Legislator Case Law & Legislation
1547/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds due to proper service and substantive rejection of election speech claims.

Case Number 1547/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding an election broadcast. The appellant argued that the opposing party was improperly excluded from the hearing and that the lower court discriminated against them for using a language other than Greek. The court found that the opposing party had been legally summoned and attended the hearing, rendering the appellant's procedural claims invalid. Furthermore, the court rejected the substantive argument that the broadcast violated free expression or discrimination laws, noting no evidence of harm to third parties or democratic order.

Legislator headnote

AI generated

Art. 576 para. 2 KPolD; Art. 559 para. 1 KPolD: The Supreme Court must examine ex officio whether a party's absence was due to proper service or procedural delay, and an appeal is admissible only if a substantive law rule was violated.

Keywords

AI generated
election broadcast free expression procedural dismissal proper service equal treatment substantive law election speech

Cited Legislation

AI generated
Art. 576 para. 2 KPolD
Art. 559 para. 1 KPolD
Art. 495 § 3 KPolD
Art. 27 of Law 3023/2002
Art. 10 of Law 3023/2002
Art. 3 para. 7 of Law 2328/1995
495 § 3 ΚΠολΔ η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Art. 14 of the ECHR
Art. 5 para. 2 of the Constitution

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1547 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1547/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου, Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή και Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Μαΐου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ... με την επωνυμία "...", το οποίο εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον αρχηγό του Σ. Α.. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Σωτηρόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσιβλήτου: εταιρείας με την επωνυμία "..." και τους διακριτικούς τίτλους "...." και "..." (...), που εδρεύει στην Αθήνα, εκπροσωπείται νόμιμα και δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-11-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 383/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 2/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 25-9-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση από την με αρ. 2357Β/5-12-2019 εκθέση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών Δ.

Δ., που προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον, προκύπτει ότι, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη. Η τελευταία δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, και πρέπει να δικασθεί ερήμην, η συζήτηση όμως θα χωρήσει σαν να ήταν και αυτή παρούσα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 2 εδ.

γ' ΚΠολΔικ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α` του KΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις, για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ` αυτόν έννοια διαφορετική, από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικώς και μόνο, με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Για το ορισμένο του ανωτέρω, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 KΠολΔ, λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα και σε περίπτωση κατ` ουσίαν έρευνας της υπόθεσης, πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του KΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση, από το δικαστήριο της ουσίας, των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν, με αυτά, κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του KΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο, του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες, εξαιρετικές, περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού, πλέον, πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 319/2017).

Με τη διάταξη του άρθρου 14 του Συντάγματος κατοχυρώνεται αφενός μεν το δικαίωμα του τύπου (δυνάμει δε του άρθρου 15 του Συντάγματος και της ραδιοφωνίας και της τηλεόρασης) να πληροφορεί το κοινό, αφετέρου δε, ενόψει και του άρθρου 5Α παρ. 1 του Συντάγματος, το δικαίωμα κάθε πολίτη να πληροφορείται και να ενημερώνεται τακτικά και ελεύθερα για κάθε πολιτικό και κοινωνικό εν γένει θέμα που τον ενδιαφέρει.

Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού τελεί υπό την επιφύλαξη της τήρησης των γενικώς ισχυόντων κανόνων δικαίου της κειμένης νομοθεσίας, στους οποίους περιλαμβάνονται και εκείνοι που κατοχυρώνουν δικαιώματα και ελευθερίες άλλων προσώπων. Η εφαρμογή των τελευταίων αυτών κανόνων μπορεί, επομένως, να δικαιολογήσει την επιβολή περιορισμών στην άσκηση των ανωτέρω δικαιωμάτων, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι οι περιορισμοί αυτοί παρίστανται, ενόψει και της αρχής της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος), απολύτως αναγκαίοι για την προστασία των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των τρίτων (ΣΤΕ 1278/2021).

Επίσης κατά το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος, καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της χώρας, εφόσον δεν προσβάλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη. Με την τελευταία αυτή διάταξη προστατεύεται, μεταξύ άλλων, και η οικονομική ελευθερία στο πλαίσιο της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας και συνακόλουθα η ελευθερία της διαφήμισης, δεδομένου ότι η διαφήμιση είναι αναγκαία για την άσκηση οποιασδήποτε οικονομικής δραστηριότητος και αποτελεί ουσιώδες συστατικό της ελεύθερης αγοράς.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 10 παρ.1 εδ.α` και β` της Διεθνούς Σύμβασης της Ρώμης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (κυρ. ν.53/1974), "Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα εις την ελευθερίαν εκφράσεως. Το δικαίωμα τούτο περιλαμβάνει την ελευθερίαν γνώμης ως και την ελευθερίαν λήψεως ή μεταδόσεως πληροφοριών ή ιδεών, άνευ επεμβάσεως των δημοσίων αρχών και ασχέτως συνόρων".

Το δικαίωμα όμως τούτο υπόκειται, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 2 της ΕΣΔΑ (και 19 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα κυρ. ν. 2462/1997), σε περιορισμούς και κυρώσεις, που προβλέπονται από το νόμο και αποσκοπούν εκτός άλλων, στην προστασία της υπολήψεως και των δικαιωμάτων των τρίτων (ΑΠ 1322/2021).

Με τις ως άνω διατάξεις αυτές κατοχυρώνεται η ελευθερία της έκφρασης, όχι μόνο ως ελευθερία της γνώμης ή του στοχασμού, όπως στην προρρηθείσα διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται, αλλά και ως ελευθερία της λήψης ή μετάδοσης πληροφοριών. Έτσι η διαφήμιση υπό ευρεία έννοια, ως μετάδοση ή λήψη εμπορικών πληροφοριών, εντάσσεται στο πεδίο προστασίας του άρθρου 10 παρ. 1 της ΕΣΔΑ.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 3 παρ. 7 του ν. 2328/1995 "ο τηλεοπτικός σταθμός δεν μπορεί να αρνηθεί τη μετάδοση διαφημιστικών μηνυμάτων, που αφορούν ομοειδή προϊόντα με ίσους όρους, εκτός και αν η επίμαχη διαφήμιση αντιβαίνει στις διατάξεις του άρθρου αυτού ή στις σχετικές διατάξεις στις οποίες γίνεται παραπομπή".

Ομοίου ακριβώς περιεχομένου είναι και η διάταξη του άρθρου 5 παρ. 5 του π.δ/τος 100/2000, με το οποίο εναρμονίσθηκε η ελληνική ραδιοτηλεοπτική νομοθεσία στις διατάξεις της Οδηγίας 97/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 30ης Ιουνίου 1997 (ΕΕ αριθ. L202 της 30-7-1997) και με την οποία τροποποιήθηκαν οι διατάξεις της Οδηγίας 89/552/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ αριθ.

L 298 της 17-10-1989) σχετικά με την παροχή τηλεοπτικών υπηρεσιών. Εξάλλου, κατά το άρθρο 57 παρ. 1 Α.Κ., όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, κατά δε την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται.

Προσβολή της προσωπικότητας, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει σε κάθε περίπτωση μειωτικής επέμβασης από τρίτο στη σφαίρα αυτής, δηλαδή σε οποιοδήποτε από τ' αγαθά που συνθέτουν την προσωπικότητα του άλλου, που συνιστούν συντελεστές, προσδιοριστικά στοιχεία της ταυτότητας του ανθρώπου, με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση σε μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ή ψυχικής πνευματικής και κοινωνικής προσωπικότητας του βλαπτομένου κατά το χρονικό σημείο της προσβολής.

Η προσβολή είναι παράνομη, όταν η επέμβαση στην προσωπικότητα του άλλου δεν είναι επιτρεπτή από το δίκαιο, ή γίνεται σε ενάσκηση δικαιώματος, το οποίο όμως είτε είναι από άποψη έννομης τάξης, μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται καταχρηστικά. Ενόψει της σύγκρουσης των προστατευόμενων αγαθών προς τα προστατευόμενα αγαθά της προσωπικότητας των άλλων ή προς το συμφέρον της ολότητας, θα πρέπει να αξιολογούνται και να σταθμίζονται στη συγκεκριμένη περίπτωση τα συγκρινόμενα έννομα αγαθά και συμφέροντα για τη διακρίβωση της ύπαρξης προσβολής του δικαιώματος επί της προσωπικότητας και ο παράνομος χαρακτήρας της.

Για την προστασία της προσωπικότητας δεν απαιτείται η ύπαρξη πταίσματος (δόλου ή αμέλειας) αυτού που προσβάλλει. Απαιτείται όμως για την αξίωση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, αφού το άρθρο 57 παρ. 3 παραπέμπει στις διατάξεις περί αδικοπραξιών (914 επ Α.Κ., ΑΠ 1897/2005, 1252/2003, 627/2011).

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 57, 59, 299, 914, 920, 330 εδ. β' και 932 του Α.Κ. σαφώς συνάγεται, ότι σε περίπτωση προσβολής της προσωπικότητας φυσικού προσώπου ή της φήμης νομικού προσώπου από παράνομη και υπαίτια πράξη του προσβάλλοντος μπορεί να επιδικαστεί χρηματική ικανοποίηση, αν εξαιτίας της πράξης αυτής επήλθε οποιαδήποτε προσβολή στη φήμη ή στη προσωπικότητα του προσώπου.

Επί προσβολής της προσωπικότητας και εφόσον αυτή είναι παράνομη, ο νόμος καθιερώνει αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντος μόνο ως προς την αξίωση για την άρση της προσβολής, ενώ για την αξίωση αποζημίωσης καθώς και για τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης εκείνου που έχει προσβληθεί, ο νόμος απαιτεί η προσβολή να είναι παράνομη και υπαίτια, αρκούντος κάθε είδους υπαιτιότητας, από δόλο ή από αμέλεια.

Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος προστατεύει δικαίωμα ή συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας από διάταξη νόμου ή από προηγούμενη συμπεριφορά του δράστη ή από υπάρχουσα έννομη σχέση μεταξύ αυτών ή από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, δηλαδή η παράνομη συμπεριφορά συντελείται χωρίς δικαίωμα ή κατ' ενάσκηση δικαιώματος, το οποίο όμως από άποψη έννομης τάξης είναι μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκηση αυτού καταχρηστική, σύμφωνα με το άρθρο 281 του Α.Κ.

ή το άρθρο 25 παρ. 3 του Συντάγματος. Προσβολή της προσωπικότητας συντελείται με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη τρίτου, με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση που υπάρχει σε μια ή περισσότερες εκφάνσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής, και κοινωνικής ατομικότητας του προσβαλλόμενου, αφού τα έννομα αυτά αγαθά δεν αποτελούν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επί μέρους εκδηλώσεις του ενιαίου δικαιώματος της προσωπικότητας.

Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή, δηλαδή η ηθική αξία και υπόληψη, η κοινωνική αξία δηλαδή κάθε ανθρώπου, αντικατοπτριζόμενες στην αντίληψη και την εκτίμηση που έχουν οι άλλοι γι' αυτόν, η ψυχική υγεία και ο συναισθηματικός κόσμος του ατόμου.(ΑΠ 129/2020, 97/2018). Με τις διατάξεις των άρθρων 10, 11 και 12 του νόμου 3023/2002 "Χρηματοδότηση των πολιτικών κομμάτων από το κράτος.

Έσοδα και δαπάνες, προβολή, δημοσιότητα και έλεγχος των οικονομικών των πολιτικών κομμάτων και των υποψηφίων βουλευτών", οι οποίες περιελήφθησαν αντιστοίχως στα άρθρα 45, 46, 47 του Π.Δ. 351/2003 "Κωδικοποίηση της νομοθεσίας για την εκλογή Βουλευτών" και ο οποίος ίσχυε και κατά τη διεξαγωγή της ψηφοφορίας για την εκλογή των μελών του Ευρωπαικού Κοινοβουλίου την 7-6-2009 (Π.Δ. 50/4-5-2009), ορίζονται τα ακόλουθα:

Α) Άρθρο 10, Προβολή προεκλογικών μηνυμάτων των κομμάτων από τα ραδιοτηλεοπτικά μέσα. 1.α. Κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου οι δημόσιοι και οι ιδιωτικοί ραδιοφωνικοί και τηλεοπτικοί σταθμοί ελεύθερης λήψης, καθώς και οι φορείς παροχής συνδρομητικών ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών υπηρεσιών, κάθε μορφής, υποχρεούνται να μεταδίδουν μηνύματα κομμάτων και συνασπισμών σε διάρκεια που καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, η οποία εκδίδεται μετά από γνώμη του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης και γνώμη της Διακομματικής Επιτροπής Εκλογών και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Με όμοια απόφαση, ο κατά τα ανωτέρω οριζόμενος χρόνος κατανέμεται μεταξύ των κομμάτων και των συνασπισμών με βάση την αρχή της αναλογικής ισότητας και την εξασφάλιση της μετάδοσης των θέσεων και του προγράμματος των κομμάτων και των συνασπισμών. β. Η ανωτέρω μετάδοση διενεργείται δωρεάν και απαλλάσσεται από κάθε τέλος. 2.

Με την κοινή υπουργική απόφαση της παραγράφου 1, κατά την αυτή διαδικασία και με κριτήριο την αναλογική ισότητα, καθορίζεται ο χρόνος που διατίθεται στα δελτία ειδήσεων των κρατικών και ιδιωτικών ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών σταθμών για την παρουσίαση της προεκλογικής δραστηριότητας των κομμάτων και των συνασπισμών των κομμάτων....Β) Άρθρο 11:

Απαγορεύσεις για τα κόμματα κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου, 1. Κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου απαγορεύεται στα κόμματα και τους συνασπισμούς κομμάτων: α.... β. Η μετάδοση από δημόσιους και ιδιωτικούς ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθμούς ελεύθερης λήψης, καθώς και από φορείς παροχής συνδρομητικών ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών υπηρεσιών, διαφημιστικών μηνυμάτων και μηνυμάτων κοινωνικού περιεχομένου του άρθρου 3 του Ν. 2328/1995 (ΦΕΚ 159 Α'), τα οποία προβάλλουν, με οποιονδήποτε τρόπο, πολιτικά κόμματα ή συνασπισμού ς πολιτικών κομμάτων, με εξαίρεση τη μετάδοση τέτοιων διαφημιστικών μηνυμάτων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο προηγούμενο άρθρο.

Άρθρο 12: Απαγορεύσεις για τους υποψήφιους βουλευτές κατά την προεκλογική περίοδο, 1. Κατά την προεκλογική περίοδο απαγορεύεται στους υποψήφιους βουλευτές: α......β.....γ. Η προβολή διαφημιστικών μηνυμάτων μέσω των δημόσιων και ιδιωτικών ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών σταθμών ελεύθερης λήψης ή των φορέων παροχής συνδρομητικών ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών υπηρεσιών.

Απαγορεύεται επίσης, από δημόσιους και ιδιωτικούς ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθμούς ελεύθερης λήψης, καθώς και από φορείς παροχής συνδρομητικών ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών υπηρεσιών, η μετάδοση κάθε είδους εκπομπών, οι οποίες παρουσιάζονται, αμέσως ή εμμέσως, από υποψήφιους βουλευτές. Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 27 του ίδιου νόμου ορίζεται:

Διοικητικές και ποινικές κυρώσεις σε βάρος τρίτων, 1. Τρίτοι, οι οποίοι παραβιάζουν τις διατάξεις των περιπτώσεων α` και β` των παραγράφων 1 των άρθρων 11 και 12 τιμωρούνται σύμφωνα με το άρθρο 458 Π. Κ.. 2. Η παραβίαση από τους ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθμούς ελεύθερης λήψης, καθώς και από τους φορείς παροχής συνδρομητικών ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών υπηρεσιών, των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 10, της περ.

β` της παρ. 1 του άρθρου 11, της περ. γ` της παρ. 1 του άρθρου 12 και της περ. γ` της παρ. 2 του αυτού άρθρου, εφόσον πρόκειται για κάλυψη της προεκλογικής δραστηριότητας υποψήφιων βουλευτών, χωρίς σχετικό αίτημά τους, καθώς και της εκδιδόμενης, κατ' εξουσιοδότηση της παρ. 2 του άρθρου 30 του παρόντος νόμου, κοινής υπουργικής απόφασης, θεωρείται παραβίαση της ραδιοτηλεοπτικής νομοθεσίας και εφαρμόζονται οι διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 4 του Ν. 2328/1995 (ΦΕΚ 159 Α`), όπως ισχύει, και της παρ. 1 του άρθρου 12 του Ν. 2644/1998 (ΦΕΚ 233 Α'). 3.

Οι παραβιάσεις των διατάξεων που προαναφέρθηκαν συνιστούν, αντίστοιχα, ποινικά αδικήματα για τα οποία οι νόμιμοι εκπρόσωποι των ανωτέρω σταθμών τιμωρούνται, σωρευτικώς, με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους. Με το άρθρο 2 της εκδοθείσης κατ' εξουσιοδότηση του ως άνω νόμου, 12512/15-5-2009 αποφάσεως του Υπουργού των Εσωτερικών, (ΦΕΚ Β 925/15.5.2009), περί των όρων, προυποθέσεων και χρόνου προβολής κατά την προεκλογική περίοδο των πολιτικών κομμάτων που δεν εκπροσωπούνται στο Ευρωπαικό Κοινοβούλιο, από τους δημόσιους, ιδιωτικούς ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθμούς κατά τις εκλογές της 7-6-2009, ορίζεται ότι: "Για τα πολιτικά κόμματα ή συνασπισμούς κομμάτων που έχουν λάβει στις αμέσως προηγούμενες ευρωεκλογές ποσοστό κατώτερο του 0,50 τοις εκατό (0,50%) του συνόλου των εγκύρων ψηφοδελτίων καθώς και για τα πολιτικά κόμματα ή συνασπισμούς κομμάτων που δεν συμμετείχαν στις αμέσως προηγούμενες ευρωεκλογές και των οποίων οι συνδυασμοί έχουν ανακηρυχθεί για τις παρούσες ισχύουν οι ακόλουθοι όροι προβολής τους:

α) Η ΕΡΤ-Α.Ε και οι ιδιωτικοί ραδιοφωνικοί και τηλεοπτικοί ενημερωτικοί σταθμοί εθνικής περιφερειακής ή τοπικής εμβέλειας ελεύθερης λήψης, καθώς και οι φορείς παροχής συνδρομητικών, ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών υπηρεσιών κάθε μορφής έχουν την υποχρέωση να διαθέσουν δωρεάν ένα πεντάλεπτο σε καθένα από τα πολιτικά κόμματα ή συνασπισμούς κομμάτων για την παρουσίαση των προγραμμάτων τους...

β) Οι ιδιωτικοί τηλεοπτικοί και ραδιοφωνικοί ενημερωτικοί σταθμοί μπορούν να εκπληρώσουν την υποχρέωση της προηγούμενης παραγράφου με τη διοργάνωση εκπομπών, στις οποίες συμμετέχουν ή παρουσιάζουν τις απόψεις τους με εκπρόσωπο τους, περισσότερα ή όλα τα παραπάνω πολιτικά κόμματα ή συνασπισμοί κομμάτων.

Οι δημόσιοι και οι νομίμως λειτουργούντες ιδιωτικοί ενημερωτικοί τηλεοπτικοί και ραδιοφωνικοί σταθμοί οφείλουν να μεριμνούν, ώστε η προβολή, κατά τη διάρκεια δελτίων ειδήσεων, εκπομπών πολιτικού διαλόγου ή άλλων ενημερωτικών εκπομπών, συνεντεύξεων σχετικά με τις θέσεις και τη δραστηριότητα των πολιτικών κομμάτων ή συνασπισμών κομμάτων να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικής ισότητας.

Η τήρηση της αρχής της αναλογικής ισότητας πρέπει να διέπει εν γένει τα δελτία ειδήσεων και τα προγράμματα τους, ώστε να επιτευχθεί η ουσιαστική ενημέρωση των πολιτών για τις θέσεις και τις δραστηριότητες των πολιτικών κομμάτων ή συνασπισμών κομμάτων και εξετάζεται σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία και νομολογία".

Κατά την παρ. 14 της 12217/13-5-2009 εκδοθείσης ομοίως αποφάσεως του Υπουργού Εσωτερικών, (φεκ β' 899/13-5-2009) ορίζεται ότι: "Το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης (ΕΣΡ) μεριμνά για την τήρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την παρούσα απόφαση και μπορεί να ζητά, για τον έλεγχο αυτόν, οποιοδήποτε στοιχείο. Η μη τήρηση των υποχρεώσεων αυτών αποτελεί παραβίαση της νομοθεσίας που διέπει τη λειτουργία των ιδιωτικών ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών σταθμών, κατά την έννοια των άρθρων 4 και 8 του ν. 2328/1995 και 12 και 15 παρ.3 του ν. 2644/1998, όπως αυτά ισχύουν.

Ειδικώς η μη τήρηση των υποχρεώσεων της παρ. 12 της παρούσης επισύρει τις κυρώσεις που προβλέπονται από το ν. 3603/2007. Το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης (ΕΣΡ) μπορεί, στο πλαίσιο των σχετικών ελεγκτικών αρμοδιοτήτων του, να ζητά από τους ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθμούς την υποβολή, εντός ευλόγου χρόνου, συγκεκριμένων στοιχείων.".

Τέλος σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 4 και 5 της 2/19-5-2009 οδηγίας του ΕΣΡ, προς τους ραδιοτηλεοπτικούς σταθμούς της χώρας, εκδοθείσης στα πλαίσια της ως άνω ΥΑ, για τις ίδιες εκλογές: "Κατά τη μετάδοση των πολιτικών διαφημίσεων πρέπει να τηρούνται οι κανόνες δεοντολογίας της κείμενης νομοθεσίας. Οι διαφημίσεις πρέπει να περιέχουν σαφή μνεία του κόμματος, το οποίο τις παρήγαγε και να μην προβάλλουν μηνύματα, που έχουν ως αποτέλεσμα την προσβολή της προσωπικότητας συγκεκριμένων προσώπων ή του κύρους και της αξιοπρέπειας συγκεκριμένου κόμματος.

Δεν επιτρέπεται η άρνηση μετάδοσης πολιτικής διαφήμισης, παρά μόνο αν διαπιστωθεί παραβίαση της κείμενης νομοθεσίας ή των αρχών αυτής της Οδηγίας". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι οι ραδιοτηλεοπτικοί σταθμοί πριν την δωρεάν προβολή και μετάδοση του προβλεπόμενου οπτικοακουστικού μηνύματος των κομμάτων είχαν υποχρέωση να ελέγξουν το περιεχόμενο του προεκλογικού μηνύματος, όπως και των λοιπών πολιτικών διαφημίσεων, για το ενδεχόμενο παραβίασης της εκλογικής νομοθεσίας και προσβολής δικαιωμάτων τρίτων, όπως προσβολής της προσωπικότητας άλλων, καθώς και του κύρους και της αξιοπρέπειας άλλων κομμάτων.

Εν προκειμένω, σύμφωνα με το επισκοπούμενο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Το ενάγον και ήδη εκκαλούν ... με την επωνυμία "..." αποτελεί, όπως το ίδιο ισχυρίζεται, το ... της "Μακεδονικής μειονότητας", που ζει εντός των ορίων της Ελληνικής επικράτειας και πολιτεύεται στο εσωτερικό της χώρας, ως οργάνωση των Ελλήνων πολιτών, που αυτοπροσδιορίζονται ως "εθνικά Μακεδόνες".

Σύμφωνα με το Πολιτικό Μανιφέστο του εν λόγω κόμματος (19-1-1997), "... αγωνίζεται με όλες τις δυνάμεις του για την κατάκτηση όλων των μειονοτικών δικαιωμάτων των εθνικά Μακεδόνων που προκύπτουν από τις διεθνείς συνθήκες και τις υποχρεώσεις της Ελλάδας". Κεντρικό πολιτικό στόχο του κόμματος, σύμφωνα με το μανιφέστο του, αποτελεί η προστασία όσων "εθνικά Μακεδόνων" ομιλούν την "Μακεδονική γλώσσα".

Σύμφωνα με το ίδιο μανιφέστο, "στρατηγικός στόχος, σχετικά με την καλλιέργεια της γλώσσας, είναι η διεκδίκηση της καθιέρωσης της διδασκαλίας της λόγιας εθνικής μακεδονικής γλώσσας, όπως αυτή αναπτύσσεται στη Δημοκρατία της Μακεδονίας, στις περιοχές εκείνες της Ελλάδος όπου ομιλείται και ζουν οι εθνικά Μακεδόνες, μέσα στα πλαίσια του εννιάχρονου υποχρεωτικού εκπαιδευτικού συστήματος".

Κατά την προεκλογική περίοδο των Ευρωεκλογών του έτους 2009 το εκκαλούν κόμμα, ως υποψήφιο κόμμα για το Ευρωκοινοβούλιο, απέστειλε στην εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη εταιρεία, η οποία είναι ιδιοκτήτρια του τηλεοπτικού σταθμού "...", τον υλικό φορέα με το πεντάλεπτο οπτικοακουστικό προεκλογικό μήνυμά του, το οποίο κατά την εκλογική και ραδιοτηλεοπτική νομοθεσία έπρεπε να προβληθεί δωρεάν, πλην όμως, η εφεσίβλητη αρνήθηκε να το προβάλει.

Ειδικότερα, αποδείχτηκε ότι το εκκαλούν απέστειλε, στις 3-6-2009, στην εφεσίβλητη οπτικοακουστικό υλικό, το οποίο κατά ένα μέρος ήταν στην Ελληνική γλώσσα και κατά ένα άλλο μέρος ήταν σε μία ξένη γλώσσα, το δε μέρος αυτό του οπτικοακουστικού υλικού του εκκαλούντος δεν ήταν μεταφρασμένο ή υποτιτλισμένο. Η εφεσίβλητη είχε υποχρέωση να προβάλει στον παραπάνω τηλεοπτικό σταθμό της δωρεάν το πεντάλεπτο προεκλογικό σποτ του εκκαλούντος κόμματος, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας.

Ωστόσο, σύμφωνα με την ίδια ως άνω νομική σκέψη, η εφεσίβλητη όφειλε πριν από την προβολή να ελέγξει το περιεχόμενο του παραπάνω προεκλογικού μηνύματος, όπως άλλωστε όφειλε να πράττει σε όλες τις πολιτικές διαφημίσεις, που της έστελναν όλα τα υποψήφια κόμματα, προκειμένου, σε περίπτωση, που θα διαπίστωνε παραβίαση της νομοθεσίας και της αναφερομένης ανωτέρω στη μείζονα σκέψη της παρούσας Οδηγίας, να μην επέτρεπε τη μετάδοσή τους από το σταθμό της.

Επειδή, όμως, το παραπάνω οπτικοακουστικό προεκλογικό μήνυμα του εκκαλούντος ήταν, όπως αναφέρθηκε, κατά ένα μέρος στην Ελληνική γλώσσα και κατά ένα άλλο μέρος σε μία ξένη γλώσσα, χωρίς το τελευταίο να είναι μεταφρασμένο ή υποτιτλισμένο, η εφεσίβλητη, μη μπορώντας να ελέγξει, μέσω των αρμοδίων υπαλλήλων της, άμεσα το περιεχόμενό του, δεν το προέβαλε, αλλά στα πλαίσια του παραπάνω ελέγχου, που όφειλε να διενεργήσει πριν την προβολή του, απέστειλε την από 3-6-2009 επιστολή της αυθημερόν στο εκκαλούν, με την οποία το ενημέρωνε ότι σημαντικό τμήμα του μηνύματος του δεν ήταν στην Ελληνική γλώσσα, ώστε να είναι κατανοητό από τους έχοντες την ευθύνη της μετάδοσής του και ότι για το λόγο αυτό ήταν ανάγκη να αντικατασταθεί το υλικό εγκαίρως, προκειμένου να καταστεί δυνατός ο προγραμματισμός για τη μετάδοσή του.

Ειδικότερα, λόγω της μη χρήσης της Ελληνικής γλώσσας, σε ικανό τμήμα του επίδικου πολιτικού μηνύματος, αλλά χρήσης ξένης και μη γνωστής γλώσσας, η εφεσίβλητη δεν είχε τη δυνατότητα να ελέγξει αν με το μήνυμα αυτό παραβιάζονταν οι βασικοί κανόνες της προεκλογικής προβολής των κομμάτων δια των ραδιοτηλεοπτικών μέσων, από την άποψη της παραδεκτής συμπεριφοράς του εκκαλούντος κόμματος, δηλαδή της μη προσβολής, από το περιεχόμενο του μηνύματος, της προσωπικότητας συγκεκριμένων προσώπων ή του κύρους και της αξιοπρέπειας άλλων κομμάτων (άρθρο 2 της υπ' αριθ. 2/2009 Οδηγίας του ΕΣΡ), της μη αμφισβήτησης του δημοκρατικού πολιτεύματος, της μη μετάδοσης μηνυμάτων συκοφαντικών ή ασχέτων προς τις Ευρωεκλογές.

Πρέπει δε, να σημειωθεί ότι η εφεσίβλητη εταιρεία δεν μπορούσε να επέμβει στο περιεχόμενο του πολιτικού μηνύματος του εκκαλούντος και οπωσδήποτε δεν μπορούσε να το αλλοιώσει, καθ' οιονδήποτε τρόπον π.χ. δια της απαλείψεως λέξεων ή φράσεων, διότι κατ' αυτόν τον τρόπο θα επέρχονταν σύντμηση του χρόνου της συνολικής διάρκειας του μηνύματος.

Όμως, ο χρόνος διάρκειας του μηνύματος ήταν ζήτημα ουσιώδους σημασίας για την τήρηση των υποχρεώσεων της εφεσίβλητης εταιρείας, όπως αυτές ρυθμίζονταν από το νομοθετικό πλαίσιο και ιδίως, από την αναφερθείσα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη της παρούσας, υπ' αριθ. 12512/2009 υπουργική απόφαση, με την οποία κάθε υποψήφιο κόμμα δικαιούταν χρόνο διάρκειας ενός πεντάλεπτου για την μετάδοση του πολιτικού του μηνύματος.

Περαιτέρω, όπως αποδείχθηκε, το εκκαλούν δεν απέστειλε νέο σποτ στην εφεσίβλητη και δη εγκαίρως, αν και είχε το σχετικό χρόνο πριν τη διεξαγωγή των εκλογών, παρά, όπως και το ίδιο ισχυρίζεται, απέστειλε στην τελευταία, οψίμως την από 18 Ιουνίου 2009 επιστολή του, ήτοι έντεκα ημέρες μετά την διεξαγωγή των εκλογών.

Το εκκαλούν ισχυρίζεται με την ένδικη έφεσή του ότι πριν τις εκλογές ενημέρωσε την εφεσίβλητη, τηλεφωνικά, δι' εκπροσώπου του για το νόημα, που έχουν οι φράσεις, που ακούγονται σε άλλη γλώσσα στο παραπάνω προεκλογικό του μήνυμα. Ωστόσο, κάτι τέτοιο δεν επιβεβαιώθηκε από κάποιο στοιχείο ούτε και από τον εξετασθέντα, με την επιμέλειά του (εκκαλούντος), στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μάρτυρα, ο οποίος αναφέρθηκε, μεν, σε τηλεφωνική επικοινωνία των υπευθύνων του εκκαλούντος με την εναγομένη (εφεσίβλητη), χωρίς, ωστόσο, να επιβεβαιώσει ότι στην επικοινωνία αυτή μεταφράστηκαν οι φράσεις του άνω προεκλογικού μηνύματος που ήταν σε ξένη γλώσσα (βλ.

στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά την ένορκη κατάθεση του Ε. Μ.).

Συνεπώς, με βάση τα ανωτέρω, η εφεσίβλητη εταιρεία, δρώντας εντός των πλαισίων του ελέγχου, που όφειλε, κατά τα άνω, να διεξάγει για το περιεχόμενο οποιοσδήποτε προεκλογικού μηνύματος πριν την προβολή του από το σταθμό της, κινήθηκε στην προκειμένη περίπτωση άμεσα και έγκαιρα, δίνοντας την ευκαιρία στο εκκαλούν κόμμα να αποστείλει νέο σποτ σε αυτήν, προκειμένου να προβληθεί πριν τη διενέργεια των εκλογών της 7ης Ιουνίου 2009.

Κατόπιν τούτων, αποδείχθηκε ότι η εκ μέρους της εφεσίβλητης εταιρείας, άρνηση προβολής του επίδικου προεκλογικού μηνύματος του εκκαλούντος έλαβε χώρα στα πλαίσια εκπλήρωσης του επιβαλλόμενου σε αυτή από το νόμο (κατά τα ανωτέρω λεχθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας) καθήκοντος ελέγχου του περιεχομένου των προεκλογικών μηνυμάτων όλων των κομμάτων, που της αποστέλλονταν προς προβολή από το σταθμό της (20 ΠΚ).

Επομένως, η εφεσίβλητη με την ανωτέρω συμπεριφορά της δεν ενήργησε παράνομα, όπως βασίμως ισχυρίζεται αυτή, με τις προτάσεις, που κατέθεσε στο παρόν Δικαστήριο, προς υποστήριξη του διατακτικού της εκκαλουμένης απόφασης. Ενόψει αυτών, αφού δεν αποδείχθηκε παράνομη συμπεριφορά της εναγομένης - εφεσίβλητης, η υπό κρίση αγωγή είναι ουσιαστικά αβάσιμη.".

Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο έκρινε απορριπτέα ως κατ` ουσίαν αβάσιμη την αγωγή, με την οποία επιδιωκόταν να επιδικασθεί στο ενάγον-αναιρεσείον χρηματική ικανοποίηση για την εκ της προσβολής ηθική βλάβη. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 932 ΑΚ, 10 του ν. 2023/2002, 3 παρ. 7 του ν. 2328/1995, 5 παρ. 5 του π.δ. 100/2000, καθώς και αυτές των άρθρων 10 παρ. 1 σε συνδυασμό με το άρθρο 14 της ΕΣΔΑ και 14, 5 παρ. 1 του Συντάγματος, καθόσον τα πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν πληρούν το πραγματικό της παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητας του ενάγοντος, προϋποθέσεις οι οποίες απαιτούνται, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης για την εκ της προσβολής ηθική βλάβη.

Ειδικότερα δε επί πλέον, οι σχετικές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ότι το Εφετείο, υπό τις ως άνω παραδοχές και κατά την υπαγωγή των ως άνω ανελέγκτως γενομένων δεκτών παραγματικών περιστατικών στις διατάξεις των αναφερομένων ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 10 του ν. 3023/2002, 3 παρ.7 του ν. 2328/1995, 10 σε συνδυασμό με το άρθρο 14 της ΕΣΔΑ και του άρθρου 5 παρ. 2 του Συντάγματος, κρίνοντας, ότι η αναιρεσίβλητη δικαιούται να μην προβάλλει το μήνυμα του λόγω της χρήσης άλλης γλώσσας, πλην της ελληνικής, προέβη, σε αθέμιτη σε βάρος του διάκριση, κατά παράβαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, περιορίζοντας έτσι την ελευθερία της έκφρασής του, ενώ από καμία διάταξη δεν προβλέπεται τέτοια απαγόρευση και επί πλέον δεν διαπιστώθηκε ότι το επίδικο τηλεοπτικό του μήνυμα προσβάλλει δικαιώματα τρίτων ή άλλα έννομα αγαθά, είναι αβάσιμες, ως στηριζόμενες επί εσφαλμένης προυποθέσεως.

Τούτο δε διότι, όπως από τις προεκτεθείσες παραδοχές του Εφετείου προκύπτει, δεν υφίσταται παραδοχή του Εφετείου, ότι η αναιρεσίβλητη δεν προέβαλλε το μήνυμα του αναιρεσείοντος λόγω της χρήσης άλλης, πλην της ελληνικής, γλώσσας και μόνο, όπως αβασίμως ισχυρίζεται το αναιρεσείον. Αντιθέτως, κατά τις αυτές παραδοχές του Εφετείου, η αναιρεσίβλητη, ως είχε υποχρέωση και δικαίωμα, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, για να προβεί στην προβολή του επιδίκου μηνύματος, ζήτησε από το αναιρεσείον, ενόψει και της διατάξεως του άρθρου 27 του ν. 3023/2002, προκειμένου να ελέγξει, αν από το περιεχόμενο του μηνύματος προέκυπτε παραβίαση της εκλογικής νομοθεσίας και εντεύθεν προσβολή της προσωπικότητας συγκεκριμένων προσώπων ή του κύρους και της αξιοπρέπειας άλλων κομμάτων ή αμφισβήτηση του δημοκρατικού πολιτεύματος ή αν αυτό περιείχε συκοφαντικές διαδόσεις ή άσχετο προς τις εκλογές περιεχόμενο, να καταστήσει κατανοητό το περιεχόμενό του.

Σχετικά με την αιτίαση ότι, δεν διαπιστώθηκε ότι το επίδικο μήνυμα προσβάλλει δικαιώματα τρίτων ή άλλα έννομα αγαθά, και αυτή στηρίζεται σε εσφαλμένη προυπόθεση, δοθέντος ότι η προσβαλλομένη δεν περιέχει αντίστοιχη παραδοχή και δεν θα μπορούσε να περιλαμβάνει στις παραδοχές του τέτοια κρίση, αφού, δεν προχώρησε σε σχετική έρευνα, λόγω ακριβώς της αρνήσεως του αναιρεσείοντος να το καταστήσει κατανοητό στο ευρύ εκλογικό κοινότο.

Επομένως, οι δύο μοναδικοί λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.

Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση του αναιρεσείοντος και να διαταχθεί κατ` άρθρ. 495 § 3 ΚΠολΔ η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Λόγος περί δικαστικών εξόδων δεν θα γίνει, λόγω της ερημοδικίας της αναιρεσιβλήτου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25-9-2019 αίτηση του ... με την επωνυμία "..." για αναίρεση της υπ` αριθμ. 2/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από το αναιρεσείον παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Οκτωβρίου 2021.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Σεπτεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ