Legislator Case Law & Legislation
1547/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against insurance company's liability for traffic accident damages as within judicial discretion.

Case Number 1547/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's judgment awarding damages to the plaintiff. The appellant argued that the awarded amounts were disproportionate and exceeded the limits of judicial discretion. The court rejected this, finding the amounts reasonable based on common practice and the specific circumstances of the traffic accident.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1)(a) and 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible only if a substantive law rule was violated, and the court's award of damages is not arbitrary if it aligns with common judicial practice and the principles of proportionality.

Keywords

AI generated
appeal admissibility judicial discretion proportionality principle traffic accident damages Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 591 et seq., 614(6) of the Code of Civil Procedure
Article 4 of Article 1 of Law 4335/2015
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 564(3) of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Articles 931 and 932 of the Civil Code
Articles 2 and 25(1) of the Constitution
Article 6 of the ECHR
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189(1), 191(2) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1547 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1547/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας:

Χ. Β. του Α., κατοίκου Αθηνών, η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κωλέττη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης:

Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «GROUPAMA - ΦΟΙΝΙΞ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», που εδρεύει στη Ν. Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Καμβύση με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 08.09.2017 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 933/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5367/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20.02.2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Ευστάθιο Νίκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[I] Η κρινόμενη από 20.02.2020, με αριθμό δικογραφίας 566/2020 και με Αριθμό Κατάθεσης στο Εφετείο Αθηνών Γ.Α.Κ. 1972/ ΕΑΚ 200/26-2- 2020 αίτηση αναιρέσεως, κατά της υπ’ αριθμ. 5367/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, που αφορούν απαιτήσεις αποζημιώσεως για ζημίες που προκλήθηκαν από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφαλίσεως αυτού (άρθρα 591 επ., 614 παρ. 6 ΚΠολΔ. όπως τα άρθρα αυτά αντικαταστάθηκαν με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του N. 4335/2015), έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 564 παρ. 3 (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015) διετούς προθεσμίας από την γενόμενη στις 23.09.2019 δημοσίευση της περατώνουσας τη δίκη προσβαλλόμενης απόφασης, της οποίας δεν έχει λάβει χώρα επίδοση. Πρέπει συνεπώς να ερευνηθεί προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 του ίδιου Κώδικα).

[II] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 367/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 270/2018, ΑΠ 1136/2018).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν [ΑΠ 367/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 1136/2018, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013].

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν έχει όμως εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για τον λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 118/2021, ΑΠ 465/2020, ΑΠ 325/2020).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 932 του ΑΚ, «Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.

Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης». Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποιήσεως, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου - θύματος (τόσον της ηθικής βλάβης, όσο και της ψυχικής οδύνης) και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών, πλην της περιουσιακής καταστάσεως της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική (ΑΠ 1414/2019), χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (ΑΠ 1414/2019).

Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης (ΑΠ 398/2020, ΑΠ 43/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 553/2019, ΑΠ 274/2018, ΑΠ 944/2017).

Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 10/2017, ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 398/2020, ΑΠ 43/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 1136/2018). Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΑΠ 398/2020, ΑΠ 43/2020, ΑΠ 1863/2017, ΑΠ 747/2017).

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 931 του ΑΚ «η αναπηρία ή η παραμόρφωση, που προξενήθηκε στον παθόντα, λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του». Ως αναπηρία θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως παραμόρφωση, νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφανίσεως του προσώπου, η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής, αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής.

Ως μέλλον νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή της παραμορφώσεως στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων. Στον επαγγελματικό-οικονομικό τομέα η αναπηρία ή παραμόρφωση του ανθρώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξελίξεως και προαγωγής του.

Οι δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας. Οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων τους (ΑΠ 12/2020). Η ανωτέρω διάταξη προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του.

Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφόσον η τελευταία εννοιολογικώς συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής καταστάσεως μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 1793/2017). Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι επιδικάζεται σε εκείνον που έχει υποστεί την αναπηρία ή την παραμόρφωση ένα εύλογο χρηματικό ποσό χωρίς σύνδεση με περιουσιακή ζημία, το ύψος του οποίου καθορίζεται με βάση ορισμένους προσδιοριστικούς παράγοντες, δηλαδή το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, την ηλικία, το φύλλο και τις κλίσεις του παθόντος, καθώς και με τη συνεκτίμηση του ποσοστού συνυπαιτιότητας του τελευταίου στην πρόκληση της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της κατά τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ αξίωσης για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης (ΑΠ 548/2020, ΑΠ 398/2020, ΑΠ 677/2019, ΑΠ 1428/2018, ΑΠ 1423/2018, ΑΠ 215/2017, ΑΠ 405/2015, ΑΠ 150/2015).

Και στην περίπτωση αυτή (της ΑΚ 931) επιβάλλεται να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, η παραβίαση της οποίας ελέγχεται, όπως και στο άρθρο 932 ΑΚ, ως πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΑΠ 398/2020, ΑΠ 548/2020). Άλλωστε την αρχή της αναλογικότητας, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζουν και οι υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του. Τέλος, κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της εύλογης αυτών χρηματικής ικανοποίησης είναι ο χρόνος της συζήτησης της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, οπότε και λαμβάνεται υπόψη η τότε κατάσταση της υγείας του παθόντος (ΑΠ 398/2020, ΑΠ 548/2020, ΑΠ 142/2019, ΑΠ 989/2018, ΑΠ 213/2017).

[III] Στην προκείμενη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε (εκτός των άλλων) ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ήταν συνυπαίτια κατά ποσοστό 30% του τραυματισμού της κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα, που έλαβε χώρα στις 10.7.2013, παραδοχή που δεν προσβλήθηκε με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, ειδικότερα δε με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της, δέχθηκε τα εξής αυτολεξεί στην συνέχεια παρατιθέμενα, σχετικά με τις συνθήκες και τον κατά το ένδικο ατύχημα τραυματισμό της ενάγουσας - αναιρεσείουσας και σχετικά με τα αφορώντα την παρούσα αναιρετική δίκη κεφάλαια της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης της ενάγουσας - αναιρεσείουσας και της κατ’ άρθρο 931 ΑΚ απαίτησης αυτής:

«| Στις 10.07.2013 και περί ώρα 19:40 η ενάγουσα, η οποία δεν φορούσε προστατευτικό κράνος, επέβαινε στην υπ’ αριθμόν κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα την οποία οδηγούσε ο μη διάδικος Α. Χ. κινούμενος επί της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας της Λεωφόρου Ποσειδώνος με κατεύθυνση από Γλυφάδα προς Αθήνα πλησιάζοντας στο ύψος της εισόδου του παλαιού αερολιμένα Ελληνικού.

Κατά την ίδια χρονική στιγμή η Ε. Κ. (ως προς την οποία έγινε παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής) οδηγώντας το υπ’ αριθμόν κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσεως επιβατικό αυτοκίνητό της, το οποία ήταν ασφαλισμένο κατά τον χρόνο εκείνο ως προς την ευθύνη για τις προκαλούμενες κατά την λειτουργία του υλικές ζημίες και σωματικές βλάβες προς τρίτους στην δεύτερη -και πλέον μόνη- εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, το οποίο είχε σταθμεύσει στο ύψος της εισόδου του παλαιού αερολιμένα, άνοιξε αιφνιδίως και ανελέγκτως την εμπρόσθια αριστερή θύρα του αυτοκινήτου της, με αποτέλεσμα η θύρα να προσκρούσει στη δεξιά πλευρά της μοτοσυκλέτας, η οποία ανατράπηκε και σύρθηκε για τέσσερα μέτρα στο οδόστρωμα και από την ανατροπή της να καταπέσουν στο οδόστρωμα οι αναβάτες της και να τραυματισθεί η ενάγουσα.

Αποκλειστικώς υπαίτια του ατυχήματος και συνακόλουθα του τραυματισμού της ενάγουσας είναι η ασφαλισμένη οδηγός του αυτοκινήτου, η οποία δεν κατέβαλε την απαιτούμενη επιμέλεια και προσοχή την οποία όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, ως μέσης συνέσεως οδηγός οχήματος υπό τις ίδιες με αυτήν συνθήκες και περιστάσεις και ειδικότερα διότι άνοιξε αιφνιδίως και εντελώς ανέλεγκτα την αριστερή θύρα του αυτοκινήτου της, χωρίς προηγουμένως να ελέγξει από τους καθρέφτες του και να βεβαιωθεί ότι μπορεί να προβεί με ασφάλεια στην κίνηση αυτή, ώστε να μην προκληθεί κίνδυνος για τους λοιπούς χρήστες της οδού, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 330 εδ.

β' του ΑΚ και 30 παρ. 1 και 2 του ν. 2696/1999 «Περί κυρώσεως του Κ.Ο.Κ.», όπως συνομολόγησε η εναγομένη στα πρακτικά της εκκαλουμένης και όπως εξάλλου έκρινε και η εκκαλουμένη, της οποίας η κρίση και οι παραδοχές ως προς την υπαιτιότητα δεν πλήττονται με ειδικό λόγο εφέσεως. Από τα ίδια πιο πάνω μέσα και στοιχεία αποδείχθηκε ότι από την ανατροπή της μοτοσυκλέτας, το σύρσιμό της και την πτώση της στο ασφάλτινο οδόστρωμα τραυματίσθηκε η ενάγουσα, η οποία διακομίσθηκε στο Περιφερειακό Γενικό Νοσοκομείο «ΑΣΚΛΗΠΙΕΙΟ ΒΟΥΛΑΣ», όπου εκεί διαγνώσθηκε ότι υπέστη κάταγμα ινιακού οστού δεξιά, διάσταση της λαμβοειδούς ραφής δεξιά και κάταγμα λιθοειδούς οστού δεξιά, τα οποία αντιμετωπίσθηκαν συντηρητικά, ενώ ανέφερε ανοσμία δεξιά και παρουσίασε εμμένουσα κεφαλαλγία και επεισόδια εμέτων.

Εισήχθη στη νευροχειρουργική κλινική του άνω νοσοκομείου και παρέμεινε νοσηλευόμενη σε αυτό έως τις 16.07.2013, ότε έλαβε εξιτήριο με διάγνωση «κάταγμα της βάσης του κρανίου» και οδηγίες για επανεξέταση στα τακτικά εξωτερικά ιατρεία της νευροχειρουργικής κλινικής μετά από ένα μήνα, αναρρωτική άδεια για ένα (1) μήνα και απλά αναλγητικά επί κεφαλαλγίας (depon, lonarid-N) έχοντας προηγουμένως υποβληθεί, σε ωτορινολαρυγγολογική εκτίμηση, ρινοσκόπηση χωρίς παθολογικά ευρήματα και ωτοσκόπηση, με βύσμα κεριού με τη μνεία, ότι χρήζει καθαρισμό στο τακτικό ιατρείο ΩΡΛ και επανέλεγχο σε επτά (7) ημέρες (βλ.

το υπ’ αριθμόν πρωτοκόλλου …/19.07.2013 πιστοποιητικό νοσηλείας, το από 16.07.2013 εξιτήριο, το από 18.07.2013 φύλλο νοσηλείας της νευροχειρουργικής κλινικής με διάγνωση «κάταγμα κρανίου» και τα συνημμένα σε αυτό έγγραφα, ήτοι το από 10.07.2013 εισιτήριο ασθενούς, το από 16.07.2013 ιατρικό σημείωμα ρινοσκόπισης- ωτοσκόπισης, το από 16.07.2013 ενημερωτικό σημείωμα με οδηγίες κατά την έξοδο, υπερηχογράφημα κοιλίας, αιματολογικές και βιοχημικές εξετάσεις, δελτίο νοσηλεύτριας- αδελφής, νοσηλευτική παρακολούθηση, δελτίο φαρμάκων και ενδοφλέβιας χορήγηση υγρών).

Στις 18.07.2013 επισκέφθηκε τον ιδιώτη ιατρό Ε.-Ξ. Κ., ο οποίος με διάγνωση «πρόσφατη κρανιοεγγεφαλική κάκωση, κάταγμα κροταφικού (δε)-ανοσμία» της συνέστησε να υποβληθεί σε μαγνητική τομογραφία εγκεφάλου για την διερεύνηση της ανοσμίας, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 20.07.2013 και ανέδειξε «εστίες παθολογικής έντασης σήματος σε αμφότερους τους μετωπιαίους και τον αριστερό κροταφικό λοβό, συμβατές με εγκεφαλικές θλάσεις, καθώς και μερική κατάληψη μαστοειδών κυψελών δεξιά και σε μικρό βαθμό αριστερά» (βλ.

το ιατρικό σημείωμα του άνω ιατρού και το πόρισμα της από 20.07.2013 μαγνητικής τομογραφίας εγκεφάλου του ιατρικού κέντρου «ΙΑΤΡΟΠΟΛΙΣ»). Από το είδος, την έκταση και την βαρύτητα της πιο πάνω σωματικής βλάβης την οποία υπέστη η ενάγουσα στην περιοχή της κεφαλής, σε συνδυασμό με το -μη αμφισβητούμενο ειδικώς - πραγματικό γεγονός ότι αυτή παρέλειψε να φέρει προστατευτικό κράνος κατά τον χρόνο του ατυχήματος, αν και είχε προς τούτο υποχρέωση κατά τις διατάξεις των άρθρων 300 του ΑΚ και 12 παρ. 6 του ν. 2696/1999 «Περί Κυρώσεως του ΚΟΚ», αποδεικνύεται ότι και η ίδια συντέλεσε με την αμελή αυτή συμπεριφορά της και δη κατά ποσοστό 30% στην πρόκληση των κακώσεών της στο κεφάλι.

Η ενάγουσα η οποία κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν ηλικίας 26 ετών, ένεκα του τραυματισμού της κατά το ένδικο ατύχημα υπέστη μετατραυματική ανοσμία και πλήρη απώλεια της οπισθορινικής όσφρησης και μεγάλου μέρους της απώλειας της γεύσης από την οποία αναγνωρίζει μόνο τις βασικές γεύσεις και δη αλμυρό, γλυκό, ξινό και πικρό, εμφανίζοντας έτσι βιολογική ζημία αφού απώλεσε δύο από τις αισθήσεις της και όλα τα παραπάνω την έχουν καταστήσει σε μειονεκτική θέση σε σχέση με τους υγιείς συνομηλίκους της, λαμβάνοντας υπόψη ότι αυτή φοιτούσε στο Τμήμα Πολιτικών Έργων Υποδομής της Σχολής Τεχνολογικών Εφαρμογών του ΤΕΙ Πατρών με καλές έως άριστες προοπτικές επαγγελματικής προόδου και οικονομικής ανέλιξης στον κλάδο της και σήμερα αντιμετωπίζει ήδη και θα αντιμετωπίσει και στο μέλλον δυσκολίες και ιδιαίτερα αρνητικές συνέπειες στις παραπάνω δραστηριότητες σε όλους τους τομείς λόγω της παθήσεως της ανοσμίας, η οποία αναιρεί την ικανότητά της να εργασθεί στο επάγγελμα που σπούδαζε και επιθυμούσε να ασκήσει μετά τη λήψη του πτυχίου της προς πορισμό εισοδήματος.

Το ατύχημα, επομένως, και συνακόλουθα ο τραυματισμός της κατέλειπε στην ενάγουσα μόνιμη αναπηρία με τις πιο πάνω επιπτώσεις, οι οποίες δεν είναι αναστρέψιμες, την επηρέασαν ήδη και θα την επηρεάσουν όχι μόνο στην σωματική και ψυχική υγεία της (αφού η βλάβη της υγείας της, ως ηθική βλάβη καλύπτεται από τη χρηματική ικανοποίηση του άρθρου 932 του ΑΚ), αλλά επιδρούν ήδη και θα επιδράσουν δυσμενώς στην προσωπική, οικογενειακή και επαγγελματική ζωή της, στην κοινωνική της παράσταση και στο κοινωνικό της μέλλον, λαμβανομένου υπόψη και του νεαρού της ηλικίας της, ώστε αυτή να δικαιούται (πρόσθετης) αποζημιώσεως κατά το άρθρο 931 του ΑΚ προς αποκατάσταση της μειωμένης από την παραπάνω αναπηρία προσωπικότητάς της.

Το επιβεβλημένο ύψος της αποζημιώσεως αυτής πρέπει να καθορισθεί, συνεκτιμωμένων όλων των πιο πάνω λόγων και περιστάσεων και λαμβάνοντας υπόψη την αποκλειστική υπαιτιότητα της οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου στην πρόκληση του ατυχήματος, τον βαθμό του συντρέξαντος πταίσματος της ενάγουσας στην έκταση και την βαρύτητα του τραυματισμού της στο κεφάλι (30%), το νεαρό της ηλικίας της, των άρτιων έως τότε σωματικών δυνάμεων και προτερημάτων της, των κλίσεων και των δεξιοτήτων της, καθώς και το είδος, τις συνέπειες και τις επιδράσεις της εν λόγω αναπηρίας στο επαγγελματικό, οικονομικό και κοινωνικό της μέλλον στο ποσό των 25.000 ευρώ, το ύψος του οποίου κρίνεται εύλογο με βάση τις κατ’ ιδίαν συνθήκες της εις βάρος της αδικοπραξίας και ανάλογο σύμφωνα και με την συνταγματικής ισχύος αρχή της αναλογικότητας, ως γενικής νομικής αρχής, και για τούτο πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτό το σχετικό κονδύλιο της αγωγής [...].

Επομένως, ο συναφής έβδομος λόγος της εφέσεως της εναγομένης, κατά [...] το μέρος, […] που καθόρισε το ύψος της αποζημιώσεως την οποία έκρινε ότι η δικαιούται η ενάγουσα ως αποζημίωση κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του ΑΚ στο μικρότερο ποσό των 20.000 ευρώ, το οποίο στη συνέχεια το επιδίκασε σε αυτήν για την άνω αιτία, αντί του πιο πάνω ορθού μεγαλύτερου ποσού των 25.000 ευρώ, έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακώς εκτίμησε τις αποδείξεις και, επομένως, ο συναφής τρίτος λόγος της εφέσεως της ενάγουσας, με τον οποίο αποδίδεται στην εκκαλουμένη η πλημμέλεια αυτή, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός κατά το προαναφερόμενο ποσό, ενώ, αντιθέτως, ο αντίστοιχος έβδομος λόγος της εφέσεως της εναγομένης, κατά το οικείο σκέλος του, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Από την προαναφερθείσα εις βάρος της αδικοπραξία της οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου η ενάγουσα υπέστη ηθική βλάβη λόγω της ψυχικής και σωματικής ταλαιπωρίας που δοκίμασε ένεκα του τραυματισμού της για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως. Η έκταση αυτής, αφού ληφθούν υπόψη οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα η ένδικη σύγκρουση, η αποκλειστική υπαιτιότητα της πιο πάνω οδηγού στην πρόκληση του ατυχήματος και ο βαθμός του συντρέξαντος πταίσματος της ενάγουσας στην έκταση και την βαρύτητα του τραυματισμού της στο κεφάλι (30), το είδος, η φύση και η βαρύτητα του τραυματισμού της, το χρονικό διάστημα της νοσηλείας της στο πιο πάνω νοσοκομείο και το χρονικό διάστημα που απαιτήθηκε στη συνέχεια για την ανάρρωσή της, το ψυχικό άλγος και οι σωματικοί πόνοι που δοκίμασε, η βλάβη που επήλθε και η έκταση της, η εξελικτική πορεία της καταστάσεως της υγείας της και οι ηθικές συνέπειες της προσβολής που δέχθηκε από τον τραυματισμό της στην προσωπική, οικογενειακή και κοινωνική ζωή της, ενόψει και της ηλικίας της κατά το χρόνο του ατυχήματος, της έως τότε άριστης καταστάσεως της υγείας της και της κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως της ίδιας με βάση τα στοιχεία που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου (ΑΠ 90/2017) από τους διαδίκους (χωρίς ιδιαίτερα εισοδήματα ή περιουσία, αφού δεν γίνεται επίκληση από τους διαδίκους), ενώ η ευθύνη της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας είναι μόνον εγγυητική, πρέπει να καθορισθεί, σταθμίζοντας το είδος της προσβολής και της βλάβης που επήλθε και εκτιμώντας τα προαναφερθέντα στοιχεία κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, τον ορθό λόγο και τους κανόνες της λογικής που υπαγορεύουν την ύπαρξη κάποιας αναλογίας μεταξύ των πιο πάνω στοιχείων και της χρηματικής ικανοποιήσεως, στο ποσό των 25.000 ευρώ, το ύψος του οποίου κρίνεται εύλογο, κατά το άρθρο 932 του ΑΚ, και ανάλογο με τις κατ' ιδίαν περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως, αλλά και σύμφωνα με την συνταγματικής ισχύος αρχή της αναλογικότητας, ως γενικής νομικής αρχής, και τις καθιερούσες αυτήν συνταγματικές διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδ.

α' (ΟλΑΠ 9/2015 ΤΝΠ- ΔΣΑ). Στο ποσό αυτό δεν περιλαμβάνεται και εκείνο των 40 ευρώ για το οποίο η ενάγουσα επιφυλάχθηκε να ασκήσει την παραπάνω αξίωσή της για την αυτή αιτία παριστάμενη ως πολιτικώς ενάγουσα ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του καθόρισε το ύψος της χρηματικής ικανοποιήσεως για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης την οποία ορθώς δέχθηκε ότι υπέστη η ενάγουσα στο μικρότερο ποσό των 20.000 ευρώ, το οποίο στη συνέχεια το επιδίκασε σε αυτήν για την άνω αιτία, αντί του πιο πάνω ορθού μεγαλύτερου ποσού των 25.000 ευρώ, έσφαλε κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου και κακώς εκτίμησε τις αποδείξεις, ιδία δε τα προσδιοριστικά της ηθικής βλάβης στοιχεία και, επομένως, ο δεύτερος λόγος της εφέσεως της ενάγουσας, με τον οποίο αποδίδεται στην εκκαλουμένη η πλημμέλεια αυτή, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός κατά το προαναφερόμενο ποσό, ενώ, αντιθέτως, ο αντίστοιχος έκτος λόγος της εφέσεως της εναγομένης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος [...]|».

[IV] Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει την παρούσα αναιρετική δίκη, (α) δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη, κατά τα προαναφερόμενα ποσά, την από 12.06.2018 έφεση της ενάγουσας - ήδη αναιρεσείουσας, κατά το μέρος που με τους τρίτο και δεύτερο λόγους αυτής παραπονείτο για το ύψος των ποσών που επιδικάστηκαν με την εκκαλούμενη απόφαση στην ενάγουσα - εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα αφενός για την πρόσθετη χρηματική παροχή του άρθρου 931 ΑΚ (20.000 ευρώ), αφετέρου για την χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (20.000 ευρώ), ζητώντας την επιδίκαση των αναφερόμενων στην έφεσή της μεγαλύτερων ποσών, (β) απέρριψε ως κατ’ ουσία αβάσιμη την από 15.06.2018 έφεσης της εναγομένης ήδη αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας κατά το μέρος που με τους έβδομο και έκτο λόγους αυτής παραπονείτο για το ύψος των (αμέσως ανωτέρω αναφερόμενων) ποσών που επιδικάστηκαν με την εκκαλούμενη απόφαση στην ενάγουσα - εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα αφενός για την πρόσθετη χρηματική παροχή του άρθρου 931 ΑΚ, αφετέρου για την χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ζητώντας την επιδίκαση των αναφερόμενων στην έφεσή της μικρότερων ποσών, εξαφάνισε την πρωτόδικη εκκαλούμενη απόφαση ως προς όλες τις διατάξεις της, εκτός από τη διάταξή της με την οποία θεωρήθηκε ότι η αγωγή δεν ασκήθηκε ως προς την πρώτη εναγομένη, κράτησε και δίκασε κατ’ ουσίαν την ένδικη, από 08.09.2017 αγωγή της τώρα αναιρεσείουσας, την οποία και δέχθηκε, κατά ένα μέρος, και επιδίκασε (εκτός των άλλων εκεί αναφερόμενων κονδυλίων που δεν αφορούν την προκείμενη αναιρετική δίκη) στην ενάγουσα - ήδη αναιρεσείουσα το (μεγαλύτερο του ως άνω επιδικασθέντος με την εκκαλούμενη) ποσό των 25.000 ευρώ για την αποζημίωση του άρθρου 931 Α.Κ.

και το (επίσης μεγαλύτερο του ως άνω επιδικασθέντος με την εκκαλούμενη) ποσό των 25.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής της βλάβης.

Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει ως προς την ενάγουσα - ήδη αναιρεσείουσα την εύλογη χρηματική παροχή του άρθρου 931 ΑΚ και τη εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής της βλάβης στα εν λόγω ποσά, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι τα ποσά αυτά, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπολείπονται, και μάλιστα καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις εύλογης χρηματικής παροχής και χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο μοναδικός, από τους αριθμούς 1 και 19 (αληθώς μόνο από τον αριθμό 1) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση τις αιτιάσεις ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ’ υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των διατάξεων, ουσιαστικού δικαίου, των άρθρων 931 και 932 του ΑΚ, καθώς και εκείνων των άρθρων 2 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, επιδίκασε σε αυτήν, ως εύλογη χρηματική παροχή του άρθρου 931 ΑΚ και εύλογη χρηματική της ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, από τον τραυματισμό της κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα, τα ποσά αυτά, τα οποία, όμως, είναι δυσανάλογα μικρά σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτουν από τις συνθήκες της αδικοπραξίας (του τροχαίου ατυχήματος), με βάση τα αναφερόμενα στην απόφαση προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτών.

[V] Μετά από αυτά, και μη υπάρχοντος προς εξέταση άλλου λόγου αναίρεσης, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει). Τέλος, η αναιρεσείουσα, που νικήθηκε στη δίκη πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της παριστάμενης αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20 Φεβρουαρίου 2020 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης στο Εφετείο Αθηνών Γ. Α.Κ. 1972/ ΕΑΚ 200/26-2-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 5367/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Νοεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2021.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ