1547/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1547/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η πρόσθετη αυτή σύμβαση παραδόσεως της νομής ή κατοχής επί του πράγματος, άνευ της οποίας δεν είναι δυνατή ή ακύρωση της επισπευδομένης εκτελέσεως ως καταχρηστικής, μπορεί να είναι και αναιτιώδης και πάντως δεν υπόκειται σε τύπο. Ενώ εξάλλου από ουδεμία διάταξη του Αστικού Κώδικα προκύπτει ότι το ενέχυρο και η υποθήκη είναι αποκλειστικοί τρόποι εξασφαλίσεως απαιτήσεως.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1547 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1547/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Κασσαβέτη, Ιωάννη Παπανικολάου, Ρένα Ασημακοπούλου και Χαράλαμπο Ζώη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΠΕΙΡΑΙΩΣ FACTORING Ανώνυμος εταιρεία Πρακτορείας Επιχειρηματικών Απαιτήσεων" ("πρώην 'MULTIFACTORING Ανώνυμος εταιρεία Πρακτορείας Επιχειρηματικών Απαιτήσεων"), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παππά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ..
Του αναιρεσιβλήτου: Σωματείου με την επωνυμία "ΙΕΡΟ ΚΑΘΙΔΡΥΜΑ ΑΓΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ" που εδρεύει στον Αγ. Βασίλειο Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Συμεωνίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Κοινοποιουμένη προς Α.Τους αναγκαίους ομοδίκους μου, κληρονόμους της αποβιωσάσης Ψ : 1.Ψ1, 2.Ψ2 , 3.Ψ3 και Β. Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" που εκπροσωπείται νόμιμα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-1-2001 ανακοπή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8386/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 2953/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 15-2-2005 αίτησή της και τους από 12-9-2006 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 5 Ιανουαρίου 2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλομένης απόφασης κατά παραδοχή (κατά το πρώτο σκέλος) του τετάρτου λόγου του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναιρέσεως και την απόρριψη κατά τα λοιπά των λόγω του κυρίου και προσθέτου δικογράφου αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο εκ του προσυμφώνου αγοραστής νομιμοποιείται σε άσκηση της εκ του άρθρου 936 ΚΠολΔ ανακοπής κατά της επισπευδομένης αναγκαστικής εκτελέσεως, που έχει ως αντικείμενο το πωληθέν με το προσύμφωνο, υπό την προϋπόθεση ότι έχει καταρτισθεί και πρόσθετη σύμβαση, με την οποία απέκτησε τη νομή ή κατοχή επί του πράγματος.
Η πρόσθετη αυτή σύμβαση παραδόσεως της νομής ή κατοχής επί του πράγματος, άνευ της οποίας δεν είναι δυνατή ή ακύρωση της επισπευδομένης εκτελέσεως ως καταχρηστικής, μπορεί να είναι και αναιτιώδης και πάντως δεν υπόκειται σε τύπο. Ενώ εξάλλου από ουδεμία διάταξη του Αστικού Κώδικα προκύπτει ότι το ενέχυρο και η υποθήκη είναι αποκλειστικοί τρόποι εξασφαλίσεως απαιτήσεως.
Κατά συνέπεια, η σύμβαση με την οποία κάποιος αναλαμβάνει να πωλήσει και μεταβιβάσει την κυριότητα ακινήτου προς εξασφάλιση απαιτήσεως, είναι έγκυρη και σοβαρή και όχι εικονική, μολονότι, ενέχει ως αιτία την καταπίστευση. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 166 ΑΚ, από το προσύμφωνο γεννιούνται ανάμεσα στα μέρη αποκλειστικά ενοχικά δικαιώματα και υποχρεώσεις, αφού τα μέρη δεσμεύονται κατά πρώτο και κύριο λόγο ενοχικώς μεταξύ τους να προβούν στις απαιτούμενες δηλώσεις της βούλησής τους για την κατάρτιση της κύριας σύμβασης και ευθύνονται το καθένα τους ενοχικώς απέναντι στο άλλο για την περίπτωση της μη εκπλήρωσης αυτής της βασικής ενοχικής υποχρέωσής τους σύμφωνα με τους κανόνες που διέπουν τη μη εκπλήρωση των ενοχικών υποχρεώσεων εν γένει και ειδικότερα, τη μη εκπλήρωση των αμφοτεροβαρών συμβάσεων, γιατί το προσύμφωνο έχει, κατά κανόνα, τον χαρακτήρα αμφοτεροβαρούς σύμβασης.
Παράλληλα όμως γεννιούνται από αυτό κατ' άρθρο 288 ΑΚ και υποχρεώσεις ανάμεσα στα μέρη και δυνάμει της γενικότερης αρχής της καλόπιστης εκπλήρωσης των ενοχών, με συνέπεια ο κύριος του πράγματος που υποσχέθηκε με το προσύμφωνο την πώλησή του στον αντισυμβαλλόμενο του να δεσμεύεται ενοχικώς απέναντι του να μη μεταβιβάσει κατά κυριότητα το ίδιο αυτό πράγμα σε τρίτον, γιατί αν το κάνει, παραβιάζοντας αυτή την υποχρέωσή του, ευθύνεται ενοχικώς, απέναντι στον αντισυμβαλλόμενό του υποψήφιο αγοραστή, σύμφωνα με τους κανόνες των άρθρων 335 και 382 ΑΚ για επιγενόμενη υπαίτια αδυναμία παροχής.
Η μεταβίβαση όμως αυτής της ίδιας της κυριότητας του πράγματος στον τρίτο θα είναι κατά κανόνα έγκυρη κατ' άρθρο 177 ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο, στην περίπτωση που η εξουσία διάθεσης απαλλοτριωτού δικαιώματος περιορίζεται με δικαιοπραξία, ο περιορισμός αυτός, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει κάτι άλλο, έχει μόνο ενοχική ενέργεια και δεν επιδρά στο κύρος της διάθεσης.
Περαιτέρω δε, με βάση την αρχή της σχετικότητας των ενοχικών συμβάσεων, που αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο του δικαιϊκού μας συστήματος, που διέπει τις ενοχές εν γένει, ο τρίτος δεν υπέχει κατά κανόνα καμιά ευθύνη απέναντι σ' αυτόν προς τον οποίο ο κύριος είχε υποσχεθεί με το προσύμφωνο την πώληση του ίδιου αυτού πράγματος.
Από τα παραπάνω γίνεται παρέκκλιση στις περιπτώσεις επιλήψιμης συμπεριφοράς του τρίτου, προς τον οποίο έγινε η μεταβίβαση του πράγματος από τον κύριο, που είχε δεσμευθεί ενοχικώς με το προσύμφωνο απέναντι στον αντισυμβαλλόμενο του να μη μεταβιβάσει το ίδιο πράγμα σε άλλον, αν η συμπεριφορά αυτή πληροί τις προϋποθέσεις των άρθρων 178 ΑΚ, κατά την έννοια του οποίου αίρεται η δικαιοπρακτική δέσμευση και δεν επέρχονται τα αποτελέσματα της δικαιοπραξίας, όταν αυτή αντίκειται στα χρηστά ήθη.
Ειδικότερα ακυρότητα της μεταβίβασης της κυριότητας προς τον τρίτο μπορεί να θεμελιωθεί στο άρθρο 178 ΑΚ για αντίθεση της δικαιοπραξίας στα χρηστά ήθη, αφού ως δικαιοπραξίες που εμπίπτουν σ' αυτή τη διάταξη πρέπει να θεωρηθούν και οι δικαιοπραξίες οι οποίες συνιστούν γεγονός, που με τρόπο που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη, είναι ζημιογόνο για τα συμφέροντα τρίτων προσώπων και τέτοια είναι βέβαια και η περίπτωση της σύμβασης που έχει σκοπό τη στήριξη μιας αντισυμβατικής συμπεριφοράς, κάτι που προφανώς προϋποθέτει απαραιτήτως και πάλι, συμμέτοχος του ανήθικου αυτού σκοπού να είναι και ο τρίτος.
Για την υλοποίηση όμως αυτής της ακυρότητας υπέρ του δανειστή από το προσύμφωνο, είναι απαραίτητο, το ζήτημα της ακυρότητας να τεθεί και να εξετασθεί από το Δικαστήριο, έστω και παρεμπιπτόντως, σε δίκη μεταξύ του εν λόγω δανειστή και του τρίτου, κάτι που μπορεί να συμβεί και κατά την εκδίκαση ανακοπής του δανειστή από το προσύμφωνο δυνάμει του άρθρου 936 ΚΠολΔ κατά της κατάσχεσης του πράγματος, την οποία επέβαλε ο τρίτος σε εκτέλεση δικαστικής απόφασης ή διαταγής πληρωμής.
Εξ άλλου κατ΄ άρθρο 281 ΑΚ η καταχρηστική κατά την έννοια αυτού, άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, επί ποινή ακυρότητος (174 Α.Κ.), Τούτο δε διακηρύσσεται και με το άρθρο 25 παρ. 3 του Συντάγματος, που αναφέρεται γενικώς και αδιακρίτως στην άσκηση κάθε δικαιώματος. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών σαφώς προκύπτει ότι εκείνος που ασκεί την από το ως άνω άρθρο 936 Κ.Πολ.Δικ.
ανακοπή προς απόκρουση της επισπευδόμενης επί του αντικειμένου αναγκαστικής εκτέλεσης και διατήρηση έτσι της υπέρ αυτού επί του αντικειμένου της εκτελέσεως δημιουργηθείσας καταστάσεως, μπορεί να επικαλεσθεί ως λόγον (βάση) της ανακοπής του κάθε δικαιώματος, δυνάμει του οποίου αποκρούεται εν όλω ή εν μέρει, το επί του αντικειμένου της εκτελέσεως ουσιαστικόν δικαίωμα του καθ΄ ου η εκτέλεση οφειλέτου, επομένως και το από το άρθρο 281 ΑΚ δικαίωμα (ουσιαστικόν δικαίωμα) να αποκρούσει το δικαίωμα του καθ΄ ου η εκτέλεση οφειλέτου ως καταχρηστικώς ασκούμενο.
Τούτο δε διότι ο επισπεύδων ως ασκών τα δικαιώματα του καθ΄ ου η εκτέλεση οφειλέτη, υπόκειται στους περιορισμούς εις τους οποίους θα υπέκειτο και ο τελευταίος αυτός εάν ασκούσε το δικαίωμα του (άρθρον 1005 παραγ. 1 Κ.Πολ.Δικ). Οπότε καθισταμένου του εν λόγω δικαιώματος του καθ΄ ού η εκτέλεση οφειλέτου ανενεργούς από το λόγο αυτό, η επισπευδόμενη και επ΄ αυτού (δικαιώματος του οφειλέτου) ερειδομένη αναγκαστική εκτέλεση, όπως και η με αυτήν επιδιωκόμενη και συνιστώσα άσκηση επίσης ουσιαστικού δικαιώματος, πραγμάτωση της απαιτήσεως του δανειστή, αποβαίνει έναντι του τρίτου ανενεργής και συνεπώς άκυρη (Ολ.
ΑΠ 448/1984). Δεν γίνεται δεκτή όμως η εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ και στις περιπτώσεις άσκησης των γενικών ευχερειών που πηγάζουν από την ελευθερία δράσης του ατόμου στην κοινωνία (Ολ. ΑΠ 33/1987, Ολ. ΑΠ 48/1987). Τέτοια δε γενική ευχέρεια είναι και η μεταβίβαση σε τρίτο του πράγματος από τον κύριο ενώ είχε δεσμευτεί, προηγουμένως, ενοχικώς με προσύμφωνο απέναντι στον αντισυμβαλλόμενο να μη μεταβιβάσει το ίδιο πράγμα σε άλλον.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα: Με το υπ' αριθ. .................. προσύμφωνο συμβόλαιο πωλήσεως της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Θ. Μαρέτη, η πρώτη των καθών η ανακοπή Ψ, κυρία του 50% εξ αδιαιρέτου επί ενός ημιϋπογείου χώρου οικοδομής, εμβαδού 480 τ.μ. με ποσοστό συγκυριότητας επί των κοινοχρήστων χώρων 76% εξ αδιαιρέτου, και επικαρπώτρια του άλλου 50% επί του εν λόγω ακινήτου, καθώς και τα παιδιά της Ψ2 και Ψ3, ψιλοί συγκύριοι επί του άνω ακινήτου κατά ποσοστό 25% ο καθένας εξ αδιαιρέτου, ανέλαβαν την υποχρέωση να πωλήσουν και μεταβιβάσουν, αντί τιμήματος 50.000.000 δρχ., προς το ανακόπτον και ήδη αναιρεσίβλητο σωματείο με την επωνυμία "ΙΕΡΟ ΚΑΘΙΔΡΥΜΑ ΑΓΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ" και το διακριτικό τίτλο "ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΑ" το προπεριγραφέν ακίνητο.
Την ίδια ημερομηνία, δηλαδή την .........., οι δια του άνω προσυμφώνου συμβληθέντες κατήρτισαν και ιδιωτικό συμφωνητικό - αντέγγραφο, με το οποίο συνομολόγησαν και συναποδέχθηκαν: Ότι το προσυμφωνηθέν και φερόμενο ως καταβληθέν με το προσύμφωνο τίμημα των 50.000.000 δρχ. είναι "εικονικό" και ουδέποτε καταβλήθηκε από το ανακόπτον σωματείο (ΝΠΙΔ) - προαγοραστή στους δια του αυτού προσυμφώνου, ως άνω, προπωλητές.
Ότι το εν λόγω ακίνητο που έχει πολύ μεγαλύτερη αξία και υπερκαλύπτει την απαίτηση του ανακόπτοντος, πρόκειται να πωληθεί ελεύθερα περαιτέρω από το ανακόπτον προς ικανοποίηση μόνο της απαιτήσεως αυτού (ανακόπτοντος) κατά του Ψ1, συζύγου της πρώτης των καθών και πατέρα των λοιπών, που προσυμφώνησαν την πώληση και ότι η πραγματική αιτία που τούτο καταρτίσθηκε ήταν για να εξασφαλισθεί το ανακόπτον σωματείο για απαίτησή του εξ 61.214.827 δρχ.
κατά του συζύγου και πατέρα των προσυμβατικώς προπωλητών του ακινήτου, που προέκυψε από το ότι ο τελευταίος, ως πρόεδρος αυτού από το 1983, υπεξήρεσε από το Ταμείο αυτού (Σωματείου) το ποσό αυτό των 61.214.827 δρχ. Έκρινε δε το Εφετείο ότι με το ανωτέρω προσύμφωνο που είναι σοβαρή και όχι εικονική δικαιοπραξία και το αντέγγραφο καταρτίσθηκε, μεταξύ της πρώτης των καθών η ανακοπή (Ψ) και των παιδιών της αφενός και του ανακόπτοντος σωματείου αφετέρου έγκυρη σύμβαση σωρευτικής αναδοχής υπό των πρώτων, του χρέους του Ψ1 προς το δεύτερο (ανακόπτον σωματείο) και συγχρόνως έλαβε χώρα και σύμβαση αιτιώδους αναγνώρισης του χρέους υπό των αναδεχθέντων σωρευτικά να το καταβάλλουν, με τον ανωτέρω μνημονευθέντα τρόπο και ότι η εν λόγω σύμβαση αναδοχής χρέους, είχε από τη φύση της εγγυητικό χαρακτήρα, αφού προστέθηκαν και νέοι, φερέγγυοι οφειλέτες προς αποπληρωμή της οφειλής του Ψ1.
Η κατάρτιση δε του προσυμφώνου αυτού συμβολαίου πωλήσεως και μεταβιβάσεως του ακινήτου, όπως συνομολογείται και με το αντέγγραφο, έγινε κυρίως για να περιορίσει (συμβατικώς) την εξουσία της περαιτέρω διαθέσεως του επιδίκου ακινήτου (177 ΑΚ) υπέρ του ανακόπτοντος φιλανθρωπικού σωματείου. Επίσης δέχθηκε περαιτέρω το Εφετείο ότι οι ως άνω εκ του εν λόγω προσυμφώνου πωλητές του επιδίκου ακινήτου, σύζυγος και παιδιά του οφειλέτη Ψ1, που με το περιουσιακό αυτό ακίνητό τους δέχθηκαν να αποπληρώσουν την οφειλή του πατέρα τους προς το ανακόπτον φιλανθρωπικό σωματείο, συμφώνησαν επιπροσθέτως με το τελευταίο και παρέδωσαν προς αυτό τη νομή και κατοχή του επιδίκου ακινήτου από την 11η Μαΐου 1999, ήτοι από την υπογραφή των ανωτέρω προσυμφώνου και αντεγγράφου, ενώ συνάμα εκχώρησαν και την απαίτησή τους επί του μισθώματος εκ "407.504" δρχ.
μηνιαίως, κατά της μισθώτριας εταιρείας "............... ΟΕ" προς το ανακόπτον θρησκευτικό σωματείο, το οποίο έκτοτε και μέχρι και το 2003 εισέπραττε αυτό [μίσθωμα], ασκώντας έτσι και το δικαίωμα επικαρπίας της δεύτερης των καθών η ανακοπή, με τη θέληση αυτής. Έκρινε δε το Εφετείο ότι από την 11.5.1999 και μετά νομέας και κάτοχος, σύμφωνα με την εγκύρως καταρτισθείσα, κατά τα άνω, πρόσθετη συμφωνία, του επιδίκου ακινήτου έγινε αδιαμφισβήτητα το ανακόπτον Σωματείο, υπέρ του οποίου, επίσης έγκυρα, η πρώτη των καθών η ανακοπή και τα αναφερθέντα ανωτέρω παιδιά της, που με το προσύμφωνο πωλήσεως φέρονται ως προπωλητές του επιδίκου, ανέλαβαν συμβατικώς, όπως προαναφέρθηκε, και την ενοχική τους υποχρέωση να μη διαθέσουν αυτό προς άλλον, προκειμένου να εξυπηρετήσουν την εκ της συμβάσεως αναδοχής χρέους εγγυητική τους ευθύνη.
Ότι η επιπροσθέτως συμφωνηθείσα παράδοση της νομής και της κατοχής του επιδίκου ακινήτου προς το ανακόπτον "Ίδρυμα", εξασφάλιζε την υπέρ του τελευταίου [Ιδρύματος] συμφωνηθείσα απαγόρευση διαθέσεως, αφού δεν θα μπορούσαν πλέον εκείνοι, πρώτη των καθών και τέκνα αυτής, να παραδώσουν, ως αποδυναμωμένοι ψιλοί συγκύριοι μόνο, και τη νομή αυτού, σε άλλον, που ως δικαίωμα φυσικής καθολικής εξουσίας επί του πράγματος, εάν δεν υπάρχει στον κύριο αυτού, τον αποστερεί από το να απολαύσει όλες τις από την κυριότητα απορρέουσες εξουσίες.
Επίσης δέχθηκε το Εφετείο ότι με το από ............ ιδιωτικό συμφωνητικό, που δημοσιεύτηκε στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την 12.7.2000, με αριθμό .............., η πρώτη των καθών η ανακοπή, Ψ, εισήλθε στην εταιρία "...........ΟΕ", με ποσοστό συμμετοχής 5%, ενώ, ταυτόχρονα εξήλθε της εν λόγω εταιρίας ο υιός της Ψ3, μέτοχος ως τότε του 50% της εταιρίας και παρέμεινε μόνο, με ποσοστό 45%, ο έτερος υιός της Ψ2, ο δε σύζυγος της Ψ1, είχε αποχωρήσει εντελώς από την εταιρία από το έτος 1994.
Η δεύτερη εκ των καθών η ανακοπή, επισπεύδουσα την εκτέλεση και ήδη αναιρεσείουσα, που έχει ως αντικείμενο την πρακτορεία επιχειρηματικών απαιτήσεων, κατά το άρθρο 1 παρ 3 του Ν. 1905/1990, δηλ. την κατόπιν εκχωρήσεως ή εξουσιοδοτήσεως του προμηθευτή είσπραξη περισσοτέρων της μιας απαιτήσεων εκείνου κατά τρίτων [Factoring], υπαρχουσών ή μελλοντικών, κατήρτισε τις με αριθμ...........
και .............. διαρκείς συμβάσεις πρακτορείας, επιχειρηματικών απαιτήσεων μετά της άνω εταιρίας "..............ΟΕ", την οποία υπέγραψαν εκ μέρους της τελευταίας αυτής ομορρύθμου εταιρίας οι τότε συνδιαχειριστές και εκπρόσωποι αυτής Ψ2 και Ψ3, παιδιά της πρώτης των καθών η ανακοπή, η οποία και εισήλθε, κατά τα άνω προεκτεθέντα, μετέπειτα την 12.7.2000 στην εν λόγω εταιρία ως ομόρρυθμο μέλος κατά ποσοστό 5%, ενώ απεχώρησε ταυτόχρονα ο Ψ3, μεταβιβάσας αιτία πωλήσεως το μέχρι τότε ποσοστό του σ' εκείνη, (μητέρα του), κατά 5% και τον αδελφό του Ψ2, κατά ποσοστό 45%.
Στα πλαίσια της διαρκούς αυτής συμβάσεως πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων (FACTORING), η δεύτερη των καθών η ανακοπή και ήδη αναιρεσείουσα, που επισπεύδει και την εκτέλεση, εξέδωκε στις 30.5.2000 μία συναλλαγματική αξίας 10.000.000 δρχ. και λήξεως την 30.10.2000, την οποία απεδέχθη αυθημερόν (30.5.2000) η άνω εταιρεία ".............
ΟΕ". Αιτία της εκδόσεως της συναλλαγματικής αυτής, (καθώς και μιας άλλης μεταγενεστέρως αξίας 5.000.000 δρχ.), ήταν, όπως η ίδια η εκδότρια και δευτέρα των καθών ομολογεί, η εξασφάλιση αυτής, γιατί δεν υπήρχε ασφαλιστική κάλυψη. Ήτοι επρόκειτο για καταπιστευμένη συναλλαγματική, με την έννοια ότι ο κομιστής αυτής και εν προκειμένω η εκδότρια, δεύτερη των καθών, εταιρεία, κατά ορισμένο μόνο τρόπο και υπό ορισμένες προϋποθέσεις θα μπορούσε να ενασκήσει το εκ της συναλλαγματικής αυτής δικαίωμά του, με αποτέλεσμα η υποκειμένη αιτιώδης σχέση να υπόκειται σε προσβολή, κατά το άρθρο 17 του ν. 5325/1932 "περί συναλλαγματικής", με ένσταση αναβλητική ή ανατρεπτική, αφού ο αποδέκτης και υπογραφέας αυτής στην πραγματικότητα εγγυάται την ομαλή εξέλιξη της κύριας συμβάσεως πρακτορείας των απαιτήσεών του.
Στη συνέχεια, η δεύτερη των καθών η ανακοπή (και ήδη αναιρεσείουσα) με βάση τη συναλλαγματική αυτή επεδίωξε την έκδοση της υπ' αριθ. ............. Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία, μετά πάροδο απράκτων των εκ των άρθρων 632 επ. ΚΠολΔ προθεσμιών ανακοπής κατ' αυτής, κατέστη τελεσίδικη και άρα τίτλος εκτελεστός.
Δυνάμει δε του τίτλου αυτού η δεύτερη των καθών, (και ήδη αναιρεσείουσα) με την υπ' αριθ. ................ προσβαλλομένη έκθεση κατασχέσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης .........., κατέσχε το ποσοστό συγκυριότητας της πρώτης των καθών η ανακοπή (Ψ) εκ 50% επί του επιδίκου, ως άνω, ακινήτου, καθώς και εκ 50% ποσοστό επικαρπίας αυτής επί του υπολοίπου μέρους του επιδίκου, δηλαδή των 50%, που ανήκει κατά ψιλή κυριότητα εξ ημισείας στα δύο παιδιά της, Ψ2 και Ψ3.
Έκρινε δε το Εφετείο ότι, από τα ανωτέρω περιστατικά συνάγεται ότι: η πρώτη των καθών η εκτέλεση και η κρινόμενη ανακοπή Ψ, 1)με το να γίνει ομόρρυθμο μέλος της εταιρείας "..........ΟΕ", μετά την ανάληψη της ενοχικής υποχρεώσεως, δια του άνω προσυμφώνου και του ταυτοχρόνου μ' αυτό αντεγγράφου, να εξοφλήσει την οφειλή του συζύγου της, έστω και με καταπιστευτική, πλην έγκυρη, δικαιοπραξία, και την παράδοση της νομής και κατοχής όλου του ακινήτου στο ανακόπτον φιλανθρωπικό σωματείο, παραβίασε τη συμβατικώς αναληφθείσα ενοχική υποχρέωσή της περί μη διαθέσεως αυτού ή μέρους αυτού σε άλλον, προκειμένου με την πώληση αυτού να ικανοποιηθεί η απαίτηση του ανακόπτοντος πρωτίστως και το τυχόν επιπλέον να επιστραφεί σ' αυτή και τα παιδιά της (177, 330, 919 ΑΚ) και 2) Επίσης, η ίδια, όπως και τα παιδιά της, (που επίσης ανέλαβαν την ίδια ως άνω υποχρέωση έναντι του ανακόπτοντος) με το να μην αντιτάξει κατά της διαταγής πληρωμής, που κατέστη εκτελεστός τίτλος, την ένσταση καταπιστεύσεως, ενόσω η δεύτερη των καθών ουδέν επικαλείται περί πληρώσεως του ασφαλιστικού όρου προς εξυπηρέτηση του οποίου έγινε η ανάληψη υποχρεώσεως εκ της συναλλαγματικής αυτής, αδράνησε, ματαιώνοντας με την αδράνειά της, όπως και τα παιδιά της, την συμβατικώς αναληφθείσα υποχρέωσή της για ικανοποίηση του ανακόπτοντος, μολονότι η απαίτηση της δεύτερης των καθών (και ήδη αναιρεσείουσας) κατά της εταιρείας, σε σχέση με εκείνη του ανακόπτοντος, (και ήδη αναιρεσιβλήτου) ήταν και μεταγενέστερη και μικρότερη, αλλά και κυρίως αμφισβητήσιμη ως προς την ωριμότητά της και το πράγματι απαιτητό και δικαστικώς επιδιώξιμο αυτής.
Παρά ταύτα όμως ενήργησε και παρέλειψε να προβεί σε ενέργειες που ενέχουν παράβαση της συμβατικής υποχρεώσεώς της, που συνάμα προσβάλλουν και τα χρηστά ήθη, εφόσον και γνώριζε ή έστω αποδέχονταν ότι έτσι ζημίωνε το ανακόπτον σωματείο. Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 281 και 178 ΑΚ, αφού η συμμετοχή της Ψ, ως ομορρύθμου μέλους της εταιρίας ".............ΟΕ" και μάλιστα κατά ποσοστό 5% εξ αδιαιρέτου, δεν αποτελεί περιστατικό καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος της κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, αφού η ενέργεια της αυτή δεν υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος αυτού, αλλά αποτελεί γενική ευχέρεια επί της οποίας δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 281 ΑΚ.
Ενώ και η παράλειψη της να αντιτάξει κατά της διαταγής πληρωμής την ένσταση καταπίστευσης αποτελεί επίσης εκδήλωση της ευρύτερα προστατευόμενης ελευθερίας του ατόμου και δεν υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 178 ΑΚ και σε κάθε περίπτωση, εν όψει του συνόλου των προαναφερομένων συνθηκών και περιστάσεων υπό τις οποίες έλαβε χώραν, δεν είναι αντίθετη με τις αντιλήψεις του μέσου χρηστώς και υγιώς σκεπτομένου έμφρονος κοινωνικού ανθρώπου.
Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε ότι και η δεύτερη των καθών "MULTIFACTORING" επισπεύδουσα, κατά τα άνω την κατάσχεση κατά της Ψ, γνώριζε την μετά την υπογραφή της συμβάσεως πρακτορείας είσοδο εκείνης στην αντισυμβληθείσα εταιρεία "..................ΟΕ" κατά ποσοστό 5%, όπως και την έξοδος απ' αυτής του παιδιού της Ψ3 και ότι με το να κατάσχει για απαίτηση 10.000.000 δραχμών το εκ 50% μερίδιο της κυριότητας της πρώτης των καθών (Ψ) επί του άνω επιδίκου ακινήτου, καθώς και το εμπράγματο δικαίωμα επικαρπίας αυτής επί του άλλου μισού, αποστερεί και το άλλο μισό από το επίδικο ακίνητο εκ της δυνατότητας να διαταθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο σε άλλον, άρα κα προς ικανοποίηση της απαιτήσεως του ανακόπτοντος (αναιρεσιβλήτου), έστω και αν αγνοούσε, όπως ισχυρίζεται, την αναληφθείσα συμβατικώς υποχρέωση της πρώτης των καθών προς το ανακόπτον, αφού αρκεί η γνώση και μόνο ότι το υπόλοιπο του ακινήτου καθίσταται πλέον άχρηστο κατ' ουσία.
Έκρινε δε το Εφετείο ότι υπό τα περιστατικά αυτά η άσκηση του δικαιώματος της δεύτερης των καθών (αναιρεσείουσας), που επισπεύδει αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος των περιουσιακών στοιχείων της πρώτης εξ αυτών καθής η εκτέλεση (Ψ), η οποία δεν μπορούσε να διαθέσει σε άλλον, εκτός από το ανακόπτον (αναιρεσίβλητο) σωματείο, το αποδυναμωμένο δικαίωμα κυριότητας σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου επί του ανωτέρω ακινήτου, καθώς και την επικαρπία αυτής επί του άλλου μισού (50%) του ακινήτου αυτού, ακόμη και ανεχόμενη την κατ' αυτής εκτέλεση, και η οποία παρά ταύτα προέβη σε πράξεις και παραλείψεις που οδηγούσαν στην καταστρατήγηση της ενοχικής της αυτής υποχρεώσεως, από πρόθεση, είναι προφανώς, καταχρηστική, ως υπερβαίνουσα τα όρια της καλής πίστεως και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικονομικού της δικαιώματος, καθότι και αυτή, (δεύτερη των καθών και επισπεύδουσα την εκτέλεση) γνώριζε τις καταφανώς βλαπτικές συνέπειες που επιφέρει με την κατάσχεση αυτή στα δικαιώματα του ανακόπτοντος επάνω στο κατασχεθέν μέρος του ακινήτου, αλλά και στο μη κατασχεθέν τμήμα αυτού, γεγονός που θέτει εκ ποδών το υπέρτερο εν προκειμένω δικαίωμα νομής του ανακόπτοντος σωματείου επί ολοκλήρου του ακινήτου (1095 ΑΚ) και ματαιώνει, κατ' αυτόν τον τρόπο τη δυνατότητα ικανοποιήσεως της υπέρτερης απαιτήσεώς του κατά της πρώτης των καθ' ών (Ψ), που, κατά τα άνω, διασφάλισε με την απόκτηση της νομής και τη σύμβαση μη διαθέσεως του νεμομένου απ' αυτό ακινήτου πράγματος της καθ' ής η εκτέλεση και των παιδιών αυτής.
Με το να κρίνει όμως έτσι το Εφετείο και να δεχθεί καταχρηστική την άσκηση του ένδικου δικαιώματος της αναιρεσείουσας "έστω και αν αγνοούσε", όπως αναφέρεται στην προσβαλλομένη απόφαση, χωρίς δηλαδή να βεβαιώνεται ότι η αναιρεσείουσα γνώριζε την αναληφθείσα συμβατικώς υποχρέωση της πρώτης των καθ' ων (Ψ) προς το ανακόπτον-αναιρεσίβλητο και με μόνη την επίκληση α)της γνώσης της εισόδου της Ψ στην εταιρεία ".....................
Ο.Ε" κατά ποσοστό 5% και β)της γενικής γνώσης χωρίς άλλη συγκεκριμένη δικαιολογία, ή διαπίστωση ότι το υπόλοιπο ήμισυ εξ αδιαιρέτου καθίσταται πλέον άχρηστο κατ΄ ουσίαν, αφού τέτοια γενική γνώση δεν αναγνωρίζεται στο δίκαιο ως αποδεικτικό μέσο ή γενική, ορισμένη ή αόριστη αρχή του δικαίου, παραβίασε το άρθρο 281 ΑΚ.
Επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση, που μετ΄ εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, δέχθηκε την ανακοπή του αναιρεσιβλήτου, κήρυξε άκυρη την επισπευδόμενη από την αναιρεσείουσα αναγκαστική εκτέλεση επί των περιουσιακών στοιχείων της πρώτης των καθ΄ ών Ψ (και ήδη κατά των κληρονόμων της) και αναγνώρισε το αναιρεσίβλητο νομέα και κάτοχο επί όλου του επιδίκου ακινήτου, πρέπει κατά παραδοχή των από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δικ.
δευτέρου (κατ΄ όρθή αυτού εκτίμηση) και τετάρτου (κατά το πρώτο σκέλος του) λόγων του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναίρεσης παρελκούσης της ερεύνης των λοιπών, να αναιρεθεί και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ΄ αριθμ. 2953/2004 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1.100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 25 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ