Supreme Court dismisses appeal for lack of legal basis due to sufficient reasoning on substantive law application.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court's decision. The appellant argued the lower court lacked a legal basis and failed to provide sufficient reasoning regarding the application of substantive law. The court found the First Instance Court's reasoning adequate and clear, thereby establishing a valid legal foundation for its judgment.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(19) KPolD; Art. 560(6) KPolD: A cassation appeal based on lack of legal basis or insufficient reasoning is inadmissible if the lower court's decision clearly establishes the facts and conditions necessary for the application of the substantive rule in question.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1546 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1546/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου, Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή και Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαΐου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Κ. του Ι., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Κοτζιά - Σοφαντζή. Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Σ. του Ι., κατοίκου .... Παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Πετρίχου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-5-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Μεγάρων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 67/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 13948/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21-10-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 KΠολΔ, καθώς και από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 2267/2013).
Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον, όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις, στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).
Για να είναι δε ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών που εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 130/2009, ΑΠ 1438/2009).
Επιπλέον, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του KΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του KΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 KΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως, πού στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 KΠολΔ, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (ΑΠ 114/2009).
Συνεπώς, ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος πρότασης ή επαναφοράς του στο Εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο, αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, αφού μη νόμιμοι, αόριστοι και απαράδεκτοι ισχυρισμοί δεν είναι για τους λόγους αυτούς ουσιώδεις και δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1401/2008).
Έτσι, αν ο αναιρεσείων είχε νικηθεί στον πρώτο βαθμό, η νόμιμη επαναφορά των ισχυρισμών του στο Εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, μόνο με λόγο έφεσης (κύριο ή πρόσθετο) μπορούσε να γίνει. Αν δεν προβλήθηκε σχετικός λόγος έφεσης με βάση τους ισχυρισμούς αυτούς και το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσία την έφεση, δεν μπορεί να θεμελιωθεί` λόγος αναίρεσης που περιέχει αιτιάσεις για την απόρριψη των ισχυρισμών, οι οποίοι δεν είχαν επαναφερθεί νόμιμα στο Εφετείο (ΑΠ 683/2005).
Το γεγονός δε ότι ο σχετικός ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, δεν έχει σημασία, διότι ναι μεν η εφαρμογή του νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημόσιας τάξης, αφού στην έννοια της δημόσιας τάξης περιλαμβάνονται οι κανόνες, με τους οποίους η πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του έννομου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές και κοινωνικές, η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα γενική περί δικαίου συνείδηση (ΑΠ 1401/2008).
Επίσης, το γεγονός ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι, στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις ανωτέρω εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 του KΠολΔ. (ΑΠ 89/2005, ΑΠ 1851/2007).
Ωστόσο και στις περιπτώσεις αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα, στα οποία στηρίζεται, να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (Ολ.
ΑΠ 15/2000). Από τον συνδυασμό δε της ως άνω διάταξης, με τις διατάξεις των άρθρων 556 & 2, 570 & 1 και 2, 577, 579 και 581 KΠολΔ, προκύπτει ότι με την άσκηση της αίτησης αναίρεσης καθώς και με την επ' αυτής δίκη δεν αναβιώνει η εκκρεμοδικία, αφού με το έκτακτο αυτό ένδικο μέσο δεν ανοίγεται νέος βαθμός δικαιοδοσίας ούτε κρίνεται η ουσία της διαφοράς, αλλά ερευνάται το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αναίρεσης.
Επομένως, δεν είναι παραδεκτή, μετά την τελεσίδικη απόφαση, η έρευνα νέων ισχυρισμών στην αναιρετική δίκη, καθόσον το αντίθετο θα μετέβαλε τον Άρειο Πάγο σε δικαστήριο ουσίας τρίτου βαθμού (ΑΠ 164/2021, 621/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, επί της ασκηθείσης υπό του εναγομένου-αναιρεσείοντος εφέσως κατά της 67/2015 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Μεγάρων, με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος (αναιρεσίβλητος) τυγχάνει έμπορος και διατηρεί στο 42° χιλιόμετρο της Παλαιάς Εθνικής Οδού ...
ατομική επιχείρηση εμπορίας υλικών οικοδομής και ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών (αναιρεσείων) τυγχάνει πολιτικός μηχανικός δραστηριοποιούμενος στην ανέγερση οικοδομών και στην εκτέλεση δημόσιων έργων. Οι διάδικοι είχαν αναπτύξει συνεργασία επί σειρά ετών, με βάση την οποία ο πρώτος προμήθευε και δη πωλούσε και παρέδιδε στον δεύτερο οικοδομικά υλικά, τα οποία απαιτούνταν για τις ανάγκες του τελευταίου για τη μνησθείσα επαγγελματική δραστηριότητά του.
Στο πλαίσιο αυτής της συνεργασίας τους συνάφθηκαν μεταξύ των διαδίκων δύο συμβάσεις πώλησης οικοδομικών υλικών στα Μέγαρα Αττικής στις 30.03.2011 και στις 31.03.2011. Ειδικότερα, με την πρώτη εξ αυτών ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος με την ιδιότητα του πωλητή πώλησε και παρέδωσε κατά την ίδια ημέρα στον εναγόμενο και ήδη εκκαλούντα με την ιδιότητα του αγοραστή, κατόπιν σχετικής παραγγελίας του τελευταίου, 11.354 κιλά σιδήρου μπετόν, 20 κιλά δομικού πλέγματος και 20 τεμάχια δομικού πλέγματος τύπου Τ92 συνολικής αξίας 8.129,78 ευρώ πλέον Φ.Π.Α.
ποσοστού 23% ποσού 1,869,81 ευρώ, ήτοι συνολικής αξίας συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α, 9.999,62 ευρώ. Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος πώλησε και παρέδωσε προσηκόντως τα εν λόγω εμπορεύματα κατόπιν φόρτωσης αυτών στο υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... φορτηγό ιδιοκτησίας του και ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών παρέλαβε αυτά ανεπιφύλακτα επίσης στην περιοχή των Μεγάρων.
Ο ενάγων, δε, και ήδη εφεσίβλητος εξέδωσε προς τούτο το υπ' αριθμόν ... δελτίο αποστολής - τιμολόγιο για την πώληση αγαθών επί πιστώσει, στο οποίο αναγράφονται τα πωληθέντα εμπορεύματα κατ' είδος, η ποσότητα αυτών, η τιμή μονάδας εκάστου εξ αυτών, ο ΦΠΑ και η τελική αξία. Προσθέτως, με τη δεύτερη εξ αυτών ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος με την ιδιότητα του πωλητή πώλησε και παρέδωσε κατά την ίδια ημέρα στον εναγόμενο και ήδη εκκαλούντα με την ιδιότητα του αγοραστή, κατόπιν σχετικής παραγγελίας του τελευταίου, 420 τετραγωνικά μέτρα εξηλασμένης πολυστρερίνης 120 τετραγωνικά μέτρα εξηλασμένης πολυστερίνης, 500 τρ.
Μ. πλαστικής ανόρθωσης, 40 πακέτα πρόκες, 40 κιλά σύρμα - ούγια, 20 πακέτα ατσαλόπροκες, 120 τετραγωνικά μέτρα αποστραγγιστικής μεμβράνης, 6.056 κιλά σιδήρου μπετόν συνολικής αξίας 8.129,74 ευρώ πλέον Φ.Π.Α. ποσοστού 23% ποσού 1.869,84 ευρώ, ήτοι συνολικής αξίας συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α. 9.999,58 ευρώ. Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος πώλησε και παρέδωσε προσηκόντως τα εν λόγω εμπορεύματα κατόπιν φόρτωσης αυτών στο υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ...
φορτηγό και ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών παρέλαβε αυτά ανεπιφύλακτα επίσης στην περιοχή των Μεγάρων. Ο ενάγων, δε, και ήδη εφεσίβλητος εξέδωσε προς τούτο το υπ' αριθμόν 1465/31.03.2011 δελτίο αποστολής - τιμολόγιο για την πώληση αγαθών επί πιστώσει, στο οποίο αναγράφονται τα πωληθέντα εμπορεύματα κατ' είδος, η ποσότητα αυτών, η τιμή μονάδας εκάστου εξ αυτών, ο ΦΠΑ και η τελική αξία.
Ωστόσο, ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών δεν κατέβαλε τα προρρηθέντα τιμήματα πώλησης στον ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο και δεν εξόφλησε τα επίμαχα δύο τιμολόγια. Εξάλλου, ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών αρνείται ότι καταρτίσθηκαν μεταξύ των διαδίκων οι δύο ένδικες συμβάσεις πώλησης και ισχυρίζεται ότι ουδέποτε αυτές συνάφθηκαν.
Σύμφωνα με τα προειρημένα, ο εν λόγω ισχυρισμός τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος κατ' ουσίαν, καθόσον αποδείχθηκε ότι οι επίμαχες συμβάσεις πώλησης καταρτίσθηκαν μεταξύ των διαδίκων στο πλαίσιο της συνεργασίας τους. Η τοιαύτη κρίση του Δικαστηρίου τούτου περί της σύναψης των επίμαχων συμβάσεων ενισχύεται από το γεγονός ότι τα εν λόγω τιμολόγια εκδόθηκαν κανονικά κατά την ημέρα της πώλησης και της παράδοσης των εμπορευμάτων και ότι τόσο ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος, όσο και ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών καταχώρησαν αυτά στα τηρούμενα φορολογικά βιβλία τους και δη ο δεύτερος, ήτοι ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών καταχώρησε αυτά τα τιμολόγια κατά το οικείο έτος στα βιβλία του ως έξοδα.
Ως εκ τούτου, προκύπτει ότι ούτος ουδόλως αμφισβήτησε τη σύναψη αμφοτέρων των συμβάσεων και την απορρέουσα εξ αυτής έκδοση των επίμαχων τιμολογίων κατά τον κρίσιμο χρόνο της έκδοσής τους. Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης έφεσης ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών παραπονείται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις με την κρίση του για την κατάρτιση των δύο συμβάσεων, εκθέτοντας, ως και πρωτοδίκως, ότι προκειμένου οι διάδικοι να παρακολουθούν την εξέλιξη των συναλλαγών τους η επιχείρηση του ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου τηρούσε λογιστικό - δοσοληπτικό λογαριασμό, ότι αυτός αποτελούσε τη λογιστική απεικόνιση των μεταξύ των συναλλαγών, ότι σε αυτόν καταχωρούνταν οι απαιτήσεις της επιχείρησης για το τίμημα των εμπορευμάτων, που απέστελλε στα έργα του, και οι έναντι αυτών μερικότερες από μέρους του εκάστοτε καταβολές, ότι οι έναντι των αγορών καταβολές από τον ίδιο καταχωρούνταν στον ενιαίο λογαριασμό με τη μορφή πιστωτικών και χρεωστικών κονδυλίων, έτσι ώστε να χάνουν την αυτοτέλειά τους και να οφείλεται το κατάλοιπο που θα προέκυπτε κατά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, ότι κατά τον μήνα Φεβρουάριο του έτους 2013 απεστάλη στον ίδιο το κατάλοιπο του λογαριασμού ποσού 21.685,76 ευρώ και ότι ο ίδιος αμφισβήτησε αυτό το κατάλοιπο.
Ο λόγος αυτός της έφεσης και οι διαλαμβανόμενοι σε αυτόν προαναφερόμενοι ισχυρισμοί πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, καθόσον ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών αγόραζε διάφορα είδη οικοδομικών υλικών και κατέβαλε κατά διαστήματα διάφορα χρηματικά ποσά σε μερική εξόφληση της οφειλής του και καθόσον αυτό δεν συνεπαγόταν τη λειτουργία ενός αλληλόχρεου λογαριασμού, δεδομένου ότι δεν υπήρχε η δυνατότητα να καταστεί ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος οφειλέτης του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος και ο τελευταίος πιστωτής του πρώτου, αλλά, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στον ανωτέρω νομικό συλλογισμό, στην ένδικη υπόθεση υφίστανται περισσότερες ανεξάρτητες μεταξύ των αγοραπωλησίες επί πιστώσει του τιμήματος, τμηματικώς εξοφλητέου και στο πλαίσιο αυτό τηρείτο μεταξύ των διαδίκων απλός δοσοληπτικός λογαριασμός - καρτέλα (βλ.
επίσης σχετικώς ΜονΕφΠειρ 192/2016). Σημειώνεται, περαιτέρω, ότι από την προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως από τον εναγόμενο και ήδη εκκαλούντα σχετική καρτέλα προκύπτει ότι το απόσπασμα αυτής, στο οποίο είχαν αναγραφεί από τον ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο τα επίμαχα δύο τιμολόγια, απεστάλη από τον τελευταίο στον εναγόμενο και ήδη εκκαλούντα με τηλεομοιοτυπία στις 17.12.2011, ούτος, δε, ουδόλως αμφισβήτησε αυτά και επομένως τη σύναψη των ένδικων δύο συμβάσεων, αλλά, αντιθέτως, όπως εκτέθηκε, καταχώρησε αυτά στα λογιστικά βιβλία του.
Εντεύθεν, απορριπτέος ως αβάσιμος κατ' ουσίαν τυγχάνει και ο τέταρτος λόγος της κρινόμενης έφεσης, με τον οποίο ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών επαναφέρει τον πρωτοδίκως υποβληθέντα ισχυρισμό του ότι τα δύο τιμολόγια αφορούν ανύπαρκτες συναλλαγές, ότι αυτά καταρτίσθηκαν κατά το φαινόμενο μόνον και ότι αυτά είναι εικονικά.
Κατ' ακολουθίαν, ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών οφείλει στον ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο το συνολικό ποσό των 19.998,20 ευρώ (= 9.999,62 + 9.999,58) για την ανωτέρω αιτία και η αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν κατά την κύρια βάση της.". Ήδη ο αναιρεσείων, με τους δύο μοναδικούς λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και ειδικότερα:
Α) με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, ότι παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 513, 361, 374 και 323 ΑΚ, καθόσον, ενώ δέχεται ότι συνήφθησαν μεταξύ των διαδίκων δύο συμβάσεις πώλησης οικοδομικών υλικών, εκδοθέντων αντιστοίχως των με αρ. ... και ... δελτίων αποστολής-πώλησης, με πίστωση του αναφερομένου σε κάθε ένα τιμήματος, το Εφετείο ουδεμία αιτιολογία περιέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του σχετικά με τον χρόνο της πιστώσεως, ώστε να κριθεί αυτό καθεαυτό το απαιτητό του επιδίκου συνολικού τιμήματος, με αποτέλεσμα να στερείται νομίμου βάσεως ως προς αυτό το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα.
Έτσι διατυπούμενος ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος: διότι, 1) δεν γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο ότι ο προαναφερθείς ισχυρισμός προτάθηκε νομίμως στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, 2) από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων δεν προκύπτει ότι ο ίδιος ως άνω ισχυρισμός είχε προταθεί πρωτοδίκως και επαναφέρθηκε νομίμως με λόγο εφέσεως στο Εφετείο, έστω και μόνον ενώπιον αυτού, υπό την επίκληση των προυποθέσεων του άρθρου 527 ΚΠολΔ, οπότε θα ήταν παραδεκτή η πρότασή του, ενόψει ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν υπάγεται στις προβλεπόμενες από το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις, 3) σε κάθε περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και ιδίως του δικογράφου της υπό κρίση αγωγής και της προσβαλλομένης αποφάσεως, ο ίδιος αυτός ισχυρισμός, δεν έχει καμία επίπτωση στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, δοθέντος ότι η αξίωση του ενάγοντος έγινε απαιτητή με την έγερση της υπό κρίση αγωγής και όχι από την λήξη του χρόνου του πιστωθέντος τιμήματος των καθέκαστον προαναφερομένων τιμολογίων, ενώ, εξάλλου, δεν προβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα, πέραν του ανωτέρω χρόνου, συμφωνία πίστωσης του τιμήματος.
Β) με το δεύτερο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, ότι παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 138 ΑΚ, καθόσον, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, απέρριψε, ως αβάσιμο κατ' ουσία, τον νομίμως και παραδεκτώς προβληθέντα τόσο πρωτοδίκως όσο και ενώπιον του, με σχετικό λόγο εφέσεως, ισχυρισμό περί εικονικότητος των ως άνω αναφερομένων τιμολογίων, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ώστε να στερείται νομίμου βάσεως ως προς αυτό το ουσιώδες ζήτημα για την έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα για τη θεμελίωση του λόγου αυτού, αιτιάται ο αναιρεσείων το Εφετείο ότι, α) "ενώ κατά τις παραδοχές του, ο μεταξύ των διαδίκων λογαριασμός ήταν δοσοληπτικός, δεν περιγράφει, πως ακριβώς τα εν λόγω τιμολόγια είχαν αναγραφεί στην εν λόγω καρτέλα δηλονότι με περιγραφή ή όχι (όπως εν προκειμένω) των φερομένων ως πωληθέντων προς εμένα εμπορευμάτων, που με τη σειρά τους αντιστοιχούν ή όχι (όπως εν προκειμένω) με τα λοιπά αναγραφόμενα στην εν λόγω καρτέλα ως πωληθέντα και, όπερ και το σπουδαιότερο, με συγκεκριμένη αξία (και μάλιστα σε ποια στήλη) ή άνευ αναφοράς σε οποιαδήποτε αξία (όπως εν προκειμένω), η αποφατική και πράγματι συντρέχουσα εν προκειμένω περίπτωση των οποίων στήριζε τον ως άνω περί εικονικότητος ισχυρισμό μου και προέκυπτε από την απλή και μόνον επισκόπηση της καρτέλας αυτής, καθόσον, κατά την 11-3-2011, πριν την φερομένη κατάρτιση των δύο συμβάσεων πωλήσεως, το αναγραφόμενο στον εν λόγω λογαριασμό οφειλόμενο από εμένα στον αντίδικο χρηματικό υπόλοιπο ανήρχετο στο ποσό των 30.231,12 ευρώ, κατά δε την 31-3-2011, που υποτίθεται ότι καταρτίστηκαν τα επίδικα τιμολόγια, το οφειλόμενο από εμένα ανήρχετο στο ποσό των 30.231,12 ευρώ, ενώ είναι κάτι παραπάνω από προφανές, ότι εάν επρόκειτο για ανεξάρτητες πωλήσεις, το τίμημα αυτών θα ανεγράφετο και θα μεταφέρετο στη στήλη των χρεώσεων, ενώ από την μη αναγραφή τούτου καταδεικνύεται ότι τα επίδικα τιμολόγια δεν αντιπροσωπεύαν πραγματικές συναλλαγές, αλλά εκδόθηκαν για την φορολογιστική και μόνον προσαρμογή "τακτοποίηση" του εν λόγω λογαριασμού-καρτέλας.", β) "επί πλέον, και κυρίως τούτο, απετέλεσαν μέρος της ιστορικής βάσεως του ίδιου του ισχυρισμού μου-και ως εκ τούτου δεν αρκούσαν για την απόρριψη αυτού-, καθ' όσον την υπό του αντιδίκου έκδοση των εν λόγω τιμολογίων και καταχώριση αυτών στον προαναφερόμενο "λογαριασμό-καρτέλα" καθώς και στα βιβλία μας είχαμε αμφότεροι αποδεχθεί ακριβώς για φορολογικούς και μόνον λόγους και όχι επειδή ανταποκρίνονταν σε πραγματικές συναλλαγές".
Εν προκειμένω, ενόψει του συνόλου των ως άνω παραδοχών του, το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, εξαιτίας ελλείψεως αιτιολογίας ή ελαττώματος σ' αυτήν, αφού από το αιτιολογικό της σαφώς προκύπτουν όλα τα περιστατικά που δέχτηκε ως αποδειχθέντα και είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου στη συγκεκριμένη υπόθεση, περί συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων, που δικαιολογούν την απόρριψη, ως αβάσιμου κατ' ουσίαν του ως άνω ισχυρισμού και εντεύθεν την αποδοχή της υπό κρίση αγωγής ως βάσιμης κατ' ουσίαν.
Διέλαβε δε το Εφετείο στην απόφασή του αυτή, ως προς το ουσιώδες, ως άνω εκτεθέν, ζήτημα της ελλείψεως των προϋποθέσεων εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 138 ΑΚ στην προκειμένη περίπτωση, επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της μη εφαρμογής της άνω διατάξεως, χωρίς να απαιτούνται προς τούτο άλλες επιπλέον αιτιολογίες, όπως αβασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων διαλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα τις συνθήκες κατάρτισης των ένδικων συμβάσεων και ότι τα επίμαχα τιμολόγια αντιπροσωπεύουν πραγματικές και όχι ανύπαρκτες συναλλαγές.
Επομένως ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που με αυτόν ο αναιρεσείων, υπό τα αμέσως ανωτέρω εκτεθέντα, προβάλλει έμμεσα αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας καθώς και για τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων με βάση τα οποία αυτό στήριξε το ανωτέρω αποδεικτικό του πόρισμα είναι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη σχετική νομική σκέψη, απαράδεκτος, δοθέντος ότι, υπό το πρόσχημα της παραβίασης του αρθρ. 559 αρ. 19 KΠολΔ, πλήττει απαραδέκτως την ακυρωτικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Κατόπιν τούτων, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 KΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 KΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-10-2019 αίτηση του Χ. Κ. του Ι., για αναίρεση της με αριθ. 13948/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου. Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Οκτωβρίου 2021.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Σεπτεμβρίου 2022
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ