβαιώνει το Εφετείο, δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν τα εξής, σχετικά με τον κρίσιμο για την έκβαση της δίκης αγωγικό ισχυρισμό του ενάγοντος, ότι αποκλειστικός κύριος του αναγκαστικώς απαλλοτριωθέντος ακινήτου και επομένως δικαιούχος της αποζημίωσης είναι αυτός και όχι και ο εναγόμενος αδελφός του.

Ότι το έτος 1999 απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικώς υπέρ του ΟΣΕ και με δαπάνες της "ΕΡΓΑ ΟΣΕ" για την κατασκευή της διπλής σιδηροδρομικής γραμμής Αθηνών- Κορίνθου και του Συγκροτήματος ΣΣ Θριασίου Πεδίου, εδαφικές εκτάσεις 148.704,90 τ.μ., που βρίσκονται στις περιφέρειες των Δήμων Άνω Λιοσίων και Ασπροπύργου, και αποτυπώνονται στο από ....

κτηματολογικό διάγραμμα και κτηματολογικό πίνακα της εταιρίας "....... ΕΠΕ". Ότι στην ως άνω απαλλοτριωθείσα έκταση περιλαμβάνονται και δύο εδαφικά τμήματα εμβαδών 48,20 και 1810 τ.μ., τα οποία αποτυπώνονται στον άνω κτηματολογικό πίνακα και διάγραμμα με αριθμούς ... και .... αντίστοιχα, και τα οποία αποτελούν μέρος αγροτεμαχίου εκτάσεως πέντε περίπου στρεμμάτων που βρίσκεται στη θέση "......" του Δήμου Ασπροπύργου Αττικής, το οποίο ανήκε στην μητέρα των διαδίκων, η οποία απεβίωσε το έτος 1992.

Ότι στη δίκη για τον καθορισμό οριστικής αποζημίωσης για τα άνω απαλλοτριωθέντα τμήματα, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 8016/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, συμμετείχε μόνο ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων. Ότι στη συνέχεια, προκειμένου να γίνει η αναγνώριση δικαιούχων και η είσπραξη της αποζημίωσης, οι διάδικοι και ο αδελφός τους Γ1, με την υπ' αριθμ. ....

πράξη αποδοχής κληρονομιάς, η οποία μεταγράφτηκε νόμιμα, αποδέχτηκαν την κληρονομιά της μητέρας τους, ακολούθως δε με κοινή από 20.6.2002 αίτηση τους ζήτησαν να αναγνωρισθούν συνδικαιούχοι της αποζημίωσης για τα άνω τμήματα, κατά ποσοστό 1/3 ο καθένας, αναγνωρίστηκαν δε αυτοί συνδικαιούχοι της αποζημίωσης, κατά το παραπάνω ο καθένας ποσοστό, με την υπ' αριθμ. 187/6.2.2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών Ακολούθως το Εφετείο, ως προς τον ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ισχυρισμό του ενάγοντος ότι αποκλειστικός κύριος του αγρού τμήματα του οποίου αποτελούσαν και τα ως άνω αναγκαστικώς απαλλοτριωθέντα, είναι ο ίδιος, δέχεται ότι ο ισχυρισμός αυτός του ενάγοντος δεν αποδείχτηκε, μη όντων πειστικών των καταθέσεων των μαρτύρων, που είναι αδελφός και πρώτος εξάδελφος των διαδίκων, στις άνω ένορκες βεβαιώσεις.

Την κρίση του αυτή το Εφετείο στηρίζει, όπως σαφώς από τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης προκύπτει, αφενός μεν στην άνω, κατά το έτος 2002 αποδοχή της κληρονομιάς της μητέρας των διαδίκων από όλους τους κληρονόμους αυτής και την υποβολή κοινής αίτησης για αναγνώριση των δικαιούχων, αφετέρου δε στο ότι από το έτος 1997 όλοι οι αδελφοί (και ο εναγόμενος) εδήλωναν στο έντυπο Ε-9 της εφορίας το όλο ακίνητο τμήματα του οποίου απαλλοτριώθηκαν ως ανήκον στο κάθε κληρονόμο κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου και ότι τον φόρο για την γενόμενη το έτος 2002 αποδοχή της κληρονομιάς κατέβαλαν όλοι οι διάδικοι.

Ακολούθως δε το Εφετείο και προς επίρρωση του πορίσματος του ότι ο ενάγων δεν έγινε αποκλειστικός κύριος με έκτακτη χρησικτησία, διατυπώνει τα επιχειρήματα, ότι δεν δικαιολογείται η μη σύνταξη κάποιο έγγραφο το έτος 1981 για την φερομένη από τον ενάγοντα ως γενομένη άτυπη διανομή το έτος 1981, ούτε επίσης δικαιολογείται γιατί ο ενάγων δεν επεδίωξε την ακύρωση της αποδοχής της κληρονομιάς ως εικονικής.

Από τις παραδοχές αυτές του Εφετείου προκύπτει ότι αυτό έλαβε υπόψη τις άνω ένορκες βεβαιώσεις. Όμως δεν προκύπτει αδιστάκτως ότι αυτό έλαβε υπόψη και α) τον από .... κτηματολογικό πίνακα και την υπ' αριθμ. 1649/1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών από τα οποία κατά τον αναιρεσείοντα προκύπτει, ότι για τμήμα του ιδίου ακινήτου, που απαλλοτριώθηκε παλαιότερα δικαιούχος της αποζημίωσης αναγνωρίστηκε μόνο ο ίδιος, β) το υπ' αριθμ. .....

πληρεξούσιο του αδελφού των διαδίκων Γ1 ενώπιον της συμβολαιογράφου Ελευσίνας Αικατερίνης Κολοβέντσου, από το οποίο προκύπτει ότι ο αδελφός των διαδίκων Γ1 τηρώντας την μεταξύ τους συμφωνία περί άτυπου διανομής, χορήγησε το πληρεξούσιο αυτό στον ενάγοντα για να εισπράξει αυτός ως μόνος δικαιούχος την αποζημίωση και για το επίδικο ακίνητο και γ) τα υπ' αριθμ. ...

και .... συμβόλαια ενώπιον του συμβολαιογράφου Περιστερίου Βασιλείου Καμπόλη, από τα οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, προκύπτει, ότι αυτός και ο αδελφός του Γ1, τηρώντας την μεταξύ τους συμφωνία, μεταβίβασαν στη θυγατέρα του εναγομένου το έτος 1994, τα εξ αδιαιρέτου μερίδια τους, επί ακινήτου, το οποίο με την διανομή του έτους 1981 είχε περιέλθει κατά αποκλειστική νομή στον εναγόμενο.

Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, παρέλκει δε η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης. Μετά ταύτα πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που εξέδωσαν αυτή (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 8.689/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος από ευρώ χίλια οκτακόσια (1800).

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2008.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 3 Ιουλίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ