Legislator Case Law & Legislation
1546/2010 AI generated

Supreme Court allows appeal against traffic accident verdict due to appellate court's distortion of evidence regarding accident location.

Case Number 1546/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Allowed / Granted

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a traffic accident. The appellant argued the appellate court distorted evidence by incorrectly locating the accident on the main road rather than a parallel service road, which affected the liability allocation. The court found the appellant's claim valid because the appellate court misinterpreted the sworn statements and documents concerning the accident site.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 580, 176, 183 of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible when the appellate court distorts the content of evidence regarding the location of an accident, thereby altering the established facts and the resulting liability distribution.

Keywords

AI generated
traffic accident liability distortion of evidence accident location appellate court error Code of Civil Procedure joint liability retrial remand

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1546 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1546/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Ιωάννα Λούκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημητρίου Τσάκωνα και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 2) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΈΝΩΣΙΣ Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ΜΙΝΕΤΤΑ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευθύμιο Καραΐσκο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος του, ως άνω, αναιρεσείοντος, αφού έλαβε το λόγο, δήλωσε, ότι παραιτείται από το δικόγραφο της από 20/10/2007 κρινόμενης αίτησης για αναίρεση της 6523/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, ως προς τον υπό στοιχείο III.1.2 λόγο αυτής.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/10/2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4868/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 3155/2005 μη οριστική και 6523/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ως άνω αναιρεσείων με την από 20/10/2007 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 2278/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση ο αναιρεσείων με την από 22/2/2010 κλήση του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή ανέγνωσε την από 3/11/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 20/10/2007 αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθμ. ... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς ..., προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 2278/2009 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου με την οποία κηρύχτηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κατά την αρχικά προσδιορισμένη δικάσιμο της 6-11-2009, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πρώτο αναιρεσίβλητο Ψ. Όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, ο πρώτος αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., κατά την παραπάνω συνεδρίαση, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του πινακίου. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του πρώτου αναιρεσίβλητου (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.). Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 296 και 297 ΚΠολΔ, εφαρμοζόμενες, σύμφωνα με το άρθρο 573 § 1 του ίδιου Κώδικα, και στη διαδικασία της δίκης για αναίρεση, προκύπτει ότι παραίτηση, ολική ή μερική, από το δικόγραφο του ένδικου μέσου που έχει ασκηθεί, όπως είναι και η αναίρεση (άρθρο 495 §1 ΚΠολΔ), μπορεί να γίνει και με προφορική

δήλωση, προτού αρχίσει η προφορική συζήτηση. Η δήλωση αυτή, καταχωριζόμενη στα πρακτικά, επιφέρει αντίστοιχη (αναλόγως με το περιεχόμενο και την έκτασή της) κατάργηση της δίκης (Ολ. ΑΠ 7/1993). Συνακόλουθα, η παραίτηση του αναιρεσείοντος από το δικόγραφο της ένδικης αιτήσεως, ως προς τον πρώτο λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 11 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ., που έγινε πριν από την προφορική συζήτηση της υποθέσεως, με καταχωρισμένη στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της, είναι σύννομη και συνεπάγεται κατάργηση της δίκης, αλλά μόνο ως προς το λόγο αυτό αναιρέσεως, που θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε άρθρο 295 §1 και 299 Κ.Πολ.Δ.).

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Από τη διατύπωσή της η διάταξη αυτή αφορά μόνο έγγραφο, και όχι μαρτυρική κατάθεση ή ένορκη βεβαίωση, ενώ ως έγγραφο νοούνται μόνο όσα προβλέπονται από τα άρθρα 339 και 432 επ.

του Κ.Πολ.Δ., και όχι τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης. Στα έγγραφα όμως με την προαναφερθείσα έννοια εμπίπτουν και έγγραφα της ποινικής δικογραφίας όπως και προανακριτικές εκθέσεις εξέτασης μάρτυρα που συνεκτιμώνται ως δικαστικά τεκμήρια στην πολιτική δίκη. Για να δημιουργηθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να έχει γίνει επίκληση του εγγράφου στην κατ' έφεση δίκη, διαφορετικά ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος.

Περαιτέρω, ως παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου που ιδρύει τον ίδιο λόγο αναίρεσης, και η οποία πρέπει να είναι προφανής, υπάρχει όταν το Δικαστήριο από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι το διαφορετικό από το πραγματικό (Ολ. ΑΠ 1/1999). Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 6523/2006 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Στις 23-11-2000 και ώρα 17.15 ο ενάγων επέβαινε στο με αριθμό κυκλ. ... ΙΧΦ αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Μ και εκινείτο στην δεξιά λωρίδα της Ν.Ε.Ο. ...

με κατεύθυνση από ... προς .... Όταν το εν λόγω όχημα έφθασε στο ύψος του 17ου χιλιομέτρου της ανωτέρω οδού, ο ενάγων ζήτησε από τον προαναφερόμενο οδηγό να σταθμεύσει το αυτοκίνητο, προκειμένου να κατέβει για σωματική του ανάγκη. Στην συνέχεια ο τελευταίος στάθμευσε το όχημά του στην δεξιά λωρίδα της Εθνικής Οδού, οπότε ο ενάγων κατέβηκε από το αυτοκίνητο, υπερπήδησε τις μπάρες ασφαλείας, που διαχωρίζουν την Εθνική Οδό για να εισέλθει στο οδόστρωμα της αντίθετης κατεύθυνσης και επιχείρησε να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα, που προοριζόταν για τα οχήματα, που εκινούντο με αντίθετη κατεύθυνση.

Τον ίδιο χρόνο ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας το με αριθμό κυκλ. ... ΔΧΕ αυτοκίνητο (ΤΑΧΙ), ιδιοκτησίας του και ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη, εκινείτο στην εν λόγω Εθνική Οδό με αντίθετη κατεύθυνση, δηλαδή από ...προς .... Όταν ο πρώτος εναγόμενος έφθασε στο ύψος του 17ου χιλιομέτρου της εν λόγω οδού, κινούμενος με ταχύτητα 90 χιλιομέτρων ανά ώρα, παρέσυρε τον ενάγοντα - πεζό, ο οποίος εκείνη την ώρα διέσχιζε κάθετα το οδόστρωμα της ανωτέρω οδού και βρισκόταν στο μέσο αυτής με αποτέλεσμα τον τραυματισμό αυτού.

Το ατύχημα οφείλεται σε συντρέχουσα υπαιτιότητα και του οδηγού του ΤΑΧΙ, αλλά καν του πεζού.

Η υπαιτιότητα του οδηγού συνίσταται στο ότι αυτός από μη ενσυνείδητη αμέλεια (δηλαδή από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε από τις περιστάσεις να καταβάλει ως μέσος συνετός οδηγός και η οποία προσοχή θα οδηγούσε σε πρόβλεψη του ζημιογόνου αποτελέσματος, δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, όπως όφειλε κατά την διάταξη του άρθρου 12 παρ.1 του Ν.2696/99 - Κ.Ο.Κ. και επιπλέον κατά παράβαση των άρθρων 19 παρ. 1-3 και 20 παρ.1 του Ν.2696/99 - Κ.Ο.Κ. εκινείτο με υπέρμετρη ταχύτητα άνω των 50 χιλιομέτρων την ώρα και παρέλειψε να ρυθμίσει αυτή, ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του μέσα στο ορατό από αυτόν τμήμα της οδού και προ οποιουδήποτε εμποδίου, που μπορούσε να προβλεφθεί, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί έγκαιρα τον πεζό, όταν εκείνος άρχισε να διασχίζει το οδόστρωμα και είχε ήδη διασχίσει το ήμισυ του οδοστρώματος αυτής.

Συνέτρεξε, όμως και υπαιτιότητα του πεζού, ο οποίος από μη ενσυνείδητη αμέλεια, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε από τις περιστάσεις ως μέσος συνετός πεζός και η οποία προσοχή θα οδηγούσε σε πρόβλεψη του ζημιογόνου αποτελέσματος, κατά παράβαση του άρθρου 38 παρ. 2 και 4 ε' του Ν. 2696/99 - Κ.Ο.Κ. υπερπήδησε εμπόδια, στηθεία, μπάρες, που είχαν τοποθετηθεί από τις αρμόδιες αρχές για ειδικούς λόγους, επιχείρησε να διασχίσει το οδόστρωμα, στο οποίο δεν υπήρχαν διαβάσεις πεζών, χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί, ότι μπορούσε να το πράξει χωρίς να παρεμποδίσει την κυκλοφορία των οχημάτων και χωρίς κίνδυνο από τα διερχόμενα αυτοκίνητα, που πλησίαζαν, λαμβάνοντας υπόψη την απόσταση και την ταχύτητά τους, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί στην πορεία του προαναφερομένου ΤΑΧΙ, με αποτέλεσμα να επιπέσει αυτό (ΤΑΧΙ) σ' αυτόν (ενάγοντα) και να τραυματιστεί. Από τη σύγκριση της προαναφερομένης αμελούς συμπεριφοράς του οδηγού του ΤΑΧΙ και του πεζού κρίνεται, ότι η αμέλεια καθενός από αυτούς συντέλεσε στο ατύχημα κατά ποσοστό 30% του πρώτου (οδηγού) και 70% του δεύτερου (πεζού).

Συνεπώς η ένσταση των εναγομένων περί συνυπαιτιότητας του ενάγοντος πρέπει να γίνει δεκτή και στην ουσία της". Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, για να καταλήξει στην κρίση, ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος και ο αναιρεσείων συνετέλεσαν με συγκλίνουσα αυτοτελή υπαιτιότητα ο καθένας στον τραυματισμό του αναιρεσείοντος κατά ποσοστό 30% ο πρώτος αναιρεσίβλητος οδηγός και κατά ποσοστό 70% ο αναιρεσείων ενάγων και να απορρίψει το σχετικό αγωγικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και την έφεσή του για αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσίβλητου οδηγού στηρίχθηκε σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή στις ένορκες καταθέσεις των εκατέρωθεν εξετασθέντων μαρτύρων, και σε όλα τα έγγραφα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι με τις έγγραφες προτάσεις τους, μεταξύ των οποίων:

α)την από 10-2-2001 έκθεση ένορκης προανακριτικής εξέτασης ως μάρτυρα του αναιρεσείοντος β) την από 12-2-2001 έκθεση προανακριτικής εξέτασης ως μάρτυρα του Μ, γ) την από 12-2-2001 έκθεση προανα-κριτικής εξέτασης ως μάρτυρα του Κ, δ) την από 14-2-2001 έκθεσης προανακριτικής εξέτασης ως κατηγορουμένου του πρώτου αναιρεσίβλητου, ε) το από 23-2-2001 σχεδιάγραμμα της τροχαίας ...

στ) την από 25-11-2000 έκθεση αυτοψίας. Προβάλλει ειδικά δε ως προς τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα ο αναιρεσείων ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο όλων των πιο πάνω εγγράφων από τα οποία τα τέσσερα πρώτα συνεκτιμήθηκαν ως τεκμήρια, και εσφαλμένα ανέγνωσε το περιεχόμενό τους, από το οποίο προέκυπτε ότι το ένδικο ατύχημα συνέβη σε παράδρομο της Εθνικής Οδού, παράλληλο προς την ΝΕΑ Ε.Ο.Α.Λ., και όχι στο οδόστρωμα της ίδιας Εθνικής Οδού.

Από την επισκόπηση των πιο πάνω εγγράφων, που προσκομίζονται από τον αναιρεσείοντα, προκύπτει πράγματι ότι σε αυτά αναφέρεται ότι το ένδικο ατύχημα συνέβη σε παράδρομο της Εθνικής Οδού, παράλληλο προς την Ν.Ε.Ο.Α.Λ., και όχι στο οδόστρωμα της ίδιας Εθνικής Οδού, που δέχτηκε το Εφετείο με τις προαναφερθείσες επί της ουσίας παραδοχές του, παραμορφώνοντας έτσι το περιεχόμενο των ίδιων εγγράφων, επί ζητήματος που έχει σχέση με την διαγνωσθείσα τελικά υπαιτιότητα και συνυπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσίβλητου οδηγού και του αναιρεσείοντος αντίστοιχα, αλλά και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος και της διαγνωσθείσας αντίστοιχα υπαιτιότητας και συνυπαιτιότητας, κατά τις ίδιες παραδοχές του Εφετείου. Επομένως, τα όσα συναφώς υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο κατά το πρώτο μέρος του της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., κρίνονται βάσιμα, και πρέπει να γίνει δεκτός ο λόγος αυτός, και η αναίρεση, και ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων, ακολούθως δε, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρ. 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 6523/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντα, που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Οκτωβρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 18 Νοεμβρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ