1546/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1546/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Π. Τ. κατά της αναιρεσείουσας και κατά του μη διαδίκου ενώπιον του Αρείου Πάγου Π. Ν. Κ., για την επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημιώσεως και κατά τα λοιπά τάχθηκαν θέματα αποδείξεως, ενώ με τη δεύτερη τούτων η αγωγή έγινε μερικώς δεκτή ως προς τα λοιπά κονδύλια. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την από 4-4-2009 έφεση ως προς την αναιρεσείουσα, τη δέχθηκε ως προς το δεύτερο εναγόμενο - εκκαλούντα Π.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1546 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1546/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Εμμανουήλ Κλαδογένη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία Οργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδος (ΟΣΕ ΑΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η ο οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Νικόλαο Κυπριώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Σ. συζ. Π. Τ., θυγ. Ν. Β., 2. Π. Τ. του Γ. και 3. Γ. Τ. του Π., κατοίκων ... . Ο δεύτερος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, Οι πρώτη και τρίτος εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Σοφία Ιγνατιάδου, η οποία δήλωσε ότι ο δεύτερος απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τους πρώτη και τρίτο, που συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη ατομικά και ως κληρονόμοι.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-2-1999 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5652/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 3583/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 23-11-2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης, ανέγνωσε την από 16-1-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι της αιτήσεως.
Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 3583/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία και συνεκδίκασε τις από 19-2-2009 και 4-4-2009 αντίθετες εφέσεις κατά των 5652/2000 και 5459/2008 αποφάσεων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την πρώτη των αποφάσεων τούτων είχε κριθεί ως αόριστο το κονδύλιο της από 15-2-1999 αγωγής αποζημιώσεως από αδικοπραξία, που είχε ασκήσει ο τρίτος αναιρεσίβλητος ως δικαστικός συμπαραστάτης του αδελφού του Ν.
Π. Τ. κατά της αναιρεσείουσας και κατά του μη διαδίκου ενώπιον του Αρείου Πάγου Π. Ν. Κ., για την επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημιώσεως και κατά τα λοιπά τάχθηκαν θέματα αποδείξεως, ενώ με τη δεύτερη τούτων η αγωγή έγινε μερικώς δεκτή ως προς τα λοιπά κονδύλια. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την από 4-4-2009 έφεση ως προς την αναιρεσείουσα, τη δέχθηκε ως προς το δεύτερο εναγόμενο - εκκαλούντα Π.
Ν. Κ., δέχθηκε δε περαιτέρω την από 19-2-2009 έφεση, εξαφάνισε τις αποφάσεις του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, διακράτησε την υπόθεση και δικάζοντας επί της αγωγής, την απέρριψε για έλλειψη παθητικής νομιμοποιήσεως ως προς τον δεύτερο εναγόμενο Π. Ν. Κ., τη δέχθηκε μερικώς ως προς την πρώτη εναγομένη - αναιρεσείουσα και την υποχρέωσε να καταβάλει ισομερώς στους αναιρεσίβλητους, οι οποίοι μετά τον θάνατο του αρχικού ενάγοντος υπεισήλθαν στη θέση του ως μόνοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, το ποσόν των 69.293,82 ευρώ, αναγνώρισε δε περαιτέρω ότι υποχρεούται αυτή να τους καταβάλει ισομερώς και το ποσόν των 80.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη.
Η πληρεξούσια δικηγόρος των αναιρεσίβλητων με δήλωση της, που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, γνωστοποίησε κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο το θάνατο του δευτέρου τούτων Π. Γ. Τ. και δήλωσε ότι οι πρώτη και τρίτος τούτων συνεχίζουν τη δίκη ατομικά και ως κληρονόμοι αυτού.
Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της.
Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί δεν προκύπτει αδιστάκτως ότι έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που προσκόμισε και επικαλέσθηκε, και ειδικότερα την 44092/2000 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη, και από την οποία προκύπτει ότι ο μηχανοδηγός της αμαξοστοιχίας κηρύχθηκε αθώος για τον βαρύτατο τραυματισμό του αρχικού ενάγοντος Ν. Τ., αφού έγινε δεκτή η παντελής έλλειψη οποιασδήποτε ευθύνης του στην πρόκληση του ένδικου συμβάντος. Ο λόγος αυτός τυγχάνει αβάσιμος, γιατί από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο για το σχηματισμό της κρίσεως του έλαβε υπόψη "τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, ... τις φωτογραφίες ... και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται, ... μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα έγγραφα της σχηματισθείσας σε βάρος του δευτέρου ενάγοντος (ενν. εναγομένου) ποινικής δικογραφίας ...", και κατά συνέπεια έλαβε υπόψη και την ως άνω απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, έστω και αν δεν αναφέρεται ιδιαιτέρως, εφόσον περιλαμβάνεται αναμφισβήτητα στα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας που σχηματίσθηκε σε βάρος του μηχανοδηγού της αμαξοστοιχίας.
Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμό που προτάθηκε και είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και ειδικότερα, ενώ πρότεινε με τις προτάσεις της κατά την μετ' απόδειξη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου την ένσταση συνυπαιτιότητας του παθόντος στην πρόκληση της ζημίας του, ο ισχυρισμός της αυτός απορρίφθηκε ως απαράδεκτος τόσο με την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου όσο και με την απόφαση του Εφετείου, με το αιτιολογικό ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις των άρθρων 269 και 527 ΚΠολΔ, αντίστοιχα. Όπως όμως γίνεται δεκτό (ΑΠ Ολομ. 12/1991), δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, και στην προκειμένη περίπτωση, όπως εκτίθεται στο αναιρετήριο, το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό της αναιρεσείουσας και τον απέρριψε ως απαράδεκτο. Κατά συνέπεια ο λόγος αυτός της αιτήσεως τυγχάνει μη νόμιμος.
Με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί διέλαβε στην απόφαση του ελλιπείς αιτιολογίες ως προς την ταχύτητα της αμαξοστοιχίας, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα της εφαρμογής των διατάξεων περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του μηχανοδηγού στην πρόκληση της ένδικης συγκρούσεως.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι ως προς το ζήτημα αυτό το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στις 13-10-1996, ημέρα Κυριακή, τις πρωινές ώρες, ο αρχικά ενάγων Ν. Τ., μαζί με έξι φίλους του, οδηγώντας όλοι ειδικές για ανώμαλους δρόμους δίκυκλες μοτοσυκλέτες, είχαν μεταβεί σε δασώδη, μη κατοικημένη περιοχή, μεταξύ Τατοΐου και Κρυονερίου Αττικής και επιδίδονταν στην οδήγηση σε ανώμαλους και δύσβατους δρόμους.
Περί ώρα 10.20 είχαν φθάσει στο 28.500 χιλ. της διπλής σιδηροδρομικής γραμμής Χαλκίδας - Αθήνας, και θέλησαν να τη διασχίσουν κάθετα. Η σιδηροδρομική γραμμή στο σημείο αυτό είναι πάνω σε υπερυψωμένο ανάχωμα στρωμένο με χαλίκι, το οποίο (ανάχωμα) ήταν χαμηλωμένο από τις συχνές διελεύσεις πεζών και τροχοφόρων και είχε διαμορφωθεί ... "εν τοις πράγμασι" αφύλακτη διάβαση ...
Περί τα 950 μ πριν το σημείο αυτό, στην κατεύθυνση από Χαλκίδα προς Αθήνα υπήρχε πινακίδα της εναγομένης, που καθόριζε το όριο ταχύτητας των τρένων σε 40 χιλ την ώρα, λόγω εκτελούμενων έργων αλλά και της γνωστής διέλευσης πεζών και οχημάτων, ενώ υπό κανονικές συνθήκες το όριο ταχύτητας ήταν 90-95 χιλιόμετρα, με βάση το εγχειρίδιο δρομολογίων επιβατηγών αμαξοστοιχιών της εναγομένης.
Όταν επιχείρησε να περάσει τη σιδηροδρομική γραμμή το μέλος της ομάδας Ι. Μ., ενώ είχαν περάσει ήδη ο Α. Κ. και ο αρχικά ενάγων Ν. Τ., έσβησε ο κινητήρας της μηχανής του και ακινητοποιήθηκε η μοτοσυκλέτα του πάνω στη γραμμή με κατεύθυνση από. Χαλκίδα προς Αθήνα. Δεδομένου ότι ο Ι. Μ. προσπάθησε ανεπιτυχώς να την αποσύρει, ο αρχικά ενάγων έσπευσε να τον βοηθήσει για τον απεγκλωβισμό της μοτοσυκλέτας.
Κατά τον ίδιο χρόνο και απόσταση 100 μ. πριν από αυτούς, σε ευθεία, εμφανίστηκε εξερχόμενη από δεξιά στροφή, η με αριθμό 1539 επιβατική αμαξοστοιχία, (ιδιοκτησίας και εκμετάλλευσης της πρώτης εναγομένης ανώνυμης εταιρίας ... (Ο.Σ.Ε), η οποία εκτελούσε δρομολόγιο από Χαλκίδα προς Αθήνα, οδηγούμενη από τον προστηθέντα στην οδήγηση της υπάλληλο της Π.
Κ.. Η ταχύτητά της ήταν αυξημένη, περί τα 80-90 χιλ την ώρα γιατί ο οδηγός της γνώριζε ότι εκείνη την ημέρα δεν εκτελούνταν έργα επειδή ήταν Κυριακή. Ο οδηγός της αμαξοστοιχίας μόλις αντιλήφθηκε εξερχόμενος από τη στροφή και σε απόσταση ,100 μέτρων τα ανωτέρω δύο πρόσωπα πέδησε και άρχισε να σφυρίζει παρατεταμένα.
Τότε ο μεν Ι. Μ. πρόλαβε και απομακρύνθηκε από τις γραμμές, ενώ ο Ν. Τ. που ήταν γονατισμένος και με γυρισμένη την πλάτη προς τη φορά της αμαξοστοιχίας συνέχιζε την προσπάθεια του για τον απεγκλωβισμό της μηχανής από τις γραμμές. Τελικά την απέσυρε από τις γραμμές και την έβγαλε στο ανάχωμα . Όμως, λόγω της αυξημένης ταχύτητας της αμαξοστοιχίας και παρότι, ...
ο οδηγός της πέδησε, δεν κατάφερε να την ακινητοποιήσει. Έτσι η αμαξοστοιχία με το δεξιό πλαϊνό και προεξέχον των γραμμών εμπρόσθιο τμήμα της προσέκρουσε στο πίσω τμήμα της μοτοσυκλέτας εκσφεντονίζοντάς τον με αποτέλεσμα ο ενάγων, που εκείνη τη στιγμή προσπαθούσε να απομακρύνει την μοτοσυκλέτα από το ανάχωμα κρατώντας τη από το τιμόνι, να εκτιναχτεί σε παρακείμενο χαντάκι και να τραυματιστεί σοβαρά.
Με τα δεδομένα αυτά υπαίτιος της παραπάνω σύγκρουσης είναι ο οδηγός της αμαξοστοιχίας, ο οποίος κατά την οδήγηση αυτής δεν κατέβαλε την επιμέλεια και προσοχή που κάθε μέσος συνετός μηχανοδηγός θα κατέβαλε υπό ανάλογες περιστάσεις. Συγκεκριμένα ο ανωτέρω μηχανοδηγός, ενώ όφειλε και μπορούσε, δεν ρύθμισε την ταχύτητα της αμαξοστοιχίας, σύμφωνα με την παραπάνω πινακίδα στα 40 χιλιόμετρα την ώρα, αλλά οδηγούσε με αυξημένη ταχύτητα περί τα 80-90 χιλιόμετρα την ώρα, με αποτέλεσμα, παρότι πέδησε, μόλις αντιλήφθηκε τον αρχικώς ενάγοντα και τον Ι.
Μ. μέσα στις γραμμές σε απόσταση 100 περίπου μ. δεν κατάφερε να ακινητοποιήσει το όχημά του πριν το σημείο που βρισκόταν ο ανωτέρω παθών, με συνέπεια να τον παρασύρει. Οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί της εναγομένης, που προβάλλονται με τους προαναφερόμενους λόγους της υπό κρίση έφεσής της, περί έλλειψης οποιασδήποτε υπαιτιότητας του υπαλλήλου της, για το λόγο ότι οδηγούσε με ταχύτητα 37 χιλ την ώρα, ήτοι μικρότερη της προβλεπόμενης των 40 χιλ ανά ώρα, καθώς και ότι έπραξε τα δέοντα με την χρήση ηχητικών σημάτων και ακαριαίας πέδης μόλις αντιλήφθηκε τα ανωτέρω πρόσωπα, δεν κρίνονται πειστικοί κατά το πρώτο σκέλος τους και τούτο διότι:
α) αν η ταχύτητα της αμαξοστοιχίας κατά τη έξοδο της από τη δεξιά στροφή ήταν 40 χιλ την ώρα, η αμαξοστοιχία, λόγω της πέδησης, θα είχε σταματήσει πριν από το σημείο πρόσκρουσης, αφού μέχρι το σημείο της πρόσκρουσης μεσολαβούσαν 100 μ., β) αν η αμαξοστοιχία την ώρα της πρόσκρουσης (10.21) εκινείτο με 37 χιλ, όπως έδειξε ο ταχογράφος, δεν είναι δυνατό η ταχύτητα της με την ακαριαία πέδηση να μειώθηκε μόνο κατά 3 χιλ, ήτοι από τα 40 χιλ στην έξοδο από τη δεξιά στροφή στα 37 χιλ σε απόσταση 100 μ, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι ακολούθως στα 50 περίπου μέτρα από το σημείο της σύγκρουσης ακινητοποιήθηκε η αμαξοστοιχία, δηλαδή η ταχύτητα της από τα 37 χιλ κατέβηκε στα 0 χιλ." Με βάση τις παραδοχές αυτές και μετά την απόρριψη ως απαράδεκτης της ενστάσεως συνυπαιτιότητας του παθόντος, που είχε προτείνει η αναιρεσείουσα με τις προτάσεις της κατά τη μετ' απόδειξη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και με λόγο εφέσεως, το Εφετείο έκρινε ότι υπαίτιος για την πρόκληση του ατυχήματος ήταν ο μηχανοδηγός της αμαξοστοιχίας ...
υπάλληλος της αναιρεσείουσας, τον οποίο είχε προστήσει η τελευταία στην οδήγηση της. Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με την υπαιτιότητα του προστηθέντος της εναγομένης μηχανοδηγού στην πρόκληση της ένδικης συγκρούσεως και συνακόλουθα των ζημιών που υπέστη ο αρχικός ενάγων, οι οποίες (αιτιολογίες) καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα στις διατάξεις που εφαρμόσθηκαν των άρθρων 914, 297, 298 ΑΚ, και κατόπιν αυτού ο ως άνω λόγος του αναιρετηρίου τυγχάνει αβάσιμος.
Από τα άρθρα 297, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου που υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας του, να είναι παράνομη η πράξη ή παράλειψη του και να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξεως ή της παραλείψεως και της ζημίας. Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του υπαιτίου ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή κατά την συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, ικανή να επιφέρει την ζημία και την επέφερε στην συγκεκριμένη περίπτωση.
Το αν η πράξη ή παράλειψη ήταν ικανή, αντικειμενικά εξεταζόμενη, να επιφέρει την ζημία, δηλαδή το αν ευρίσκεται σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με το αποτέλεσμα, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο και μάλιστα από την άποψη της παραβάσεως ή μη των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Η κρίση όμως ότι η πράξη ή παράλειψη υπήρξε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος, αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Δεν αποκλείεται κατ' αρχήν η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός ότι στο αποτέλεσμα συντέλεσε και συνυπαιτιότητα του βλαβέντος εφ' όσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος.
Ειδικότερα, από τις διατάξεις αυτές συνάγεται επίσης ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν, τα περιστατικά που το Δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος.
Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς (ΑΠ 1320/1988). Εξάλλου, κατά το άρθρο 931 ΑΚ: "Η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης αν επιδρά στο μέλλον του".
Κατά δε το άρθρο 932 ΑΚ: "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.
Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Προσδιοριστικό στοιχείο για τον καθορισμό της ιδιαίτερης αποζημιώσεως, κατ' άρθρο 931 ΑΚ, και χρηματικής ικανοποιήσεως, κατ' άρθρο 932 ΑΚ, αποτελεί, πλην των άλλων, και το τυχόν συντρέχον πταίσμα του παθόντος (ΑΠ 1158/2012, 72/2012, 1086/2003).
Στην προκειμένη περίπτωση, τα περιστατικά που το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, όπως αυτά εκτέθηκαν παραπάνω κατά την ανάπτυξη του τετάρτου λόγου του αναιρετηρίου, συγκροτούν την έννοια του συvτρέχοντος πταίσματος του παθόντος, έστω και αν η σχετική ένσταση της αναιρεσείουσας απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω καθυστερημένης προβολής της, και θα έπρεπε το Εφετείο, κατά τον καθορισμό του ύψους της ιδιαίτερης αποζημιώσεως και της χρηματικής ικανοποιήσεως για ηθική βλάβη να συνεκτιμήσει και το στοιχείο αυτό.
Ωστόσο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο για τον καθορισμό του ύψους της ιδιαίτερης αποζημιώσεως στο ποσόν των 30.000 ευρώ, το οποίο έκρινε εύλογο, έλαβε υπόψη την ηλικία, το είδος και τη φύση της αναπηρίας του παθόντος και την υπαιτιότητα του προστηθέντος υπαλλήλου της εναγομένης εταιρείας, για δε τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης στο ποσόν των 80.000 ευρώ, το οποίο έκρινε εύλογο, έλαβε υπόψη τα αυτά ως άνω κριτήρια, καθώς και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 931 και 932 ΑΚ, και ειδικότερα από το γεγονός το ότι δεν έλαβε υπόψη για τον καθορισμό των σχετικών αποζημιώσεων και το συντρέχον πταίσμα του παθόντος, παρά το ότι τα περιστατικά που δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα συγκροτούσαν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος του αρχικού ενάγοντος.
Κατόπιν τούτου, ο από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου τυγχάνει βάσιμος.
Πρέπει λοιπόν να αναιρεθεί μερικώς η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ). Η δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων πρέπει να συμψηφισθεί στο σύνολό της λόγω της ισομερούς νίκης και ήττας τούτων (άρθρα 178, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί μερικώς κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό την 3583/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές πλην εκείνων οι οποίοι εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Συμψηφίζει στο σύνολο της τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 6η Ιουνίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 10η Ιουλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ