Legislator Case Law & Legislation
1547/2010 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against administrative court ruling on foundation board composition.

Case Number 1547/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially accepted the Foundation's appeal against the Athens Court of Appeal's decision to reorganize its board. The Foundation argued the lower court lacked jurisdiction over the foundation's internal governance, while the Municipality and Ministry of Economy intervened to support the reorganization. The Court ruled that the lower court erred in exercising jurisdiction over the foundation's internal structure, thereby allowing the appeal on that specific ground but dismissing the request to alter the statutory organization.

Legislator headnote

AI generated

Art. 126(1) of Law 2039/1939; Art. 559 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court must determine the admissibility of an appeal and the jurisdiction of the lower court; if the lower court exceeded its jurisdiction regarding the internal organization of a foundation, the appeal on that ground is admissible, but the request to modify the statutory organization is inadmissible.

Keywords

AI generated
foundation internal governance lower court jurisdiction administrative organization statutory board composition civil procedure appeal ministry intervention inadmissible request

Cited Legislation

AI generated
Art. 126(1) of Law 2039/1939
Art. 109 of the Constitution
Art. 559 of the Code of Civil Procedure
Art. 580(1) of the Code of Civil Procedure
Art. 178 and 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 and 182 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1547 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1547/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ιδρύματος με την επωνυμία "Συσσίτιο Κωστή Περ. Κόντη", που εδρεύει στη Βήσσανη Ιωαννίνων, και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κωτσόγιαννη.

Του αναιρεσίβλητου: Δήμου Δελβινακίου, που εδρεύει στο Δελβινάκι Ιωαννίνων και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευστάθιο Ζάγκα. Κοινοποιουμένη: στον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών - ως προσθέτως παρεμβαίνοντα με την από 2-2-2010 πρόσθετη παρέμβαση - προτάσεις του υπέρ του αναιρεσείοντος Ιδρύματος - που εδρεύει στην Αθήνα, και εκπροσωπείται νόμιμα, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Κωνσταντίνο Λαϊνά, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-7-2007 αίτηση του Ιδρύματος "Συσσίτιτο Κωστή Περ. Κόντη", ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η 1859/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 30-10-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αθανασίου ανέγνωσε την από 23-2-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ως προς το δεύτερο λόγο αυτής και να απορριφθεί ως προς τον πρώτο λόγο. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 126 παρ.1 του Α.Ν.2039/1939 "Ο Υπουργός των Οικονομικών δύναται να παρεμβαίνει κατά πάσαν, στάσιν της δίκης και άνευ της κοινοποιήσεως δικογράφου παρεμβάσεως, αλλά δια των προτάσεων, εις δίκας αφορώσας διεκδίκησιν ενόλω ή εν μέρει της υπέρ του σκοπού ταχθείσης περιουσίας ή την ακύρωσιν των συστατικών πράξεων, ως και εν γένει εις πάσας τας δίκας, αίτιναι ενδιαφέρουσιν οπωσδήποτε την υπέρ του σκοπού ή υπέρ κοινωφελούς ιδρύματος άνευ ειδικού σκοπού καταλειπομένην περιουσίαν". Στην προκειμένη περίπτωση, ο Υπουργός Οικονομικών, στον οποίο κοινοποιήθηκε η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, ασκεί, με τις προτάσεις του, πρόσθετη, υπέρ του αναιρεσείοντος, παρέμβαση και ζητεί την παραδοχή της αναίρεσης, ως προς τον πρώτο λόγο αυτής. Η παρέμβαση αυτή είναι, σύμφωνα με τη σκέψη που προεκτέθηκε, παραδεκτή και πρέπει να συνεκδικασθεί με την αίτηση αναιρέσεως.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 109 παρ. 1 του Συντάγματος δεν επιτρέπεται η μεταβολή του περιεχομένου ή των όρων της διαθήκης, κωδίκελου ή δωρεάς ως προς τις διατάξεις τους υπέρ κοινωφελούς σκοπού. Ή συνταγματική αυτή διάταξη, που απευθύνεται κυρίως στο νομοθέτη, αποβλέπει στην προστασία και κατοχύρωση της θελήσεως των διαθετών και δωρητών εναντίον των πράξεων της πολιτείας ακόμη και αυτών που έχουν νομοθετικό περιεχόμενο, αφού σύμφωνα με αυτή δεν επιτρέπεται κατ' αρχήν η μεταβολή σκοπού όχι μόνο με διατάγματα αλλά ούτε και με νόμο (Ολ.ΑΠ 1241/1979).

Κατά τη διάταξη όμως της παρ.2 του άρθρου αυτού του Συντάγματος, κατ' εξαίρεση επιτρέπεται η επωφελέστερη αξιοποίηση ή διάθεση, για τον ίδιο ή άλλο κοινωφελή σκοπό, εκείνου που καταλήφθηκε ή δωρήθηκε στην περιοχή, που καθόρισε ο διαθέτης ή ο δωρητής ή στην ευρύτερη της περιφέρεια, όταν βεβαιωθεί με δικαστική απόφαση ότι η θέληση του διαθέτη ή του δωρητή δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί για οποιονδήποτε λόγο, εξ ολοκλήρου ή κατά το μεγαλύτερο μέρος του περιεχομένου της, καθώς και αν μπορεί να ικανοποιηθεί πληρέστερα με τη μεταβολή της εκμεταλλεύσεως, όπως ορίζει ο νόμος.

Κατ' επιταγή της συνταγματικής αυτής διατάξεως εκδόθηκε ο Ν.455/1976, από το συνδυασμό των διατάξεων 1, 2 και 3 του οποίου, προκύπτει ότι η επωφελέστερη αξιοποίηση εκείνου, που ο διαθέτης άφησε ή δώρισε για κοινωφελή σκοπό ως και η διάθεση αυτού για τον ίδιο ή άλλο σκοπό επιτρέπεται, κατόπιν εκδόσεως αποφάσεως από το, κατά το άρθρο 825 ΚΠολΔ, αποκλειστικά αρμόδιο Εφετείο Αθηνών, που δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, η οποία βεβαιώνει ότι η θέληση του διαθέτη ή του δωρητή, δεν δύναται να ικανοποιηθεί εξ οιουδήποτε λόγου, καθ' ολοκληρίαν ή κατά το μεγαλύτερο μέρος του περιεχομένου αυτής, ως και αν δύναται να ικανοποιηθεί πληρέστερα με τη μεταβολή της εκμεταλλεύσεως.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας σοσιαστικού δικαίου, αν, δηλάδή για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Στην υπόθεση που κρίνεται, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικός ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής ουσιώδη αναφορικώς με την ένδικη αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος περί τροποποιήσεως του οργανισμού του, αναφορικά με τον τρόπο διαθέσεως της περιουσίας του: " Με την από 21-5-1942 διαθήκη του, ο αποβιώσας στις 26-6-1942 στην Κωνσταντινούπολη Κωνσταντής ή Κωστής Περ.

Κοντής διέθεσε τα αναγραφόμενα σ' αυτή κινητά κι ακίνητα περιουσιακά του στοιχεία για την ίδρυση και συντήρηση συσσιτίου για τη δωρεάν και χωρίς χρήματα διατροφή των πτωχών και απόρων κατοίκων του χωριού Βήσσανης Ιωαννίνων. Το συσσίτιο θα ιδρυόταν πέντε έτη μετά το θάνατο του διαθέτη και θα έφερε το όνομα του.

Καθήκοντα εκτελεστή διαθήκης ο διαθέτης ανάθεσε στον Κ. Α. και τον ιατρό Κόντη, σε περίπτωση δε θανάτου και των δυο εκτελεστών καθήκοντα εκτελεστού θ' αναλάμβανε η δημογεροντία του χωριού Βήσσανη. Σε εκτέλεση των όρων της διαθήκης αυτής εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 127/17-2-1961 Β.Δ. με το οποίο εγκρίθηκε η σύσταση κοινωφελούς ιδρύματος με την επωνυμία "Συσσίτο Κωστή Περ.

Κόντη" υπέρ των απόρων του χωριού Βήσσανη της Ηπείρου και κυρώθηκε ο οργανισμός διοίκησης και διαχείρισης αυτού. Στο άρθρο 2 του οργανισμού ορίζεται ότι: "σκοπός του ιδρύματος είναι η εκ των εισοδημάτων του κληροδοτήματος ίδρυσης συσσιτίου και η μέσω αυτού συντήρηση αποδεδειγμένως απόρων προσώπων ή μαθητών, γεννηθέντων και διαμενόντων στο χωριό Βήσσανη της Ηπείρου, κατά την ανέλεγκτον κρίσιν του Διοικητικού Συμβουλίου του Ιδρύματος.

Το Διοικητικό Συμβούλιο του Ιδρύματος δύναται δια χρημάτων του κληροδοτήματος να αγοράζει όλα τα εφόδια δια την παροχή συσσιτίου δια τους απόρους Βησσάνης δια τα άπορα παιδιά αυτής". Τα έσοδα του ιδρύματος σύμφωνα με τον απολογισμό του έτους 2006, ανέρχονται συνολικά σε 97.756,09 ευρώ και τα έξοδα σε 14.875,76 ευρώ.

Από το χρόνο που ιδρύθηκε το Ίδρυμα μέχρι σήμερα έχουν μειωθεί σημαντικά οι κάτοικοι του χωριού Βήσσανη και έχουν απομείνει μόνο 150 μόνιμοι κάτοικοι, όλοι δε οι εναπομείναντες είναι δικαιούχοι συντάξεων ή εισοδημάτων από άλλες πηγές ώστε να μην μπορεί να γίνει λόγος για πτωχούς και απόρους και να μην υπάρχει εκ των πραγμάτων ανάγκη τακτικού συσσιτίου.

Αποτέλεσμα της τεράστιας μεταβολής των κοινωνικοοικονομικών συνθηκών είναι να μην μπορεί να πραγματοποιηθεί η βούληση του διαθέτη, όπως αναγράφεται στην διαθήκη, ούτε ο σκοπός του οργανισμού που συστήθηκε σε εκτέλεση αυτής. Το αιτούν προτείνει να τροποποιηθεί ο σκοπός του ιδρύματος ώστε να είναι αυτός πραγματοποιήσιμος και για να εκπληρώνεται πληρέστερα η βούληση του διαθέτη και ειδικότερα να μπορεί αυτό το ίδρυμα:

α) να διαθέτει το αναγκαίο χρηματικό ποσό ώστε να αγοράζονται και να διανέμονται τρόφιμα και άλλα αγαθά στους κατοίκους του χωριού Βήσσανη, που έχουν ανάγκη οικονομικής βοήθειας, λόγω των ισχνών εισοδημάτων κατά την περίοδο των εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα κατά την κρίση του Διοικητικού Συμβουλίου και β)διαθέτει ορισμένο χρηματικό ποσό το οποίο θα καθορίζεται κάθε έτος από το Διοικητικό Συμβούλιο του Ιδρύματος για να χορηγείται σε αριστούχους της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, που είτε διαμένουν στο χωριό αυτό, είτε κατάγονται από το χωριό αυτό.

Η προτεινόμενη τροποποίηση του σκοπού όμως πρέπει ν'απορριφθεί διότι είναι εκτός της βούλησης του διαθέτη δεδομένου ότι κατ' αυτόν τον τρόπο η φροντίδα και η αρωγή του ιδρύματος δεν θα είναι συνεχής και αδιάκοπη προς τους κατοίκους αλλά θα εκδηλώνεται μόνο τρεις (3) το πολύ φορές το χρόνο. Πέραν αυτού κρίνεται ότι, και υπό τις παρούσες συνθήκες, δεν υπάρχει ανάγκη αλλαγής του σκοπού του ιδρύματος και παρέκκλιση από τη βούληση του διαθέτη αλλά συμμόρφωση προς αυτή με την προσαρμογή του όρου "συσσίτιο" στα σημερινά δεδομένα και ειδικότερα με την φροντίδα όσων είναι μόνοι και των ηλικιωμένων ή ασθενών δηλαδή "ανήμπορων" κατά την έκφραση της διαθήκης" Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την αίτηση του αναιρεσείοντος, δεχθέν ότι δεν υπάρχει ανάγκη αλλαγής του σκοπού του ιδρύματος γιατί κάτι τέτοιο θα ήταν αντίθετο με τη βούληση του διαθέτη, ο οποίος θέλησε η φροντίδα του ιδρύματος προς τους κατοίκους να είναι συνεχής και αδιάκοπη.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προδιαληφθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου (αρθρ.109 παρ.2 του Συντάγματος και 3 του Ν.455/1976), τις οποίες ορθώς εφήρμοσε, χωρίς να δεχθεί διαφορετική ερμηνεία από αυτή που εκείνες προβλέπουν.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 109 και 110 του ΑΚ συνάγεται ότι στην ιδρυτική πράξη του κοινωφελούς ιδρύματος που μπορεί να συσταθεί είτε με δικαιοπραξία εν ζωή, είτε με διάταξη τελευταίας βούλησης, πρέπει να καθορίζεται ο σκοπός του ιδρύματος, η περιουσία που αφιερώνεται και ο οργανισμός του, δηλαδή ο τρόπος με τον οποίο θα διοικείται και θα λειτουργεί Συνήθως οι ιδρυτές καθορίζουν τα πρόσωπα, που θα αποτελέσουν την πρώτη διοίκηση του ιδρύματος καθώς και τον τρόπο της εκλογής των μεταγενέστερων διοικήσεων.

Αν στην ιδρυτική πράξη δεν περιέχεται ο οργανισμός του ιδρύματος ή είναι ελλιπής, μπορεί αυτός να ορισθεί, να συμπληρωθεί ή να τροποποιηθεί με το διάταγμα που εγκρίνει τη σύστασή του, με τον όρο ότι η θέληση του ιδρυτή θα παραμείνει σεβαστή. Κατά το άρθρο 119 ΑΚ, ο οργανισμός του ιδρύματος μπορεί να μεταβληθεί και μεταγενέστερα από την κατά το άρθρο 112 ΑΚ αρμόδια αρχή, ακόμα και εναντίον της θέλησης του ιδρυτή, αν η μεταβολή του αυτή επιβάλλεται για να συντηρηθεί η περιουσία ή για να συμπληρωθεί ο σκοπός του ιδρύματος.

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1,2 και 3 του νόμου 455/1976, ο οποίος εκδόθηκε κατ' επιταγή της διάταξης του άρθρου 109 παρ.2 του Συντάγματος, η επωφελέστερη χρησιμοποίηση ή διάθεση εκείνου που ο διαθέτης άφησε ή δώρησε για κοινωφελή σκοπό, επιτρέπεται με απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Η απόφαση αυτή εκδίδεται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας και βεβαιώνει ότι η θέληση ταυ διαθέτη ή του δωρητή δεν μπορεί να ικανοποιηθεί για οποιονδήποτε λόγο εξ ολοκλήρου ή κατά το μεγαλύτερο μέρος της, καθώς και αν μπορεί να ικανοποιηθεί καλύτερα ύστερα από μεταβολή της εκμετάλλευσης.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 825 ΚΠολΔ, που έχει αντικαταστήσει το άρθρο 5 του α.ν. 2039/39, κάθε αμφιβολία ή αμφισβήτηση για την ερμηνεία διαθήκης ή άλλης πράξης, με την οποία διαθέτονται περιουσιακά στοιχεία με κληρονομιά, κληροδοσία ή δωρεά υπέρ του κράτους ή κοινωφελών σκοπών εφόσον αναφέρεται στον τρόπο της εκκαθάρισης και γενικά της διαχείρισης και της εκτέλεσης της περιουσίας που έχει διατεθεί για το κράτος ή για κοινωφελή σκοπό, υπάγεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Εφετείου Αθηνών.

Κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης, που συνάγεται από τη γραμματική διατύπωση και από το σκοπό της θέσπισής της, το Εφετείο Αθηνών καθίσταται αρμόδιο να κρίνει, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, όταν πρόκειται για ερμηνεία διαθήκης ή άλλης πράξης, με την οποία έχει διατεθεί περιουσιακό στοιχείο για τους αναφερόμενους στο άρθρο 1 του α.ν. 2039/1939 κοινωφελείς σκοπούς, αποκλειστικώς και μόνο όταν προκύπτει αμφιβολία ή αμφισβήτηση για ζητήματα που έχουν σχέση με τον τρόπο της εκκαθάρισης και γενικά της διαχείρισης καταλειφθέντος περιουσιακού στοιχείου για κοινωφελή σκοπό και όχι όταν αυτή ανάγεται και σε άλλα θέματα.

Από τις πιο πάνω διατάξεις, σε συνδυασμό και με αυτές που προαναφέρθηκαν του άρθρου 109 παρ.1 και 2 του Συντάγματος, προκύπτει ότι η βούληση του διαθέτη ή του δωρητή, είναι κατοχυρωμένη νομικώς όχι μόνο ως προς τον κοινωφελή σκοπό στον οποίο αποβλέπει, αλλά και ως προς τον τρόπο που θα εκτελεσθεί αυτός, άρα και τους ορισμούς τους σχετικούς με τον τρόπο διαχείρισης της περιουσίας και διοίκησης του ιδρύματος, εφόσον, όμως, ο σκοπός και οι όροι αυτοί δεν έρχονται σε αντίθεση προς τη δημόσια τάξη και τους κανόνες της ηθικής που ισχύουν, κατά την κοινή αντίληψη.

Κατά συνέπεια, όταν για οποιονδήποτε λόγο επιβάλλεται να τροποποιηθεί, συμπληρωθεί κ.λπ. ο οργανισμός κοινωφελών ιδρυμάτων, της κατηγορίας που γίνεται λόγος, για να μη δυσχεραίνεται ή εμποδίζεται η εκπλήρωση του σκοπού αυτών, η τροποποίηση, συμπλήρωση κλπ., αυτή θα γίνει με τον τρόπο που ορίζουν οι προμνημονευόμενες διατάξεις του ΑΚ και εκείνες των άρθρων 98, 95 § 1 και 97 παρ. 2 του α.ν. 2039/39, που έχουν θεσπιστεί για να κατοχυρωθεί και διασφαλισθεί στο παραπάνω μέτρο η βούληση του διαθέτη ή του δωρητή, και συγκεκριμένα με διάταγμα και ύστερα από αίτηση της διοίκησης του ιδρύματος, όχι δε και μέσω άλλης οδού, δηλαδή της προσφυγής και μάλιστα προσώπων άλλων εκτός από τη διοίκηση του ιδρύματος, στο Εφετείο Αθηνών, που αρμόδιο είναι να επιλύσει, με την εκούσια διαδικασία, αποκλειστικά και μόνο, τα πιο πάνω ζητήματα, που από τη φύση τους απαιτούν τη δικαστική κρίση (ΑΠ 678/1993).

Περαιτέρω, ο κατά το άρθρο 559 αριθ.4 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το πολιτικό δικαστήριο δέχθηκε ότι έχει δικαιοδοσία σε υπόθεση που, κατά νόμο, υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων ή διοικητικής αρχής. Ο λόγος αυτός ιδρύεται και αν ακόμη δεν έγινε σχετική επίκληση της έλλειψης δικαιοδοσίας ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, αφού αφορά τη δημόσια τάξη (αρθρ.562 παρ.2 εδ.γ' ΚΠολΔ-ΑΠ 98/2005).

Στην προκειμένη, περίπτωση, ο αναιρεσίβλητος Δήμος Δελβινακίου, με την ασκηθείσα ενώπιον του Εφετείου κυρία παρέμβασή του, ζήτησε την τροποποίηση του άρθρου 3 του ανωτέρω Β.Δ.127/1961 σύμφωνα με το οποίο το Ίδρυμα διοικείται από 5μελές συμβούλιο απαρτιζόμενο από: 1)τον εφημέριο του ενοριακού ναού Βήσσανης 2)τον εκάστοτε Διευθυντή του Σχολείου Κοινότητας Βήσσανης 3)την Α.

Χ., πρόεδρο Παντάνασσας Ιωαννίνων, που έχει φιλανθρωπική δράση στην Ήπειρο 4)τον Π. Τ., ιατρό στη Βήσσανη και 5)τον Ε. Δ., συνταξιούχο σε περίπτωση δε θανάτου ή αποχώρησης ενός ή περισσοτέρων των ως άνω μελών, τα λοιπά μέλη ορίζουν άλλα μέλη και στην περίπτωση που αποβιώσουν όλοι χωρίς να ορίσουν υποκατάστατους θα διορίζονται μέλη του Συμβουλίου από τον Υπουργό Οικονομικών μετά από πρόταση της Κοινότητας Βήσσανης και τη συγκρότηση στο μέλλον αυτού, κατά τον τρόπο που αυτός (αναιρεσίβλητος) πρότεινε έτσι, ώστε να διευκολυνθεί η λειτουργία αυτού (ιδρύματος) και η πληρέστερη εκπλήρωση του σκοπού του, η οποία διαφορετικά θα καταστεί προβληματική.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε εν μέρει, κατ'ουσίαν, αυτή (κυρία παρέμβαση) και όρισε νέο Διοικητικό Συμβούλιο του Ιδρύματος. Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο έσφαλε, αφού όπως προαναφέρθηκε στη νομική σκέψη της παρούσας, δεν είχε δικαιοδοσία να επιληφθεί της εν λόγω διαφοράς, μη αφορώσας τον τρόπο εκκαθαρίσεως και γενικά της διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων για κοινωφελή σκοπό και ως εκ τούτου μη υπαγομένης στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.

Επομένως, ο δεύτερος κατ'ορθή εκτίμησή του, λόγος της αναιρέσεως, από τον αριθμό 4 (και όχι 5 και 14) του αρθρ.559 ΚΠολΔ με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμος.

Κατ'ακολουθίαν, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως και η πρόσθετη, υπέρ του αναιρεσείοντος Ιδρύματος, παρέμβαση του Υπουργού Οικονομικών να απορριφθούν, ως προς τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, ως προς το δεύτερο λόγο αυτής, να αναιρεθεί, αντιστοίχως, η προσβαλλομένη απόφαση και να απορριφθεί, ως απαράδεκτη, για έλλειψη δικαιοδοσίας (αρθρ.580 παρ.1 ΚΠολΔ) η από 29-7-2007 αίτηση του αναιρεσείοντος Ιδρύματος, κατά το ειδικότερο αίτημά της, περί τροποποιήσεως του άρθρου 3 του Οργανισμού του (ΒΔ 127/1961), με το οποίο ορίζεται ο τρόπος συγκρότησης του Διοικητικού Συμβουλίου του. Τέλος, πρέπει: α)τα δικαστικά έξοδα των κυρίως διαδίκων (αναιρεσείοντα και αναιρεσιβλήτου) να συμψηφιστούν εν όλω λόγω της μερικής νίκης και ήττας τους (άρθρ. 178 και 183 ΚΠολΔ) και β)ο προσθέτως παρεμβαίνων να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του καθ'ου η παρέμβαση Δήμου (αρθρ.176, 182 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως και την πρόσθετη, υπέρ του αναιρεσείοντος, παρέμβαση, ως προς τον πρώτο λόγο αναιρέσεως.

Δέχεται την αίτηση αναιρέσεως, ως προς το δεύτερο λόγο αυτής.

Αναιρεί την 1859/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ως προς το δεύτερο λόγο αυτής.

Απορρίπτει την από 29 Ιουλίου 2007 αίτηση του αναιρεσείοντος Ιδρύματος, κατά το ειδικότερο αίτημά της, περί τροποποιήσεως του άρθρου 3 του Οργανισμού του (ΒΔ 127/1961), με το οποίο ορίζεται ο τρόπος συγκρότησης του Διοικητικού Συμβουλίου του.

Συμψηφίζει εν όλω τα δικαστικά έξοδα των κυρίως διαδίκων. Και

Καταδικάζει τον παρεμβαίνοντα, υπέρ του αναιρεσείοντος Υπουργό των Οικονομικών στα δικαστικά έξοδα του καθ'ού η παρέμβαση Δήμου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 25 Μαΐου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 18 Νοεμβρίου 2010.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ