Legislator Case Law & Legislation
1547/2017 AI generated

1547/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1547/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1547/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξαιτίας των πιο πάνω παραλείψεων ο οδηγός του οχήματος παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 12 § 1, 19 §§ 1-2-3 Ν. 2696/1999 "Κύρωση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας" και συντέλεσε στην επέλευση του επίδικου ατυχήματος ως μόνος υπαίτιος. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αποφάνθηκε παρόμοια ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα και η αντίστοιχη κρίση του έχει καταστεί πλέον τελεσίδικη, αφού δεν προσβλήθηκε με λόγο έφεσης.

Keywords

AI generated
driving without authorization fitness to drive offenses against legal certainty dangerous interference with traffic withdrawal of driving license traffic offence
AI generated
457/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
1743/2006
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 6-7-2000 και 18-7-2000 αγωγές των ήδη 1ου και 2ου εκ των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 653/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 33/2005 οριστική του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4 Μαϊου 2005 αίτησή τους.
39/2012
Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του ν.
784/2022
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Αθανάσιο Τσουλό, Αρεοπαγίτες.
1670/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1547 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1547/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Γ. του Γ., 2) Θ. συζ. Α. Γ., το γένος Η. Τ. και 3) Γ. Γ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αριστέα Ράγια.

Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως εκ του νόμου ειδικού διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας γενικών ασφαλειών με την επωνυμία "...", της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κούρτη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 16-2-2017 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-4-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και της Χ. Γ. Τ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας.

Εκδόθηκε η 117/2010 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, που κήρυξε εαυτό κατά τόπον αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση για εκδίκαση στο αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 319/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 117/2013 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-9-2015 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Τζανακάκη διάβασε την από 18-5-2016 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Ειρήνης Καλού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 117/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 15.9.2015 (αρ. κατ. .../2015) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αρ. 117/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (αρ. 681Α ΚΠολΔ) έχει ασκηθεί νόμιμα, εμπρόθεσμα και είναι παραδεκτή. Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (αρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 300, 330 εδ. β' και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκεται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή, που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.

Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Δεν αποκλείεται καταρχήν η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα συνετέλεσε και συνυπαιτιότητα του βλαβέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος. Ειδικότερα, από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δένεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος.

Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ.

Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχίση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 848/2015,ΑΠ 686/2011,ΑΠ 869/2013,ΑΠ 52/2016),ενώ μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο ΚΟΚ, στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγηση τους, δεν αίρει την υποχρέωση τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή τη μείωση των επιζήμιων συνεπειών (ΑΠ 1500/2002 , ΑΠ 1070/2001 ).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 12 παρ.5 του Ν.2696/1999 (ΚΟΚ) ορίζεται ότι "η χρήση ζωνών ασφαλείας είναι υποχρεωτική τόσο για τους οδηγούς όσο και για τους επιβάτες των οχημάτων . Της υποχρέωσης αυτής εξαιρούνται οι οδηγοί επιβατηγών αυτοκινήτων δημόσιας χρήσης......τα άτομα με παθήσεις για τα οποία δεν ενδείκνυται η χρήση της ζώνης.....οι έγκυες γυναίκες όταν είναι εφοδιασμένες με σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό που αναγράφει και την ημερομηνία λήξης, τα άτομα που το ανάστημα τους είναι κάτω από 1,50 μ. ως και οι οδηγοί που κάνουν συνεχείς στάσεις, όπως ταχυδρομικοί διανομείς κλπ......".

Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως (Ολ. ΑΠ 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο. Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητα του. Καμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων. Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ. ΑΠ 2/2008) ή κατ' άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ. ΑΠ 14/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 145/2015, ΑΠ 224/2015, ΑΠ 1294/2014, ΑΠ 466/2013).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος ( ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ845/2012).

Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 § 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 198/2015,ΑΠ 1987/2007).

Με τον 1° λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το Α' σκέλος αυτού, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ ΚΠολΔ. με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του το περιεχόμενο της από 16-2-2009 κατάθεσης του υπαίτιου οδηγού του ζημιογόνου οχήματος, Α. Π. , ενώπιον του Αστυνομικού τμήματος Φαρσάλων, που είχε προσκομιστεί με νόμιμη επίκληση στο πρωτοβάθμιο και στο Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο μεταξύ των εγγράφων της με αρ.

ΑΒΜ: ... σχηματισθείσας εναντίον του, ως κατηγορουμένου για ανθρωποκτονία από αμέλεια, ποινικής δικογραφίας , την οποία (κατάθεση) δεν συσχέτισε με το περιεχόμενο της από 20-11-8008 κατάθεσης του αυτόπτη μάρτυρα, Γ. Ρ. ,αν και η ως άνω κατάθεση του υπαίτιου οδηγού ήταν ουσιώδης για το αποτέλεσμα της δίκης, διότι ,εάν το Εφετείο την είχε λάβει υπόψη του και τη συσχέτιζε με την κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα, θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι η συνεπιβάτης του οχήματος, στενή συγγενής των αναιρεσειόντων, είχε προσδεθεί με τη ζώνη ασφαλείας στη θέση του συνοδηγού.

Επίσης, με το Β' σκέλος του 1ου λόγου της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τους ουσιαστικούς κανόνες δικαίου των άρθρων 914 ΑΚ και του ΓΠΝ/1911 με ανεπαρκείς , ασαφείς και ελλιπείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της υπαιτιότητας της στενούς συγγενούς τους, στην πρόκληση του θανάσιμου τραυματισμού της από τη μη χρήση της ζώνης ασφαλείας.

Στην προκειμένη περίπτωση από την επιτρεπτή κατ' αρ. 561 αρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, καθώς και η ενάγουσα Χ. Τ., που δεν είναι διάδικος στην αναιρετική δίκη, άσκησαν την από 30-4-2009 (αρ. κατ. …/2009) αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας με την οποία ζητούσαν αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης για το θανάσιμο τραυματισμό της Ό.

Γ., θυγατέρας του 1ου και της 2ης και αδελφής του 3ου των αναιρεσειόντων, στο τροχαίο δυστύχημα που συνέβη στις 12-9-2008 στα Φάρσαλα Θεσσαλίας. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αρ. 117/2010 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, που παρέπεμψε την αγωγή στο αρμόδιο κατά τόπον Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας, το οποίο με την υπ' αρ. 319/2011 απόφαση του δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη.

Το Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ, που υπεισήλθε στη θέση της αρχικής εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, που κάλυπτε την αστική ευθύνη του ζημιογόνου αυτοκινήτου, άσκησε κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την από 16-10-2011 (αρ. κατ. …/2011) έφεση του, με τον 1° λόγο της οποίας επανέφερε και την πρωτοδίκως υποβληθείσα και απορριφθείσα ένστασή του περί συντρέχοντος πταίσματος του θύματος στην πρόκληση του θανάσιμου τραυματισμού του, λόγω παράλειψης της χρήσης ζώνης ασφαλείας .

Επί της έφεσης αυτής και αντέφεσης των συγγενών, που δεν αφορά την αναιρετική δίκη, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αρ. 117/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την έφεση ως προς την ένσταση συνυπαιτιότητας του θύματος κατά ποσοστό 30%, εξαφάνισε την εκκαλουμένη και, αφού δίκασε την αγωγή, περιόρισε τα επιδικασθέντα στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες ποσά.

Περαιτέρω από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (αρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο για το ουσιώδες ζήτημα των συνθηκών του δυστυχήματος και του συντρέχοντος πταίσματος του θύματος στην επέλευση του θανατηφόρου αποτελέσματος , δέχθηκε ,κατά την ανέλεγκτη περί των πραγματικών περιστατικών που,κατά την κρίση του, αποδείχθηκαν , τα ακόλουθα:....."Από την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκόμισαν οι διάδικοι ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με επίκληση, ήτοι ειδικότερα, από την ανωμοτί κατάθεση του 3ου ενάγοντος, Γ.

Γ., και την ένορκη κατάθεση της μάρτυρα ανταπόδειξης, Β. συζύγου Ι. Π., μητέρας του 1ου εναγομένου, οι οποίες διενεργήθηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται στα πρακτικά συνεδρίασης αριθ. 117/2010 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, (η 2η εναγομένη δεν ζήτησε να εξεταστεί μάρτυρας ανταπόδειξης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου), και από το περιεχόμενο όλων των εγγράφων, τα οποία προσκόμισαν οι διάδικοι ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου νόμιμα, με επίκληση του περιεχομένου τους, (μεταξύ των εγγράφων αυτών περιλαμβάνονται αντίγραφα εγγράφων της αντίστοιχης ποινικής δικογραφίας και φωτογραφίες του ζημιογόνου οχήματος), αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά:

Στις 12.09.2008, ημέρα Παρασκευή, περί ώρα 00.30', ο 1°ε εναγόμενος, Α. Π. του Ι. και της Β., κάτοικος ..., ετών τότε 26, οδηγούσε το Ι.Χ. επιβατηγό αυτοκίνητο με αριθμό κυκλοφορίας ..., εργοστασίου κατασκευής VOLKSWAGEN, τύπου GOLF, κυλινδρισμού 1391 c.c., το οποίο ανήκε στην κυριότητα του και ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από τροχαία ατυχήματα στη 21) εναγομένη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "...

ΑΑΕΓΑ", στη δικονομική θέση της οποίας υπεισήλθε πλέον το νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", και έβαινε στην επαρχιακή οδό Φαρσάλων-Καρδίτσας με κατεύθυνση προς το χωριό Μεγάλο Ευύδριο ν. Λάρισας. Η συγκεκριμένη οδός χαρακτηριζόταν τότε ως οδός διπλής κατεύθυνσης, είχε συνολικό πλάτος οδοστρώματος 6,90 μέτρων, διέθετε δύο λωρίδες κυκλοφορίας, μία για κάθε κατεύθυνση, και στο επίδικο σημείο της, ήτοι στη χιλιομετρική θέση 4, είχε μορφή ευθείας γραμμής και ήταν οριζόντια και καλυμμένη με άσφαλτο, η οποία ήταν ξηρή.

Κατά τον επίδικο χρόνο στο ανωτέρω σημείο της οδού επικρατούσαν συνθήκες φωτισμού νύχτας χωρίς τεχνητό φωτισμό, η κυκλοφορία οχημάτων ήταν αραιή, η κυκλοφορία πεζών ανύπαρκτη, η ορατότητα ήταν ανεμπόδιστη και οι καιρικές συνθήκες ήταν καλές. Στο όχημα επέβαινε ως επιβάτισσα η Ό. Γ., τέκνο του Α. και της Θ., ήδη εναγόντων, φίλη του 1ου εναγομένου, κομμώτρια, ετών τότε 30, κάτοικος ..., η οποία καθόταν στη θέση του συνοδηγού.

Στην ανωτέρω χιλιομετρική θέση της οδού ο οδηγός του οχήματος, Α. Π., έχασε τον έλεγχο του οχήματος, γεγονός πού είχε ως συνέπεια να εκτραπεί το όχημα από την πορεία του προς τα δεξιά, να εξέλθει από το οδόστρωμα και να ανατραπεί δύο φορές σε παρακείμενο αγρό, ο οποίος παρουσιάζει υψομετρική διαφορά από την οδό, ήτοι βρίσκεται σε χαμηλότερο επίπεδο από την οδό, σε απόσταση 38 μέτρων από το δεξιό άκρο της λωρίδας κυκλοφορίας, όπου έβαινε, και, τελικά, να ακινητοποιηθεί στον αγρό με τις ρόδες προς τα επάνω.

Η ανατροπή του οχήματος μέσα στον αγρό είχε ως συνέπεια, μεταξύ άλλων, να υποστεί το όχημα εκτεταμένες υλικές ζημιές σε όλο το αμάξωμα του και να εκτιναχθεί από τη θέση της η επιβάτισσα του οχήματος Ό. Γ., να πέσει μέσα στον ίδιο αγρό, πιο πέρα από το σημείο ακινητοποίησης του οχήματος, δηλαδή ακόμη μακρύτερα από το δεξιό άκρο της οδού, και να υποστεί σοβαρές σωματικές κακώσεις.

Αντίθετα, ο οδηγός του οχήματος δεν εκτινάχθηκε έξω από όχημα, με συνέπεια να μην υποστεί σωματικές κακώσεις εξαιτίας του ατυχήματος. Ο αρμόδιος αστυνομικός υπάλληλος ο οποίος πραγματοποίησε αυτοψία στον τόπο του επίδικου ατυχήματος, δεν διαπίστωσε εμπλοκή άλλου σχήματος στο επίδικο ατύχημα. Σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν, το Δικαστήριο οδηγείται στο συμπέρασμα ότι το επίδικο τροχαίο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του 1ου εναγομένου, Α.

Π., οδηγού του οχήματος, ο οποίος δεν οδηγούσε το όχημα με την αναγκαία σύνεση και προσοχή, δεν είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματος ούτε ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματος ανάλογα προς τις συνθήκες που επικρατούσαν, λαμβάνοντας υπόψη τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση του οδοστρώματος, τις καιρικές συνθήκες και, ιδίως, το γεγονός ότι επικρατούσε νύχτα, χωρίς τεχνητό φωτισμό, γεγονός που καθιστούσε δυσχερή την οδήγηση του οχήματος.

Εξαιτίας των πιο πάνω παραλείψεων ο οδηγός του οχήματος παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 12 § 1, 19 §§ 1-2-3 Ν. 2696/1999 "Κύρωση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας" και συντέλεσε στην επέλευση του επίδικου ατυχήματος ως μόνος υπαίτιος. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αποφάνθηκε παρόμοια ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα και η αντίστοιχη κρίση του έχει καταστεί πλέον τελεσίδικη, αφού δεν προσβλήθηκε με λόγο έφεσης.

Όπως αποδείχθηκε, κατά τη στιγμή του ατυχήματος η παθούσα, Ό. Γ., δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας, μολονότι δε συνέτρεχε νόμιμος λόγος απαλλαγής αυτής από την υποχρέωση χρήσης ζώνης ασφαλείας, η οποία καθιερώνεται με τη διάταξη του άρθρου 12 § 5 Ν. 2696/1999 και η παράβαση της επισύρει πρόστιμο 350 ευρώ, (βλ. άρθρο 12 § 11 Ν. 2696/1999).

Αμέσως μετά την πρόκληση του επίδικου ατυχήματος η παθούσα διακομίστηκε με ασθενοφόρο στο Κέντρο Υγείας Φαρσάλων και κατόπιν στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο Λάρισας, όπου υποβλήθηκε σε ιατρικές εξετάσεις και διαπιστώθηκε ότι εξαιτίας του επίδικου ατυχήματος είχε υποστεί κατάγματα στα οστά της λεκάνης και εξάρθρημα αριστερού ισχίου.

Οι συγκεκριμένες σωματικές κακώσεις της παθούσας θα είχαν αποφευχθεί ολοσχερώς ή θα είχαν περιοριστεί σημαντικά, αν η παθούσα φορούσε ζώνη ασφαλείας κατά τη στιγμή του ατυχήματος, όπως είχε υποχρέωση. Εξαιτίας της αντίστοιχης παράλειψης της η παθούσα συντέλεσε σημαντικά στην πρόκληση του ανωτέρω τραυματισμού της, κατά ποσοστό 30% σύμφωνα με την εκτίμηση του Δικαστηρίου τούτου.

Οι αντίθετοι προς τη συγκεκριμένη κρίση του Δικαστηρίου ισχυρισμοί των διαδίκων ως προς το ποσοστό συνυπαιτιότητας της παθούσας στην πρόκληση του επίδικου τραυματισμού της αξιολογούνται ως ουσιαστικά αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο αποφάνθηκε διαφορετικά ως προς το ανωτέρω ζήτημα, ήτοι ότι "αφενός μεν δεν αποδείχθηκε ότι η παθούσα δεν έκανε χρήση ζώνης ασφαλείας και αφετέρου και σε περίπτωση ακόμη που δεν έκανε χρήση και πάλι το επελθόν αποτέλεσμα θα ήταν το ίδιο, αφού τραυματίστηκε σε σημείο που δεν την προστάτευε η ζώνη", έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως παραπονείται ήδη το εκκαλούν νομικό πρόσωπο με τον 1ο λόγο της ένδικης έφεσης του, γεγονός που πρέπει να οδηγήσει σε εν μέρει παραδοχή αυτού του λόγου έφεσης ως ουσιαστικά βάσιμου και σε εξαφάνιση του αντίστοιχου κεφαλαίου της εκκαλούμενης απόφασης"......

Σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές του, το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ρητά βεβαιώνει ότι συνεκτίμησε όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται τα έγγραφα της σχηματισθείσας ποινικής δικογραφίας, στην οποία περιλαμβάνονται, όπως και οι αναιρεσείοντες αναφέρουν στο αναιρετήριο, οι ένορκες καταθέσεις του υπαίτιου οδηγού και του αυτόπτη μάρτυρα, για τις οποίες αιτιώνται οι αναιρεσείοντες, με τον 1° αναιρετικό λόγο, κατά το Α' σκέλος αυτού εκ του αρ.559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ.

Εξάλλου, από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι το σώμα του θύματος εκτινάχθηκε και έπεσε στον παρακείμενο αγρό, "πιο πέρα από το αυτοκίνητο", δηλαδή ακόμα μακρύτερα από τα δεξιό άκρο της οδού, χωρίς αμφιβολία προκύπτει, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τις ανωτέρω καταθέσεις ,αλλά κατέληξε σε αντίθετο πόρισμα, από όσα οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται.

Και είναι μεν αληθές ότι η προσβαλλόμενη δεν μνημονεύει ειδικά τις ανωτέρω μαρτυρικές καταθέσεις, πλην όμως δεν είχε εκ του νόμου τέτοια υποχρέωση αφού αυτές περιλαμβάνονται στην κατηγορία των εγγράφων τα οποία μνημονεύονται στο προοίμιο της απόφασης η επιλεκτική δε αναφορά σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα ,δεν μαρτυρεί ότι δεν λήφθηκαν υπόψη οι ανωτέρω μαρτυρικές καταθέσεις, εφόσον από όλο το περιεχόμενο της απόφασης και την ειδική αιτιολογία ,που περιέλαβε για τη θέση του σώματος του θύματος, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι τις έλαβε υπόψη και τις συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία.

Επομένως ο 1ος αναιρετικός λόγος κατά το Α' σκέλος αυτού εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Ο ίδιος 1ος λόγος αναίρεσης, κατά το Β' σκέλος του, εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πρέπει επίσης, να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση, με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, δέχεται ότι η μη χρήση ζώνης ασφαλείας συνετέλεσε στην πρόκληση του θανατηφόρου αποτελέσματος, διότι οι κακώσεις (κάταγμα λεκάνης και εξάρθρημα ισχύου) θα είχαν αποφευχθεί ολοσχερώς ή θα είχαν περιοριστεί σημαντικά, εάν το θύμα δεν είχε παραλείψει τη χρήση της ζώνης ασφαλείας, που θα συγκρατούσε το σώμα της θανούσας εντός του οχήματος.

Εξάλλου, δεν χρειαζόταν να παραθέσει η προσβαλλόμενη επί πλέον και άλλες αιτιολογίες για να στηρίξει το δικανικό της πόρισμα. Οι περαιτέρω αιτιάσεις των αναιρεσειόντων ότι το Εφετείο 1) δεν αναφέρει ούτε διευκρινίζει τα αποδεικτικά στοιχεία επί των οποίων βασίστηκε και 2) τη χρονική διάρκεια που μεσολάβησε, μεταξύ του σημείου που ο αυτόπτης μάρτυρας, Γ.

Ρ., αντιλήφθηκε το συμβάν, μέχρι την στιγμή που ο υπαίτιος οδηγός, Α. Π., εξήλθε από το ζημιογόνο όχημα για να ανασύρει το θύμα και (όπως μόνον οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν) να το εναποθέσει σε απόσταση από το όχημα, είναι προεχόντως απαράδεκτες, διότι υπό την επίκληση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Εφετείου ως προς την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού (αρ. 561 αρ.1 ΚΠολΔ) .Σε κάθε περίπτωση, όπως έχει προεκτεθεί, το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να μνημονεύσει και να αξιολογήσει χωριστά κάθε αποδεικτικό μέσο.

Πέραν τούτου όμως, η υπό στοιχείο 2 αιτίαση είναι και αλυσιτελής, εφόσον δεν συνιστά παραδοχή του Εφετείου, αλλά την άποψη των αναιρεσειόντων, που το Εφετείο δεν δέχτηκε, ότι αποδείχθηκε. Επομένως, ο 10ς αναιρετικός λόγος κατά το Β' σκέλος του πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, αλλά και ως απαράδεκτος κατά τις ανωτέρω διακρίσεις.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 περ. β' ΚΠολΔ προκύπτει ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλαδή των γενικών και αφηρημένων αρχών για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχολήσεως, δημιουργεί λόγο αναιρέσεως μόνον όταν αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών γεγονότων και όχι στη διαπίστωση των γεγονότων αυτών. Ειδικότερα, αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να ανεύρει με βάση αυτά την έννοια κανόνος δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες ή για να υπαγάγει ή όχι τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτό (ΑΠ 969/2011).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 294, 295 § 1, 297, 298 και 299 Κ.Πολ.Δ., που κατά το άρθρο 573 § 1 του ίδιου Κώδικα εφαρμόζονται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η παραίτηση του αναιρεσείοντα, ολική ή μερική, από το δικόγραφο της αναίρεσης μπορεί να συντελεσθεί χωρίς τη συναίνεση του αναιρεσίβλητου, είτε με προφορική δήλωση του, η οποία γίνεται πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης και καταχωρίζεται στα πρακτικά, είτε με δικόγραφο, το οποίο επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου, και επιφέρει την κατάργηση της δίκης (ΑΠ 1025/2015).

Με τον 2° αναιρετικό λόγο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.1 περ. β ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τα διδάγματα της κοινής πείρας με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή τους και ειδικότερα, δεν εφάρμοσε το δίδαγμα της κοινής πείρας, σύμφωνα με το οποίο, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, εάν το θύμα είχε εκτιναχθεί, επειδή δεν είχε προσδεθεί με τη ζώνη ασφαλείας, θα είχε υποστεί βαρύτατες κακώσεις στην κεφαλή και στα άνω και κάτω άκρα και όχι μόνον κατάγματα στα οστά της λεκάνης και εξάρθρημα του αριστερού ισχύου, ζήτημα που είναι ουσιώδες ως προς το συντρέχον πταίσμα του θύματος.

Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες με τις από 24-2-2017 προτάσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, που επιτρεπτά επισκοπούνται (αρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ), δήλωσαν ότι παραιτούνται του 2ου ως άνω αναιρετικού λόγου, διότι έσφαλαν ως προς τη νομική τοποθέτηση και βασιμότητα αυτού. Η ανωτέρω όμως παραίτηση δεν έγινε κατά τους τύπους της διάταξης του άρθρου 297 ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται κατ' αρθρ. 573 ΚΠολΔ και στην αναιρετική δίκη, δηλαδή η παραίτηση δεν έγινε με δήλωση, που θα έπρεπε να καταχωρηθεί στα πρακτικά ή με δικόγραφο, που επιδίδεται στον αναιρεσίβλητο (ΑΠ 295/2007, ΑΠ 902/2003). Επομένως, η ως άνω παραίτηση είναι ανίσχυρη και δεν επιφέρει έννομα αποτελέσματα. Επομένως, ο 2ος αναιρετικός λόγος πρέπει κατ'αρχήν να ερευνηθεί (άρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και στη συνέχεια πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη παραβίαση των διδαγμάτων κοινής πείρας δεν αφορά την ερμηνεία ουσιαστικού κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτόν πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν, αλλά, υπό την επίφαση της ως άνω πλημμέλειας, πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού (αρ. 561 παρ.2 σε συνδ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495 παρ. 4 εδ. ε ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους (αρ. 176,183 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Επικουρικού Κεφαλαίου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα του, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-9-2015 (αρ. κατ. .../2015) αίτηση για την αναίρεση της υπ'αρ. 117/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο καθώς και από την Σύμβαση ασφάλισης αυτού (αρ. 681Α ΚΠολΔ).

Διατάσσει να εισαχθεί το παράβολο που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο. ΚΑΙ

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα. δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Επικουρικού Κεφαλαίου ,που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Σεπτεμβρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ