Supreme Court dismisses appeal against conviction for false certification by medical staff, upholding the lower court's decision.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a second-instance conviction for false certification by a medical employee. The appellant argued for errors in the interpretation of Article 242 of the Penal Code and the sufficiency of the court's reasoning regarding the fabrication of medical appointments. The court rejected these claims, affirming that the lower court correctly established the elements of the crime, including the specific intent and the consequences of the false entries on patients' ability to schedule appointments.
Legislator headnote
AI generatedArticles 242(1) of the Penal Code; Article 510(1)(D) and (E) of the Code of Criminal Procedure: The Supreme Court dismisses appeals against convictions for false certification when the lower court has adequately proven the employee's duty, the falsity of the entries, and the specific intent to deceive, without requiring further elaboration on the means used.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1546 / 2024 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ) Ε.Λ.
Αριθμός 1546/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Λεπενιώτη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Οικονόμου-Εισηγήτρια, Δημήτριο Τράγκα, Κωστούλα Πρίγγουρη και Παρασκευή Τσούμαρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Μαρτίου 2024, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Οικονόμου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Σ. Γ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Πουλή, για αναίρεση της απόφασης 4418α, 4602/2022 του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων .... Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων ... με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από ....2023 και με αρ. ...2023 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../23.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από ...2023 και με αρ. .../2023 αίτηση - δήλωση του Σ. Γ. του Θ., κατοίκου ..., που κατατέθηκε κατά την ανωτέρω ημεροχρονολογία, στη Γραμματέα του Εφετείου ..., για αναίρεση της με αριθ. 4418α', 4602/ 8-11-2022 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων ... (καταχωρηθείσα στο ειδικό βιβλίο στις ...-2023), με την οποία καταδικάσθηκε σε β'βαθμό, σε ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών, με τριετή αναστολή, για το αδίκημα της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση, κατ'εξακολούθηση, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και περιέχει λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ'και Ε' του ΚΠΔ (άρθρα 462, 464, 466, 473 παρ.2 και 3, 474 παρ.1 και 4, και 504 παρ.1 εδ.α'ΚΠΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη βασιμότητα των λόγων της.
Από τη διάταξη του άρθρου 242 παρ.1 του ισχύοντος ΠΚ [η οποία είναι όμοια ως προς τη νομοτυπική μορφή με την ταυτάριθμη διάταξη του προϊσχύσαντος ΠΚ, και εφαρμόζεται κατ'άρθρο 2 παρ.1 ΠΚ και στις εκκρεμείς ποινικές υποθέσεις για αδικήματα που τελέστηκαν προ της ισχύος του νέου ΠΚ, ως ευμενέστερη ως προς την ποινή], προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαίωσης (διανοητικής πλαστογραφίας), που αποτελεί έγκλημα περί την υπηρεσία, απαιτείται:
α) ο δράστης να είναι υπάλληλος, κατά την έννοια των άρθρων 13 στοιχ.α'του ΠΚ, β) ο υπάλληλος αυτός να είναι αρμόδιος, καθ'ύλη και κατά τόπο, για τη σύνταξη ή έκδοση του εγγράφου και να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, γ) έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. γ' του ΠΚ και μάλιστα δημόσιο, όπως αυτό προσδιορίζεται από το άρθρο 438 του ΚΠολΔ, ήτοι έγγραφο που συντάσσεται από αρμόδιο καθ'ύλη και κατά τόπο δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό και προορίζεται για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη κάθε γεγονότος που βεβαιώνεται με αυτό έναντι πάντων, δ) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδούς περιστατικού που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή περιστατικού που είναι σημαντικό για τη γένεση, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης δημόσιας ή ιδιωτικής φύσεως, ψευδές δε είναι το περιστατικό, όταν δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και ειδικότερα, όταν βεβαιώνεται περιστατικό που δεν είναι αληθές ή δεν αναφέρεται περιστατικό αληθές που έπρεπε να αναφερθεί, εφόσον στην τελευταία περίπτωση, υπήρχε νομική υποχρέωση να βεβαιώσει τούτο ο υπάλληλος και τούτο υπέπεσε στην αντίληψή του και ε) δόλος του δράστη, που συνίσταται στη γνώση και τη θέλησή του να βεβαιώσει ψευδή περιστατικά που μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες ή τουλάχιστον στη γνώση ότι από τα περιστατικά αυτά είναι ενδεχόμενο να παραχθούν οι έννομες αυτές συνέπειες και στην εκ προοιμίου αποδοχή του ενδεχομένου αυτού.
Για τη στοιχειοθέτηση της ψευδούς βεβαίωσης δεν αποτελεί προϋπόθεση η εγκυρότητα του εγγράφου, το οποίο μπορεί να προσβληθεί σύμφωνα με το νόμο, ούτε η καθ'ολοκληρίαν συμπλήρωση και αποπεράτωσή του. Το έγκλημα πραγματώνεται και στην περίπτωση, που προσαπαιτείται για την ολοκλήρωση του εγγράφου, η προσυπογραφή του και από άλλα πρόσωπα εκτός του υπαλλήλου που το εξέδωσε (ΑΠ 210/2022, ΑΠ 1328/2019).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 46 περ.α'του προϊσχύσαντος ΠΚ (άρθρο 46 παρ.1 του ισχύοντος) με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης, όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται να συντρέχουν, αντικειμενικά μεν :
α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε άλλον της απόφασης να διαπράξει ορισμένη αξιόποινη πράξη, η πρόκληση δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο, όπως με συμβουλές, υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής, παραινέσεις, προτροπές (παρακίνηση, ενθάρρυνση), πειθώ, φορτικότητα, πίεση, απειλή, με την επιρροή προσώπου λόγω της ιδιότητας και της θέσης του ή και της σχέσης του με τον φυσικό αυτουργό κ.λπ, χωρίς όμως να είναι αναγκαίο να εξειδικεύονται περαιτέρω σε τί συνίστανται οι προτροπές, παραινέσεις, η πειθώ ή φορτικότητα κ.λπ.
που τυχόν χρησιμοποίησε ο ηθικός αυτουργός (ΑΠ 55/2019, ΑΠ 715/2019, ΑΠ 434/2019) και β) διάπραξη από άλλον (αυτουργό) της πράξης αυτής κατά την αντικειμενική της υπόσταση, μη απαιτουμένου να διαπράξει αυτή και κατά την υποκειμενική της υπόσταση και τούτο, διότι κατ'άρθρο 48 του ΠΚ, το αξιόποινο του ηθικού αυτουργού είναι ανεξάρτητο από το αξιόποινο του αυτουργού, αφού ο τελευταίος αρκεί να τελέσει την πράξη μόνον κατά την αντικειμενική της υπόσταση και όχι και κατά την υποκειμενική της υπόσταση, λόγω έλλειψης δόλου εκ μέρους του, όπως στην περίπτωση που παραπλανήθηκε στο να τελέσει την πράξη, υποκειμενικά δε (απαιτείται) δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της απόφασης για τη διάπραξη από άλλον της αντικειμενικής υπόστασης ορισμένου εγκλήματος, με τη γνώση και τη θέληση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξης.
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, σύμφωνα με τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ'ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτήν με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι, κατ'αρχάς αναγκαίο να αιτιολογείται ειδικότερα, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, διαλαμβάνεται δε αιτιολογία περί αυτού (δόλου) στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή.
Όταν όμως από το νόμο απαιτούνται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως ορισμένος <<σκοπός>> (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση) ή <<εν γνώσει>> ορισμένων περιστατικών από μέρους του υπαιτίου για την τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στα στοιχεία αυτά.
Περαιτέρω, σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠοινΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ` είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά.
Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ` επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.
Όταν δε, εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. ( ΑΠ 186/2023, ΑΠ 76/2023, ΑΠ 1218/2022).Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.
Ε'του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφάρμοσε.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία θεμελίωσης και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις και λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (ΟλΑΠ 2/2011, ΑΠ 1168/2022, ΑΠ 675/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους λόγους της κρινόμενης αναίρεσης, ο αναιρεσείων διατείνεται ότι το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων ... που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση: 1) εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 242 παρ.1 του ΠΚ, περί ψευδούς βεβαίωσης και τον έκρινε ένοχο ηθικής αυτουργίας στην πράξη αυτή, κατ'εξακολούθηση, διότι σύμφωνα με τον ορισμό της ως άνω διάταξης, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος, απαιτείται, μεταξύ των άλλων, η έκδοση ή σύνταξη από τον υπάλληλο δημοσίου εγγράφου, ενώ στην ένδικη υπόθεση οι ηλεκτρονικές καταχωρήσεις, των προγραμματιζόμενων ιατρικών ραντεβού των ασθενών του ΕΟΠΥ, στη διαδικτυακή πλατφόρμα ΗΔΙΚΑ, στις οποίες προέβαινε η συγκατηγορουμένη του υπάλληλος, δεν αποτελούσαν δημόσια έγγραφα, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, δεδομένου ότι αυτές (ηλεκτρονικές καταχωρήσεις) εξυπηρετούσαν μόνο την εσωτερική λειτουργία της ως άνω υπηρεσίας και δεν προορίζονταν για εξωτερική κυκλοφορία και έναντι πάντων αποδεικτική λειτουργία των καταχωρηθέντων ιατρικών ραντεβού, καθόσον δεν δέσμευαν τους ενδιαφερόμενους ασφαλισμένους, οι οποίοι μπορούσαν ελεύθερα, να αιτηθούν την τροποποίηση ή τη ματαίωσή τους ή να μην εμφανισθούν καθόλου στα ραντεβού αυτά (1ος λόγος). 2) ότι το Δικαστήριο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της έλλειψης της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς τη συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος της ηθικής αυτουργίας, σε ψευδή βεβαίωση, κατ'εξακολούθηση, καθώς δεν αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση ο τρόπος και τα μέσα με τα οποία αυτός (αναιρεσείων), προκάλεσε ως ηθικός αυτουργός την απόφαση στην συγκατηγορουμένη του, να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε (2ος λόγος).
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχθηκε ανελέγκτως στο περί της ενοχής του αναιρεσείοντος σκεπτικό του, για την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση, κατ'εξακολούθηση, ότι από τα αναφερόμενα κατ'είδος αποδεικτικά μέσα, (μαρτυρικές καταθέσεις, αναγνωσθέντα έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου, πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης), αποδείχθηκαν, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η πρώτη εκκαλούσα - κατηγορούμενη, στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από ...-2017 έως και ...-2017, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ούσα υπάλληλος, κατά την έννοια του άρθρου 13 περ.
α του ΠΚ, που στα καθήκοντά της ανάγεται η έκδοση ή η σύνταξη δημοσίων εγγράφων, κατά την έννοια του άρθρου 13 περ. γ εδ. β ΠΚ σε συνδυασμό με άρθρο 438 ΚΠολΔ, βεβαίωσε με πρόθεση σε τέτοια έγγραφα, ψευδώς περιστατικό, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Συγκεκριμένα, η εν λόγω κατηγορούμενη, μόνιμη δημόσια υπάλληλος που υπηρετούσε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα στον ΕΟΠΥΥ, στις αρμοδιότητες της οποίας περιλαμβανόταν ο προγραμματισμός ραντεβού τηλεφωνικά μέσω των πενταψήφιων αριθμών που είχε ορίσει ο ΕΟΠΥΥ και η καταχώριση αυτών σε διαδικτυακή (ηλεκτρονική) πλατφόρμα, επ' ευκαιρία των καθηκόντων της αλλά και στο πλαίσιο των κοινωνικών της σχέσεων και δη της γνωριμίας της με τον δεύτερο εκκαλούντα - κατηγορούμενο, δημόσιο υπάλληλο και συγκεκριμένα μαιευτήρα χειρουργό γυναικολόγο του ΠΕΔΥ ..., ο οποίος παράλληλα διατηρούσε το ανωτέρω χρονικό διάστημα και ιδιωτικό ιατρείο, αφού έλαβε γνώση των αριθμών ΑΜΚΑ των κάτωθι αναφερόμενων πολιτών, τους οποίους είχαν δώσει σε αυτή είτε οι ίδιοι, με φυσική παρουσία τους, σε ανύποπτο χρόνο για να τους κλείσει παράτυπα (όχι τηλεφωνικά) ραντεβού, είτε ο συγκατηγορούμενός της, προγραμμάτισε και καταχώρισε ηλεκτρονικά στη διαδικτυακή πλατφόρμα του συστήματος ΗΔΙΚΑ, χωρίς τη συναίνεση και γνώση τους, ραντεβού για λογαριασμό τους με τον δεύτερο εκκαλούντα - κατηγορούμενο, καθ' υπόδειξη και προτροπή του τελευταίου.
Συγκεκριμένα, καταχώρισε τα κάτωθι ραντεβού: α) για την Δ. Σ., δεκαεννιά (19) ραντεβού σε χρονικό διάστημα από ...-2017 έως ...- 2017, δεκαοχτώ (18) εκ των οποίων σε ώρες μεταξύ 17:20 και 17:30, β) για την Π. Ε., δέκα (10) ραντεβού σε χρονικό διάστημα από ...-2017 έως ...-2017 και σε ώρες μεταξύ 16:20 και 17:30, γ) για τη Ζ. F., είκοσι οχτώ (28) ραντεβού όλα σε ώρες μεταξύ 16:20 και 17:30, εκτός από ένα στις ...-2017, δ) για τον Κ.
Θ., δύο (2) ραντεβού για την κόρη του Κ. Π., ε) για την Γ. Σ., από ...-2017 ως ...-2017, είκοσι τέσσερα (24) ραντεβού όλα σε ώρες μεταξύ 16:20 και 17:30, εκτός από ένα στις ...-2017, στ) για την Ζ. Ι., από ...-2017 έως ...-2017, δεκαέξι (16) ραντεβού, όλα σε ώρες μεταξύ 16:20 και 17:30, ζ) για την Φ. Ε., σε χρονικό διάστημα από ...-2017 ως ...-2017, δέκα (10) ραντεβού σε ώρες 17:20 και 17:30, πλην ενός σε ώρα 11:30, η) για την Π.
Α., τριάντα δύο (32) ραντεβού όλα σε ώρες μεταξύ 16:20 και 17:30, εκτός από τρία (στις .../2017, .../2017 και .../2017), θ) για την Μ. Α., από ...- 2017 έως ...2017, δεκατρία (13) ραντεβού όλα σε ώρες μεταξύ 16:20 και 17:30, ι) για τη Σ. Α., δώδεκα (12) ραντεβού, σε χρονικό διάστημα από ...-2017 έως ...-2017 και σε ώρες μεταξύ 17:20 και 17:30 και τέλος ια) για τη Β.
Μ., δώδεκα (12) ραντεβού όλα στις 17:20 ή στις 17:30, πλην ενός στις 12:50, σε χρονικό διάστημα από ...-2017 έως ...-2017. Με αυτόν τον τρόπο η πρώτη εκκαλούσα, με πρόθεση, βεβαίωσε εγγράφως ψευδώς τη δήθεν πρόθεση των ανωτέρω πολιτών να επισκεφθούν τον εν λόγω ιατρό, γεγονός το οποίο εν γνώσει της δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα, με αποτέλεσμα η ψευδής ως άνω καταχώρηση να έχει έννομες συνέπειες, καθόσον αφενός μεν οι ανωτέρω ιδιώτες να στερηθούν τη δυνατότητα πρόσβασης σε άλλες μονάδες υγείας, για τη συγκεκριμένη ημέρα και ώρα, που φέρεται να είχαν προγραμματίσει ραντεβού, στερούμενοι έτσι του εννόμου δικαιώματος τους πρόσβασης σε υπηρεσίες της υγείας άνευ οικονομικού ανταλλάγματος, αφετέρου δε και άλλοι ενδιαφερόμενοι ασφαλισμένοι πολίτες στερήθηκαν τη δυνατότητα πρόσβασης στο συγκεκριμένο υποκατάστημα ΕΟΠΥΥ για τη συγκεκριμένη ημέρα και ώρα, κατά την οποία φαινόταν, λόγω των ανωτέρω καταχωρήσεων, να υπάρχουν ήδη προγραμματισμένα ραντεβού.
Η ηλεκτρονική δε καταγραφή και καταχώρηση των ραντεβού στην ανωτέρω διαδικτυακή πλατφόρμα του συστήματος ΗΔΙΚΑ συνιστά σύνταξη δημοσίου εγγράφου κατά την έννοια του άρθρου 13 περ. γ εδ. β' ΠΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 438 ΚΠολΔ, όπως αυτή αναλύθηκε ανωτέρω στην υπό στοιχεία ΙΑ νομική σκέψη της παρούσας, εφόσον προοριζόταν για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη του γεγονότος της καταχώρησης των ραντεβού που βεβαιώνονταν στην διαδικτυακή πλατφόρμα έναντι πάντων των ασθενών και δεν αφορούσε μόνο την εσωτερική λειτουργία της υπηρεσίας, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες, αλλά αντίθετα, όπως προεκτέθηκε, ήταν προορισμένο για εξωτερική κυκλοφορία (πρβλ ΑΠ 285/2020 ΝΟΜΟΣ), επιτελώντας αποδεικτική λειτουργία, καθόσον από τη σχετική καταχώριση προκύπτει σε όλους τους ενδιαφερόμενους ασφαλισμένους πολίτες η διαθεσιμότητα των δημοσίων γιατρών που υπηρετούν στο εκάστοτε υποκατάστημα του ΕΟΠΥ, εν προκειμένω του δεύτερου εκκαλούντος - κατηγορουμένου, μαιευτήρα χειρουργού γυναικολόγου στο ΠΕΔΥ ..., για να προγραμματίσουν ιατρικό ραντεβού.
Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος εκκαλών - κατηγορούμενος, γιατρός του Δημοσίου, εργαζόμενος κατά το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα, ήτοι από ...-2017 έως ...-2017, ως μαιευτήρας χειρουργός γυναικολόγος στο ΠΕΔΥ ..., με πειθώ και φορτικότητα, παραινέσεις και προτροπές, με πρόθεση, προκάλεσε στην πρώτη εκκαλούσα - κατηγορουμένη," με την οποία τον συνέδεε κοινωνική γνωριμία, την απόφαση να τελέσει την άδικη πράξη της ψευδούς βεβαίωσης κατ' εξακολούθηση, όπως προκύπτει από το γεγονός ότι ήταν ο μόνος που εξυπηρετείτο από τον προγραμματισμό των πλασματικών ραντεβού (ψευδών καταχωρήσεων), στα προέβη η πρώτη εκκαλούσα, ελαφρύνοντας έτσι το ωράριο του και διευκολύνοντάς τον έτσι να μεταβαίνει ευχερώς στο ιδιωτικό του ιατρείο για τα απογευματινά του ραντεβού, καθόσον εκ των προτέρων αυτός γνώριζε ότι τα εν λόγω ραντεβού ήταν πλασματικά και ότι οι εν λόγω ασθενείς δεν επρόκειτο να προσέλθουν προς εξέταση.
Τα παραπάνω αποδεικνύονται από τις σαφείς και κατηγορηματικές καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας αλλά και από το με αριθμό πρωτοκόλλου ΕΜΠ ...-2017 πορίσματος ΕΔΕ της διενεργούσας αυτήν Α. Β., Υπεύθυνης του Κ.Υ. ..., η οποία, μετά από εξέταση και των κατηγορουμένων κατέληξε στο συμπέρασμα ότι αυτοί έχουν τελέσει και πειθαρχικά παραπτώματα και ειδικότερα α) η μεν πρώτη εκκαλούσα - κατηγορουμένη το πειθαρχικό παράπτωμα της παράβασης του υπαλληλικού της καθήκοντος για συμμόρφωση στις επιταγές του νόμου και τις απορρέουσες από αυτόν υποχρεώσεις (άρθρο 107 § 1 εδ.
β' του Υ.Κ.), της αναξιοπρεπούς ή ανάρμοστης ή ανάξιας για υπάλληλο συμπεριφορά εντός ή εκτός υπηρεσίας (άρθρο 107 § 1 εδ. ε' του Υ.Κ.) και της αμελούς ή ατελούς εκπλήρωσης του υπηρεσιακού της καθήκοντος (άρθρο 107 § 1 εδ. κη' του Υ.Κ.), ο δε δεύτερος εκκαλών - κατηγορούμενος τα πειθαρχικά παραπτώματα της παράβασης του υπαλληλικού του καθήκοντος για συμμόρφωση στις επιταγές του νόμου και τις απορρέουσες από αυτόν υποχρεώσεις (άρθρο 107 § 1 εδ.
β' του Υ.Κ.), της αναξιοπρεπούς ή ανάρμοστης ή ανάξιας για υπάλληλο συμπεριφορά εντός ή εκτός υπηρεσίας (άρθρο 107 § 1 εδ. ε' του Υ.Κ.), καθώς και της παράβασης του Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας (Αρθρο 2: Η άσκηση της ιατρικής ως λειτούργημα 2. Ο ιατρός τηρεί τον όρκο του Ιπποκράτη, ασκεί το έργο του σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία και πρέπει, κατά την άσκηση του επαγγέλματος του, να αποφεύγει κάθε πράξη ή παράλειψη η οποία μπορεί να βλάψει την τιμή και την αξιοπρέπεια του ιατρού και να κλονίσει την πίστη του κοινού προς το ιατρικό επάγγελμα.
Οφείλει, επίσης, να διατηρεί σε υψηλό επίπεδο την επαγγελματική του συμπεριφορά, ώστε να καταξιώνεται στη συνείδηση του κοινωνικού συνόλου και να προάγει το κύρος και την αξιοπιστία του ιατρικού σώματος...."), για τα οποία μάλιστα, όπως ο ίδιος κατέθεσε, καταδικάσθηκε σε στέρηση μισθού δώδεκα (12) μηνών και εκκρεμεί η έφεση (βλ.
ιδίως τις υπ' αριθ. ΕΜΠ ...-2018 και ...-2018 αποφάσεις της Διοικήτριας της 1ης Υγειονομικής Περιφέρειας ... Ι. Δ.). Επομένως, οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι η μεν πρώτη της αξιόποινης πράξης της ψευδούς βεβαίωσης κατ' εξακολούθηση και ο δεύτερος της αξιόποινης πράξης της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση κατ' εξακολούθηση, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 § 2α του ΠΚ, όπως και πρωτοδίκως (άρθρο 470 ΚΠΔ)" .....
Ακολούθως, το Δικαστήριο κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2 α' ΠΚ, [ενώ ως αυτουργός της πράξης της ψευδούς βεβαίωσης, κηρύχθηκε ένοχη, με το ίδιο ελαφρυντικό, η συγκατηγορουμένη του Ε. Β., η οποία δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη], με το ακόλουθο διατακτικό: <<Κηρύσσει ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι στην Αθήνα ...
και στους κάτωθι αναφερόμενους χρόνους, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε και ειδικότερα από ...-2017 έως και ...-2017 με πειθώ, φορτικότητα, παραινέσεις και προτροπές, με πρόθεση προκάλεσε στην πρώτη κατηγορουμένη (Ε.
Β.) την απόφαση να τελέσει την άδικη πράξη της ψευδούς βεβαίωσης κατ'εξακολούθηση, ως αυτή εκτίθεται στην υπό στοιχείο Α.1. κατηγορία του παρόντος και ενώ αυτή ήταν το επίδικο διάστημα υπάλληλος, κατά την έννοια του άρθρου 13 περ.α'του ΠΚ, που στα καθήκοντά της ανάγεται η έκδοση ή η σύνταξη δημοσίων εγγράφων, κατά την έννοια του άρθρου 13 περ.γ' εδ.β' ΠΚ, σε συνδ.
με άρθρ. 438 ΚΠολΔ, βεβαίωσε με πρόθεση σε τέτοια έγγραφα, ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες>>. Στο ίδιο δε διατακτικό, η πράξη της ψευδούς βεβαίωσης την οποία διέπραξε η συγκατηγορουμένη του, περιγράφεται ως ακολούθως: <<Ειδικότερα, η εν λόγω κατηγορουμένη, μόνιμη δημόσια υπάλληλος που υπηρετούσε κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα στον ΕΟΠΥΥ, στις αρμοδιότητες της οποίας περιλαμβανόταν ο προγραμματισμός ραντεβού τηλεφωνικά μέσω των πενταψήφιων αριθμών που είχε ορίσει ο ΕΟΠΥΥ και η καταχώρηση αυτών σε διαδικτυακή πλατφόρμα, επ'ευκαιρία των καθηκόντων της, αλλά και στο πλαίσιο των κοινωνικών της σχέσεων και δη της γνωριμίας της με τον δεύτερο κατηγορούμενο, μαιευτήρα - χειρουργό - γυναικολόγο του ΠΕ.ΔΥ. ...
που παράλληλα διατηρεί και ιδιωτικό ιατρείο, αφού έλαβε γνώση των αριθμών ΑΜΚΑ. των κάτωθι αναφερόμενων πολιτών, προγραμμάτισε και καταχώρισε ηλεκτρονικά στη διαδικτυακή πλατφόρμα του συστήματος Η.ΔΙ.ΚΑ, χωρίς τη συναίνεση και γνώση τους ραντεβού για λογαριασμό τους με τον δεύτερο κατηγορούμενο, καθ' υπόδειξη και προτροπή του τελευταίου.
Συγκεκριμένα, καταχώρισε ραντεβού ως εξής: α) για την Δ. Σ., δεκαεννιά (19) ραντεβού σε χρονικό διάστημα από ...-2017 ως ...-2017, δεκαοχτώ (18) εκ των οποίων σε ώρες μεταξύ 17:20 και 17:30, β) για την Π. Ε. δέκα (10) ραντεβού σε χρονικό διάστημα από ...-2017 ως ...-2017 και σε ώρες μεταξύ 16:20 και 17:30, γ) για τη Ζ. F. είκοσι οκτώ (28) ραντεβού όλα σε ώρες μεταξύ 16:20 και 17:30, εκτός από ένα στις ...-2017, δ) για τον Κ.
Θ. δύο (2) ραντεβού για την κόρη του Κ. Π., ε) για Γ. Σ. από ...-2017 ως ...-2017 είκοσι τέσσερα (24) ραντεβού όλα σε ώρες μεταξύ 16:20 και 17:30, εκτός από ένα στις ...-2017, στ) Ζ. Ι. από ...-2017 έως ...-2017 δεκαέξι (16) ραντεβού όλα σε ώρες μεταξύ 16:20 και 17:30, ζ) για τη Φ. Ε. σε χρονικό διάστημα από ...-2017 ως ...-2017 δέκα (10) ραντεβού σε ώρες 17:20 και 17:30, πλην ενός σε ώρα 11:30, η) για την Π.
Α. τριάντα δύο (32) ραντεβού όλα σε ώρες μεταξύ 16:20 και 17:30, εκτός από τρία (σας .../2017, .../2017 και .../2017), θ) Μ. Α. από ...-2017 έως ...2017 δεκατρία (13) ραντεβού όλα σε ώρες μεταξύ 16:20 και 17:30, ι) για τη Σ. Α. δώδεκα (12) ραντεβού, σε χρονικό διάστημα από ...-2017 έως ...-2017 και σε ώρες μεταξύ 17:20 και 17:30 και ια) για τη Β. Μ. δώδεκα (12) ραντεβού όλα στις 17:20 ή στις 17:30, πλην ενός στις 12:50, σε χρονικό διάστημα οπό ...-2017 έως ...-2017, βεβαιώνοντας με αυτό τον τρόπο, με πρόθεση, εγγράφως την δήθεν πρόθεση των ανωτέρω πολιτών να επισκεφθούν τον εν λόγω ιατρό, δεύτερο κατηγορούμενο, γεγονός το οποίο εν γνώσει της δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα, με αποτέλεσμα, οι ανωτέρω ιδιώτες να στερηθούν τη δυνατότητα πρόσβασης σε άλλες μονάδες υγείας, για τη συγκεκριμένη ημέρα και ώρα, που φέρεται να είχαν προγραμματίσει ραντεβού, στερούμενοι του εννόμου δικαιώματος τους πρόσβασης σε υπηρεσίες της υγείας άνευ οικονομικού ανταλλάγματος ενώ και άλλοι ενδιαφερόμενοι ασφαλισμένοι πολίτες στερήθηκαν τη δυνατότητα πρόσβασης στο συγκεκριμένο υποκατάστημα Ε.Ο.Π.Υ.Υ.
για τη συγκεκριμένη ημέρα και ώρα, κατά την οποία φαινόταν, λόγω, των ανωτέρω καταχωρίσεων, να είναι ήδη προγραμματισμένα τα ραντεβού.".. Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες περιλαμβάνονται στο σκεπτικό και το διατακτικό της απόφασης και αποτελούν ενιαίο σύνολο αιτιολογίας, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του, την κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ.
ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς δυνάμει των οποίων έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 12, 13 παρ.ακ και γ'εδ.β', 14, 18β', 26 παρ.1α', 27 παρ.1, 46 πα1α, 51, 53, 57, 98 παρ.1 ΠΚ και 242 παρ.1 του προϊσχύσαντος ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως η εκ πλαγίου, με ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, ώστε να στερήσει την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Ειδικότερα, στην απόφαση διαλαμβάνονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ηθικής αυτουργίας στην πράξη της ψευδούς βεβαίωσης, κατ' εξακολούθηση και οι ειδικότερες περιστάσεις τελέσεως αυτού και συγκεκριμένα: α) Η ιδιότητα του αναιρεσείοντος, ως ιατρού, μαιευτήρα- χειρουργού γυναικολόγου, ο οποίος υπηρετούσε στην υπηρεσία του ΠΕΔΥ, Καταστήματος ..., β) Η ιδιότητα της συγκατηγορουμένης του (αυτουργού του εγκλήματος), Ε.
Β., ως υπαλλήλου του άρθρου 13 περ.α' του ΠΚ, ήτοι, ως μόνιμης δημοσίας υπαλλήλου που υπηρετούσε στον οργανισμό του ΕΟΠΥΥ, Κατάστημα ..., και η περιγραφή των καθηκόντων της, μεταξύ των οποίων, η σύνταξη δημοσίων εγγράφων και συγκεκριμένα ο προγραμματισμός τηλεφωνικά, ιατρικών επισκέψεων (ιατρικών ραντεβού) των ασφαλισμένων του ΕΟΠΥΥ για εξέτασή τους από τους ιατρούς του ανωτέρω Οργανισμού, στο κατάστημα του ..., και η καταχώρησή τους στην διαδικτυακή (ηλεκτρονική) πλατφόρμα του συστήματος ΗΔΙΚΑ, με την οποία (καταχώρηση) διασφαλιζόταν η παροχή των αιτουμένων ιατρικών υπηρεσιών, στις προγραμματισθείσες ημεροχρονολογίες και ώρες, γ) Αιτιολογείται με επάρκεια και με ορθή ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 242 παρ.1 του ΠΚ ότι οι ανωτέρω ηλεκτρονικές καταχωρήσεις συνιστούν δημόσια έγγραφα, δεδομένου ότι προορίζονταν για εξωτερική κυκλοφορία, επιτελώντας αποδεικτική λειτουργία, γεγονός που συνήγαγε το Δικαστήριο - με ορθή εφαρμογή της ως άνω διάταξης - από τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν, σύμφωνα με τα οποία, η δυνατότητα όλων των ασφαλισμένων του ΕΟΠΥ να προγραμματίσουν ιατρικά ραντεβού, στο ανωτέρω Κατάστημα του ..., προέκυπτε δεσμευτικά γι'αυτούς, από την διαθεσιμότητα των δημοσίων ιατρών που υπηρετούσαν στο Κατάστημα αυτό, δηλαδή, από τις υπάρχουσες, για ιατρική εξέταση, ελεύθερες ημεροχρονολογίες και ώρες, κατά τις οποίες δεν είχαν προγραμματισθεί, με καταχώρηση στην ανωτέρω ηλεκτρονική πλατφόρμα, άλλα ιατρικά ραντεβού.
δ) Περαιτέρω, διαλαμβάνονται τα αναληθή περιστατικά που βεβαιώθηκαν από την προαναφερομένη υπάλληλο στα έγγραφα αυτά, με την υπόδειξη και προτροπή του αναιρεσείοντος και ειδικότερα, οι ηλεκτρονικές καταχωρήσεις πλασματικών ραντεβού, ειδικότητας γυναικολόγου, συγκεκριμένων ασθενών, κατά τις αναλυτικά παρατιθέμενες ημεροχρονολογίες και (απογευματινές) ώρες, κατά τις οποίες υπηρετούσε ο αναιρεσείων, χωρίς τη γνώση και τη συναίνεση των ασθενών αυτών.
ε) Διαλαμβάνονται οι έννομες συνέπειες από τη σύνταξη των ψευδών αυτών βεβαιώσεων, οι οποίες συνίστανται στο ότι οι ασφαλισμένες στον ΕΟΠΥΥ ασθενείς δεν είχαν τη δυνατότητα να προγραμματίσουν ιατρικές επισκέψεις, ειδικότητας γυναικολόγου, στο Κατάστημα του ..., κατά τις ημεροχρονολογίες και ώρες, που είχαν κλειστεί τα πλασματικά ραντεβού.
στ) Τέλος, αιτιολογούνται με επάρκεια, ο δόλος του κατηγορουμένου, για την ηθελημένη πραγματοποίηση των πραγματικών περιστατικών που στοιχειοθετούν την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος που του αποδόθηκε, καθώς και τα μέσα που χρησιμοποίησε (πειθώ, φορτικότητα, παραινέσεις και προτροπές) και με τα οποία προκάλεσε στην συγκατηγορουμένη του, με την οποία διατηρούσε κοινωνική γνωριμία, την απόφαση να εκτελέσει την διαπραχθείσα αξιόποινη πράξη της ψευδούς βεβαίωσης, κατ'εξακολούθηση, χωρίς για την πληρότητα της αιτιολογίας να απαιτείται να εξειδικεύονται περαιτέρω τα μέσα αυτά, καθώς επίσης διαλαμβάνονται και τα περιστατικά από τα οποία συνήγαγε το Δικαστήριο τις παραδοχές αυτές και συγκεκριμένα ότι ο αναιρεσείων ήταν ο μόνος που εξυπηρετείτο από τον προγραμματισμό σε απογευματινές ώρες των πλασματικών αυτών ραντεβού της ειδικότητάς του, τα οποία γνώριζε ότι ήταν πλασματικά και ότι οι εν λόγω ασθενείς δεν επρόκειτο να προσέλθουν, έχοντας έτσι, την ευχέρεια να λειτουργεί κατά τις ώρες αυτές, το ιδιωτικό του ιατρείο.
Υπό τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα, δεν είναι βάσιμες οι προπαρατεθείσες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 242 παρ.1 ΠΚ και για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης και ακολούθως ο 1ος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚΠΔ και ο 2ος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ'ΚΠΔ, είναι αβάσιμοι.
Κατόπιν όλων των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 578 παρ.1 του ΚΠΔ).-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από ...2023 και με αρ. .../2023 αίτηση - δήλωση του Σ. Γ. του Θ., κατοίκου ..., για αναίρεση της με αριθ. 4418α', 4602/ 8-11-2022 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων ... .
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιουνίου 2024.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Δεκεμβρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ