Legislator Case Law & Legislation
1546/2016 AI generated

1546/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1546/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ.131/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Χρυσούλα Παρασκευά, Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου και Ιωάννη Μαγγίνα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1546/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 161 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, για την επίδοση των άρθρων 155-158 του ΚΠοινΔ αυτός που την ενεργεί συντάσσει στον τόπο επίδοσης αποδεικτικό, στο οποίο πρέπει να σημειώνονται όλα τα στοιχεία που μνημονεύονται στην παράγραφο αυτή και το οποίο υπογράφεται από αυτόν που επιδίδει το έγγραφο, από αυτόν που το παραλαμβάνει και από τον μάρτυρα που προσλήφθηκε για τη διενέργεια της επίδοσης με θυροκόλληση.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1546 / 2016 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1546/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ.131/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Χρυσούλα Παρασκευά, Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου και Ιωάννη Μαγγίνα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χαράλαμπου Βουρλιώτη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Π. Κ. του Ε., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γεωργία Αθανασάκου, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 12296/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Ιουλίου 2015 αίτησή της αναιρέσεως και στους από 30 Σεπτεμβρίου 2016 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 847/2015.

Αφού άκουσε

Την πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι] Η κρινόμενη από 20-7-2015 και υπ’ αριθμό 62/2015 αίτηση αναίρεσης της Π. Κ. του Ε., που ασκήθηκε με δήλωση ενώπιον του Γραμματέα του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου, στρεφόμενη κατά της υπ’ αριθμό 12296/2015 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, είναι παραδεκτή (άρθρα 462, 463, 465 παρ. 1 εδ. α’ και β’ , 473 παρ. 1, 2 και 3, 474 παρ. 2 και 3, 504 παρ. 1, 505 παρ. 1 περ. α’ και 507 παρ. 1 εδ. α’ ΚΠοινΔ) και γι’ αυτό η αίτηση αυτή, καθώς και οι επ’ αυτής με χρονολογία 30-09-2016 πρόσθετοι λόγοι, που επίσης ασκήθηκαν παραδεκτά (άρθρο 509 παρ. 2), πρέπει να συνεκδικαστούν ως συναφείς.

ΙΙ] Κατά το άρθρο 473 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση του ενδίκου μέσου της έφεσης είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης. Αν ο εκκαλών διαμένει στην ημεδαπή και δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, η σχετική προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης, η οποία πρέπει να γίνεται όπως ορίζουν τα άρθρα 155 επ.

του ΚΠοινΔ, διαφορετικά, σύμφωνα με το άρθρο 154 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, επέρχεται ακυρότητα της επίδοσης που εμποδίζει την κίνηση και συμπλήρωση της προθεσμίας για άσκηση της έφεσης. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 155 παρ. 1 εδ. β’ του ΚΠοινΔ, αν αυτός που ενεργεί την επίδοση δεν βρίσκει τον ενδιαφερόμενο στον τόπο της διαμονής ή της κατοικίας του ή του καταστήματος ή του εργαστηρίου ή του γραφείου, όπου ασκεί το επάγγελμα του, εγχειρίζει το έγγραφο σε κάποιον από εκείνους οι οποίοι, έστω και προσωρινά, διαμένουν μαζί του ή στους οικιακούς βοηθούς ή στον θυρωρό της κατοικίας που μένει ή σε κάποιον από όσους είναι στο κατάστημα ή στο εργαστήριο ή στο γραφείο.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 161 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, για την επίδοση των άρθρων 155-158 του ΚΠοινΔ αυτός που την ενεργεί συντάσσει στον τόπο επίδοσης αποδεικτικό, στο οποίο πρέπει να σημειώνονται όλα τα στοιχεία που μνημονεύονται στην παράγραφο αυτή και το οποίο υπογράφεται από αυτόν που επιδίδει το έγγραφο, από αυτόν που το παραλαμβάνει και από τον μάρτυρα που προσλήφθηκε για τη διενέργεια της επίδοσης με θυροκόλληση.

Τυχόν ελλείψεις του αποδεικτικού, που αφορούν τα στοιχεία αυτά, επιφέρουν σχετική ακυρότητα της επίδοσης, η οποία καλύπτεται, αν δεν προβληθεί έγκαιρα (άρθρα 173 και 174 ΚΠοινΔ). Επίσης, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 και 2 του ΚΠοινΔ, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο, μεταξύ άλλων, και όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα, η δε σχετική απόφαση υπόκειται σε αναίρεση για όλους τους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 510 του ΚΠοινΔ, με την προϋπόθεση ότι αυτοί πλήττουν μόνο την κρίση που αφορά το απαράδεκτο.

Από όσα προαναφέρθηκαν προκύπτει ότι η έφεση κατηγορουμένου κατά ερήμην καταδικαστικής απόφασης είναι εκπρόθεσμη μόνο αν προηγήθηκε έγκυρη επίδοση αυτής και παρήλθε άπρακτη η νόμιμη προθεσμία για άσκηση της έφεσης. Αντίθετα, αν η επίδοση είναι άκυρη, η σχετική προθεσμία δεν κινείται και η έφεση που ασκήθηκε κατά της ερήμην απόφασης είναι εμπρόθεσμη και παραδεκτή.

Το στοιχείο της εγκυρότητας της επίδοσης συνιστά διαδικαστική προϋπόθεση και ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο για την έρευνα του παραδεκτού της έφεσης. Ο Άρειος Πάγος, όταν εξετάζει λόγο αναίρεσης για άκυρη επίδοση, επισκοπεί παραδεκτώς το περιεχόμενο του σχετικού αποδεικτικού, προκειμένου να κρίνει την εγκυρότητα της επίδοσης και τη βασιμότητα του λόγου αναίρεσης.

Περαιτέρω από τις προαναφερόμενες διατάξεις προκύπτει, ότι η απόφαση που απορρίπτει έφεση κατηγορουμένου κατά ερήμην καταδικαστικής απόφασης ως απαράδεκτη, επειδή δεν ασκήθηκε μέσα στη νόμιμη προθεσμία του άρθρου 473 παρ. 1 ΚΠοινΔ, έχει καταρχήν την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όταν διαλαμβάνεται σ’ αυτή ο χρόνος επίδοσης της εκκαλούμενης απόφασης, ο χρόνος άσκησης της έφεσης και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει η επίδοση, χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό του περιεχομένου αυτού και χωρίς μνεία των στοιχείων εγκυρότητας της επίδοσης κατά τα άρθρα 154 παρ. 1 και 2, 155 και 161 παρ. 1 του ΚΠοινΔ.

Όταν, όμως, με την έφεση αμφισβητείται το κύρος της επίδοσης για κάποιον νόμιμο λόγο και προβάλλεται από τον εκκαλούντα -κατηγορούμενο απώλεια της σχετικής προθεσμίας, επειδή κατά τον χρόνο της επίδοσης αυτός που παρέλαβε την εκκαλούμενη απόφαση δεν ήταν σύνοικος του κατηγορουμένου ή επειδή ο κατηγορούμενος δεν αναζητήθηκε στον τόπο της κατοικίας του ή για άλλον νόμιμο λόγο, πρέπει η αιτιολογία να εκτείνεται και στα ζητήματα αυτά δηλαδή επιπλέον να διαλαμβάνεται στην απόφαση πλήρης και σαφής αιτιολογία για την απορριπτική κρίση του προβαλλόμενου ισχυρισμού και να αναφέρονται στην απόφαση, έστω ως προς το είδος τους, τα αποδεικτικά μέσα που θεμελιώνουν τα πραγματικά περιστατικά της ακροαματικής διαδικασίας, στα οποία το δικαστήριο στήριξε την κρίση του για απόρριψη του σχετικού ισχυρισμού και της έφεσης ως εκπρόθεσμης και εντεύθεν απαράδεκτης.

Διαφορετικά, στοιχειοθετείται ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχείο Δ’ του ΚΠΔ για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ο δε αναιρετικός έλεγχος περιορίζεται στην ορθότητα της σχετικής εφετειακής κρίσης για το απαράδεκτο. Στην προκείμενη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμό 12296/2015 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησης η υπ’ αριθμό 7083/2014 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ’ αριθμό 132102/2010 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Με την εν λόγω έφεση, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται για τη βασιμότητα του λόγου αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προέβαλε ότι ακύρως επιδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση στη λανθασμένη διεύθυνση "...", ενώ η πραγματική διεύθυνσή της ήταν "...", με παράδοση στη μητέρα της, η οποία δεν την ενημέρωσε για την επίδοση, αλλά πληροφορήθηκε για την εν λόγω απόφαση στις 2-7-2014, οπότε και άσκησε αυθημερόν την έφεση.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο απέρριψε τον προβαλλόμενο ισχυρισμό ως αβάσιμο και την έφεση ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησης με την εξής αιτιολογία :"Σύμφωνα με το άρθρο 473 ΚΠΔ, αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, η προθεσμία για την άσκηση ενδίκων μέσων είναι δεκαήμερη και σε κάθε περίπτωση αρχίζει από την επίδοση της απόφασης.

Στην προκειμένη περίπτωση, η με αρ. 132102/2010 απόφαση του Γ’ Μονομελούς Πλημ/κείου Αθηνών, επιδόθηκε στην ερήμην δικασθείσα κατηγορούμενη, στις 5-12-2011 (βλ. με ίδια ημερομηνία αποδεικτικό επίδοσης του αστ/κα Α. Ν.), στη διεύθυνση κατοικίας της, σύμφωνα με την από 1-6-2009 έγκληση, ήτοι ... Αττικής, όπου το παρέλαβε η σύνοικος μητέρα της, Κ.

Κ., η οποία και υπέγραψε στο σχετικό αποδεικτικό (ενώ ουδόλως αποδείχθηκε ότι η ανωτέρω δεν ήταν η διεύθυνση κατοικίας της κατηγορουμένης, καθόσον από τα έγγραφα που προσκομίστηκαν δεν αποδεικνύεται ότι η κατοικία της τελευταίας ήταν κατά το χρόνο εκείνο η οδός ..., ούτε άλλωστε ότι η μητέρα της δεν την ειδοποίησε σχετικά) και η τελευταία (κατηγορούμενη) άσκησε την με αρ.

πρωτ. 7083/2014 έφεση, στις 2-7-2014, δηλ. πέραν της ανωτέρω προθεσμίας και άρα, η ως άνω έφεση τυγχάνει απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω του εκπροθέσμου της ασκήσεώς της.". Από το περιεχόμενο του παραπάνω σκεπτικού προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στήριξε την απορριπτική του κρίση αποκλειστικά στο περιεχόμενο της έφεσης και στην έκθεση επίδοσης του αστ/κα Α.

Ν. χωρίς να λάβει υπόψη και να συνεκτιμήσει τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε για τη διαμόρφωση της απορριπτικής του κρίσης την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Κ. Π., που εξετάστηκε υπέρ της αναιρεσείουσας στο ακροατήριο κατά την εκδίκαση της έφεσης για την απόδειξη των ισχυρισμών της και η κατάθεσή του περιέχεται στα οικεία πρακτικά, όπως προκύπτει από το γεγονός ότι στην αρχή του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης δεν μνημονεύεται, ως προς το είδος του, το εμμάρτυρο αποδεικτικό μέσο, αλλά ούτε και από την αιτιολογία της απόφασης προκύπτει ότι λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε ως αποδεικτικό μέσο.

Με αυτές τις παραδοχές το Τριμελές Πλημμελειοδικείο δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την απόρριψη του σχετικού ισχυρισμού και την αξιολόγηση της έφεσης ως εκπρόθεσμης και απαράδεκτης την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και το άρθρο 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.

Επομένως, είναι βάσιμος ο σχετικός λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχείο Α’ του ΚΠοινΔ και πρέπει η αίτηση αναίρεσης να γίνει δεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, το οποίο μπορεί να συγκροτηθεί από δικαστές που δεν μετείχαν στη σύνθεση που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Αναιρεί την υπ’ αριθμό 12296/2015 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Οκτωβρίου 2016. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Οκτωβρίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ