Legislator Case Law & Legislation
1547/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against negligence conviction due to lack of causal link and proper reasoning.

Case Number 1547/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's appeal against a second-instance conviction for negligence causing bodily harm. The appellant argued for a causal link between his omissions and the victim's injury, but the court found the lower court's reasoning sufficient regarding the victim's intervening actions. Consequently, the court held that the appeal lacked grounds for re-examination and dismissed it entirely.

Legislator headnote

AI generated

Articles 510(1)(D) and (E) of the Code of Criminal Procedure; The Supreme Court dismisses an appeal against a conviction for negligence when the lower court provides adequate reasoning on the causal link between the omission and the result, and the appellant's arguments merely challenge the factual assessment without legal error.

Keywords

AI generated
negligence conviction causal link intervening act appeal dismissal Code of Criminal Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 466(1) of the Code of Criminal Procedure
Article 473(2) and (3) of the Code of Criminal Procedure
Article 474(1), (2) and (4) of the Code of Criminal Procedure
Article 510(1)(D) and (E) of the Code of Criminal Procedure
Article 515(2) of the Code of Criminal Procedure
Article 578(1) of the Code of Criminal Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1547 / 2024 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ) Ε.Λ.

Αριθμός 1547/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Λεπενιώτη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Οικονόμου, Δημήτριο Τράγκα, Κωστούλα Πρίγγουρη και Τριανταφύλλη Δρακοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ελένης Κοντακτσή (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ι. Α. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Σαββίδη, για αναίρεση της απόφασης 7406/2023 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου .... Με υποστηρίζοντα την κατηγορία τον Σ. Μ. του Γ., κάτοικος ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο ... με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ'αριθμ. ....2023 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../24.

Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από ....2023 αίτηση του Ι. Α. του Α., που ασκήθηκε ενώπιον του αρμοδίου Γραμματέα του Πλημμελειοδικείου ..., Δ. Δ., συνταχθείσας της υπ' αριθμ. .../2023 σχετικής έκθεσης, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7406/2023 απόφασης του δικάσαντος σε δεύτερο βαθμό Τριμελούς Πλημμελειοδικείου ..., η οποία καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 του ΚΠοινΔ στις ....2023 και με την οποία αυτός καταδικάστηκε για την αξιόποινη πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια διά παραλείψεως, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ.

α' ΠΚ (ότι έζησε σύννομο ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα), σε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 466 παρ. 1, 473 παρ. 2 και 3 , 474 παρ. 1, 2 και 4 ΚΠοινΔ), περιέχει δε ως λόγους αναίρεσης την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν. Σημειώνεται ότι η συζήτηση της υπόθεσης γίνεται σαν να ήταν παρών και ο υποστηρίζων την κατηγορία Σ. Μ. του Γ., ο οποίος καίτοι κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, με επίδοση της υπ' αριθμ. .../2024 κλήσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στον ίδιο και τον αντίκλητο δικηγόρο του Αθανάσιο Τέλλιο (βλ.

τα από ....2024 και ....2024 αποδεικτικά επίδοσης του Υπαρ/κα Α.Τ. ... Χ. Μ. και της ειδικής επιμελήτριας της Εισαγγελίας Πρωτοδικών ... Μ. Χ., αντίστοιχα), δεν εμφανίστηκε κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (άρθρο 515 παρ. 2 ΚΠοινΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 314 παρ. 1 εδ.α ' του ισχύοντος από 1.7.2019 νέου Π.Κ. "Όποιος από αμέλεια προκαλεί σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας άλλου τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή ή παροχή κοινωφελούς εργασίας", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου ... του ίδιου Κώδικα "Από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής,, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν".

Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξης της σωματικής βλάβης από αμέλεια απαιτείται η διαπίστωση, αφενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος υπό τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ,πείρα και λογική, αφετέρου δε, ότι ο ίδιος, σύμφωνα με τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και ιδίως εξαιτίας της υπηρεσίας ή του επαγγέλματός του, είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το επελθόν αξιόποινο αποτέλεσμα, που από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής είτε δεν προέβλεψε (μη συνειδητή αμέλεια) είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε όμως ότι δεν θα επερχόταν (ενσυνείδητη αμέλεια) και το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την ενέργεια ή την παράλειψή του.

Η παράλειψη, ως έννοια, που αποτελεί την αρνητική εκδήλωση της ανθρώπινης συμπεριφοράς, με την οποία μπορεί να τελεσθεί η σωματική βλάβη από αμέλεια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, αφού το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσήκουσας προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν, όμως, η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς, που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της σωματικής βλάβης από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 παρ. 1 εδ.

α' ΠΚ, κατά το οποίο, "όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να προβεί σε ενέργεια για την αποτροπή του αποτελέσματος". Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται, ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρέωσης του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή.

Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση, που συνιστά πρόσθετο στοιχείο του κατ' άρθρο 15 ΠΚ διά παραλείψεως τελούμενου εγκλήματος ενέργειας (ή μη γνησίου εγκλήματος παράλειψης), μπορεί να πηγάζει από ρητή, επιτακτικού χαρακτήρα, διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπαιτίου ή από σύμβασης ή από ορισμένη προηγούμενη συμπεριφορά του υπαιτίου, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος (Ολ.ΑΠ 4/2010, ΑΠ 846/2021, ΑΠ 1396/2020, ΑΠ 799/2019, ΑΠ 446/2019, ΑΠ 744/2019).

Σε αυτή την περίπτωση πρέπει στην αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης να αναφέρεται και η συνδρομή αυτής της υποχρέωσης, να εκτίθενται δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προσδιορίζεται η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του υπαιτίου να ενεργήσει, επιπροσθέτως δε, αν πηγάζει από επιτακτικό κανόνα δικαίου, να προσδιορίζεται και ο κανόνας αυτός, ήτοι η νομική διάταξη, στην οποία θεμελιώνεται η ιδιαίτερη υποχρέωση προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, ενώ, εάν η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση προκύπτει από την ιδιότητα του υπαιτίου, δεν είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός αυτής από ειδική διάταξη νόμου (ΑΠ 846/2021, ΑΠ 1785/2019). 'Όταν το εξ αμελείας έγκλημα είναι απότοκο της συνδρομής (συγκλίνουσας) αμέλειας πολλών προσώπων, το καθένα από αυτά υπέχει ευθύνη αυτοτελώς και χωριστά από τα άλλα κατά το λόγο της αμέλειας που επέδειξε και εφόσον το επελθόν αποτέλεσμα τελείς σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτήν.

Η πράξη ή η παράλειψη του δράστη απαιτείται να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με το επελθόν αποτέλεσμα, δηλαδή πρέπει κατά την κοινή αντίληψη να είναι εκείνη που από μόνη της ή μαζί με τη συμπεριφορά άλλου προσώπου βρίσκεται σε άμεση αιτιότητα προς το αποτέλεσμα. Αρκεί, δηλαδή, προς θεμελίωση της ευθύνης, η πράξη ή η παράλειψη να ήταν ένας από τους παραγωγικούς όρους του αποτελέσματος, χωρίς τον οποίο δεν θα επερχόταν αυτό, αδιαφόρως αν για την πρόκλησή του συνέβαλαν και άλλοι όροι, αμέσως ή εμμέσως (λ.χ.

αμέλεια του παθόντος ή τρίτου). Η τυχόν συντρέχουσα συνυπαιτιότητα του παθόντος ή του τρίτου, δεν αναιρεί την ύπαρξη αμέλειας του δράστη και την ποινική ευθύνη του, εκτός εάν η υπαιτιότητα του παθόντος ή του τρίτου συντέλεσε αποκλειστικά στο αποτέλεσμα που επήλθε, οπότε αίρεται ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ενέργειας ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος.

Στα μη γνήσια δια παραλείψεως τελούμενα εγκλήματα ενεργείας (άρθρο 15 ΠΚ) θεωρείται ότι υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράλειψης και του επελθόντος εγκληματικού αποτελέσματος στην περίπτωση, που, αν δεν είχε συντρέξει η αμελής συμπεριφορά (παράλειψη του υπαιτίου, αν γινόταν δηλαδή η επιβεβλημένη ενέργεια που τελικά δεν έγινε, τότε με μεγάλη πιθανότητα (η οποία εγγίζει τα όρια της βεβαιότητας) θα αποτρεπόταν το συγκεκριμένο εγκληματικό αποτέλεσμα (ΑΠ 846/2021, ΑΠ 1396/2020, ΑΠ 689/2020, ΑΠ 1041/2019, ΑΠ 466/2019).

Περαιτέρω, στο άρθρο 10 παράρτημα Ι παραγρ. 14.3 του ΠΔ .../1996 "Προδιαγραφές ασφάλειας εργασιακών χώρων" ορίζεται ότι "Στις περιπτώσεις που ενδέχεται να σημειωθεί πτώση αντικειμένων (πχ από υπερκείμενες θέσεις εργασίας, στοιβαγμένα υλικά κλπ) πρέπει να λαμβάνονται κατάλληλα προστατευτικά μέτρα για την αποτροπή του κινδύνου τραυματισμού των εργαζομένων" και στην παρ. 23.5 του ιδίου άρθρου και παρατήματος ορίζεται ότι "Εφόσον οι εργαζόμενοι απασχολούνται σε εξωτερικές θέσεις εργασίας, αυτές πρέπει να διευθετούνται κατά τέτοιο τρόπο ώστε οι εργαζόμενοι:

α) Να προστατεύονται από τις ατμοσφαιρικές επιδράσεις και από την πτώση αντικειμένων. β) Να μπορούν να απομακρυνθούν γρήγορα από την θέση εργασίας τους σε περίπτωση κινδύνου και να μπορούν να λάβουν γρήγορα βοήθεια. γ) Να μην είναι εκτεθειμένοι σε επιβλαβή ηχητικά επίπεδα ούτε σε επιβλαβή εξωτερική επίδραση (πχ αέρια, ατμούς, σκόνη).

δ) Να μην κινδυνεύουν να γλιστρήσουν ή να πέσουν". Επίσης, στο άρθρο 7 παρ. 1 του ΠΔ 17/1996 "Μέτρα ασφαλείας - υγείας εργαζομένων" ορίζεται ότι "Ο εργοδότης υποχρεούται να εξασφαλίσει την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων ως προς όλες τις πτυχές της εργασίας και να λαμβάνει μέτρα που να εξασφαλίζουν την υγεία και ασφάλεια των τρίτων", ενώ στο άρθρο 8 παρ. 1 εδ.

β' του ιδίου ΠΔ/τος ορίζεται ότι: Ι. Ο Εργοδότης οφείλει: α)...β) Να καθορίζει τα μέτρα προστασίας που πρέπει να ληφθούν και, αν χρειαστεί, το υλικό προστασίας που πρέπει να χρησιμοποιηθεί". Ακολούθως, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.

Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της.

Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠοινΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα χωριστά.

Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.

Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Τέλος, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης.

Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διάταξης υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ ΑΠ 3/2008).

Όμως, δεν αποτελούν λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας ή της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και έλλειψης νόμιμης βάσης, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Οι ισχυρισμοί ότι το αποτέλεσμα οφείλεται αποκλειστικά σε αμέλεια άλλου, όπως και ότι δεν υπάρχει η απαιτούμενη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αμέλειας του φερόμενου ως υπαιτίου και του αποτελέσματος, συνιστούν άρνηση της κατηγορίας (ως αναφερόμενοι στην έλλειψη στοιχείων της αντικειμενικής υπόστασης του εξ αμελείας εγκλήματος) και δεν είναι αυτοτελείς ισχυρισμοί (αφού δεν επάγονται την άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή τον αποκλεισμό ή τη μείωση της ικανότητας του δράστη για καταλογισμό ούτε την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής αλλά η τυχόν δικαστική τους επιβεβαίωση οδηγεί στην αθώωσή του), αποτελούν δε απλώς επιχειρήματα προς απόσειση της ενοχής, που αντιμετωπίζονται με βάση τα δεκτά γενόμενα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, τα οποία, ως αναγόμενα στην κυριαρχική του κρίση, δεν ελέγχονται αναιρετικώς αναφορικά με την εκτίμησή τους και την εσφαλμένη ή ορθή αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 446/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασής του, με αριθμό 7406/2023, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο ..., που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σ' αυτή (κατάθεση πρώτου μάρτυρα - παρισταμένου προς υποστήριξη της κατηγορίας, καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και του μάρτυρα υπεράσπισης, που εξετάσθηκαν ένορκα στο ακροατήριο, έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο) δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν κατά λέξη τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "M.

S. Α. Ε. Ε. Μ. Κ. Γ." και διακριτικό τίτλο "S. G. I.", η οποία έχει ως αντικείμενο της επιχειρηματικής της δραστηριότητας την εξόρυξη, κατεργασία και επεξεργασία μαρμάρου και αδρανών υλικών, διατηρώντας για το σκοπό αυτό λατομείο στο ... ..., προσέλαβε τον Σ. Μ. του Γ., στις .../2015, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να παρέχει τις υπηρεσίες του στην παραπάνω επιχείρησή της ως ανειδίκευτος εργάτης.

Κατά το έτος ... ο εκκαλών - κατηγορούμενος, είχε την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της ως άνω εταιρίας. Σε εκτέλεση της σύμβασης εργασίας, ο Σ. Μ. απασχολήθηκε στην επιχείρηση αυτή από την κατά τα ανωτέρω πρόσληψή του μέχρι και τις ... χωρίς να έχουν καθορισθεί από την ως άνω εταιρεία συγκεκριμένα καθήκοντα και υποχρεώσεις του, αλλά προσφέροντας την εργασία του ανάλογα με τις ανάγκες της εργοδότριάς του.

Έτσι, στην αρχή τοποθετήθηκε σε μία από της αποθήκες της, και συγκεκριμένα στην αποθήκη "...", όπου βοηθούσε στην τακτοποίηση και παλετοποίηση των εμπορευμάτων και στη συνέχεια τοποθετήθηκε στην Κεντρική Αποθήκη ... με πρόσθετο καθήκον να υποστηρίζει τις φορτώσεις. Την ημέρα Σάββατο, ......, ο Σ. Μ. προσήλθε στην επιχείρηση της ως άνω εταιρίας μαζί με τον Σ.

Χ. και τον Γ. Λ. για να εκτελέσει την εργασία που του είχε ανατεθεί από την εργοδότριά του. Ειδικότερα, μετά από εντολή του Σ. Χ., ο οποίος ήταν υπεύθυνος αποθήκης και προϊστάμενος του Σ. Μ. και του Γ. Λ., οι δύο τελευταίοι δημιουργούσαν "σαμπανιές", δηλαδή ομάδες (πακέτα) πλακών μαρμάρου που υπήρχαν υποθηκευμένα σε καβαλέτα και θα τοποθετούνταν σε συρματόσκοινα γερανογέφυρας για μεταφορά.

Οι παραπάνω πλάκες μαρμάρου είχαν διαστάσεις 2,0m Χ 1,65 m Χ 2 cm περίπου η κάθε μία και ήταν τοποθετημένες σε μεταλλικά καβαλέτα (τύπου Λ) σε όρθια θέση, με ελαφρά κλίση προς την ράχη του καβαλέτου και χωριζόταν μεταξύ τους με ξύλινα πηχάκια ανά υποομάδες 3-4 πλακών, έτσι ώστε να μπορούν να ξεχωρίζουν εύκολα. Ο Σ.

Μ. και ο συνάδελφος του Γ. Λ., έπρεπε να αφαιρούν, συνεργαζόμενοι, τα δύο ξύλινα πηχάκια από μία ομάδα 3 πλακών, έτσι ώστε αυτή μαζί με την επόμενη ομάδα των 4 πλακών, μέχρι δηλαδή το επόμενο πηχάκι, να δημιουργήσουν μια ομάδα 7 πλακών, που θα αποτελούσε την "σαμπανιά", και να περάσουν τα συρματόσκοινα της γερανογέφυρας στην "σαμπανιά", ώστε να καταστεί δυνατή η μεταφορά αυτής.

Ενώ, λοιπόν, ο Σ. Μ. εκτελούσε την παραπάνω εργασία μαζί με τον Γ. Λ., ο τελευταίος αφαίρεσε το ένα ξύλινο πηχάκι από την μια πλευρά της ομάδας των πλακών της "σαμπανιάς" που δημιουργούσαν εκείνη τη στιγμή και είπε στον Σ. Μ. να κρατήσει τις πλάκες καλά με τα χέρια του, σχεδόν σε όρθια θέση και να βρίσκεται στο πλάι τους, προκειμένου ο ίδιος να πάει από την άλλη πλευρά και να αφαιρέσει και το άλλο πηχάκι.

Ο Σ. Μ., όμως, θεωρώντας ότι θα εκτελέσει καλύτερα την εργασία του, δηλαδή τη συγκράτηση των πλακών, αν βρισκόταν μπροστά από αυτές, μετακινήθηκε ξαφνικά από την πλαϊνή πλευρά των πλακών, όπου βρισκόταν, μπροστά από τις πλάκες. Αποτέλεσμα της κίνησής του αυτής ήταν να γείρουν οι πλάκες προς το μέρος του, λόγω του βάρους και της θέσης τους, που δεν τα είχε υπολογίσει σωστά και που καθιστούσαν αδύνατη τη συγκράτησή τους από το σημείο στο οποίο μετακινήθηκε ο Σ.

Μ., να επιπέσουν πάνω στον τελευταίο, καθώς το καβαλέτο, λόγω του τύπου του (τύπος Λ), δεν ήταν δυνάμενο να συγκρατήσει επαρκώς τον όγκο των πλακών, να χάσει αυτός την ισορροπία του και να πέσει πάνω στην βάση παρακείμενου καβαλέτου που ήταν τοποθετημένο δίπλα από τις πλάκες. Από την ως άνω πτώση, προκλήθηκαν στον Σ.

Μ. σοβαρές σωματικές βλάβες. Ειδικότερα, ο τελευταίος υπέστη κάταγμα άνω δεξιού κλάδου ηβικού οστού, κάταγμα ισχιακού οστού με διάσταση ηβικής σύμφυσης και κάταγμα πτερυγίων ιερού οστού άμφω, κατάκλιση, κάταγμα διαφόρων τμημάτων της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης και της πυέλου καθώς και επιγενόμενη μεικτή διαταραχή άγχους - κατάθλιψη - μετατραυματικό στρες.

Οι σωματικές βλάβες που προκλήθηκαν στον Σ. Μ. οφείλονται στην αμελή συμπεριφορά που επέδειξε ο κατηγορούμενος, δηλαδή στη έλλειψη της επιμέλειας και προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, με συνέπεια να μην προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, και προξένησε σωματική βλάβη άλλου, για την αποτροπή της επέλευσης της οποίας είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, πηγάζουσα εκ του νόμου.

Συγκεκριμένα, ανεξάρτητα από την τυχόν συνυπαιτιότητα του ως άνω παθόντα (Σ.. Μ.), ο οποίος με τη μετακίνησή του μπροστά από τις πλάκες, ήρθε σε θέση μη ενδεδειγμένη και ενέχουσα επικινδυνότητα, καθώς κατά την διάρκεια εκτέλεσης τέτοιου είδους εργασίας που συνίσταται στον χειρισμό πλακών, όφειλε να στέκεται στο πλάι αυτών, εκτός της ζώνης του κινδύνου, εντός της οποίας η ενδεχόμενη (όπως και έλαβε) πτώση των πλακών αιτιωδώς θα ήταν πρόσφορη να προκαλέσει σωματική βλάβη, ενώ ευρισκόμενος μπροστά από τις πλάκες παρασύρθηκε από το βάρος αυτών, ο κατηγορούμενος, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εργοδότριας του παθόντα εταιρείας, δεν μερίμνησε, αν και είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προς τούτο, πηγάζουσα από τις διατάξεις των άρθρων 10 Παράρτημα I παράγραφοι 14.3 και 23.5 του ΠΔ .../1996, άρθ. 7 παρ. 1 και 8 παρ. 1 εδ.β του ΠΔ 17/1996, να λάβει όπως όφειλε και μπορούσε, τα απαιτούμενα γενικά και ειδικά μέτρα ασφαλείας τα οποία πρέπει απαραιτήτως να λαμβάνονται για την προστασία της υγείας και ασφάλειας κάθε εργαζομένου, ούτε μερίμνησε για την τήρηση αυτών.

Πιο συγκεκριμένα, ως νόμιμος εκπρόσωπος της εργοδότριας του Σ. Μ. εταιρείας δεν μερίμνησε ώστε η εταιρεία να έχει προμηθευθεί και να χρησιμοποιεί, για την εναπόθεση - αποθήκευση των μαρμάρινων πλακών, καβαλέτα σε σχήμα ανεστραμμένου Π, τα οποία διαθέτουν κάθετες κοιλοδοκούς στην άκρη της βάσης τους, που να μην επιτρέπουν την πτώση των πλακών αλλά, αντίθετα, χρησιμοποιούσε, για την εναπόθεση - αποθήκευση των πλακών, καβαλέτα τύπου Α (όπως αυτό του ατυχήματος), που δεν ήταν δυνάμενα να συγκρατούν επαρκώς τον όγκο των πλακών, σε περίπτωση απώλειας της ισορροπίας τους, και να μην επιτρέπουν την πτώση αυτών, με συνέπεια να μην εξασφαλίζεται η σταθερή στήριξη των μαρμάρινων πλακών που ήταν τοποθετημένες στα καβαλέτα τύπου Λ, κατά τη διάρκεια των εργασιών των εργαζομένων.

Εάν είχε μεριμνήσει ώστε η ως άνω εταιρεία να έχει προμηθευθεί και να χρησιμοποιεί, για την εναπόθεση - αποθήκευση των μαρμάρινων πλακών, καβαλέτα σε σχήμα ανεστραμμένου Π, η υποομάδα των πλακών μαρμάρου που υπήρχε αποθηκευμένη στο καβαλέτο τύπου Λ, την οποία ο ως άνω παθών προσπαθούσε να ενώσει με την επόμενη υποομάδα πλακών ώστε να δημιουργήσει μία "σαμπανιά", όταν έγειρε προς το μέρος του τελευταίου, λόγω του βάρους και της θέσης της, θα συγκρατούνταν από το καβαλέτο σε σχήμα ανεστραμμένου Π, ήτοι από τις κάθετες κοιλοδοκούς της βάσης του, θα είχαν παραμείνει εντός του καβαλέτου και δεν θα είχαν επιπέσει πάνω στον Σ.

Μ., ώστε να χάσει αυτός την ισορροπία του και να πέσει πάνω στην βάση παρακείμενου καβαλέτου που ήταν τοποθετημένο δίπλα από τις πλάκες.

Συνεπώς, με τη χρήση καβαλέτων σε σχήμα ανεστραμμένου Π το ένδικο ατύχημα, όπως αυτό περιγράφηκε παραπάνω, και ο εξ' αυτού τραυματισμός του ενάγοντος θα είχαν αποφευχθεί, ώστε να προκύπτει ότι η αμέλεια αυτή του κατηγορούμενου συνετέλεσε αιτιωδώς στην επέλευση του ως άνω ατυχήματος και τον τραυματισμό του παθόντα. Επομένως, πρέπει να απορριφθούν οι ισχυρισμοί του εκκαλούντα -κατηγορουμένου ως αβάσιμοι και να κηρυχθεί αυτός ένοχος".

Στη συνέχεια, το ως άνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα για την αξιόποινη πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια, τελεσθείσας διά παραλείψεως και, αφού αναγνώρισε σ' αυτόν την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ του επέβαλε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) μηνών, της οποίας την εκτέλεση ανέστειλε επί τρία (3) έτη με το ακόλουθο κατά λέξη διατακτικό: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον εκκαλούντα-κατηγορούμενο, ένοχο, και ειδικότερα του ότι:

Στη ..., την ... ενεργώντας από αμέλεια δηλαδή από έλλειψη της προσοχής και επιμέλειας την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, και προξένησε σωματική βλάβη άλλου, για την αποτροπή της επέλευσης της οποίας είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, πηγάζουσα εκ του νόμου.

Ειδικότερα, με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της εταιρίας M. S. Α. Ε. Ε. Μ. Κ. Γ. με διακριτικό τίτλο S. G. I. η οποία υπήρξε εργοδότρια στα πλαίσια σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, του εργάτη και ήδη παθόντος Σ. Μ. του Γ., ο οποίος κατά τον επίδικο χρόνο απασχολούνταν στη μετακίνηση - φόρτωση πλακών μαρμάρου, δεν μερίμνησε, αν και είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προς τούτο, πηγάζουσα από τις διατάξεις των αρθ. 10 Παράρτημα I παράγραφοι 14.3 και 23.5 του ΠΔ .../1996, άρθ. 7 παραγ. 1 και 8 παραγ. 1 εδ.β του ΠΔ 17/1996, να χρησιμοποιήσει για την εναπόθεση - αποθήκευση των μαρμάρινων πλακών καβαλέτα σε σχήμα ανεστραμμένου Π, που να μην επιτρέπουν την πτώση των πλακών αλλά αντίθετα χρησιμοποιούσε για την εναπόθεση - αποθήκευση των πλακών καβαλέτα τύπου Λ.

Συνέπεια της ανωτέρω αμελούς συμπεριφοράς του κατηγορουμένου ήταν να μην εξασφαλίζεται η σταθερή στήριξη των μαρμάρινων πλακών και ειδικότερα την ως άνω επίδικη ημερομηνία, ο παθών Σ. Μ. του Γ. είχε αναλάβει μαζί με τον Γ. Λ., εργασίες που αφορούσαν τη δημιουργία "σαμπανιών" δηλαδή ομάδων (πακέτα) από μαρμάρινες πλάκες που υπήρχαν αποθηκευμένα σε καβαλέτα (τύπου Λ) και περαιτέρω να τις τοποθετήσουν σε συρματόσχοινα γερανογέφυρας προς μεταφορά.

Οι ανωτέρω πλάκες μαρμάρου είχαν διαστάσεις 2,0 μ. επί 1,65μ. επί 2 εκ., περίπου, η κάθε μια και ήταν τοποθετημένες., ως προαναφέρθηκε σε καβαλέτα τύπου Λ σε όρθια θέση, με ελαφρά κλίση προς τη ράχη του καβαλέτου και χωρίζονταν μεταξύ τους με ξύλινα πηχάκια ανά υποομάδες 3-4 πλακών. Όταν ο παθών εργαζόμενος, Σ. Μ.

επιχείρησε να συγκρατήσει τις υπό μετακίνηση πλάκες προκειμένου ο συνάδελφος του Γ.. Λ. να αφαιρέσει το ένα ξύλινο πηχάκι από την μια πλευρά της ομάδας των πλακών της "σαμπανίας" που δημιουργούσαν εκείνη τη στιγμή, και μη δυνάμενο το καβαλέτο να συγκρατήσει επαρκώς, λόγω του τύπου του (τύπος Λ), τον όγκο των πλακών, αυτές υποχώρησαν με αποτέλεσμα να επιπέσουν πάνω στον παθόντα εργαζόμενο και λόγω του όγκου και της θέσης τους να τον παρασύρουν πάνω στη βάση παρακείμενου καβαλέτου.

Αποτέλεσμα που θα είχε αποφευχθεί εάν ο κατηγορούμενος ως εκπρόσωπος της εργοδότριας εταιρίας χρησιμοποιούσε, ως όφειλε βάσει της κείμενης εργατικής νομοθεσίας, για την τοποθέτηση και αποθήκευση των μαρμάρινων πλακών του εργοταξίου του καβαλέτα τύπου ανεστραμμένου Π που επιτρέπουν καλύτερη στήριξη και συγκράτηση, σε ενδεχόμενη πτώση, των τοποθετούμενων πλακών.

Άμεση και τελούσα σε αιτιώδη συνάφεια με την παράλειψη του κατηγορουμένου ήταν η πρόκληση στον ανωτέρω εργαζόμενο σωματικής βλάβης και ειδικότερα ο τελευταίος υπέστη κάταγμα άνω δεξιού κλάδου ηβικού οστού, κάταγμα ισχιακού οστού με διάσταση ηβικής σύμφυσης και κάταγμα πτερυγίων ιερού οστού άμφω, κατάκλιση, κάταγμα διαφόρων τμημάτων της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης και της πυέλου καθώς και επιγενόμενη μεικτή διαταραχή άγχους - κατάθλιψη - μετατραυματικό στρές".

Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η ως άνω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς την καταδικαστική της κρίση, αφού αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέπονται τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια, δια παραλήψεως για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις από τις οποίες συνήγατε τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις, με τις οποίες τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 2, 14, 15, 26 παρ. 1, ..., 51, 53, 57, 79, 314 παρ. 1,α 2 του ΠΚ (Ν. 4619/2019) σε συνδ.

με άρθρ. 10 παράρτημα Ι παράγραφοι 14.3 και 23.5 του ΠΔ .../1996, άρθρ. 7 παρ. 1 και 8 παρ. 1 εδ. β' του ΠΔ 17/1996, τις οποίες το άνω δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπείς, ασαφείς η αντιφατικές αιτιολογίες και, συνεπώς, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Συγκεκριμένα, εκτίθενται με σαφήνεια όλα τα στοιχεία που απαρτίζουν τη νομοτυπική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος, ενώ παρατίθενται τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία το Δικαστήριο της ουσίας συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς να παρίσταται αναγκαία, κατά νόμο, η αναλυτική παράθεσή τους, η αναφορά τι προκύπτει από καθένα τούτων, όπως και η συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση του περιεχομένου τους και η ανάλογη δικαιοδοτική εκτίμησή τους, αφού από αυτό δεν συνάγεται ότι το Δικαστήριο ,για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, περιορίστηκε επιλεκτικά σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα και αγνόησε τα υπόλοιπα, η γενική δε αναφορά ότι έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά στοιχεία (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) ήταν αρκετή για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασής του.

Ειδικότερα, με επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση: α) ο τρόπο και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες επήλθε η σωματική βλάβη του παθόντος - εργαζόμενου, ως ανειδίκευτου εργάτη, Σ. Μ. του Γ., στο λατομείο της ως άνω ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Μ. S. Α. Ε. Ε. Μ. Κ. Γ." και διακριτικό τίτλο "S. G.

I.", ο οποίος στις 2.4...., κατά την εκτέλεση εργασίας μαζί με τον Γ. Λ., επίσης εργαζόμενο, η οποία αφορούσε τη δημιουργία "σαμπανιών" δηλαδή ομάδων (πακέτα) πλακών μαρμάρου διαστάσεων 2.0 m Χ 1,65 m Χ 2 cm η κάθε μία, που ήταν τοποθετημένες σε μεταλλικά καβαλέτα (τύπου Λ) σε όρθια θέση, με ελαφρά κλίση προς τη ράχη του καβαλέτου και χωριζόταν μεταξύ τους με ξύλινα πηχάκια ανά υποομάδες 3-4 πλακών, έτσι ώστε να μπορούν να ξεχωρίζουν εύκολα και να τοποθετούνται σε συρματόσκοινα γερανογέφυρας για μεταφορά, τη στιγμή που ο Γ.

Λ. αφαίρεσε το ένα ξύλινο πηχάκι από τη μια πλευρά της ομάδας των πλακών της "σαμπανιάς" που δημιουργούσαν εκείνη τη στιγμή και είπε στο Σ. Μ. να κρατήσει τις πλάκες καλά με τα χέρια του, σχεδόν σε όρθια θέση και να βρίσκεται στο πλάι τους, προκειμένου ο ίδιος να πάει από την άλλη πλευρά και να αφαιρέσει και το άλλο πηχάκι, ο Σ.

Μ., θεωρώντας ότι θα εκτελέσει καλύτερα την εργασία του, δηλαδή τη συγκράτηση των πλακών, αν βρισκόταν μπροστά από αυτές, μετακινήθηκε ξαφνικά από την πλαϊνή πλευρά των πλακών, όπου βρισκόταν, μπροστά από τις πλάκες, αποτέλεσμα της κίνησής του αυτής ήταν να γείρουν οι πλάκες προς το μέρος του, λόγω του βάρους και της θέσης τους, που δεν τα είχε υπολογίσει σωστά και που καθιστούσαν αδύνατη τη συγκράτησή τους από το σημείο στο οποίο μετακινήθηκε ο Σ.

Μ., να επιπέσουν πάνω στον τελευταίο, καθώς το καβαλέτο, λόγω του τύπου του (τύπος Λ), δεν ήταν δυνάμενο να συγκρατήσει επαρκώς τον όγκο των πλακών, να χάσει αυτός την ισορροπία του και να πέσει πάνω στη βάση παρακείμενου καβαλέτου που ήταν τοποθετημένο δίπλα από τις πλάκες και να υποστεί σοβαρές σωματικές βλάβες και συγκεκριμένα κάταγμα άνω δεξιού κλάδου ηβικού οστού, κάταγμα ισχιακού οστού με διάσταση ηβικής σύμφυσης και κάταγμα πτερυγίων ιερού οστού άμφω, κατάκλιση, κάταγμα διαφόρων τμημάτων της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης και της πυέλου καθώς και επιγενόμενη μεικτή διαταραχή άγχους - κατάθλιψη μετατραυματικό στρες.

β) Οι πλημμέλειες του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος, Ι. Α., ο οποίος, ως νόμιμος εκπρόσωπος της ως άνω εργοδότριας ανώνυμης εταιρείας, δεν μερίμνησε ώστε η εταιρεία να έχει προμηθευτεί και να χρησιμοποιεί, για την εναπόθεση - αποθήκευση των μαρμάρινων πλακών, καβαλέτα σε σχήμα ανεστραμμένου Π, τα οποία διαθέτουν κάθετες κοιλοδοκούς στην άκρη της βάσης τους, που να μην επιτρέπουν την πτώση των πλακών, αλλά, αντίθετα, χρησιμοποιούσε για την εναπόθεση - αποθήκευση των πλακών, καβαλέτα τύπου Λ (όπως αυτό που ατυχήματος), που δεν ηδύναντο να συγκρατούν επαρκώς τον όγκο των πλακών, σε περίπτωση απώλειας της ισορροπίας τους και να μην επιτρέπουν την πτώση αυτών, με συνέπεια να μην εξασφαλίζεται η σταθερή στήριξη των μαρμάρινων πλακών που ήταν τοποθετημένες στα καβαλέτα τύπου Λ, κατά τη διάρκεια των εργασιών των εργαζομένων.

γ) Ο αιτιώδης αντικειμενικός σύνδεσμος μεταξύ της προπεριγραφόμενης αμελούς συμπεριφοράς του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος και στο επελθόν αξιόποινο αποτέλεσμα του τραυματισμού του εργαζόμενου Σ. Μ., καθόσον από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης είναι σαφές ότι αποδίδει τόσο στον παθόντα εργαζόμενο όσο και στον αναιρεσείοντα συγκλίνουσα αμέλεια, δεχόμενη ως προς τον πρώτο ότι με την ως άνω μετακίνησή του μπροστά από τις πλάκες, ήλθε σε θέση μη ενδεδειγμένη και ενέχουσα επικινδυνότητα, καθώς κατά τη διάρκεια εκτέλεσης τέτοιου είδους εργασίας που συνίσταται στο χωρισμό πλακών, όφειλε να στέκεται στο πλάι αυτών, εκτός της ζώνης του κινδύνου, εκτός της οποίας η ενδεχόμενη (όπως και έλαβε) πτώση των πλακών αιτιωδώς θα ήταν πρόσφορη να προκαλέσει σωματική βλάβη, ενώ ευρισκόμενος μπροστά από τις πλάκες παρασύρθηκε από το βάρος αυτών, και ως προς δε τον δεύτερο (αναιρεσείοντα) ότι κατά το χρόνο του ατυχήματος, με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της ως άνω εργοδότριας ανώνυμης εταιρείας του εργαζομένου - παθόντος, δεν μερίμνησε ώστε η εταιρεία να έχει προμηθευτεί και να χρησιμοποιεί για την εναπόθεση - αποθήκευση των μαρμάρινων πλακών καβαλέτα σε σχήμα ανεστραμμένου Π, τα οποία διαθέτουν κάθετες κοιλοδοκούς στην άκρη της βάσης τους, που να μην επιτρέπουν την πτώση των πλακών, αλλά αντίθετα χρησιμοποιούσε καβαλέτα τύπου Λ μη δυνάμενα να συγκροτούν επαρκώς τον όγκο των πλακών, σε περίπτωση απώλειας της ισορροπίας τους, ενώ ανεξάρτητα από την τυχόν συνυπαιτιότητα του παθόντος, ρητά προσδιορίζει τον αιτιώδη σύνδεσμο των πλημμελειών του αναιρεσείοντος στο επελθόν αποτέλεσμα της σωματικής βλάβης του παθόντος με τις φράσεις "εάν είχε μεριμνήσει ώστε η ως άνω εταιρεία να έχει προμηθευτεί και να χρησιμοποιεί, για την εναπόθεση - αποθήκευση των μαρμάρινων πλακών, καβαλέτα σε σχήμα ανεστραμμένου Π, η υποομάδα των πλακών μαρμάρου που υπήρχε αποθηκευμένη στο καβαλέτο τύπου Λ, την οποία ο ως άνω παθών προσπαθούσε να ενώσει με την επόμενη υποομάδα πλακών ώστε να δημιουργήσει μία "σαμπανιά", όταν έγειρε προς το μέρος του τελευταίου, λόγω του βάρους και της θέσης της, θα συγκρατούνταν από το καβαλέτο σε σχέση ανεστραμμένου Π, ήτοι από τις κάθετες κοιλοδοκούς της βάσης του, θα είχαν παραμείνει εντός του καβαλέτου και δεν θα είχαν επιπέσει πάνω στο Σ.

Μ., ώστε να χάσει αυτός την ισορροπία του και να πέσει πάνω στη βάση παρακείμενου καβαλέτου, που ήταν τοποθετημένο δίπλα από τις πλάκες.

Συνεπώς, με τη χρήση καβαλέτων σε σχήμα ανεστραμμένου Π το ένδικο ατύχημα, όπως αυτό περιγράφηκε παραπάνω και ο εξ αυτού τραυματισμός του παθόντος θα είχαν αποφευχθεί, ώστε να προκύπτει ότι η αμέλεια αυτή του κατηγορουμένου συνετέλεσε αιτιωδώς στην επέλευση του ως άνω ατυχήματος και τον τραυματισμό του παθόντα".

δ) Η μορφή της υπαιτιότητας του αναιρεσείοντος, που κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης είναι η μη συνειδητή αμέλεια (μη πρόβλεψη του αξιοποίνου αποτελέσματος). ε) Η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του ιδίου προς αποτροπή του αποτελέσματος της σωματικής βλάβης του ανωτέρω παθόντος εργαζομένου, η οποία (υποχρέωση) απέρρεε από νομικά καθήκοντα προβλεπόμενα από τις διατάξεις των άρθρων 10 Παράρτημα Ι παράγραφοι 14.3 και 23.5 του ΠΔ .../1996, άρθρων 7 παρ. 1 και 8 παράγραφος 1 εδ.

β' του ΠΔ 17/1996, που επιβάλλουν στην εργοδότρια ως άνω ανώνυμη εταιρεία την υποχρέωση να λαμβάνει κατάλληλα προστατευτικά μέτρα στις περιπτώσεις που ενδέχεται να σημειωθεί πτώση αντικειμένων από στοιβαγμένα υλικά για την αποτροπή του κινδύνου τραυματισμού των εργαζομένων, να εξασφαλίζει την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων ως προς όλες τις πτυχές της εργασίας και να καθορίζει τα μέτρα προστασίας που πρέπει να ληφθούν και, αν χρειαστεί, το υλικό προστασίας που πρέπει να χρησιμοποιηθεί, του αναιρεσείοντος συνδεομένου με αυτή με έννομη σχέση, ως εκ της ιδιότητάς του ως νομίμου εκπροσώπου αυτής.

Οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμες, καθόσον στην προσβαλλόμενη απόφαση α) σαφώς προσδιορίζεται ο τρόπος και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες επήλθε ο τραυματισμός του εργαζόμενου Σ. Μ., β) παρατίθενται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προσδιορίζεται η κατά τα άνω ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του αναιρεσείοντος, απορρέουσα, όπως αμέσως προηγουμένως αναφέρεται από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων αυτού συνδεομένων με έννομη σχέση, ως εκ της προμνημονευόμενης ιδιότητάς του, γ) η προσβαλλόμενη απόφαση ουδόλως αποδίδει στον εργαζόμενο - παθόντα αποκλειστική ευθύνη και συνεπώς κανένα λογικό άλμα, αμφιβολία ή αντίφαση δεν εμφανίζει, αλλά ενόψει των προεκτεθέντων είναι σαφές ότι αποδίδει συγκλίνουσα αμέλεια τόσο στον παθόντα - εργαζόμενο, όσο και στον αναιρεσείοντα και ρητά προσδιορίζει τον αιτιώδη αντικειμενικό σύνδεσμο των πλημμελειών του αναιρεσείοντος στο επελθόν αποτέλεσμα.

δ) με την κύρια περί ενοχής του αναιρεσείοντος αιτιολογία, αντιμετωπίζεται επαρκώς και ο αρνητικός της κατηγορίας ισχυρισμός του τελευταίου περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του εργαζομένου - παθόντος στον τραυματισμό του. Επομένως, ο υποστηρίζων τα αντίθετα πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.

Ε' του ΚΠοινΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής, άλλως της εκ πλαγίου παραβίασης της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 15 ΠΚ, σχετικά με τη θεμελίωση της ιδιαίτερης νομικής υποχρέωσης του αναιρεσείοντος και συναφούς έλλειψης νόμιμης βάσης, είναι αβάσιμος.

Επίσης, οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και συναφούς έλλειψη νόμιμης βάσης, σχετικά με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των πλημμελειών του αναιρεσείοντος και του επελθόντος αποτελέσματος, με την άμεση αιτιώδη σύνδεση της παράλειψης του ιδίου με το αποτέλεσμα της σωματικής βλάβης του παθόντος, τη διακοπή του αιτιώδους συνδέσμου της παράλειψης αυτού με το επελθόν αποτέλεσμα, λόγω της παρεμβολής της θετικής, αμελούς, αντίθετης σε δεσμευτική οδηγία πράξης του παθόντος - εργαζόμενου και εμφιλοχώρηση στην προσβαλλόμενη απόφαση αντιφάσεων και λογικών κενών σχετικά με τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ παράλειψης και αποτελέσματος, οι οποίοι (λόγοι) εδράζονται στην ίδια αιτιολογική βάση και είναι συναφείς μεταξύ τους, είναι αβάσιμοι.

Οι λοιπές διαλαμβανόμενες στους ως άνω λόγους αιτιάσεις, μεταξύ των οποίων και ο αρνητικός της κατηγορίας (και όχι αυτοτελής) ισχυρισμός του αναιρεσείοντος περί διακοπής του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αποδιδόμενης σ' αυτόν αμέλειας και της σωματικής βλάβης του παθόντος, γιατί, κατ' αυτόν, τα κατά τα άνω αποτελέσματα οφείλονται αποκλειστικά σε υπαιτιότητα του συγκεκριμένου παθόντος - εργαζόμενου, λόγω αποδιδομένης από τον αναιρεσείοντα θετικής, αμελούς, αντίθετης σε δεσμευτική οδηγία πράξης του παθόντος, είναι αιτιάσεις συνιστώσες αμφισβήτηση των σε βάρος του ήδη αναιρεσείοντος ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της, ως αναφερόμενες σε διαφορετική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, απαραδέκτως προβάλλονται, δοθέντος ότι, με την επίφαση των ανωτέρω αναιρετικών λόγων, πλήττουν την ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της παρούσας ποινικής διαδικασίας (άρθρο 578 παρ.1 ΚΠοινΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ' αριθμ. ....2023 αίτηση του Ι. Α. του Α., κατοίκου ..., ..., περιοχή ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 7406/2023 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου .... Και

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαρτίου 2024.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Δεκεμβρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ