1546/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1546/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 § 1 και 577§3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναιρέσεως, από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση (ΟλΑΠ 20/2005).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1546 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1546/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ δι'εαυτή και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αποβιώσαντος ΧΧ, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γαλάνη Παναγιώτη.
Των αναιρεσιβλήτων: Ψ1 και Ψ2, οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Ζουμπούλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-9-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4865/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 7577/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 10-2-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 3-4-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 307 ΚΠολΔ, όπως αυτό διαμορφώθηκε με τον Ν.3227/2005: "Αν για οποιοδήποτε λόγο που παρουσιάσθηκε μετά το τέλος της συζήτησης είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται, αφού ορισθεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση" (εδ. α) "Οι διατάξεις των προηγούμενων εδαφίων εφαρμόζονται και στην περίπτωση που για οποιοδήποτε λόγο δεν εκδοθεί απόφαση μέσα σε οκτώ μήνες από τη συζήτηση της πολιτικής υπόθεσης. Μόλις συμπληρωθεί οκτάμηνο, ο δικαστής υποχρεούται να επιστρέψει τη δικογραφία, αλλιώς αυτή αφαιρείται αμέσως με πράξη του δικαστή που διευθύνει το δικαστήριο ή του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης." Όπως προκύπτει από τις διατάξεις αυτές η τήρηση της τασσόμενης οκτάμηνης προθεσμίας δεν τίθεται με την ποινή της ακυρότητας, του απαραδέκτου ή του ανυποστάτου της αποφάσεως που τυχόν εκδίδεται μετά την παρέλευσή της. Επομένως, είναι αβάσιμος ο πρώτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο (υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 14, 4 και 2 ΚΠολΔ) υποστηρίζεται ότι το Εφετείο υπεχρεούτο "να κηρύξει ανυπόστατη" την πρωτοβάθμια απόφαση, επειδή είχε εκδοθεί μετά την πάροδο πλέον των οκτώ μηνών από την συζήτηση της υποθέσεως.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν η απόφαση δεν έχει καθόλου ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, δεχόμενο (μερικώς) αγωγή των αναιρεσιβλήτων (συζύγων) επιδίκασε σε καθένα εξ αυτών χρηματικό ποσό 9.783,40 ευρώ νομιμοτόκως, ως αποζημίωση και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω αδικήματος, το οποίο είχε τελέσει εις βάρος τους η αναιρεσείουσα (και ο θανών πριν από την άσκηση της αγωγής και κληρονομηθείς από αυτήν αδελφός της ΧΧ).
Συγκεκριμένα το Δικαστήριο δέχθηκε τα ακόλουθα: Κατά το έτος 1986 απαλλοτριώθηκε αναγκαστικώς, υπέρ και με δαπάνη του Οργανισμού Σχολικών Κτιρίων, συνολική οικοπεδική έκταση 13.070 τ.μ. Μέρος της έκτασης αυτής ήταν και ένας χώρος 128,70 τ.μ. και άλλος συνεχόμενος χώρος 27,30 τ.μ. οι οποίοι ανήκαν κατά κυριότητα στους αναιρεσίβλητους, πράγμα που έγινε και τελεσιδίκως δεκτό σε σχετική δίκη μεταξύ αυτών και της αναιρεσείουσας (και του αδελφού της).
Η αποζημίωση, που είχε αρμοδίως καθορισθεί και για τις εκτάσεις αυτές (των 128,70 τ.μ) και των 27,30 τ.μ) και ανερχόταν συνολικώς στο ποσό του 1.692.600 δραχμών, κατετέθη στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων από τον ΟΣΚ την 4-4-1990. Οι δικαιούχοι όμως της αποζημίωσης, ήτοι οι αναιρεσίβλητοι εισέπραξαν αυτήν μετά έξι περίπου έτη και δη την 13-3-2002, λόγω της αμφισβητήσεως του δικαιώματός των από την αναιρεσείουσα (και τον αδελφό της).
Προσέθεσε δε περαιτέρω το Εφετείο και τα ακόλουθα: "Από τα προεκτεθέντα συνάγεται ότι η εκκαλούσα και ο αδελφός της με την υποβολή των ως άνω αιτήσεών τους ως δικαιούχων αποζημίωσης των απαλλοτριωθεισών υπέρ του ΟΣΚ εκτάσεων ενήργησαν εκ προθέσεως παρανόμως, καθώς αφενός δεν ήταν κύριοι αυτών και αφετέρου για την υποστήριξη των απαιτήσεών τους προσεκόμισαν εν γνώσει τους πλαστογραφημένους τίτλους ιδιοκτησίας.
Ο ισχυρισμός της εκκαλούσας ότι η σχετική προσκομιδή έγινε "εκ λάθους" και ότι στην πραγματικότητα τόσο αυτή όσο και ο αδελφός της ήταν κύριοι των εν λόγω εκτάσεων βάσει των τίτλων που προσκόμισαν στις κατά την τακτική διαδικασία δίκες για την αναγνώρισή τους ως δικαιούχων της αποζημίωσης, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, καλυπτόμενος από το δεδικασμένο που απορρέει από την ως άνω 9567/01 τελεσίδικη απόφαση.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι από την παραπάνω αδικοπρακτική συμπεριφορά της εκκαλούσας και του αδελφού της ότι οι εφεσίβλητοι απώλεσαν τη δυνατότητα της τοκοφόρας κατάθεσης του ποσού της αποζημίωσης, που αναλογούσε σε καθένα εξ αυτών, ύψους [(1.692.600:2)=846.300δρχ=] 2.483,63 ευρώ σε λογαριασμό Ταμιευτηρίου της Εθνικής Τράπεζας κατά το χρονικό διάστημα από 4-4-90 όταν η απαίτησή τους για την αποζημίωση του συνολικού τμήματος των 156 τ.μ.(128,70 τ.μ.+27,30 τ.μ) είχε ήδη καταστεί ληξιπρόθεσμη και απαιτητή και το αντίστοιχο ποσό είχε παρακατατεθεί στο Τ.Π και Δ) έως 13-3-02 όταν και τελικά εισέπραξαν την ως άνω αποζημίωση) με αποτέλεσμα να υποστούν ζημία ίση με το ποσό των διαφυγόντων τόκων της εν λόγω κατάθεσης κατά το από 1-4-90 μέχρι 13-3-02 χρονικό διάστημα ανερχομένη στο ποσό των 5.783,40 ευρώ για τον καθένα από τους εφεσίβλητους ως προς το ύψος της οποίας δεν παραπονείται ειδικώς η εκκαλούσα.
Ενόψει των προαναφερθέντων η εκκαλούσα με τις ως άνω ιδιότητές της δηλαδή τόσο ατομικά όσο και ως κληρονόμος του εις ολόκληρον ευθυνομένου με αυτή αποβιώσαντος αδελφού της οφείλει να καταβάλει σε καθένα των εφεσιβλήτων το ανωτέρω ποσό των 5.8773,40 ευρώ ως αποζημίωση της ζημίας που οι τελευταίοι υπέστησαν εκ της προπεριγραφείσας αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της ίδιας (εναγομένης) και του κληρονομουμένου υπ' αυτής αδελφού της.
Επιπροσθέτως, λόγω της δικαιολογημένης ψυχικής ταλαιπωρίας, που υπέστησαν οι εφεσίβλητοι ενόψει της ανωτέρω αδικοπραξίας, του μακροχρόνιου δικαστικού αγώνα και της αβεβαιότητας που αυτός συνεπάγετο και της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης των μερών το Δικαστήριο κρίνει ότι οι εφεσίβλητοι δικαιούνται έναντι της εκκαλούσας και του αδελφού της ως χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 4.000 ευρώ ο καθένας, το οποίο μετά τη στάθμιση των κατά νόμο στοιχείων (άρθρ.932 ΑΚ) κρίνεται εύλογο για την αποκατάσταση της ψυχικής του δοκιμασίας.
Η εκκαλούσα προς απόκρουση της αγωγής, προέβαλε πρωτοδίκως τον και με την ένδικη έφεση επαναφερόμενο ισχυρισμό ότι η αξίωση των εφεσιβλήτων έχει υποκύψει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ καθόσον από την 4-4-1990 οπότε αυτοί (παθόντες -εφεσίβλητοι) έμαθαν τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση μέχρι την προς αυτήν επίδοση της κρινόμενης αγωγής που έγινε στις 11-9-02, συμπληρώθηκε προβλεπόμενος από την εν λόγω διάταξη χρόνος της παραγραφής.
Ο ισχυρισμός αυτός κατά το μέρος που αφορά στην κατά της εκκαλούσας (ως ατομικώς ευθυνόμενης) απαίτησης των εφεσιβλήτων πρέπει ν' απορριφθεί ως νομικά αβάσιμος, για το λόγο ότι αφού κατά τα προαναφερθέντα, η διαπραχθείσα απ' αυτήν αδικοπραξία αποτελεί συνάμα και ποινικά κολάσιμη πράξη που φέρει, το χαρακτήρα της κακουργηματικής χρήσης πλαστού εγγράφου, η ένδικη απαίτηση υπάγεται στην προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρ. 111 ΠΚ μακρότερη δεκαπενταετή παραγραφή, η οποία δεν έχει συμπληρωθεί κατά τον παραπάνω χρόνο άσκησης (11-9-02) της αγωγής.
Θα πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι η εφαρμογή της μακρότερης παραγραφής, δεν προϋποθέτει την ύπαρξη καταδικαστικής απόφασης (η οποία υπάρχει στην ένδικη περίπτωση) ούτε την υποβολή σχετικής μηνύσεως από τους παθόντες αλλά αρκεί το γεγονός ότι υπάρχει αντικειμενικά κολάσιμη πράξη. Ο παραπάνω όμως ισχυρισμός κατά το μέρος που αφορά στην κατά της εκκαλούσας ως κληρονόμου αποβιώσαντος την 16-11-99 αδελφού της απαίτηση, πρέπει να γίνει δεκτός ως και ουσιαστικά βάσιμος αφού ως προς αυτόν ισχύει η πενταετής παραγραφή της παρ. 1 του άρθρ. 937 ΑΚ, η οποία είχε συμπληρωθεί κατά το χρόνο άσκησης της κρινόμενης αγωγής και όχι η μακρύτερη 15ετής παραγραφή η οποία δεν μπορεί να εφαρμοσθεί στην περίπτωση που ο παθών ενάγει μετά το θάνατο του δράστη στους κληρονόμους αυτού κατ' ακολουθία αυτών η αγωγή κατά το μέρος που στρέφεται κατά της εκκαλούσας ως κληρονόμου του αποβιώσαντος πριν από την έγερση της υπό κρίση αγωγής αδελφού της πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη κατ' αποδοχή της παραπάνω ένστασης." Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικώς με όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμον για τη θεμελίωση της αδικοπρακτικής ευθύνης της αναιρεσείουσας (παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά αυτής, ζημία των αναιρεσιβλήτων και αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ συμπεριφοράς και ζημίας), τα δε αντιθέτως υποστηριζόμενα με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο, κατά το πρώτο μέρος του και με τους τέταρτο, έκτο, ενδέκατο και δωδέκατο αναιρετικούς λόγους, με τους οποίους -κατά την εκτίμηση του περιεχομένου τους- αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα.
Εξάλλου, στο αγωγικό δικόγραφο των αναιρεσιβλήτων περιείχοντο αναλυτικώς όλα τα προαναφερόμενα περιστατικά, που κρίθηκαν αληθή με την απόφαση, και, επομένως είναι αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος αυτού, με το οποίο προβάλλονται οι εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 και 14 ΚΠολΔ πλημμέλειες και υποστηρίζεται ότι η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως αόριστη κατά το μέρος της που αφορούσε ειδικώς την απαλλοτριωθείσα έκταση των 27,30 τ.μ.
Με τον τρίτο αναιρετικό λόγο αποδίδεται στην απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ πλημμέλεια και προβάλλεται, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της 1215/1987 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εκλαμβάνοντας εσφαλμένα ότι μ' αυτή η αναιρεσείουσα και ο αδελφός της είχαν αναγνωρισθεί δικαιούχοι της αποζημίωσης για την έκταση των 27,30 τ.μ., ενώ στην πραγματικότητα η απόφαση εκείνη "ρητώς εξαιρεί από την αναγνώριση τα 156 τ.μ. τμήμα του οποίου αποτελούσαν και τα 27,30 τ.μ.". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως προβαλλόμενος αλυσιτελώς. Τούτο δε διότι, όπως προκύπτει από την απόφαση, το ουσιαστικό δικαστήριο έκρινε, με βάση το σύνολο του αποδεικτικού υλικού (και όχι αποκλειστικώς ή κυρίως με βάση την ρηθείσα απόφαση), ότι η αναιρεσείουσα(και ο αδελφός της) εμπόδισαν δολίως επί έξι περίπου έτη την εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων είσπραξη του συνόλου της αποζημίωσης που εδικαιούντο, ήτοι και εκείνης που αφορούσε την έκταση των 27,30 τ.μ.
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 § 1 και 577§3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναιρέσεως, από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση (ΟλΑΠ 20/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση ο πέμπτος (υπό τα στοιχ. Στ) και ένατος (υπό Ι) λόγοι αναιρέσεως έχουν ως εξής: (α) "με τον τρίτο λόγο της έφεσής μου, πρότεινα αοριστία της αγωγής, διότι δεν υπολογίζονται οι τόκοι και οι τόκοι τόκων. Αυτό αναμφισβήτητα ενέχει πρωτίστως αμφιβολία του ύψους του υπολογισμού των ποσών αυτών, εν τούτοις η προσβαλλομένη συνήγαγε ότι εγώ συνομολόγησα το ύψος των διαφυγόντων τόκων, ήτοι μη προταθέντα πράγματα και ως εκ τούτου παραβίασε τη διάταξη του άρθ. 559 παρ. 8 ΚΠολΔ, άλλως το ίδιο άρθ 559 ΚΠολΔ παρ. 10 και 11" (β) "Ακόμη η προσβαλλομένη δέχθηκε κεφαλαιοποίηση και ανατοκισμό των τόκων χωρίς να αναφέρεται ότι υπήρξε συμφωνία ανατοκισμού εγγράφως με την εν λόγω Τράπεζα, ούτε σχετική πρόβλεψη του καταστατικού της για ανατοκισμό υπό τα περιστατικά αυτά κατά το μέρος αυτό έχει ελλιπή αιτιολογία και παραβίασε την παρ. 19 του αρθ. 559 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθ.296 ΑΚ.".
Με το περιεχόμενο αυτό, οι ρηθέντες (δύο) αναιρετικοί λόγοι πρέπει να απορριφθούν λόγω της αοριστίας των, διότι δεν είναι σαφές ποιο συγκεκριμένο νομικό, σφάλμα αποδίδεται δι' αυτών στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Με το έκτο (υπό στοιχ. Ζ) λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η εκ του άρθρου 559 αριθμ.1 και 19 ΚΠολΔ αιτίαση και υποστηρίζεται ότι, αφού η αναιρεσείουσα δεν εισέπραξε την επίμαχη αποζημίωση, αλλά το ποσό αυτής παρέμεινε κατατεθειμένο στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων μέχρι την είσπραξή του από τους αναιρεσιβλήτους (κατά τα προεκτεθέντα), η πρώτη (δηλαδή η αναιρεσείουσα) "ουδεμία χρηματική οφειλή όφειλε στους δικαιούχους, ώστε να τυχαίνουν εφαρμογής τα περί τόκων που δέχθηκε η προσβαλλομένη οφειλόμενα." Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως ως ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το ποσό, που επιδικάσθηκε στους αναιρεσιβλήτους συνιστά ενοχή εκ του νόμου, και δη αποζημίωση λόγω αδικήματος και όχι τόκο προϋπαρξάσης του αδικήματος χρηματικής οφειλής της αναιρεσειούσης.
Σε εσφαλμένη επίσης προϋπόθεση στηρίζεται και ο έβδομος (φερόμενος υπό στοιχ. Η) λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο (υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 8,9,16,1,και 19 ΚΠολΔ) υποστηρίζεται ότι : αφού με την αγωγή εζητείτο να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να καταβάλει στους αναιρεσιβλήτους το αιτούμενο χρηματικό ποσό ατομικώς η ίδια, αφενός, και ως μοναδική κληρονόμος του αδελφού της, αφετέρου, και αφού το Εφετείο δέχθηκε ότι η ένδικη αξίωση κατά του αδελφού της είχε παραγραφεί, έπρεπε να υποχρεώσει την αναιρεσείουσα να πληρώσει (μόνο) το ήμισυ του ποσού που τελικώς επιδικάσθηκε στους αναιρεσίβλητους.
Τούτο δε, διότι, υπό τα εκτεθέντα, η αναιρεσείουσα υπήρξε η ίδια υπαιτία για το σύνολο της ζημίας των αναιρεσιβλήτων (ανεξαρτήτως του ότι συναίτιος αυτής υπήρξε και ο αδελφός της).
Περαιτέρω, με τον όγδοο αναιρετικό λόγο και υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 1, 8, 14 και 19 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι το Εφετείο "επιδίκασε διαφυγόντα κέρδη (τόκους καταθέσεων....και τόκους τόκων) άνευ ετέρου, χωρίς ούτε στη μείζονα σκέψη της ούτε και στην ελάσσονα να αναφέρει ότι τα ποσά αυτά θα απεκέρδαιναν οι ενάγοντες κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και των ειδικών περιστάσεων.". Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, ανεξάρτητα από την χρησιμοποιηθείσα φρασεολογία, από το περιεχόμενο της αποφάσεως σαφώς προκύπτει ότι το διαφυγόν κέρδος που επιδικάσθηκε στους αναιρεσίβλητους ως αποζημίωση, υπολογίσθηκε κατά πιθανολόγηση και με βάση την συνήθη πορεία των πραγμάτων, κατά την έννοια του άρθρου 298 ΑΚ.
Με τον δέκατο λόγο αναιρέσεως, εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, υποστηρίζεται ότι εσφαλμένα το Εφετείο απέρριψε την προβληθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση περί παραγραφής των κατ' αυτής αξιώσεων των αναιρεσιβλήτων κατά το άρθρο 937 ΑΚ, αφού το ποινικό αδίκημα που της αποδόθηκε ήταν πλημμέλημα, από του χρόνου δε, κατά τον οποίο οι αναιρεσίβλητοι είχαν λάβει γνώση του εις βάρος των αδικήματος και των υπαιτίων προσώπων, μέχρι την άσκηση της αγωγής είχε παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των πέντε ετών. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η ζημία που υπέστησαν οι αναιρεσείοντες είναι μερικότερη συνέπεια ευρύτερης εγκληματικής πράξης της αναιρεσείουσας. (εξακολουθητικής, κακουργηματικής χρήσης πλαστών εγγράφων) που διαπράχθηκε από αυτήν με σκοπό να αναγνωρισθεί δικαιούχος αποζημίωσης 115.375.100 δραχμών με ζημία διαφόρων προσώπων, μεταξύ των οποίων ήσαν και οι αναιρεσίβλητοι. Κατόπιν τούτων, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-2-2007 αίτηση της Χ για αναίρεση της 7577/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Ιουλίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ