Legislator Case Law & Legislation
1546/2025 AI generated

1546/2025 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1546/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Φωτεινή Μηλιώνη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1546/2025 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά της τελευταίας εφετειακής απόφασης, ο αναιρεσείων άσκησε την άνω αίτηση αναίρεσης, οι προβαλλόμενοι λόγοι της οποίας αφορούν την εγγυητική του ευθύνη έναντι της αναιρεσίβλητης, για την οφειλή (από την αναφερόμενη σύμβαση πίστωσης με αλληλοχρεο λογαριασμό) της ως άνω πρωτοφειλέτριας. Η εν λόγω αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1546 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1546/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Φωτεινή Μηλιώνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 27 Μαΐου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Θ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Τσιούρα και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "EUROBANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της αρχικά καθ'ης η ανακοπή Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Κουτρούμπα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/7/2015 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 313/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 35/2021 του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21/5/2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 10-1-2023 κλήση του αναιρεσείοντος, νόμιμα φέρεται προς συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, η από 21-5-2021 αίτηση αναίρεσης, μετά από ματαίωση της συζήτησης αυτής, κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο, της 5-12-2022. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 35/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 313/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας.

Η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ο δεύτερος ανακόπτων - ασκών πρόσθετους λόγους ανακοπής, ήδη αναιρεσείων, με την ιδιότητα του εγγυητή στη σύμβαση πίστωσης, με ανοικτό - αλληλόχρεο λογαριασμό, που καταρτίστηκε μεταξύ της δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης, ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία, "Τράπεζα Εurobank Ergasias Ανώνυμη Εταιρεία", στη θέση της οποίας έχει υπεισέλθει η ήδη αναιρεσίβλητη, "Τράπεζα EUROBANK ΑΕ", ως καθολική διάδοχος αυτής και της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία, "ΕΥΒΟΪΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΑΕ", άσκησε από κοινού με την τελευταία (πρωτοφειλέτρια, μη διάδικο) και τους λοιπούς εγγυητές, Μ.

Π. και Ζ. Π. (ομοίως μη διαδίκους στην παρούσα δίκη), την από 20-7-2015 ανακοπή και επιπλέον ο ίδιος μόνος του, το από 6-9-2016 δικόγραφο πρόσθετων λόγων ανακοπής, προβάλλοντας λόγους που αφορούν το πρόσωπό του, συνιστάμενους στην απελευθέρωσή του από την εγγυητική του ευθύνη, ζητώντας με τα δικόγραφα αυτά, την ακύρωση της με αριθμό .../2015 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, με την οποία υποχρεώθηκε αυτός από κοινού με την πρωτοφειλέτρια και τους λοιπούς εγγυητές, να καταβάλει στη δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης, τα αναφερόμενα ποσά.

Επί της ανακοπής και των πρόσθετων λόγων αυτής, εκδόθηκε η 313/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, με την οποία απορρίφθηκαν οι πρόσθετοι λόγοι, έγινε εν μέρει δεκτή η ανακοπή και ακυρώθηκε η διαταγή πληρωμής, για το ποσό των 26.252,76 ευρώ, ενώ επικυρώθηκε, κατά τα λοιπά. Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης, α) ο αναιρεσείων άσκησε την από 27-8-2018 έφεση και β) οι λοιποί ανακόπτοντες (μη διάδικοι) την από 22-10-2018 έφεση, επί των οποίων εκδόθηκε η με αριθμό 35/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του ήδη αναιρεσείοντος, ενώ έγινε δεκτή η έφεση των λοιπών ανακοπτόντων, εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση, κρατήθηκε και δικάστηκε η ανακοπή και ακυρώθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, ως προς τη διάταξή της, περί ανατοκισμού των τόκων, από 10-4-2014.

Κατά της τελευταίας εφετειακής απόφασης, ο αναιρεσείων άσκησε την άνω αίτηση αναίρεσης, οι προβαλλόμενοι λόγοι της οποίας αφορούν την εγγυητική του ευθύνη έναντι της αναιρεσίβλητης, για την οφειλή (από την αναφερόμενη σύμβαση πίστωσης με αλληλοχρεο λογαριασμό) της ως άνω πρωτοφειλέτριας. Η εν λόγω αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 455 του ΑΚ, ο δανειστής μπορεί με σύμβαση να μεταβιβάσει σε άλλον την απαίτησή του, χωρίς τη συναίνεση του οφειλέτη (εκχώρηση). Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 460 έως 462 του ΑΚ, σαφώς συνάγεται, ότι μετά την από τον εκδοχέα αναγγελία της εκχωρηθείσας απαίτησης στον οφειλέτη, αποκόπτεται κάθε δεσμός του εκχωρηθέντος οφειλέτη με τον εκχωρητή και η εκχωρηθείσα απαίτηση αποκτάται υπέρ του αναγγείλαντος εκδοχέα, ο οποίος δικαιούται έκτοτε στη δικαστική επιδίωξη και είσπραξή της, ο δε εκχωρητής αποξενώνεται από την εκχωρηθείσα απαίτηση μη δικαιούμενος να επιληφθεί αυτής. Το ίδιο ισχύει και επί εκχώρησης που γίνεται με σκοπό την εξασφάλιση του εκδοχέα (καταπιστευτική εκχώρηση), δηλαδή ο εκδοχέας καθίσταται πλέον το μόνο πρόσωπο που νομιμοποιείται να επιδιώξει δικαστικά την αναγνώριση ή την επιδίκασή της σ' αυτόν (ΑΠ 632/2023, ΑΠ 632/2021, ΑΠ 4/2020, ΑΠ 376/2020).

Εξάλλου, από το άρθρο 421 ΑΚ, που ορίζει ότι αν ο οφειλέτης για να ικανοποιήσει το δανειστή αναλάβει απέναντί του νέα υποχρέωση, αυτή δεν θεωρείται ότι έγινε αντί καταβολής, εκτός αν προκύπτει σαφώς το αντίθετο, σε συνδυασμό με το άρθρο 455 του ίδιου Κώδικα για την εκχώρηση, συνάγεται ότι η εκχώρηση της απαίτησης μπορεί να έχει ως αιτία την ικανοποίηση του εκδοχέα, ως δανειστή του εκχωρητή χρηματικής απαίτησης.

Και αν μεν προκύπτει σαφώς ότι αυτή έγινε σε αντικατάσταση του χρέους προς τον εκδοχέα, δηλαδή αντί καταβολής, τότε επέρχεται απόσβεση του χρέους αυτού, ενώ, αν δεν προκύπτει σαφώς μια τέτοια πρόθεση, τότε, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 421 ΑΚ, θεωρείται ότι η εκχώρηση έγινε με σκοπό καταβολής (δηλαδή χάριν καταβολής), που σημαίνει ότι έγινε προς διευκόλυνση της ικανοποίησης του δανειστή - εκδοχέα (ΑΠ 1687/2023, ΑΠ 632/2023), ο οποίος έχει μεν δύο αξιώσεις, αλλά, όμως, μπορεί να ικανοποιηθεί μόνο μία φορά, με την έννοια ότι η εκπλήρωση της μίας αξίωσης, είτε της παλαιάς είτε της νέας, επιφέρει την απόσβεση και της άλλης (ΑΠ 632/2023).

Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 35, 36, 39, 44 και 47 του ν.δ. της 17-7/13-8-1923, ''περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών'' (που, κατά το άρθρο 41 ΕισΝΑΚ, διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ), σε συνδυασμό με το άρθρο 1254 ΑΚ, προκύπτουν τα εξής: Με ειδική ρύθμιση του ως άνω νομοθετικού διατάγματος για τη σύσταση υπέρ τράπεζας (ή άλλης ανώνυμης εταιρίας) ενεχύρου σε απαίτηση, ονομαστική του ενεχυραστή κατά τρίτου ή άλλης φύσης, χρηματική ή μη, προς εξασφάλιση, είτε απαίτησης της τράπεζας από δάνειο, ή από χορήγηση δανείου (πίστωσης) με ανοικτό λογαριασμό, είτε απαίτησης οποιουδήποτε είδους του ίδιου πιστωτικού οργανισμού, προγενέστερης όμως, βάσει του χρόνου γέννησής της από τη σύσταση του ενεχύρου, απαιτείται σύμβαση ενεχύρασης, καταρτιζόμενη με συμβολαιογραφικό έγγραφο ή με ιδιωτικό έγγραφο, ανεξάρτητα αν τούτο έχει ή δεν έχει βέβαιη χρονολογία.

Με ειδικότερη δε ρύθμιση του ίδιου νομοθετικού διατάγματος, αν η ενεχυραζόμενη απαίτηση είναι ονομαστική του ενεχυραστή κατά τρίτου, χρηματική δε ή μη, η ενεχύραση συνεπάγεται εκ του νόμου εκχώρηση αυτής της απαίτησης από τον ενεχυραστή προς την Τράπεζα. Από την επίδοση αντιγράφου της σύμβασης ενεχύρασης στον τρίτο, η τράπεζα θεωρείται όχι οιονεί νομέας, αλλά νομέας αυτής της απαίτησης, η οποία και της μεταβιβάζεται από εκείνον, η δε τράπεζα δικαιούται να εισπράξει όλη την ενεχυρασμένη απαίτηση, ενώ το μετά την εξόφλησή της τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο οφείλει να αποδώσει στον ενεχυραστή (ΑΠ 632/2023, ΑΠ 1394/2021, ΑΠ 376/2020, ΑΠ 906/2019).

Με τις διατάξεις αυτές εισήχθη εξαιρετικό δίκαιο και, ως εκ τούτου οι γενικές διατάξεις των άρθρων 1247-1256 ΑΚ εφαρμόζονται μόνο συμπληρωματικά για θέματα μη ρυθμιζόμενα από τις ειδικές διατάξεις του εν λόγω νομοθετικού διατάγματος. Με την πρώτη από αυτές καθιερώνεται είδος καταπιστευτικής και δη εξασφαλιστικής εκχώρησης, με αποτέλεσμα η μεν ενεχυρούχος δανείστρια να γίνεται πραγματικός και μοναδικός δικαιούχος της ενεχυρασμένης απαίτησης, ο δε ενεχυραστής να έχει δικαίωμα, αν αποσβεσθεί το χρέος, να απαιτήσει την επανεκχώρηση της απαίτησης σ' αυτόν, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 1232 ΑΚ (ΑΠ 906/2019, ΑΠ 1564/2017, ΑΠ 1168/2015).

Παράλληλα, ο ενεχυρούχος δανειστής υποχρεούται, κατά τις διατάξεις των άρθρων, 297, 298, 330, 1224 εδ. α, 1235 αρ. 1, 1243 αριθμ. 1 και 1256 του ΑΚ, να διαφυλάσσει την ενοχική απαίτηση του ενεχυραστή κατά του τρίτου, στην οποία έχει συσταθεί το ενέχυρο, έτσι ώστε να μην επέλθει μερική ή ολική απόσβεση ή αποδυνάμωση αυτής, αν δε από πταίσμα του προκαλέσει την εν λόγω απόσβεση ή αποδυνάμωση και εντεύθεν ζημία του ενεχυραστή, αυτός δικαιούται αποζημίωση με βάση την ευθύνη από τη σύμβαση ενεχύρου, κατ` ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 1232 ΑΚ (ΑΠ 632/2023, ΑΠ 376/2020, ΑΠ 1883/2014, ΑΠ 1576/2014). Πταίσμα του δανειστή περί την είσπραξη της απαίτησης εκδηλώνεται, είτε με ενέργειες - πράξεις, είτε με παραλείψεις, ένεκα των οποίων γίνεται αδύνατη η ικανοποίησή του από τον πρωτοφειλέτη.

Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, κατά τους ορισμούς της οποίας ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, θεσπίζει κανόνα που προσδιορίζει τον τρόπο εκπλήρωσης της παροχής. Σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, ο εκδοχέας -δανειστής του άρθρου 39 παρ. 1 του ΝΔ 17-7/13-8-1923, επιδιώκοντας την ικανοποίησή του από την ενεχυρασθείσα απαίτηση, οφείλει έναντι του ενεχυραστή- εκχωρητή της απαίτησης να επιδείξει την επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές (άρθρα 288, 330 ΑΚ), η δε παράβαση των υποχρεώσεών του συνιστά αθέτηση συμβατικών υποχρεώσεων και τον καθιστά υπόχρεο να αποκαταστήσει τη ζημία που τυχόν υπέστη ο εκχωρητής από την παράβαση αυτή (ΑΠ 404/2023, ΑΠ 376/2020, ΑΠ 1168/2015).

Ακολούθως, κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Για την εφαρμογή της διάταξης αυτής και τη θεμελίωση σχετικής ένστασης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος (η οποία μπορεί να προβληθεί και με λόγο ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής - ΑΠ 1051/2022, ΑΠ 267/2021), απαιτείται η από την άσκηση του επιδιωκόμενου δικαιώματος υπέρβαση των ανωτέρω, οριζόμενων στη διάταξη αυτή, ορίων, να είναι προφανής, δηλαδή πρόδηλη και αναμφισβήτητη (ΑΠ 1052/2021, ΑΠ 1143/2019, ΑΠ 1294/2007).

Επίσης, κατά την έννοια της ίδιας ως άνω διάταξης, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται εξόχως επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηριστεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται, ακόμη, οι πράξεις του υποχρέου και η υπέρ αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση πραγμάτων να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.

Μόνη δε η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της κατάστασης, που διαμορφώθηκε υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διάταξης διαγραφομένων ορίων (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 10/2012, ΑΠ 213/2023, ΑΠ 267/2021).

Το γεγονός, πάντως, ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη, δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος, κατ' άρθρο 281 ΑΚ, παρά μόνο αν το γεγονός αυτό μπορεί να συνδυαστεί και με άλλες περιστάσεις, ως π.χ. όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος.

Έλλειψη, όμως, συμφέροντος δεν μπορεί να υπάρχει, όταν ο δανειστής, όπως έχει δικαίωμα από τη σύμβαση, αποφασίσει να εισπράξει την απαίτησή του, γιατί τούτο αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας αυτός αποφασίζει, εκτός αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, υπάρχει υπέρβαση, και μάλιστα προφανής, των αρχών της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του οικονομικού ή κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος (ΑΠ 526/2024, ΑΠ 83/2023, ΑΠ 75/2023, ΑΠ 311/2020).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού. Με το λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην περίπτωση δε, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 1766/2023, ΑΠ 1096/2022, ΑΠ 2093/2022).

Τέλος, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μη μπορεί να κριθεί, αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι στο νόμο. Έτσι, για την ίδρυση του άνω λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, προϋπόθεση αποτελεί η από το δικαστήριο εξέταση της υπόθεσης κατ' ουσίαν, οπότε και μόνο η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ουσιαστικές παραδοχές, από την ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των οποίων ή από την παντελή έλλειψη τοιούτων γεννάται η από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια. Διαφορετικά, αν δηλαδή το δικαστήριο δεν εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης, ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1310/2024, ΑΠ 905/2024, ΑΠ 1935/2017, ΑΠ 818/2017, 414/2017, ΑΠ 103/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο, κρίνοντας ως μη νόμιμο τον τέταρτο πρόσθετο λόγο της ανακοπής του, τον οποίο επανέφερε με τον τρίτο λόγο της έφεσής του, παραβίασε ευθέως, α) τις διατάξεις των άρθρων, 39 και 44 του ν.δ/τος της 17-7/13-8-1923, ''περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών'', δεχόμενο εσφαλμένα ότι η ενεχυρίαση - εκχώρηση απαίτησης που γίνεται για την εξασφάλιση δανείου από πιστωτικά ιδρύματα, δεν συνεπάγεται οριστική διάθεση της απαίτησης και αποξένωση του ενεχυράσαντος από αυτήν και β) τις διατάξεις των άρθρων, 288, 862, 332, 863 και 281 ΑΚ, δεχόμενο εσφαλμένα ότι η συμπεριφορά της δανείστριας τράπεζας, η οποία παρέλειψε υπαιτίως να εισπράξει εκχωρηθείσες απαιτήσεις από δηµόσια έργα και στράφηκε, στη συνέχεια, και κατά του ίδιου ως εγγυητή, δεν ενεργοποιεί την ένσταση ελευθέρωσής του και δεν συνιστά καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, ως θεμελιούμενη σε όρους της σχετικής σύμβασης, δεδομένου ότι:

ι) η καθής - δανείστρια Τράπεζα, εισέπραττε απ' ευθείας όλες τις απαιτήσεις που είχαν εκχωρηθεί σ' αυτήν πριν από την απαίτηση την αναφερόμενη στον άνω πρόσθετο λόγο, (που αντιστοιχούσαν σε ισόποσες εκταμιεύσεις) και έτσι επερχόταν αντίστοιχη απόσβεση της οφειλής, ιι) μετά την εκχώρηση των επίμαχων απαιτήσεων προς τη δανείστρια τράπεζα η πρωτοφειλέτρια απώλεσε αντίστοιχα έσοδα, τα οποία θα μπορούσε να αξιοποιήσει για να αποπληρώσει ισόποσο μέρος της οφειλής και ιιι) ειδικά ως προς τον ίδιο, η παράλειψη της καθής να εισπράξει απαιτήσεις που της είχαν εκχωρηθεί νοµίµως, οι οποίες μπορούσαν να εισπραχθούν χωρίς δαπάνες, χρονική καθυστέρηση ή περίπλοκες ενέργειες από την δανείστρια, επιβάρυνε την εγγυητική του ευθύνη.

Επίσης, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την ίδια πιο πάνω πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο, κρίνοντας ως μη νόμιμο τον τρίτο πρόσθετο λόγο ανακοπής του και απορρίπτοντας κατόπιν τούτου, τον τέταρτο λόγο της έφεσης του, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, δεχόμενο εσφαλμένα, ότι η συμπεριφορά της δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης Τράπεζας και ειδικότερα η αξιοποίηση εκταμιεύσεων από τον αλληλόχρεο λογαριασμό για την εξυπηρέτηση ομολογιακού δανείου, στο οποίο δεν ήταν εγγυητής, επειδή είχε αποχωρήσει ουσιαστικά από τη διοίκηση της πρωτοφειλέτριας εταιρίας, δεν μπορεί να θεωρηθεί καταχρηστική, ως γενόμενη κατ' ενάσκηση νομίμου δικαιώματός της.

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των δικογράφων, της ανακοπής και των πρόσθετων λόγων, ο αναιρεσείων, με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο, συναφή με τους ένατο και δέκατο λόγους του κυρίου δικογράφου της ανακοπής, ισχυρίστηκε ότι, σημαντικό μέρος της οφειλής που φέρεται να έχει, ως εγγυητής, προέκυψε, επειδή η καθής οι πρόσθετοι λόγοι, Τράπεζα (ήδη αναιρεσίβλητη), παρέλειψε να εισπράξει εκχωρημένες σ' αυτήν απαιτήσεις τρίτων οφειλετών της πρωτοφειλέτριας, καθώς δεν είχε αναγγείλει τις σχετικές εκχωρήσεις.

Ειδικότερα, με τον άνω λόγο ισχυρίστηκε, ότι μεταξύ των διασφαλίσεων που έλαβε η καθής από την πρωτοφειλέτρια, ήταν και δύο εκχωρήσεις λογαριασμών από δημόσια έργα από τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Εύβοιας, ήτοι η 10η εντολή πληρωμής του έργου, ''ΟΔΟΣ ΠΡΟΚΟΠΙ -ΠΗΛΙ'', ποσού 324.681,51 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 61.689,49 ευρώ και συνολικά 386.371 ευρώ και η 8η εντολή πληρωμής του έργου ''ΚΕΝΤΡΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΚΥΜΗΣ, ποσού 304.592,24 ευρώ, πλέον ΦΠΑ ποσού 57.872,53 ευρώ, ήτοι συνολικά 362.464,77 ευρώ, τις οποίες η καθής παρέλειψε υπαιτίως να εισπράξει, καθώς δεν είχε αναγγείλει εγκαίρως, όπως όφειλε τις σχετικές εκχωρήσεις στη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Εύβοιας, με αποτέλεσμα την αύξηση του χρέους από τον αλληλόχρεο λογαριασμό, για το οποίο αυτός εγγυήθηκε, περιστατικά, τα οποία κατά τους ισχυρισμούς του θεμελιώνουν ένσταση ιδίου πταίσματος της καθής στο βαθμό, που αντιστοιχεί στις μη εισπραχθείσες απαιτήσεις.

Επικουρικά δε, ο αναιρεσείων ισχυρίστηκε με τον ίδιο λόγο, ότι η άνω συμπεριφορά της καθής είναι καταχρηστική, ως αντίθετη με τα όρια που επιβάλλουν τα χρηστά ήθη και η καλή πίστη. Σχετικές αιτιάσεις, αναφορικά με εκχωρήσεις, είχε προβάλλει ο αναιρεσείων, από κοινού με τους λοιπούς ανακόπτοντες, με τον ένατο λόγο της ανακοπής, με τον οποίο όλοι οι ανακόπτοντες πρόβαλλαν την παράλειψη από την καθής είσπραξης άλλης εκχωρηθείσας απαίτησης, από τη 10η εντολή πληρωμής του έργου, ΒΕΛΤΙΩΣΗ - ΑΣΦΑΛΤΟΣΤΡΩΣΗ ΔΡΟΜΟΥ ΠΡΟΣ ΠΑΡΑΛΙΑ ΜΕΤΟΧΙΟΥ, συνολικού ποσού 141.894,55 ευρώ, την είσπραξη της οποίας όφειλε να επιδιώξει η καθής ως εκδοχέας και ακολούθως, να στραφεί κατά αυτών (ανακοπτόντων), με συνέπεια η απαίτηση αυτή να τελεί υπό αναστολή και να μην είναι δυνατή η έκδοση γι' αυτή διαταγής πληρωμής, και με το δέκατο λόγο της ανακοπής, με τον οποίο ομοίως όλοι οι ανακόπτοντες, ισχυρίστηκαν ότι η καθής η ανακοπή δεν επεδίωξε επί πέντε έτη την είσπραξη του άνω ποσού (των 141.894,55 ευρώ), ώστε να εξοφληθεί αντίστοιχο μέρος της οφειλής, επιδιώκοντας ακολούθως καταχρηστικά την είσπραξη του ποσού αυτού, με την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής.

Επίσης, ο αναιρεσείων με τον τρίτο πρόσθετο λόγο της ανακοπής του, πρόβαλλε τον ισχυρισμό (ένσταση), ότι καθής η ανακοπή κατά κατάχρηση δικαιώματος, υπό την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, άσκησε την ένδικη απαίτησή της (και) κατ' αυτού με την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής (και) σε βάρος του, ως εγγυητή, επικαλούμενος για τη θεμελίωσή της, ότι η καθής, επιδιώκει την κάλυψη από αυτόν, με βάση την εγγυητική του ευθύνη, πιστώσεων που χορηγήθηκαν στην πιστούχο µετά την ουσιαστική του αποχώρηση από τη διοίκηση της πιστούχου, γεγονός που γνώριζε η καθής και ότι η τελευταία χρησιμοποίησε τον αλληλόχρεο λογαριασμό ώστε να αποπληρωθούν τα ομολογιακά δάνεια της πιστούχου εταιρίας στη σύναψη των οποίων ο ίδιος ουδεμία συμμετοχή, κάνοντας χρήση αναφορικά με τη νομιμότητα των σχετικών χρεώσεων, του αδιαφανούς και καταχρηστικού (ΓΟΣ), όρου 11 της μεταξύ τους σύμβασης, σύμφωνα με τον οποίο η τράπεζα έχει δικαίωµα να χρεώνει ή να πιστώνει τους λογαριασμούς µε οποιοδήποτε ποσό οφειλόμενο από τον πιστούχο στην τράπεζα ή από την τράπεζα στον πιστούχο, ανεξάρτητα από την αιτία ή το ληξιπρόθεσμο ή όχι της της απαίτησης από την οποία προέρχεται το ποσό που φέρεται σε χρέωση ή πίστωση.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, ερευνώντας την έφεση των λοιπών (πλην του αναιρεσείοντος) ανακοπτόντων - μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, απέρριψε τους σχετικούς λόγους της έφεσής τους, με τους οποίους παραπονέθηκαν για την απόρριψη των άνω ένατου και δέκατου λόγων της ανακοπής, κρίνοντας αυτούς ως μη νόμιμους, όπως και πρωτοδίκως.

Περαιτέρω, το Εφετείο, ερευνώντας την έφεση του αναιρεσείοντος, έκρινε ως μη νόμιμους και τους άνω τέταρτο και τρίτο πρόσθετους λόγους ανακοπής, προβληθέντες από τον αναιρεσείοντα και επαναφερόμενους ενώπιον του Εφετείου, με τους τρίτο και τέταρτο λόγους της λόγους της έφεσής του, αντίστοιχα, δεχόμενο ότι τα περιστατικά που επικαλέστηκε ο αναιρεσείων για τη θεμελίωση των λόγων αυτών, και αληθή υποτιθέµενα, δεν συνιστούν καταχρηστική άσκηση δικαιώματος κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, επιπλέον δε όσον αφορά τον τρίτο πρόσθετο λόγο δέχθηκε ότι, κατά τα εκτιθέµενα στο δικόγραφο των πρόσθετων λόγων, η καθής η ανακοπή - τράπεζα, είχε διαφυλάξει στον εαυτό της το δικαίωµα της χρέωσης των λογαριασμών της πίστωσης, µε οποιαδήποτε οφειλή της πιστούχου προς αυτή, με τον αναφερόμενο 11ο όρο της σύμβασης πίστωσης και επιπλέον ότι ο ανακόπτων - αναιρεσείων είχε εγγυηθεί την εξόφληση κάθε χρεωστικού υπολοίπου της πίστωσης από την επίδικη σύμβαση, έως του ύψους της εγγύησης.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και δεν παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ, με εσφαλμένη μη εφαρμογή τους, καθόσον, πράγματι, η από το άρθρο 281 ΑΚ προβληθείσα από τον αναιρεσείοντα ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, υπό τα άνω επικαλούμενα σε αμφότερους τους άνω λόγους προς θεμελίωσή της πραγματικά περιστατικά, ήταν μη νόμιμη, καθόσον τα περιστατικά μεμονωμένα εξεταζόμενα, αλλά και αθροιστικά εκτιμώμενα, αληθινά υποτιθέμενα, δεν καθιστούν αντίθετη στην καλή πίστη και στα χρηστά ήθη και στον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό του ασκηθέντος δικαιώματος και συνεπώς καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος της καθής η ανακοπή- αναιρεσίβλητης να επιδιώξει την έκδοση διαταγής πληρωμής, και συνεπώς οι άνω τέταρτος και τρίτος πρόσθετοι λόγοι της ανακοπής του αναιρεσείοντος, δεν είναι νόμιμοι.

Ειδικότερα, μόνο το γεγονός ότι η καθής, παρέλειψε υπαιτίως να εισπράξει, καθώς δεν είχε αναγγείλει εγκαίρως, τις επικαλούμενες στον άνω τέταρτο πρόσθετο λόγο ανακοπής, σχετικές εκχωρήσεις στη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Εύβοιας, με αποτέλεσμα την αύξηση του χρέους από τον αλληλόχρεο λογαριασμό και τη συνεπαγόμενη βλάβη του ανακόπτοντος, από την αύξηση του καταλοίπου, που κλήθηκε να καταβάλει λόγω της εγγυητικής του ευθύνης, δεν αρκεί για τη θεμελίωση της άνω ένστασης, καθώς σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, µόνο το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος επιφέρει βλάβη στον οφειλέτη δεν αρκεί για να χαρακτηρίσει καταχρηστική την άσκησή του, αφού ο δανειστής ασκώντας συμβατικό δικαίωμά του επιδιώκει την είσπραξη της απαίτησής του και ενεργεί ασφαλώς προς ικανοποίηση θεμιτού συμφέροντος του, συνυφασµένου µε τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας αυτός ελεύθερα κατ' αρχήν αποφασίζει, αλλά πρέπει να συνδυάζεται και µε άλλες περιστάσεις όπως συμβαίνει όταν ο δανειστής δεν έχει στην πραγματικότητα συμφέρον στην άσκησή του δικαιώματός του, περιστατικά τα οποία ουδόλως εκτίθενται στην προκειμένη περίπτωση.

Εξάλλου δεν τίθεται ζήτημα, ανεπίτρεπτης επιδίωξης εκ μέρους της καθής του καταλοίπου του λογαριασμού, όπως είχε διαμορφωθεί μετά τις σ' αυτό χρεώσεις και με άλλες οφειλές της πιστούχου, όπως επικαλείται ο αναιρεσείων, προκειμένου να ενισχύσει τον ισχυρισμό του περί καταχρηστικότητας, χωρίς μάλιστα να επικαλείται το ύψος των χρεώσεων από την αιτία αυτή, αφού πρόκειται για χρεώσεις, για τις οποίες, κατά τα εκτιθέμενα στον τρίτο πρόσθετο λόγο της ανακοπής, η καθής η ανακοπή - τράπεζα, με τον 11ο της σύμβασης είχε διαφυλάξει στον εαυτό της το δικαίωµα της χρέωσης των λογαριασμών της πίστωσης µε οποιαδήποτε οφειλή της πιστούχου προς αυτή.

Επίσης, δεν είναι ικανό να θεμελιώσει καταχρηστικότητα το επικαλούμενο περιστατικό, ότι οι πιο πάνω χρεώσεις έλαβαν χώρα μετά την αποχώρηση του αναιρεσείοντος από τη διοίκηση της πιστούχου, ενόψει και του ότι αυτός εγγυήθηκε για το κατάλοιπο κατά το κλείσιμο του λογαριασμού, ανεξάρτητα από τη θέση του στην πιστούχο.

Σε κάθε δε περίπτωση, η έκδοση διαταγής πληρωμής, όπως ήδη εκτέθηκε, είναι απόρροια του δικαιώματος της πιστώτριας - αναιρεσίβλητης, συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας της, που είχε συμφέρον να το ασκήσει, χωρίς να υπερβεί τα διαγραφόμενα από το άρθρο 281 ΑΚ όρια. Επομένως, το Εφετείο το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση, έκρινε όμοια, απορρίπτοντας ως μη νόμιμους, τους άνω τέταρτο και τρίτο πρόσθετους λόγους ανακοπής, με τους οποίους ο ανακόπτων πρόβαλλε ακυρότητα της διαταγής πληρωμής, λόγω αντίθεσης της συμπεριφοράς της καθής στις διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ, δεν έσφαλε και ως εκ τούτου, οι άνω, πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που αφορά παραβίαση της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ και ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, για παραβίαση της ίδιας διάταξης, είναι αβάσιμοι.

Οι λοιπές αιτιάσεις, που διαλαμβάνονται στον ίδιο ως άνω πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, περί ευθείας παραβίασης από το Εφετείο, α) των διατάξεων των άρθρων, 39 και 44 του ν.δ/τος της 17-7/13-8-1923, με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, ότι η ενεχυρίαση - εκχώρηση απαίτησης που γίνεται για την εξασφάλιση δανείου από πιστωτικά ιδρύματα, δεν συνεπάγεται οριστική διάθεση της απαίτησης και αποξένωση του ενεχυράσαντος από αυτήν και β) περί παραβίασης των διατάξεων του άρθρου, 288 ΑΚ, που ορίζει ότι ο οφειλέτης έχει την υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και γ) των άρθρων 862, 863 ΑΚ, με τις οποίες ορίζεται ότι ο εγγυητής ελευθερώνεται, σε περίπτωση που από πταίσμα του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίηση του, από τον οφειλέτη και στην περίπτωση που ο δανειστής παραιτήθηκε από ασφάλειες που υπήρχαν αποκλειστικά για την απαίτησή του για την οποία είχε δοθεί η εγγύηση, αντίστοιχα, είναι απαράδεκτες, καθόσον τέτοιες αιτιάσεις, δεν είχαν προβληθεί με τον άνω πρόσθετο λόγο του ανακόπτοντος, όπως αβάσιμα ο ανακόπτων υποστηρίζει.

Αντίθετα, οι αιτιάσεις αυτές, σχετιζόμενες με τους άνω, ένατο και δέκατο λόγους της ανακοπής, οι οποίοι απορρίφθηκαν πρωτοδίκως, δεν επαναφέρθηκαν στο Εφετείο με λόγο έφεσης, από τον αναιρεσείοντα. Σε κάθε δε περίπτωση, λόγος για παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 39 και 44 του ν/δτος της 17-7/13-8-1923, δεν υφίσταται, διότι λόγω της αναφοράς στον άνω τέταρτο πρόσθετο λόγο της ανακοπής, ότι η προβλεπόμενη στην ως άνω σύμβαση ενεχυρίασης, εκχώρηση της απαίτησης της πρωτοφειλέτριας κατά της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Εύβοιας, προς την αναιρεσίβλητη τράπεζα δεν ολοκληρώθηκε, γιατί ουδέποτε αναγγέλθηκε η εκχώρηση αυτή προς την τρίτη οφειλέτη, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των ανωτέρω σχετικών με την ενεχύραση και την εκχώρηση απαιτήσεων, διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, με συνέπεια να θεμελιώνεται δικαίωμα της αναιρεσίβλητης να αξιώσει, σύμφωνα με τους όρους της ένδικης σύμβασης, την καταβολή του ήδη απαιτητού, στο σύνολό του, καταλοίπου από τον αλληλόχρεο λογαριασμό, για το οποίο ευθύνεται ως εγγυητής, και ο αναιρεσείων.

Εξάλλου, ανεξαρτήτως του ότι, η εκχώρηση της απαίτησης της πρωτοφειλέτριας κατά της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Εύβοιας, στην αναιρεσίβλητη, δεν ολοκληρώθηκε, ως ουδέποτε αναγγελθείσα, όπως ήδη εκτέθηκε, η εκχώρηση αυτής δεν ήταν ικανή να επιφέρει την απόσβεση του χρέους, αφού ουδόλως αναφέρεται ότι η εν λόγω εκχώρηση έγινε αντί καταβολής, ώστε να επέλθει απόσβεση του χρέους, αντίθετα ο αναιρεσείων εκθέτει ότι η σύμβαση ενεχυρίασης-εκχώρησης της απαίτησης από το άνω έργο από την πρωτοφειλέτρια στην αναιρεσίβλητη, έγινε προς εξασφάλιση της απαίτησης της τελευταίας, μεταξύ άλλων και κατά του αναιρεσείοντος, από τη σύμβαση της εγγύησης, χωρίς τα περιστατικά αυτά να επιφέρουν απόσβεση της αντίστοιχης, από τη σύμβαση του αλληλόχρεου λογαριασμού υποχρέωσής του, δεδομένου ότι, κατά τα εκτιθέμενα στην προηγούμενη νομική σκέψη, ναι μεν η εκχώρηση της απαίτησης μπορεί να έχει ως αιτία την ικανοποίηση του εκδοχέα ως δανειστή του εκχωρητή χρηματικής απαίτησης, πλην, όμως, απόσβεση του χρέους αυτού επέρχεται, αν προκύπτει σαφώς ότι αυτή έγινε σε αντικατάσταση του χρέους προς τον εκδοχέα, δηλαδή αντί καταβολής, ενώ, αν δεν προκύπτει σαφώς μια τέτοια πρόθεση, τότε, κατ` ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 421 ΑΚ, θεωρείται ότι η εκχώρηση έγινε με σκοπό καταβολής (δηλαδή χάριν καταβολής), που σημαίνει ότι έγινε προς διευκόλυνση της ικανοποίησης του δανειστή (εκδοχέα) και η απόσβεση του χρέους δεν επέρχεται πριν λάβει χώρα εξόφληση της ενεχυρασμένης απαίτησης (βλ.

ΑΠ 632/2023). Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην πρσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο απορρίπτοντας τον τρίτο λόγο της έφεσής του, με τον οποίο παραπονούνταν για την απόρριψη του άνω τέταρτου πρόσθετου λόγου της ανακοπής του, στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, διότι διέλαβε ελλιπείς αιτιολογίες, τόσο ως προς την αξιολόγηση της συνολικής συμπεριφοράς της καθής, προκειµένου να κρίνει εάν αυτή επεδίωξε καταχρηστικά την είσπραξη από την πρωτοφειλέτρια και τον ίδιο ποσών, τα οποία αντιστοιχούν σε εκχωρηθείσες απαιτήσεις, όσο και ως προς το γεγονός ότι αυτός είχε απομακρυνθεί από την πρωτοφειλέτρια εταιρεία και δεν συνδέονταν πλέον τα συμφέροντά του µε αυτήν.

Ωστόσο, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον ως προς το λόγο αυτό δεν υπήρξε ουσιαστική κρίση του Εφετείου και συνακόλουθα αποδεικτικό πόρισμα, αλλά αντίθετα ο λόγος αυτός κρίθηκε ως μη νόμιμος. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα, είτε για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο.

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί δε γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων, που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου (ΟλΑΠ 8/2016, ΑΠ 667/2023, ΑΠ 931/2019, AΠ 961/2017, ΑΠ 204/2017).

Ο λόγος δε αυτός αναίρεσης, δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ΑΠ 192/2020, ΑΠ 845/2018, ΑΠ 1521/2017, ΑΠ 343/2017).

Επίσης, από την ίδια πιο πάνω διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11γ ΚΠολΔ συνάγεται ότι για να στοιχειοθετηθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει εισέλθει στην έρευνα της ουσίας της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή άλλης επιτευκτικής διαδικαστικής πράξης και όχι να την έχει απορρίψει ως απαράδεκτη ή νόμω αβάσιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν προβαίνει σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 423/2022, ΑΠ 1409/2018).

Ο αναιρεσείων, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια. Συγκεκριμένα, υποστηρίζει ότι το Εφετείο, κατά την έρευνα, του πρώτου πρόσθετου λόγου της ανακοπής του, με τον οποίο πρόβαλε ότι είχε απαλλαγεί συμβατικά από την εγγυητική του ευθύνη, κατόπιν συμφωνίας με την αναιρεσίβλητη Τράπεζα, και του δεύτερου πρόσθετου λόγου της ανακοπής του, με τον οποίο πρόβαλε, ότι η αναιρεσίβλητη κατόπιν της ως άνω συμβατικής απαλλαγής του, του είχε δημιουργήσει την εύλογη πεποίθηση ότι είχε απαλλαγεί από την εγγυητική του ευθύνη, στα πλαίσια αντίστοιχων λόγων έφεσής του, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε τα επικληθέντα με τις προτάσεις του και προσκομισθέντα έγγραφα, ήτοι:

α) την από 25-11-2007 βεβαίωση της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, στην οποία ο ίδιος δεν μνημονεύεται, ως εγγυητής, στην ένδικη σύμβαση πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό, β) την καταρτισθείσα μεταγενέστερα μεταξύ της Εμπορικής Τράπεζας και της πρωτοφελέτριας, με αριθμό ...-2009 δανειακή σύμβαση, στην οποία ως εγγυητές εμφανίζονται οι Μ.

Π. και Ζ. Π. και όχι ο ίδιος, γ) τη με αριθμό .../2014 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και δ) το από 30-6-2008 έγραφο με τίτλο, "Global Statement - Η Καταθετική και Επενδυτική σας θέση συνοπτικά", της αναιρεσίβλητης Τράπεζας. Ο λόγος, όμως, αυτός, κατά το μέρος που αφορά το δεύτερο πρόσθετο λόγο της ανακοπής, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προηγούμενη νομική σκέψη, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, δεν διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, αλλά έκρινε το λόγο αυτό, ως μη νόμιμο, απορρίπτοντας τον αντίστοιχο λόγο της έφεσης.

Κατά τα λοιπά και όσον αφορά τον πρώτο πρόσθετο λόγο, που επαναφέρθηκε με τον πρώτο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος και ο οποίος ερευνήθηκε στην ουσία, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο αποδείχθηκαν, ''... Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθµίου Δικαστηρίου και περιλαμβάνονται στα ταυτάριθµα µε την εκκαλουµένη απόφαση πρακτικά δηµοσίας συνεδρίαση, τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως, µερικών εκ των οποίων γίνεται ειδική μνεία κατωτέρω, ουδενός πάντως εξ αυτών παραλειφθέντος για την ουσιαστική εκτίμηση της διαφοράς, τα οποία λαμβάνονται υπόψη, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τή συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (.......), καθώς και τις υπ' αριθ. ...-2016 και ...-2017 ένορκες βεβαιώσεις, που δόθηκαν ενώπιον της συμβολαιογράφου Χαλκίδας Α.

Θ., προκειµένου να χρησιμοποιηθούν σε άλλη δίκη και λαμβάνονται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεμηρίων.....'', σε συνδυασμό και με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της απόφασης αυτής, δεν καταλείπεται αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, ως προς τον άνω πρώτο πρόσθετο λόγο, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, αποδεικτικά μέσα, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός, καθορίζοντας τη βαρύτητά του ή την επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα.

Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Εξάλλου, οι αιτιάσεις, που εμπεριέχονται στον ίδιο, ως άνω, λόγο, ότι το Εφετείο δεν απέδωσε στα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτά έχουν, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, καθόσον, με την επίκληση αυτή, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αξιολόγηση και εκτίμηση αυτών. Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (αρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, σύμφωνα με το σχετικό νόμιμο αίτημά της (άρθρα 106, 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-5-2021 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 35/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αναίρεσης, στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Ιουνίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Σεπτεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης