1547/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-6-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2169/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 850/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 14-4-2009 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated1547/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π.
Full text
Απόφαση 1547 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1547/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου Παρέδρου του Ν,Σ.Κ. Χρήστο Μητκίδη και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Σ. Μ. του Ε. και 2. Ε. συζ. Σ. Μ., αμφοτέρων κατοίκων ..., οι οποίοι δεν εμφανίσθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-6-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2169/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 850/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 14-4-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή ανέγνωσε την από 7-9-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις υπ'αριθμ. 6365 και 6366/9-2-2012 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών, ..., που προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, καθώς και κλήση προς συζήτηση της αίτησης επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στις αναιρεσίβλητες, οι οποίες όμως δεν εμφανίσθηκαν κατά την ως άνω δικάσιμο, ατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο. Επομένως, και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.1 και 2 Κ.Πο.λ.Δ. πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση που επισπεύδεται από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, παρά την απουσία των πιο πάνω αναιρεσιβλήτων.
Ι. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 27 και 28/1998). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές, ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ'αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ήταν όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέα κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία, ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.Α.Π. 13/1995).
Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 28 παρ.1 του π.δ/τος από 19/19.11.1932 "περί στεγάσεως των δημοσίων υπηρεσιών": "Η πληρωμή του μισθώματος αρχομένη από της εν τω μισθίω εγκαταστάσεως του Δημοσίου ενεργείται κατά τριμηνίαν εις το τέλος έκαστης, κατά τα εκάστοτε υπό του υπουργού των οικονομικών καθοριζόμενα".
Από τη διάταξη αυτή με σαφήνεια προκύπτει ότι η υποχρέωση του Δημοσίου για την καταβολή του συμφωνημένου μισθώματος αρχίζει από την ημέρα της πραγματικής εγκατάστασης του στο μίσθιο, χωρίς άλλη διατύπωση, ανεξάρτητα αν συντάχθηκε κατά την ημερομηνία αυτή το πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής που προβλέπεται από άλλες διατάξεις.
Τυχόν καθυστερημένη σύνταξη του πρωτοκόλλου αυτού, για γραφειοκρατικούς ή άλλους λόγους, δεν επηρεάζει τη συμβατική υποχρέωση του Δημοσίου για την καταβολή του συμφωνημένου μισθώματος, που αρχίζει από την ημέρα της πραγματικής εγκατάστασης του στο μισθίο. Διαφορετική ερμηνεία θα οδηγούσε στο άτοπο να απαλλάσσεται το Δημόσιο από τη βασική συμβατική υποχρέωση του (άρθρο 574 ΑΚ) για πληρωμή του μισθώματος, με μεθοδευμένη καθυστέρηση στη σύνταξη του απαιτούμενου πρωτοκόλλου παράδοσης και παραλαβής του μισθίου, το οποίο, σε κάθε περίπτωση, δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο της εγκατάστασης.
Στις περιπτώσεις μάλιστα εκείνες, όπου η μίσθωση αφορά ακίνητο, στο οποίο είναι εγκαταστημένη η δημόσια υπηρεσία με προγενέστερη μίσθωση, η οποία έληξε, η εγκατάσταση στο μισθίο είναι δεδομένη κατά την ημέρα της υπογραφής του μισθωτηρίου συμφωνητικού (ΑΠ 286/2001).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με το από 8-1-1996 μισθωτήριο, το οποίο, καταρτίστηκε και υπογράφηκε με τις επιβαλλόμενες από το άνω π.δ. της 19/19.11.1932 διατυπώσεις, οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες, εφεσίβλητοι, εκμίσθωσαν στο εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο, εκκαλούν, Ελληνικό Δημόσιο τους πρώτο και δεύτερο πάνω από το ισόγειο ορόφους, συνολικής επιφάνειας 420 τ.μ, πολυώροφου κτίσματος, που βρίσκεται στη συμβολή των οδών ...
και ... αριθ. 45, στο .... . Η διάρκεια της μίσθωσης συμφωνήθηκε για την τριετία από 8-1-1996 μέχρι 8-1-1999, ενώ το μηνιαίο μίσθωμα καθορίστηκε στο ποσό των 630.000 δραχμών ή το ισόποσο των 1848,86 Euro και θα καταβάλλεται στο τέλος κάθε τριμηνίας. Ενόψει της επικείμενης λήξης του συμβατικού χρόνου διάρκειας της ένδικης μίσθωσης, στις 21-12-1998 οι ενάγοντες κοινοποίησαν στο εναγόμενο την από 16-12-1998 εξώδικη δήλωση τους, με την οποία εναντιώθηκαν στην παράταση της μίσθωσης μετά τη λήξη της με τους ίδιους όρους εκείνης που έληγε.
Ωστόσο, αν και έληξε η μίσθωση, με την πάροδο του ορισμένου χρόνου αυτής (στις 8-1-1999), το εναγόμενο συνέχισε να χρησιμοποιεί απρόσκοπτα το μίσθιο για τη στέγαση της άνω υπηρεσίας του. Ύστερα από νέα μειοδοτική δημοπρασία, καταρτίστηκε το από 14-7-1999 μισθωτήριο μεταξύ του προϊσταμένου της κτηματικής υπηρεσίας δυτικής Αττικής και των εναγόντων, σύμφωνα με το οποίο μισθώθηκε και πάλι το ακίνητο των τελευταίων για τη στέγαση της ίδιας υπηρεσίας.
Στο μισθωτήριο αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι "... 3) Η μίσθωση συμφωνείται για χρονικό διάστημα εννέα (9) ετών και θα αρχίσει από την ημέρα παραδόσεως του οικήματος από τον εκμισθωτή στον προϊστάμενο της στεγαζόμενης υπηρεσίας με πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής. 4) το μίσθωμα ορίζεται σε 950.000 δραχμές το μήνα και θα καταβάλλεται στο τέλος κάθε τριμηνίας μετά από αφαίρεση των κρατήσεων που προβλέπουν οι νόμοι για το Μ.Τ.Π.Υ.
ή για άλλα ταμεία και οργανισμούς ...". Κατά την κατάρτιση της νέας μίσθωσης (14-7-1999), η κτηματική υπηρεσία' ήταν εγκαταστημένη, όπως σημειώθηκε, στο μίσθιο, όπου λειτουργούσε και συνέχισε απρόσκοπτα να λειτουργεί σ' αυτό. Επομένως, από την κατάρτιση της νέας μίσθωσης (στις 14-7-1999) το εναγόμενο, εφόσον ήταν εγκαταστημένο στο μίσθιο ακίνητο και απολάμβανε τη χρήση του με βάση τη μίσθωση αυτή, όφειλε να καταβάλει στους εκμισθωτές το συμφωνημένο μίσθωμα των 950.000 δραχμών ή το ισόποσο των 2.787,96 Euro το μήνα και όχι το μικρότερο μίσθωμα των 630.000 δραχμών (ή 1848,86 Euro, το μήνα, που αφορούσε την προηγούμενη μίσθωση, ανεξάρτητα από το χρόνο σύνταξης του πρωτοκόλλου παράδοσης και παραλαβής αυτού, το οποίο, για άγνωστους λόγους, συντάχθηκε καθυστερημένα και συγκεκριμένα στις 14-9-1999.
Επομένως, το εναγόμενο οφείλει να καταβάλει στους ενάγοντες τις διαφορές μισθωμάτων της χρονικής περιόδου από την κατάρτιση της, πιο πάνω, νέας μισθωτικής σύμβασης (στις 14-7-1999) μέχρι τη σύνταξη του πρωτοκόλλου παράδοσης και παραλαβής του μισθίου (στις 14-9-1999), ανερχόμενες συνολικά στο ποσό των 1878,20 Euro (ήτοι 2.787,96 Euro- 1848,86 Euro= 939,10 χ 2 μήνες).
Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι κατά το ίδιο χρονικό διάστημα κατέβαλε στους ενάγοντες μόνο το συμφωνημένο μίσθωμα των 1848,86 Euro μηνιαίως, γιατί με το νέο από 14-7-1999 ιδιωτικό συμφωνητικό η μίσθωση είχε εναρκτήριο χρονικό σημείο την ημέρα παράδοσης του μισθίου με πρωτόκολλο, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που αναφέρθηκαν παραπάνω, είναι αβάσιμος και, ως εκ τούτου, απορριπτέος.
Τούτο δε, ειδικότερα, καθόσον το. ως άνω, πρωτόκολλο δεν επηρεάζει τη συμβατική υποχρέωση του εναγομένου να πληρώσει το μίσθωμα, που αρχίζει από την ημέρα της πραγματικής εγκατάστασης του στο μίσθιο, η οποία, στη συγκεκριμένη περίπτωση είχε ήδη συντελεστεί κατά την, ως άνω ημερομηνία συνομολόγησης της σύμβασης μίσθωσης, δεδομένου ότι η υπηρεσία του ήταν ήδη εγκαταστημένη στο μίσθιο και απολάμβανε ανεμπόδιστα τη χρήση του.
Με τις παραδοχές αυτές, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που, με την εκκαλούμενη απόφαση του, απέρριψε τον, πιο πάνω, ισχυρισμό του εναγομένου ότι οφείλει το μεγαλύτερο μίσθωμα από το μεταγενέστερο χρόνο σύνταξης του πρωτοκόλλου παράδοσης και παραλαβής του μισθίου και όχι από το χρόνο κατάρτισης της νέας μίσθωσης, ακολούθως δε δέχτηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την υπό κρίση αγωγή, υποχρεώνοντας το εναγόμενο να καταβάλει, κατ' ίσο μέρος, στους ενάγοντες για οφειλόμενες, στα πλαίσια της ένδικης από 14-7-1999 σύμβασης μίσθωσης, διαφορές μισθωμάτων του χρονικού διαστήματος14-7-1999 μέχρι 14-9-1999 το προαναφερόμενο ποσό των 1878,20 Euro, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις εκτεθείσες στη νομική σκέψη διατάξεις του άρθρου 28 παρ.1 του από 19/19.11.1932 π.δ/τος, από τις οποίες, διέπεται αποκλειστικά η επίμαχη μισθωτική σύμβαση και όχι από τον ήδη ισχύοντα ν. 3130/2003 "Μισθώσεις ακινήτων για στέγαση Δημοσίων Υπηρεσιών και άλλες διατάξεις", με τον οποίο ορίστηκε ότι από την ισχύ αυτού (28-3-2003) και εφεξής καταργείται το άνω π.δ. 19/19.11.1932 και κάθε άλλη διάταξη που αντίκειται στο νόμο αυτό (άρθρο 30).
Και αυτό, γιατί η ρύθμιση αυτή αφορά μισθώσεις ακινήτων για τη στέγαση των Υπηρεσιών του Δημοσίου ή άλλη δημόσια χρήση που έχουν συναφθεί μετά από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, ήτοι μετά από την 28-3-2003, και όχι οι μισθώσεις που έχουν συναφθεί ή που η διαδικασία σύναψης τους έχει ολοκληρωθεί πριν από την ισχύ του, πράγμα που συμβαίνει στη προκειμένη περίπτωση, οι οποίες (μισθώσεις) εξακολουθούν να διέπονται από τις προϊσχύουσες διατάξεις του ανωτέρω π.δ/τος 19/19.11.1932 (άρθρο 29 ν. 3 130/2003).
Κατά συνέπεια, όσα αντίθετα, σχετικά με το μέρος αυτό της εκκαλουμένης. το εναγόμενο, με την έφεση του, υποστηρίζει είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν".
Το Εφετείο με το να απορρίψει τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος, κατά της ομοίως κρίνασας πρωτόδικης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή που είχαν ασκήσει οι αναιρεσίβλητοι, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, την εφαρμοσθείσα ως άνω ουσιαστική διάταξη του άρθρου 28 παρ.1 του από 19/19-11-1932 Π.Δ/τος αλλά ούτε και τις διατάξεις των άρθρων 361 και 574 του Α.Κ., καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ότι το αναιρεσείον ήταν ήδη εγκατεστημένο στο ένδικο μίσθιο από την 8-1-1996 δηλαδή πριν από την κατάρτιση της μεταγενέστερης μίσθωσης στις 14.7.1999 πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της ίδιας πιο πάνω διάταξης της παράδοσης του μισθίου στο αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο και της εγκατάστασης του σ'αυτό και δικαιολογούν την υποχρέωση του αναίρεσείοντος ως μισθωτή για την καταβολή του νέου μηνιαίου μισθώματος κατά το ένδικο χρονικό διάστημα από 14-7-1999 μέχρι 14.9.1999, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι το οικείο πρωτόκολλο παράδοσης υπογράφηκε στη συνέχεια καθυστερημένα στις 14-9-1999. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.1 του αρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.
Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία γιατί καλύπτεσαι χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό του εφαρμοστέου εδώ κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 28 παρ.1 του ίδιου π.δ/τος 19/19-11-1932, την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς, αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία και η παράθεση άλλων.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον, με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του αρθ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Περαιτέρω στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο ορθά ερμηνεύοντας την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 28 παρ.1 του ίδιου Π.Δ/τος κατά την προαναφερθείσα έννοια της δεν διέγνωσε κενό ή αμφιβολία στην 14-7-1999 νέα μισθωτική σύμβαση μεταξύ των διαδίκων, ούτε εξάρτησε τ' αποτελέσματα της ίδιας σύμβασης από την συμβατική ρήτρα που περιελήφθη στο μισθωτήριο, ότι δηλαδή η μίσθωση θ' αρχίσει από τη σύνταξη του πρωτοκόλλου παράδοσης, μετά την παραδοχή ότι το αναιρεσείον ήταν ήδη εγκατεστημένο στο μίσθιο στο πλαίσιο προϋπάρχουσας μίσθωσης, ώστε τελικά με τις προαναφερόμενες παραδοχές του το Εφετείο δεν παρεβίασε ούτε ευθέως αλλά ούτε και με ανεπαρκείς αιτιολογίες τις διατάξεις των άρθρων 173, 200, 361 και 574 του Α.Κ.
Εξ άλλου, οι ίδιοι λόγοι της αναίρεσης κατά την σ' αυτούς κατά το άλλο μέρος τους περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ.19 και 561 παρ.1 του ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα της ανάγκης δηλαδή σύνταξης πρωτοκόλλου παράδοσης και παραλαβής του ένδικου μίσθιου μετά την σύναψη της από 14.7.1999 νέας μίσθωσης και τα αντίστοιχα επιχειρήματα των αναιρεσίβλητων, και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, και βρίσκονται κατά τον αναιρεσείοντα σε αντίθεση:
με το ότι έπρεπε να γεννηθεί η υποχρέωση του για την καταβολή του νέου μισθώματος όχι από 14-7-1999 που υπογράφηκε το νέο μισθωτήριο αλλά από 14-9-1999 που υπογράφηκε το νέο πρωτόκολλο παράδοσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τον ίδιο δε λόγο κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-4-2009 αίτηση αναίρεσης για αναίρεση της υπ' αριθ. 850/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Οκτωβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Νοεμβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ