1546/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/12/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2049/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6480/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3/4/2010 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated1546/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): α) Επειγούσης φύσεως εργασίας η εκτέλεσις της οποίας κρίνεται απολύτως επιβαλλόμενη ως μη επιδεχόμενη αναβολήν. Β) Εξαιρετικώς επειγούσης ανάγκης εξυπηρετήσεως των Ενόπλων Δυνάμεων, του Δημοσίου και Ν.Π.Δ.Δ. Δια την ανωτέρω υπερωριακήν απασχόλησιν το ωρομίσθιο των μισθωτών καταβάλλεται προσαυξημένον κατά 75%.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1546 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1546/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Χ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Περικλή Κατσαούνη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/12/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2049/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6480/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3/4/2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 12/9/2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 3/4/2010 αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1 - 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και αν μεν τη συζήτηση της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος ή ο τελευταίος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Στην προκείμενη περίπτωση από την προσκομιζόμενη από την αναιρεσίβλητη υπ' αριθμ. 9524 Β'/7/10/2010 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., προκύπτει ότι η συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 6480/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών επισπεύσθηκε με φροντίδα της αναιρεσίβλητης, η οποία προς το σκοπό αυτό επέδωσε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσείοντα ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη καταθέσεως της στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και προσδιορισμένο χρόνο συζητήσεως της στο Β2 Τμήμα του Αρείου Πάγου, με αριθμό πινακίου 18, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Όμως ο αναιρεσείων δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Συνεπώς, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) Επειδή, κατά την παρ. 4 του άρθρου 8 του ν. δ. 515/1970, "περί χρονικών ορίων εργασίας μισθωτών ", όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 264/1973, " Δι' αποφάσεων του Υπουργού Απασχολήσεως (Εργασίας ) εκδιδομένων εκάστοτε μετά γνώμην του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας δύναται να χορηγείται κατά περίπτωσιν άδεια απασχολήσεως των μισθωτών πασών των επιχειρήσεων και εργασιών εν γένει ως και του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ., επιπλέον των δι' εκάστην κατηγορίαν επιτρεπομένων ανωτάτων ορίων υπερωριακής απασχόλησης εις περιπτώσεις :
α) Επειγούσης φύσεως εργασίας η εκτέλεσις της οποίας κρίνεται απολύτως επιβαλλόμενη ως μη επιδεχόμενη αναβολήν. Β) Εξαιρετικώς επειγούσης ανάγκης εξυπηρετήσεως των Ενόπλων Δυνάμεων, του Δημοσίου και Ν.Π.Δ.Δ. Δια την ανωτέρω υπερωριακήν απασχόλησιν το ωρομίσθιο των μισθωτών καταβάλλεται προσαυξημένον κατά 75%.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, αν ο Υπουργός Εργασίας χορηγήσει άδεια υπερωριακής εργασίας πέραν από το επιτρεπόμενο ανώτατο όριο, η απασχόληση των μισθωτών γίνεται νόμιμη σε όλη τη χρονική έκταση της, χωρίς να απαιτείται η τήρηση από τον εργοδότη της επιδόσεως εγγράφου αναγγελίας στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας (Ολ.Α.Π. 1772/1981).
Οι αποφάσεις αυτές του Υπουργού Εργασίας είναι ατομικές και αφορούν συγκεκριμένη επιχείρηση ή υπηρεσία του Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ. και ορισμένους περιοριστικώς αναφερόμενους λόγους (επείγουσας φύσεως εργασίας, εξαιρετικώς επείγουσα ανάγκη εξυπηρετήσεως των Ενόπλων Δυνάμεων, του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ.), εκδίδονται για κάθε συγκεκριμένη περίπτωση μετά γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας και δεν δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Οι αποφάσεις αυτές πρέπει να αναφέρουν τη συγκεκριμένη επιχείρηση ή τη συγκεκριμένη υπηρεσία του Δημοσίου ή του Ν.Π.Δ.Δ., τον αριθμό των εργαζομένων, για τους οποίους επιτρέπεται η, πέραν του ανωτάτου νομίμου ημερήσιου ωραρίου απασχολήσεως, εργασία, τον αριθμό των ωρών της κατά μήνα υπερωριακής απασχόλησης και το χρονικό διάστημα κατά το οποίο θα ισχύσει η απόφαση του Υπουργού.
Δεν απαιτείται δε να προσδιορίζονται ονομαστικώς στην απόφαση, οι εργαζόμενοι που θα εργασθούν υπερωριακώς καθόσον αυτό ανάγεται στο διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη να ορίσει, τηρώντας τους όρους της αποφάσεως, ως προς τον αριθμό των μισθωτών και τις ώρες υπερωριακής απασχόλησης, ποίοι από τους μισθωτούς του θα εργασθούν νομίμως υπερωριακά.
Εξάλλου η διαπίστωση του γεγονότος ότι συντρέχει επείγουσας φύσεως εργασία, η εκτέλεση της οποίας κρίνεται απολύτως επιβαλλόμενη και δεν επιδέχεται αναβολή, ή εξαιρετικώς επείγουσα ανάγκη εξυπηρετήσεως των Ενόπλων Δυνάμεων, του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ., ανήκει αποκλειστικά στην αρμόδια Διοικητική Αρχή, ήτοι στον Υπουργό Εργασίας και η κρίση του περί της συνδρομής της ουσιαστικής αυτής προϋπόθεσης δεν ελέγχεται από τα Πολιτικά Δικαστήρια (Α.Π. 1393/2003 ).
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων απασχολείτο στην εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία και ειδικότερα στον Ατμοηλεκτρικό Σταθμό Λαυρίου σε οργανική θέση, με την ειδικότητα του μηχανοτεχνίτη .εργαζόμενος με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας ,από Δευτέρα έως Παρασκευή ,επί οκτώ (8 ) ώρες ημερησίως.
Για το χρονικό διάστημα από 1 / 2 / 2000 έως 31/11/ 2003 .απασχολήθηκε υπερωριακώς ,για επειγούσης φύσεως εργασία, η εκτέλεση της οποίας κρίθηκε απολύτως επιβαλλομένη και μη επιδεχόμενη αναβολή. Για την απασχόληση αυτή του αναιρεσείοντος χορηγήθηκε σχετική άδεια, δυνάμει των 2336 /20/5/1999, 2876 /14/12/1999, 3216 /29/12/2000, 2795/28/6/2001, 3185 /26/-10/2001, 3478 /18/12/2001, 2731/26/6/2002, 2629/8/7/2002, 2912/27/8/2002,2975/25/11 /2002 και 3057/21/3/2003 αποφάσεων του Υπουργού Εργασίας, που ισχύουν στα έτη 1999,2000,2001, 2002 και 2003 (μέχρι 30 /6/ 2003 ), έχουν εκδοθεί μετά γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας, αναφέρουν την αναιρεσίβλητη και την επειγούσης φύσεως εργασία αυτής, απολύτως επιβαλλομένη και μη επιδεχόμενη αναβολή, τον αριθμό των εργαζομένων της αναιρεσίβλητης, στην ειδικότητα του αναιρεσείοντος και τον αριθμό των ωρών της κατά μήνα υπερωριακής απασχολήσεως.
Ύστερα από τη συγκεκριμένη άδεια του Υπουργού Εργασίας, η υπερωριακή απασχόληση του αναιρεσείοντος κατέστη νόμιμη στα έτη 2000, 2001, 2002 και 2003 ( μέχρι 31 / 3/ 2003 ) χωρίς να απαιτείται η τήρηση από την αναιρεσίβλητη της επιδόσεως έγγραφης αναγγελίας στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας. Η κρίση του Υπουργού Εργασίας, περί της συνδρομής της ουσιαστικής προϋποθέσεως, ήτοι της συνδρομής επειγούσης φύσεως εργασίας, που επιβάλλεται απολύτως και δεν επιδέχεται αναβολή, δεν ελέγχεται από τα πολιτικά δικαστήρια.
Κατέληξε δε το Εφετείο ότι δεν υπάρχει παράνομη υπερωριακή απασχόληση του αναιρεσείοντος στο κρίσιμο χρονικό διάστημα από 1/2/2000 έως 31/11 /2003. Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 8 παρ. 4 του ν.δ. 515/1970, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 1 του ν. δ. 264/1973 ,καθόσον στην προσβαλλόμενη απόφαση μνημονεύονται όλα τα στοιχεία που απαιτεί ο νόμος για την απασχόληση ορισμένου αριθμού μισθωτών της αναιρεσίβλητης υπερωριακώς πέραν του νομίμου ανωτάτου ορίου εργασίας, οι δε αιτιάσεις του αναιρεσείοντος που προβάλλονται με το μοναδικό λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ότι η υπερωριακή του απασχόληση είναι μη νόμιμη, γιατί δεν τηρήθηκαν από την αναιρεσίβλητη οι νόμιμες υποχρεώσεις της για αναγγελία στην Επιθεώρηση Εργασίας και για ειδικό βιβλίο υπερωριών, είναι αβάσιμες, καθόσον κατά την φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη του άρθρου 8 παρ. 4 του ν.δ. 515/1970 δεν απαιτείτο η τήρηση βιβλίου υπερωριών ούτε έγγραφη αναγγελία αυτών στην Επιθεώρηση Εργασίας .Οι αιτιάσεις, που προβάλλονται με τα σχετικά σκέλη του μοναδικού λόγου αναιρέσεως, ότι οι υπερωρίες δεν πραγματοποιούντο για λόγους επείγοντος αλλά για την κάλυψη πάγιων αναγκών της αναιρεσίβλητης, ότι για όλο το "2000 και το α' εξάμηνο του 2001 δεν είχε ληφθεί καν έγκριση από τον Υπουργό Εργασίας ... ", οπότε δεν κατέστησαν νόμιμες οι πραγματοποιηθείσες από τον αναιρεσείοντα υπερωρίες και ότι δεν ερευνήθηκε από το Δικαστήριο αν οι υπερρωρίες που πραγματοποιήθηκαν κάλυπταν πράγματι τις ανάγκες για τις οποίες είχε χορηγηθεί η έγκριση, είναι απαράδεκτες, καθόσον μ' αυτή προσβάλλεται η ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3/4/2010 αίτηση για αναίρεση της 6480/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Οκτωβρίου 2011. Και,
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 25 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ