Legislator Case Law & Legislation
1546/2021 AI generated

Supreme Court allows appeal in traffic accident case due to unclear signal indication and causation in lower court ruling.

Case Number 1546/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against a final traffic accident judgment, finding the lower court's reasoning insufficient. The appellant argued that the decision failed to clarify whether the green or red signal was active when the accident occurred and did not establish the exact sequence of events regarding vehicle movement. Consequently, the court held that the original judgment created legal uncertainty regarding the driver's liability and the specific signal indication, necessitating a remand for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 580, 176, 183, 189, 191, 495 of the Code of Civil Procedure: When a final judgment fails to clarify essential facts such as the specific traffic signal indication or the precise sequence of events leading to a traffic accident, creating uncertainty regarding liability, the appeal is admissible and the judgment must be remanded for further examination.

Keywords

AI generated
traffic accident liability traffic signal indication causation in traffic appeal admissibility remand for retrial uncertainty of facts Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1546 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1546/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος – καλούντος:

Π. Π. του Δ., κατοίκου ... Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Παπαδογιάννη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων – καθ’ ων η κλήση:

1) Ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «Allianz Versicherungs AG», που εδρεύει στην Φρανκφούρτη Γερμανίας και εκπροσωπείται νόμιμα στην έδρα της και στην Ελλάδα από το Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης, ως αντίκλητος αυτής εκ του νόμου, που δεν παραστάθηκε και

2) Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία «Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Τσιτίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-1-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 257/2016 μη οριστική και 658/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6088/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-3-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Βάρκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και το 2ο των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[I] Όπως, προκύπτει από τη με αριθμό …/16-1-2020 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Γεωργίου Στάμου, που προσκομίζει και επικαλείται ο επισπεύδων τη συζήτηση αναιρεσείων, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου για την αρχικώς ορισθείσα στις 03.04.2020, καθώς και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε με την επιμέλεια αυτού στην πρώτη των αναιρεσιβλήτων, ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία «Allianz Versicherung ΑG», που εδρεύει στην Φρανκρούρτη Γερμανίας και εκπροσωπείται νόμιμα στην έδρα της και στην Ελλάδα από το Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης, ως αντίκλητος αυτής εκ του νόμου (σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 126 και 143 παρ. 4 ΚΠολΔ, ήτοι με νόμιμη επίδοση στο προαναφερόμενο ΓΔΑ, αντίκλητο αυτής στην Ελλάδα).

Κατά την ανωτέρω ορισθείσα δικάσιμο, η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε, λόγω της διακοπής λειτουργίας των δικαστηρίων στα πλαίσια των ληφθέντων μέτρων για τον περιορισμό της μετάδοσης του COVID-19. Στη συνέχεια, ο αναιρεσείων με την από 27.04.2020 κλήση του, ζήτησε τον προσδιορισμό νέας δικασίμου και, σύμφωνα με την, κάτω από αυτήν, Πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Δικαστηρίου τούτου, ορίσθηκε δικάσιμος για την εκδίκαση της προκείμενης υπόθεσης, η 19.02.2021.

Η ως άνω κλήση κοινοποιήθηκε νόμιμα στην πρώτη των αναιρεσιβλήτων, για να παραστεί κατά την ανωτέρω δικάσιμο, όπως προκύπτει από την με αριθμό …/23-6-2020 έκθεση επίδοσης του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή. Μετά την εκ νέου ματαίωση (κατά την ορισθείσα δικάσιμο της 19.02.2021), της εκδίκασης της υποθέσεως για τον ίδιο λόγο (αναστολή λειτουργίας δικαστηρίων με τις διαδοχικά εκδοθείσες ΚΥΑ, λόγω covid-19 μέχρι την 06.04.2021, βλ.

άρθρο 14 της ΚΥΑ υπ’ αριθ. Δ1α/Γ.Π.οικ. 20651/03-4-2021), νομίμως φέρεται, αυτεπαγγέλτως, με πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, προς εκδίκαση η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, στην δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης, η εγγραφή δε της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο από το Γραμματέα, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (κατά τη διάταξη του άρθρου 83 παρ. 2 του ν. 4790/21), ενώ η ημερομηνία της νέας δικασίμου γνωστοποιείται με ανάρτησή της στο διαδίκτυο, μη απαιτουμένης κλήσεως του διαδίκου για την εμφάνισή του κατά την ως άνω αυτεπαγγέλτως ορισθείσα δικάσιμο.

Όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο δεν εμφανίστηκε και πάλι η απολειπόμενη και στις προηγούμενες συνεδριάσεις 1η αναιρεσίβλητη, ούτε και κατέθεσε δήλωση μη παράστασης κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, αλλά παραστάθηκαν νομίμως και προσηκόντως μόνον ο επισπεύδων τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναιρεσείων και το 2ο αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο.

Επομένως, αφού η 1η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κατά το άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, σαν να ήταν και αυτή παρούσα.

Η κρινόμενη από 01.03-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6088/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισής του, έχει ασκηθεί νόμιμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

[II] Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 300 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.

Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημιώσεως ή τη μείωση του ποσού της, κατά το παραπάνω άρθρο 300 του ΑΚ.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1του ΚΠολΔ (ΑΠ 1546/2014, ΑΠ 1513/2014).

Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 76/2014).

Η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ., εξ άλλου, δεν θεμελιώνει αυτή καθ’ εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί, όμως, στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του αποτελέσματος που επήλθε.

Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου άρθρο 26 παρ. 1 και 2 του ν.2696/1999 (ΚΟΚ), με το οποίο ρυθμίζεται η κίνηση των οχημάτων και η υποχρέωση παραχώρησης προτεραιότητας στους ισόπεδους οδικούς κόμβους ορίζεται ότι:

«1. Ο οδηγός που πλησιάζει σε ισόπεδο οδικό κόμβο υποχρεούται να καταβάλει ιδιαίτερη προσοχή για να μην προκαλέσει επί του κόμβου κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας, ρυθμίζοντας την ταχύτητα του οχήματός του, ώστε να μπορεί να διακόψει την πορεία αυτού, για να διέλθουν τα οχήματα που έχουν προτεραιότητα.

2. Ο οδηγός απαγορεύεται να εισέρχεται στον κόμβο έστω και αν οι τυχόν υπάρχοντες φωτεινοί σηματοδοτες το επιτρέπουν, όταν η πυκνότητα της κυκλοφορίας είναι τέτοια ώστε να υποχρεωθεί ενδεχομένως να παραμείνει στη διασταύρωση”,

ενώ με τις διατάξεις των παρ. 1,2 και 3 του άρθρου 19 του ίδιου νόμου αναφορικά με την ταχύτητα και την απόσταση μεταξύ των οχημάτων, ορίζεται ότι:

«1. Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς.

2. Ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού. Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν.

3. Ιδιαίτερα, ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας, στις στροφές, πλησίον των σχολείων, πλησίον των ισόπεδων οδικών κόμβων, στις απότομες κατωφέρειες, πλησίον των μέσων μαζικής μεταφοράς, που σταθμεύουν για να αποβιβάζουν ή επιβιβάζουν επιβάτες, κατά τις νυκτερινές ώρες, σε περίπτωση ομίχλης, βροχής, χιόνων, παγετού και γενικά όταν το αδόστρωμα είναι ολισθηρό. Την αυτή επίσης υποχρέωση έχει κατά τη διέλευσή του από στενές διόδους και αν η διασταύρωσή του με άλλα οχήματα καθίσταται δυσχερής, ως και σε κάθε άλλη ειδική περίπτωση, που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας»,

και με την παράγραφο 1 του άρθρου 6 του ιδιου νόμου (ΚΟΚ), αναφορικά με την φωτεινή σηματοδότηση για την κυκλοφορία οχημάτων, ορίζεται ότι:

«1. Οι Οδηγοί των οδικών οχημάτων υποχρεούνται να συμμορφώνονται με τις πιο κάτω ενδείξεις των φωτεινών σηματοδοτών ρύθμισης της κυκλοφορίας, εκτός αν η ρύθμιση αυτής γίνεται από τροχονόμο κατά διάφορο τρόπο.

α) Πράσινο σταθερό φως κυκλικής μορφής: Ο οδηγός προχωρεί κατευθείαν μπροστά ή στρίβει προς τα δεξιά ή αριστερά, εκτός αν άλλο σήμα ή πινακίδα απαγορεύει την κατευθείαν κίνηση ή στροφή. Ο οδηγός υποχρεούται, και αν ακόμη ο φωτεινός σηματοδότης δείχνει πράσινο φως, κινούμενος κατευθείαν μπροστά, να παραχωρεί προτεραιότητα σε άλλο όχημα ή πεζό που κινείται ακόμη από προηγούμενη σηματοδότηση, στρίβοντας δε να παραχωρεί προτεραιότητα στους πεζούς, οι οποίοι κινούνται στην οδό στην οποία πρόκειται να εισέλθει.

β) Ερυθρό σταθερό φως κυκλικής μορφής: Ο οδηγός υποχρεούται να σταματήσει προ της ειδικής γραμμής διακοπής αυτής ή, αν δεν υπάρχει τέτοια, σε αρκετή απόσταση από το σηματοδότη, ώστε η σηματοδότηση να είναι σε αυτόν ευχερώς ορατή, να παραμένει δε σε στάση μέχρις ότου ανάψει το πράσινο φως. Επίσης υποχρεούται να μην εισέρχεται στον οδικό κόμβο, ούτε να κινείται πάνω στις διαβάσεις πεζών, εάν ο σηματοδότης είναι τοποθετημένος στο μέσο ή στην απέναντι πλευρά του κόμβου [...]».

Τέλος κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.

Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς.

Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1135/2018, ΑΠ 278/2018, ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 151/2014, ΑΠ 1942/2013, ΑΠ 148/2008, ΑΠ 2075/2007).

[III] Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ως προς την υπαιτιότητα των εμπλεκομένων στο ατύχημα οδηγών δέχθηκε, ανελέγκτως, ως προκύψαντα από τις αποδείξεις, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

«| Στις 12.05.2010 και ώρα 15.00 μ.μ., ο ενάγων οδηγώντας την υπ’ αριθμ. κυκλ. ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας του, εκινείτο στην Αθήνα και επί της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας της Λεωφ. Βασιλίσσης Σοφίας και στο ρεύμα πορείας με κατεύθυνση από την οδό Ξενίας προς την οδό Ριζάρη. Την ίδια χρονική στιγμή, ο Η. Χ., οδηγώντας το υπ’ αριθμ.

κυκλ. ... αυτοκίνητο, που έχει τόπο συνήθους στάθμευσης στη Γερμανία το οποίο, ήταν ασφαλισμένο κατά το χρόνο του ατυχήματος στην αλλοδαπή ασφαλιστική εταιρεία και 2η εναγομένη «Allianz Versicherungs» και για το οποίο όχημα, το 3ο εναγόμενο είναι κατά νόμο υπόχρεο προς αποζημίωση, εκινείτο στην ίδια περιοχή επί της Β.

Αλεξάνδρου, με κατεύθυνση προς Σύνταγμα. Στο ύψος της διασταύρωσης των ανωτέρω οδών και στην πορεία του Η. Χ. υπήρχε αρχικά ρυθμιστική πινακίδα της κυκλοφορίας με πράσινη ένδειξη του φωτεινού σηματοδότη, ώστε ο Η. Χ. να επιχειρήσει να διασχίσει την ανωτέρω διασταύρωση, πλην όμως, λόγω του κυκλοφοριακού φόρτου των οχημάτων, που υπήρχαν στην ως άνω διασταύρωση κατάφερε να διασχίσει μόνο το ρεύμα της Λεωφόρου Βασιλίσσης Σοφίας, με κατεύθυνση προς την οδό Ξενίας (άνοδο), με αποτέλεσμα, λόγω της ανωτέρω κωλυσιεργίας των οχημάτων, που προκλήθηκε από το μποτιλιάρισμα αυτών, να παραμείνει στη διασταύρωση.

Στο χρονικό διάστημα που εκτελούνται οι άνω ενέργειες του Η. Χ., ο φωτεινός σηματοδότης, που πριν είχε πράσινη ένδειξη, για τον ίδιο, να έχει γίνει στο μεταξύ κόκκινη, ενώ παράλληλα, ο Η. Χ., που παρέμεινε εντός της διασταυρώσεως από προηγούμενη σύννομη ενέργειά του, επιχείρησε να διασχίσει και το υπόλοιπο ρεύμα καθόδου της Λ.

Β. Σοφίας, όπου εκεί εκινείτο ο ενάγων, που στο μεταξύ η ένδειξη του φωτεινού σηματοδότη του ενάγοντα από κόκκινη έχει γίνει πράσινη. Ο Η. Χ., επιχειρώντας, όπως προειπώθηκε, να διασχίσει και το εναπομείναν τμήμα της διασταυρώσεως, προκειμένου να συνεχίσει την πορεία του, συγκρούστηκε με την εμπρόσθια πλευρά του οχήματός του, με την πλάγια πλευρά της δίκυκλης μοτοσικλέτας του ενάγοντα (βλ.

έκθεση αυτοψίας καθώς και το σχετικό σχεδιάγραμμα), ώστε αποτέλεσμα, της ως άνω προσκρούσεως, ήταν να εκτραπεί η δίκυκλη μοτοσικλέτα της πορείας της και ο ενάγων να καταλήξει στο οδόστρωμα τραυματισμένος. Ακολούθως των παραπάνω προεκτεθέντων αποκλειστικά υπαίτιος της πρόκλησης του άνω τροχαίου ατυχήματος είναι ο ενάγων, διότι έπρεπε να παραχωρήσει προτεραιότητα, εφόσον έβλεπε ότι υπάρχουν από προηγούμενη πράσινη σηματοδότηση σταματημένα οχήματα μέσα στη διασταύρωση μη επιδεικνύοντας την επιμέλεια που απαιτείται κατά την οδήγηση και την οποία όφειλε ως ο μέσος συνετός οδηγός και μπορούσε να επιδείξει ο ενάγων με βάση τις συνθήκες, αλλά λόγω έλλειψης αυτών (επιμέλειας και προσοχής), παραβίασε την διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 Κ.Ο.Κ. (ν. 2696/1999), όπως ισχύει και εφαρμόζεται.

Εν συνεχεία εκκίνησε το όχημά του χωρίς μέτρα προφύλαξης, μη λαμβάνοντας υπόψη του, τους κινδύνους που ελλοχεύουν, καθώς δεν είχε ούτε οπτικό πεδίο, λόγω ογκωδέστερων οχημάτων, που έκρυβαν αυτό, καθώς κινούνταν πλευρικώς του οχήματος του Η. Χ., ώστε να μην είναι ανοικτό πλήρως το ορατό πεδίο του ενάγοντα προς την ανοικτή κατεύθυνση, στο σημείο δε του τροχαίου ατυχήματος υπήρχε πυκνή κυκλοφορία, γεγονός που επιρρωνύεται από την έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος, καθόσον αναφέρεται σ' αυτήν ότι:

η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν πυκνή, η ορατότητα ήταν καλή και οι καιρικές συνθήκες ήταν αίθριες (βλ. σχετ. έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος στις 12.05.2010), ώστε, ο ενάγων να παραβιάσει και την διάταξη του άρθρου 12 παρ.4 του Κ.Ο.Κ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται, καθώς έπρεπε να μην εκκινήσει την δίκυκλη μοτοσικλέτα του, να παραμείνει στη θέση του, έως του χρόνου, που η κυκλοφορία των οχημάτων θα του επέτρεπε να διασχίσει με ασφάλεια το ρεύμα κυκλοφορίας του, έχοντας ανοικτή κατεύθυνση και να εκκινήσει το όχημα με σύννομο τρόπο, όταν δηλαδή παράλληλα με την ανεμπόδιστη πορεία του, ο φωτεινός σηματοδότης θα είχε πράσινη ένδειξη, πράγμα που δεν έπραξε, ώστε να παραβιάσει με τις ενέργειες του αυτές, και τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 και 2 και 19 παρ. 1, 2 και 3 του ΚΟΚ, όπως ισχύουν και εφαρμόζονται.

Σύμφωνα άλλωστε και με την προανακριτική εξέταση του αυτόπτη μάρτυρα, που ήταν στο σημείο της σύγκρουσης Π. Ι., αναφέρεται σε αυτήν ότι: «Είδα ένα τζίπ, να έχει βγει στη διασταύρωση και να μένει τελικά σε αυτή λόγω κυκλοφοριακού φόρτου. Τα οχήματα της ανόδου της Λ. Β. Κωνσταντίνου προς Β. Σοφίας, περίμεναν και του επέτρεψαν να κινηθεί, ώστε να βγει από τη διασταύρωση προς απέναντι. Μόλις πάει να κινηθεί και στο κατερχόμενο ρεύμα ένα ογκώδες ΙΧΕ εκινείτο σε αυτό, το οποίο περιόριζε την ορατότητα του τζιπ αλλά και των δύο μηχανών με τις οποίες ενεπλάκη σε ατύχημα» (βλ. έκθεση ένορκης εξέτασης μάρτυρα, στις 07.06.2010).

Συνεπώς σύμφωνα με τις παραπάνω αιτιολογίες, η παραβίαση εκ μέρους του ενάγοντα των ως άνω διατάξεων του ΚΟΚ, συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ατυχήματος. Ως εκ των παραπάνω, οι ισχυρισμοί του ενάγοντος, περί αποκλειστικής υπαιτιότητας ή συνπαιτιότητας του Η. Χ., κρίνονται απορριπτέοι|».

[IV] Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 6088/2018 απόφασή του, έκρινε ότι η σύγκρουση των οχημάτων και ο εξ αυτής τραυματισμός του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας Π. Π., οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα το ιδίου και απέρριψε κατ’ ουσίαν την από 16.07.2017 έφεση αυτού κατά της πρωτόδικης με αριθμό 658/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε κρίνει ομοίως και είχε απορρίψει ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη την ένδικη από 08.01.2015 αγωγή του. Κρίνοντας, όμως, έτσι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ΑΚ και του Κ.Ο.Κ., που παρατέθηκαν στη μείζονα σκέψη με ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και ειδικότερα αναφορικά με την υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας και την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ αυτής και της πρόκλησης του ατυχήματος, καθώς και την έλλειψη υπαίτιας συμπεριφοράς του Η. Χ. ( μη διαδίκου, ως προς τον οποίο θεωρήθηκε μη ασκηθείσα η αγωγή, λόγω παραιτήσεως από το δικόγραφό της), οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου, που δεν επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, για την ορθή ή μη εφαρμογή των περί υπαιτιότητος διατάξεων, στερώντας έτσι κατά τούτο, την απόφασή του νόμιμης βάσης.

Ειδικότερα, κατά την απόδοση αποκλειστικής υπαιτιότητας στον ενάγοντα, οδηγό της μοτοσικλέτας, ενώ αρχικά δέχεται ότι: «αποκλειστικά υπαίτιος της πρόκλησης του ως άνω τροχαίου ατυχήματος είναι ο ενάγων, διότι έπρεπε να παραχωρήσει προτεραιότητα, εφόσον έβλεπε ότι υπάρχουν από προηγούμενη πράσινη σηματοδότηση σταματημένα οχήματα μέσα στη διασταύρωση» (πρώτη σελίδα του 5ου φύλλου της προσβαλλομένης), στη συνέχεια με αντιφατική αιτιολογία δέχεται ότι «εν συνεχεία εκκίνησε το όχημά του χωρίς να πάρει μέτρα προφύλαξης, μη λαμβάνοντας υπόψη του, τους κινδύνους που ελλοχεύουν, καθώς δεν είχε ούτε οπτικό πεδίο, λόγω ογκωδέστερων οχημάτων, που έκρυβαν αυτό, καθώς κινούνταν πλευρικώς του οχήματος Η.

Χ., ώστε να μην είναι ανοικτό πλήρως το ορατό πεδίο του ενάγοντα προς την ανοικτή κατεύθυνση, στο σημείο δε του τροχαίου ατυχήματος υπήρχε πυκνή κυκλοφορία» (5ο φύλλο στη δεύτερη σελίδα). Με τις αντιφατικές αυτές αιτιολογίες όμως, δημιουργείται αβεβαιότητα και ασάφεια ως προς το αν η προσβαλλόμενη δέχεται ότι ο ενάγων είχε πράγματι ή δεν είχε ορατότητα εντός της διασταυρώσεως, ώστε να μπορεί να κριθεί με ασφάλεια το εάν αυτός (ενάγων) επέδειξε την επιμέλεια κατά την οδήγηση την οποία όφειλε ως ο μέσος συνετός οδηγός και μπορούσε να επιδείξει.

Σημειωτέον εδώ, ότι ασάφεια της προσβαλλομένης αποφάσεως υφίσταται και στο σημείο της προαναφερομένης φράσεως « […] δεν είχε ούτε οπτικό πεδίο (εννοεί τον ενάγοντα), λόγω ογκωδέστερων οχημάτων, που έκρυβαν αυτό, καθώς κινούνταν πλευρικώς του οχήματος του Η. Χ. […]», αφού, δεν διευκρινίζεται εάν η λέξη «κινούνταν» αναφέρεται στα «ογκωδέστερα οχήματα» ή στην μοτοσικλέτα του ενάγοντος, καθώς και εάν η λέξη «πλευρικώς» έχει την έννοια της παράλληλης ή της κάθετης κίνησης με το όχημα του Η.

Χ., ώστε να προσδιορισθεί επακριβώς η ακριβής θέση των οχημάτων στο οδόστρωμα. Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση ενώ δέχεται ότι: «παράλληλα ο Η. Χ., που παρέμεινε εντός της διασταυρώσεως από προηγούμενη σύννομη ενέργειά του, επιχείρησε να διασχίσει και το υπόλοιπο ρεύμα καθόδου της Λ. Β. Σοφίας, όπου εκεί εκινείτο ο ενάγων, που στο μεταξύ η ένδειξη του φωτεινού σηματοδότη του ενάγοντα από κόκκινη είχε γίνει πράσινη» (πρώτη σελίδα του 5ου φύλλου), στη συνέχεια, αντιφάσκοντας δέχεται ότι:

«ώστε, ο ενάγων να παραβιάσει και την διάταξη του άρθρου 12 παρ.4 του ΚΟΚ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται, καθώς έπρεπε να μην εκκινήσει την δίκυκλη μοτοσικλέτα του, να παραμείνει στη θέση του, έως του χρόνου, που η κυκλοφορία των οχημάτων θα του επέτρεπε να διασχίσει με ασφάλεια του ρεύμα κυκλοφορίας του, έχοντα ανοικτή κατεύθυνση και να εκκινήσει το όχημά του με σύννομο τρόπο, όταν δηλαδή παράλληλα με την ανεμπόδιστη πορεία του, ο φωτεινός σηματοδότης θα είχε πράσινη ένδειξη, πράγμα που δεν έπραξε» (φύλλο 5ο δεύτερη σελίδα).

Οι αντιφατικές αυτές παραδοχές, δημιουργούν ασάφεια και αβεβαιότητα, ως προς τι τελικώς δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση στο ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της ένδειξης του φωτεινού σηματοδότη και συνακόλουθα στο θέμα της σύννομης ή όχι εκκίνησης του ενάγοντος (με πράσινο ή με κόκκινο φωτεινό σηματοδότη στο ρεύμα πορείας του), ώστε να κριθεί με ασφάλεια η ευθύνη του στην πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος κατά τα προαναφερθέντα.

Επιπλέον, ενώ αναφέρεται στην απόφαση ότι ο Η. Χ. «παρέμεινε εντός της διασταυρώσεως από προηγούμενη σύννομη ενέργειά του», δεν διευκρινίζεται το πως βρέθηκε ακινητοποιημένος στο μέσον της διασταυρώσεως, απομονωμένος από τα υπόλοιπα οχήματα του ρεύματος πορείας του, ήτοι εάν ξεκίνησε καθυστερημένα την πορεία του από τον σηματοδότη, ενώ τα προηγούμενα αυτοκίνητα είχαν ήδη απομακρυνθεί ενόσω ο σηματοδότης ήταν πράσινος ή δεν είχαν ξεκινήσει καθόλου από τον σηματοδότη και αυτός ήταν ο μόνος που το έπραξε.

Εξάλλου, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν διαλαμβάνει τίποτα σχετικά με την ταχύτητα των εμπλακέντων οχημάτων κατά τη στιγμή της συγκρούσεως, ούτε ποίο από τα δύο προσέκρουσε στο άλλο, ενώ τέλος δεν προσδιορίζεται η χρονική αλληλουχία κόκκινου και πράσινου σηματοδότη στη διασταύρωση, ούτως ώστε να κριθεί αν ο Η.

Χ. προερχόταν από αμέσως προηγούμενη σηματοδότηση ή είχε παραμείνει στο μέσον της διασταυρώσεως τόσο, ώστε να μην είναι αναμενόμενη η διέλευσή του.

Επομένως, οι έκτος και έβδομος λόγος αναιρέσεως με τους οποίους ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση τις πλημμέλειες αυτές, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί, παρελκούσης μετά ταύτα της έρευνας των υπολοίπων λόγων αυτής, καθ' όσον η αναιρετική εμβέλεια των ως άνω λόγων που έγιναν δεκτοί καθιστά, αλυσιτελή την εξέτασή τους.

[V] Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από δικαστή άλλον από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης σ' αυτόν (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ όπως ήδη ισχύει).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 6088/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλον από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει να επιστραφεί το παράβολο στον αναιρεσείοντα, που αυτός έχει καταθέσει για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Νοεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2021.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ