Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility regarding non-consideration of set-off claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a labor dispute. The appellants argued that the lower court failed to consider their claim for set-off of additional earnings against the cleaner's wages. The court ruled this argument inadmissible because the claim was not a new legal issue but a procedural matter requiring a specific legal basis for set-off.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(8), 559(9) of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the non-consideration of a claim for set-off is inadmissible as it does not constitute a new legal issue requiring reconsideration.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1547 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1547/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «..... Ο.Ε.», που εδρεύει στο ..... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2............., κατοίκου ομοίως, ως νομίμου εκπροσώπου της ως άνω εταιρείας, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στεφανογιάννη Οικονόμου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ......, η οποία παραστάθηκε με το δικηγόρο της Βασίλειο Καπερνάρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/4/2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 500/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6999/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21/2/2005 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 17/2/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ενώ η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης αν τα διδάγματα αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Εξάλλου, κατά τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε κατά κρίση ανέλεγκτη με την προσβαλλόμενη απόφαση τα εξής: Η πρώτη αναιρεσείουσα, που εκμεταλλευόταν το εστιατόριο-κέντρο διασκέδασης με το διακριτικό τίτλο «......, στο ........, στις 26-7-2001, προσέλαβε την αναιρεσίβλητη με προφορική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να την απασχολήσει ως καθαρίστρια στο άνω κέντρο.
Ειδικότερα, με τη σύμβαση αυτή ανατέθηκε στην αναιρεσίβλητη η καθαριότητα των τουαλετών, της γκαρνταρόμπας, της εισόδου, της τζαμαρίας εισόδου και του προθαλάμου πριν από τον κυρίως χώρο του εστιατορίου-κέντρου διασκέδασης, έναντι αμοιβής που ορίζουν οι οικείες Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας. Η αναιρεσίβλητη προσέφερε τις υπηρεσίες της όλες τις ημέρες της εβδομάδας από Δευτέρα έως Σάββατο καθώς και όλες τις Κυριακές με ωράριο 9.00μμ έως 300πμ,τις ημέρες Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη και Πέμπτη, από 9.00μμ έως 5.00πμ τις ημέρες Παρασκευή και Σάββατο και από 8.00μ έως 2.00 πμ την Κυριακή.
Τις ίδιες ώρες λειτουργούσε και το κέντρο της αναιρεσείουσας, του οποίου οι παραπάνω χώροι έπρεπε να διατηρούνται καθαροί από την αναιρεσίβλητη, ενώ επί πλέον στα καθήκοντα αυτής ήταν κατά τους χειμερινούς μήνες και η παραλαβή των παλτών κλπ των πελατών και η φύλαξή τους στη γκαρνταρόμπα του καταστήματος.
Λόγω της προϋπηρεσίας της σε νυκτερινά κέντρα διασκέδασης η αναιρεσίβλητη είχε αποκτήσει εμπειρία και από την εξυπηρέτηση των πελατών στους χώρους όπου εργαζόταν, κέρδιζε ένα σημαντικό ποσό από φιλοδωρήματα των πελατών, που η καταβολή τους έχει επικρατήσει πλέον ως έθιμο στα κέντρα διασκέδασης. Επί πλέον στο χώρο της γκαρνταρόμπας η αναιρεσείουσα είχε επιτρέψει στην αναιρεσίβλητη να πωλεί τσιγάρα στους πελάτες του καταστήματος, από δε την πώληση (μεταπώληση) των τσιγάρων σε μεγαλύτερες τιμές από τις αναγραφόμενες, η αναιρεσίβλητη κέρδιζε τη διαφορά.
Όμως και ανεξάρτητα από τη νομιμότητα της μεταπώλησης, ουδεμία συμφωνία αποδείχθηκε ότι έγινε μεταξύ των διαδίκων για παραχώρηση της χρήσης της γκαρνταρόμπας εκ μέρους της αναιρεσείουσας, με αντάλλαγμα την καθαριότητα του χώρου των τουαλεττών από την αναιρεσίβλητη. Ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι για την καθαριότητα των άλλων χώρων (εισόδου, προθαλάμου κλπ) χρησιμοποιούσε τις πρωϊνές ώρες άλλη καθαρίστρια, δεν μπορεί να ευσταθήσει, αφού οι άνω χώροι αποτελούν τη βιτρίνα του καταστήματος και κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας πρέπει να διατηρούνται καθαροί κατά τη διάρκεια της λειτουργίας τους.
Επίσης δεν αντέχει στα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι η ίδια η αναιρεσίβλητη, προκειμένου να της παραχωρήσει (η αναιρεσείουσα) τη χρήση της γκαρνταρόμπας για την πώληση τσιγάρων, της πρότεινε την καταβολή ποσοστού 10% από τα κέρδη των πωλήσεων, όμως αυτή (αναιρεσείουσα) δεν απαίτησε το ποσοστό αυτό.
Η αναιρεσείουσα απασχόλησε την αναιρεσίβλητη μέχρι και τις 13-1-2002, χωρίς να της καταβάλει καθ' όλη τη διάρκεια της εργασίας της οποιοδήποτε ποσό έναντι της αμοιβής της, ενώ από την άνω ημερομηνία σταμάτησε να δέχεται τις υπηρεσίες της, καταγγέλλοντας έτσι σιωπηρά τη σύμβαση. Με βάση τις παραδοχές αυτές του Εφετείου, επιδικάσθηκαν στην αναιρεσίβλητη, με την προσβαλλόμενη απόφαση, οι αποδοχές της του επιδίκου χρονικού διαστήματος, όπως ορίζονται από τις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας του κλάδου της, αμοιβή για εργασία κατά Κυριακές και τη νύκτα, μισθοί υπερημερίας κλπ.
Με όσα δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 648, ή 638 ή 361 ΑΚ και διέλαβε στην απόφαση επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για ζητήματα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε με σαφήνεια ότι, την πρώτη αναιρεσείουσα και την αναιρεσίβλητη συνέδεε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ότι είχε προσληφθεί για να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως καθαρίστρια, σε συγκεκριμένο ωράριο και έναντι ορισμένου μισθού (αυτού που ορίζεται από τις οικείες ΣΣΕ), ότι επί πλέον συμφωνήθηκε να παραλαμβάνει στο χώρο της γκαρνταρόμπας τα παλτά των πελατών (κατά τους χειμερινούς μόνο μήνες) και ότι η πρώτη αναιρεσείουσα είχε επιτρέψει στην αναιρεσίβλητη να πωλεί τσιγάρα επίσης στο χώρο της γκαρνταρόμπας και να αποκομίζει το κέρδος από την πώληση.
Δέχθηκε δηλαδή το Εφετείο ότι, εκτός από την εργασία της καθαρίστριας, είχε συμφωνηθεί η παροχή πρόσθετης εργασίας στο χώρο της γκαρνταρόμπας (παραλαβή παλτών κλπ), η οποία δεν είναι κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής συναφής με την αρχικώς συμφωνηθείσα και ότι ως αμοιβή της εργασίας αυτής συμφωνήθηκε αφενός η είσπραξη των φιλοδωρημάτων από τους πελάτες της επιχείρησης και αφετέρου, ως παροχή σε είδος, η άσκηση παράλληλης επικερδούς επιχείρησης στον ίδιο χώρο της επιχείρησης της αναιρεσείουσας (πώληση τσιγάρων).
Η συμφωνία αυτή για εκμετάλλευση της γκαρνταρόμπας και πώληση τσιγάρων δεν αναιρεί τη σύμβαση της εξαρτημένης εργασίας, ενώ οι πιο πάνω εργασίες ήταν δυνατόν να εκτελεσθούν συγχρόνως μέσα στο νόμιμο ωράριο της αναιρεσίβλητης. Επομένως, ο πρώτος λόγοι αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και ο δεύτερος και τέταρτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, με τους οποίους προβάλλεται ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των άρθρων 648, 638 και 361 ΑΚ, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
Επίσης αβάσιμος και απορριπτέος είναι και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, επειδή το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν είχε προσληφθεί άλλη καθαρίστρια για τον καθαρισμό των χώρων τις πρωϊνές ώρες και ότι δεν είχε παραχωρηθεί η χρήση της γκαρνταρόμπας και η πώληση τσιγάρων έναντι ανταλλάγματος, γιατί στην προκειμένη περίπτωση τα διδάγματα χρησίμευσαν για την εκτίμηση των αποδείξεων και όχι για ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνων δικαίου.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 652, 653 και 659 ΑΚ προκύπτει ότι, αν κατά τη διάρκεια της συμβάσεως συμφωνηθεί η παροχή από το μισθωτό εντός του νομίμου ωραρίου, πρόσθετης διαρκούς φύσεως εργασίας, η οποία κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής δεν είναι συναφής με την αρχικώς συμφωνηθείσα, ο εργοδότης είναι υποχρεωμένος να καταβάλει για την ανωτέρω εργασία τον ειθισμένο μισθό.
Εξάλλου, από το 7 παρ.2 του ν. 1876/1990 συνάγεται ότι, με την ατομική σύμβαση εργασίας επιτρέπεται να συμφωνηθεί να συμψηφίζονται (καταλογίζονται) στον καταβαλλόμενο μεγαλύτερο από το σύνολο των αποδοχών των προβλεπομένων από την οικεία συλλογική σύμβαση εργασίας ή διαιτητική απόφαση μισθό τα προβλεπόμενα από τη ΣΣΕ ή ΔΑ επιδόματα καθώς και η αμοιβή για παροχή πρόσθετης εργασίας.
Η συμφωνία όμως να συμψηφίζετε στις νόμιμες αποδοχές και τα επιδόματα η μεγαλύτερη από τις νόμιμες αποδοχές αμοιβή για παροχή πρόσθετης εργασίας, είναι σύμφωνα με τα άρθρα 3 και 174 ΑΚ και 1 και 2 του ν. 1876/1990 άκυρη, αφού απολήγει σε μη καταβολή ελαχίστων νομίμων αποδοχών. Τέλος, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ.8 Κ.Πολ.Δ.
ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και τείνουν στη θεμελίωση ή στην κατάλυση ή στην παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που έχει ασκηθεί με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση.
Για να ιδρυθεί ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως πρέπει ο προταθείς ισχυρισμός να είναι παραδεκτός και νόμιμος. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν απάντησε στον ισχυρισμό της πρώτης αναιρεσείουσας, που προβλήθηκε κατά τη δίκη ενώπιον του και ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, για εξόφληση των ενδίκων απαιτήσεων της αναιρεσίβλητης και για συμψηφισμό με μεγαλύτερες αποδοχές.
Ειδικότερα, η πρώτη αναιρείουσα ισχυρίσθηκε ότι, ανάμεσα σ' αυτή και την αναιρεσίβλητη είχε συμφωνηθεί, να περιλαμβάνονται στο νόμιμο μισθό της αναιρεσίβλητης τα φιλοδωρήματα, τα οποία θα εισέπραττε από τους πελάτες της επιχείρησης, λόγω της εκμετάλλευσης της γκαρνταρόμπας και της χρήση της τουαλέτας καθώς και τα κέρδη που θα αποκόμιζε από την μεταπώληση των τσιγάρων, ότι η αναιρεσίβλητη, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα αποκόμισε από τις παραπάνω απασχολήσεις της ποσά μεγαλύτερα από εκείνα που ζητεί με την αγωγή της και ότι τα ποσά αυτά, που εισέπραξε από την εκμετάλλευση της γκαρνταρόμπας και την πώληση τσιγάρων, πρέπει να συμψηφιστούν στις νόμιμες αποδοχές της της καθαρίστριας καθώς και τις απαιτήσεις της για αμοιβή εργασίας κατά τις Κυριακές και τη νύκτα, για αναλογία άδειας και επιδόματος αδείας και αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων.
Ο ισχυρισμός αυτός της αναιρεσείουσας, όπως προαναφέρθηκε, δεν είναι νόμιμος και επομένως, ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής.
Ως αίτηση αφεθείσα αδίκαστη κατά το άρθρο 559 αριθμός 9 Κ.Πολ.Δ. νοείται όχι οποιαδήποτε αίτηση, υποβληθείσα από τους διαδίκους κατά τη διαδρομή της δίκης, αλλά μόνο εκείνη που αναφέρεται σε ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία. Έτσι, η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπόψη του ενστάσεις ή αντενστάσεις των διαδίκων δεν θεμελιώνει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αλλά εκείνον του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου.
Συνεπώς, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, κατά το σκέλος του και την θεμελίωση του στην διάταξη του αριθμού 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται ότι, το Εφετείο άφησε αδίκαστη την πιο πάνω ένσταση των αναιρεσειόντων για συμψηφισμό των νομίμων αποδοχών της αναιρεσίβλητης στην καταβαλλόμενη μεγαλύτερη αμοιβή για παροχή πρόσθετης εργασίας, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, όπως απορριπτέα είναι και η αίτηση για αναίρεση στο σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη 201/22-2-2005 αίτηση της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «...... ΟΕ» και του ...... για αναίρεση της 6999/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιουλίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ