Supreme Court suspends appeal due to pending full bench ruling on causation of damages.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court suspended the appeal against the Athens Court of Appeal's decision, which had dismissed the bank's claim for damages. The court found that a specific legal issue regarding the causal link between the bank's investment losses and the employees' misconduct was already pending before the Full Bench. To prevent contradictory rulings, the court ordered the appeal discussion to be postponed until the Full Bench issues its final decision on this specific question.
Legislator headnote
AI generatedArticles 249 of the Code of Civil Procedure; To ensure uniformity of case law and avoid contradictory decisions, the Supreme Court may suspend the discussion of an appeal when a specific legal issue raised therein is already pending before the Full Bench.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1545 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1545/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη και Φωτεινή Μηλιώνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 27 Μαΐου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ (Λ.Τ.Δ.)" και τον διακριτικό τίτλο "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ", που εδρεύει στην Λευκωσία Κύπρου και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Κωνσταντίνο Παπαδιαμάντη και Μαρία Φερφέλη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Ζ. του Θ., 2) Σ. Ζ., το γένος Δ. Κ., κατοίκων ..., 3) Μ. Κ. του Α., κατοίκου ..., 4) Ε. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 5) Ν. Κ. του Α., κατοίκου ..., 6) Β. Λ., το γένος Δ. Λ., 7) Α. Λ. του Δ., κατοίκων ..., 8) Μ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., 9) Ι. Μ. του Χ., κατοίκου ..., 10) Χ. Ξ. του Κ., 11) Κ. Ν. του Ι., κατοίκων ..., 12) Δ. Π. του Ι., κατοίκου ..., 13) Χ. Ρ. του Χ., κατοίκου ..., 14) Γ. Ρ. του Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τις πληρεξούσιες δικηγόρους τους Φλώρα Τριανταφύλλου και Δημητρία Βίτσου και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/5/2015 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1887/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2201/2019 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22/10/2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιες των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 2201/2019 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν, η από 11-9-2017 έφεση της εναγομένης, ήδη αναιρεσείουσας, ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, κατά της 1887/2017 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Με την τελευταία απόφαση είχε γίνει κατά ένα μέρος δεκτή η από 27-5-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων και είχε υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα, να καταβάλει σε καθένα από αυτούς, τα αναφερόμενα ποσά, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάΒης, που υπέστησαν από την περιγραφόμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά της, συνιστάμενη στην από πρόθεση παράσταση σε αυτούς ψευδών γεγονότων ως αληθών εκ μέρους των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσείουσας τραπεζικής εταιρίας, που οδήγησαν σε παραπλάνησή τους και στην παράνομη και υπαίτια παράλειψη εκ μέρους των προστηθέντων υπαλλήλων της να τηρήσουν τη γενική υποχρέωση συναλλακτικής πρόνοιας και ασφάλειας των αναιρεσίβλητων, ως πελατών της αναιρεσείουσας τράπεζας.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι επομένως, παραδεκτή (αρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 ΑΚ, συνάγεται ότι προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης είναι:
α) η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει στην περίπτωση του δόλου και της αμέλειας, β) η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε, γ) η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας (συνδέσμου) μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας και δ) η ύπαρξη ζημίας. Αιτιώδης δε σύνδεσμος, ως όρος της αδικοπραξίας, υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, το συγκεκριμένο επιζήμιο αποτέλεσμα.
Το ζήτημα τούτο κρίνεται εκ των προτέρων και ποτέ εκ των υστέρων. Δεν εξετάζονται οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις του συγκεκριμένου βλάψαντος, αλλά η δυνατότητα πρόγνωσης του μέσου συνετού ανθρώπου. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε κυριαρχικά, ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή η μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, η παράβαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ.
Αντίθετα, η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ή δεν υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος, αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 1578/2024, ΑΠ 1512/2021, ΑΠ 1136/2020, ΑΠ 813/2019).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, ''αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών''. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 24/2015).
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 249 εδαφ. α' ΚΠολΔ, αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται ολικά ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας, που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από διοικητική αρχή απόφαση, που δεν μπορεί να προσβληθεί.
Από τη διατύπωση και το σκοπό της διάταξης αυτής, η οποία έχει θεσπισθεί προς εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης και προς αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, μπορεί δε να εφαρμοσθεί και στην αναιρετική δίκη, παρά τη μη ρητή αναφορά της στο άρθρο 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ, μεταξύ των εφαρμοζομένων στην αναιρετική διαδικασία διατάξεων του γενικού μέρους του ΚΠολΔ, αφού η απαρίθμηση αυτή δεν είναι αποκλειστική, προκύπτει, ότι εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να διατάξει την αναβολή της δίκης, όταν η διάγνωση της εκκρεμούς ενώπιόν του διαφοράς εξαρτάται από την επίλυση του νομικού ζητήματος, που αποτελεί αντικείμενο άλλης δίκης ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, καθόσον παράλληλα η διάγνωση στην άλλη δίκη του νομικού αυτού ζητήματος θα συντελέσει στην επιτάχυνση της πορείας της δίκης και στην ασφαλέστερη διάγνωση του ζητήματος αυτού.
Αυτό συμβαίνει, προεχόντως, όταν κάποιο σοβαρό νομικό ζήτημα, το οποίο πρέπει να επιλυθεί από το οικείο αναιρετικό τμήμα, έχει παραπεμφθεί ήδη στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, όπου και εκκρεμεί (ΑΠ 947/2024, ΑΠ 1203/2023, 347/2021, 1125/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα Τράπεζα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων, 297, 298, 342 και 914 του ΑΚ, καθώς και τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία αυτών (διατάξεων), αλλά και την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στις διατάξεις αυτές, με το να μην δεχθεί ότι η ψήφιση στις 22.3.2013 του ειδικού νόμου για την εξυγίανση των κυπριακών πιστωτικών ιδρυμάτων και η επακολουθήσασα στις 29.3.2013 υπαγωγή της αναιρεσείουσας τράπεζας σε καθεστώς εξυγίανσης, προκειμένου να αποκατασταθεί η κεφαλαιακή της επάρκεια, υπήρξε γεγονός ανώτερης βίας, δηλαδή, εξαιρετικό και απρόβλεπτο από το μέσο συνετό άνθρωπο, με βάση τα δεδομένα που αυτός είχε υπόψη του, γεγονός, το οποίο διέκοψε τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και της ζημίας των αναιρεσιβλήτων, λαμβανομένου ιδίως υπόψη, του ότι η ζημία εν προκειμένω των αναιρεσιβλήτων υπήρξε μεταγενέστερη του χρόνου κατάρτισης των επενδύσεων των χρηματικών κεφαλαίων τους σε Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου (ΜΑΕΚ) και τελικά, επήλθε εξαιτίας της κατ' εφαρμογή των ειδικών νομοθετημάτων που ίσχυσαν μεταγενέστερα, μετατροπής των ΜΑΕΚ σε μετοχές και της εν συνεχεία απομείωσης της αξίας αυτών.
Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, στα πλαίσια του άνω αναιρετικού λόγου προκύπτει ότι Εφετείο, ερευνώντας τον τέταρτο λόγο της έφεσης της ήδη αναιρεσείουσας, με τον οποίο αυτή παραπονέθηκε για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, από το πρωτόδικο δικαστήριο, των διατάξεων των άρθρων 297, 298 και 914 ΑΚ, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Εξάλλου, με τον τέταρτο λόγο εφέσεως η εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρία (αναιρεσείουσα) παραπονείται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων, 297, 298 και 914 ΑΚ, δεχόμενο ότι υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του προβαλλόμενου ως ζημιογόνου γεγονότος και της επελθούσας ζημίας των εφεσιβλήτων (αναιρεσίβλητων), διότι μετά τη θέση αυτής υπό καθεστώς ειδικής εξυγιάνσεως την 26-3-2013, με τον Περί Εξυγίανσης Τραπεζικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμο (17) 2013 της Κυπριακής Δημοκρατίας η μετατροπή των Μ.Χ. 2013/2018, Μ.Α.Κ.
και Μ.Α.Ε.Κ. σε μετοχές αυτής έλαβε χώρα σε εκτέλεση των διατάξεων του Νόμου αυτού µε τα αναφερόμενα Διατάγματα της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, η οποία οριζόταν ως Αρχή Εξυγιάνσεως, δηλαδή η όποια περιουσιακή ζημία των εφεσιβλήτων δεν οφείλεται στην αγορά των εν λόγω επενδυτικών προϊόντων κατά τα έτη 2008, 2009 και 2011, αλλά σε επιγενόµενα γεγονότα ανωτέρας βίας, μη δυνάµενα να προβλεφθούν εκ των προτέρων, λαβόντα χώρα κατά το µήνα Μάρτιο του έτους 2013, και μάλιστα µη συνδεόµενα µε δικές της ενέργειες ή παραλείψεις (ήτοι στην ψήφιση του ως άνω Νόμου της Κυπριακής Δημοκρατίας και στην έκδοση των προαναφεροµένων Διαταγμάτων της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου), και ως εκ τούτου συντρέχει περίπτωση διακοπής του αιτιώδους συνδέσμου.
Επί του προκειμένου λόγου εφέσεως, λεκτέα τα ακόλουθα: Αναγκαίος όρος για την κατάφαση ευθύνης προς αποζηµίωση αποτελεί, μεταξύ άλλων η ύπαρξη αιτιώδους συναφείας μεταξύ του νομίμου λόγου ευθύνης (αντισυμβατική ή παράνομη συμπεριφορά) του δράστη και της επελθούσας ζημίας του θύματος. Στην προκειμένη περίπτωση, νόμιμο λόγο ευθύνης της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας συνιστούν (και δη σωρευτικώς) η παράβαση της εν τοις πράγµασι καταρτισθείσας μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως παροχής επενδυτικών συμβουλών (εν προκειμένω υπό τη µορφή της συστάσεως - παράβαση άρθρων 3 παρ. 1 και 2, 4, παρ. 1 και 2 και 25 Ν. 3606/2007, σε συνδυασμό µε τις διατάξεις των άρθρων 4, 8, 12, 13 και 14 της υπ' αριθμ. 1/452/1-11-2007 Αποφάσεως του Διοικητικού Συµβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, ως και των άρθρων 281, 288 ΑΚ), η παράβαση του άρθρου 8 Ν. 2251/1994 περί ευθύνης του παρέχοντος υπηρεσίες και η αδικοπραξία (άρθρα 914 επ.
ΑΚ), ......., ενώ ζημία, όπως έχει ήδη επισηµανθεί, συνιστά όχι αυτή καθ' εαυτώ η µετατροπή κεφαλαίου (μετρητών χρημάτων) των εφεσιβλήτων σε μετοχές, αλλά το γεγονός ότι το κεφάλαιο αυτό εξήλθε της περιουσίας τους και αντί αυτού δεν εισήλθε ισοδύναμο ποιοτικώς µέγεθος, αλλά κάτι έτερο (aliud), ήτοι σύνθετα Χρηματοοικονομικά προϊόντα, ιδιαιτέρως επισφαλή, μη παρέχοντα δικαίωμα επιστροφής του κεφαλαίου και, εν τέλει, µηδενικής αξίας λόγω της πραγµατικής οικονομικής καταστάσεως της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας, µε συνέπεια η ζημία των εφεσιβλήτων να θεωρείται επελθούσα, ακόμη και σε περίπτωση, καθ' ην δεν είχε χωρήσει μετατροπή σε τραπεζικές μετοχές.
Μεταξύ των πλειόνων συρρεόντων νομίμων τραπεζικής λόγων ευθύνης εταιρίας και της της εκκαλούσας αλλοδαπής ως άνω ζημίας των εφεσιβλήτων υφίσταται πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, δεδομένου ότι, εάν η εκκαλούσα είχε παράσχει, ως ώφειλε κατά τις αρχής της καλής συναλλακτικής πίστεως, τη δέουσα πλήρη ενηµέρωση και διαφώτιση στους εφεσιβλήτους πελάτες της ως προς φύση, τη λειτουργία και, κυρίως, τους κινδύνους της επενδύσεως στα συγκεκριμένα προϊόντα και δεν επεδείκνυε συστηµατικώς την προπεριγραφείσα παραπλανητική συμπεριφορά, οι εφεσίβλητοι, κατά τους κανόνες της λογικής και τα διδάγματα της κοινής πείρας, δεν θα είχαν επενδύσει στα προϊόντα αυτά και θα είχε αποφευχθεί η ζημία τους.
Πρέπει, ιδίως, να επισημανθεί ότι κατά το χρόνο εκδόσεως των Μ.Α.Ε.Κ. (2011 ), το Ενημερωτικό Δελτίο των οποίων αναφέρεται εκτενώς - το πρώτον - σε "Γεγονός Βιωσιμότητας" και σε "Γεγονός Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου", τα οποία, εφ' όσον επισυμβούν, οδηγούν υποχρεωτικώς σε μετατροπή των Μ.Α.Ε.Κ. σε μετοχές, η εκκαλούσα αλλοδαπή τραπεζική εταιρία σαφώς γνώριζε την σηµαντική επιδείνωση των οικονομικών μεγεθών της και τη δραματική υποβάθμιση της κεφαλαιακής της επάρκειας λόγω της υπερβολικής εκθέσεως αυτής σε Ο.Ε.Δ., γεγονός, το οποίο επιρρωνύει τη βασική παραδοχή ότι προεχόνιως τα Μ.Α.Ε.Κ.
σχεδιάσθηκαν ειδικώς, προκειμένου να απορροφήσουν τις ιδιαιτέρως αυξημένες τραπεζικές ζημίες της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας σε από την υπερβολική έκθεσή της σε Ο.Ε.Δ. και να αναπληρώσουν τις απώλειές της σε πρωτοβάθμιο κεφάλαιο. Ζήτηµα διακοπής του αιτιώδους συνδέσµου από την παρεµβολή του Κυπριακού Δημοσίου (δια της θέσεως σε ισχύ του ως άνω Νόμου) και της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου (δια της εκδόσεων των προαναφεροµένων Διαταγμάτων δεν τίθεται, αφ' ενός διότι η ζημία των κατόχων των Μ.Α.Ε.Κ.
είχε ήδη επέλθει µε την αγορά των επιδίκων τριών επενδυτικών προϊόντων σε προγενέστερο χρόνο, αφ' ετέρου δε διότι, εν πάση περιπτώσει, µε τις εν λόγω νομοθετικές παρεμβάσεις απλώς υλοποιήθηκαν οι όροι του αφορώντος στα Μ.Α.Ε.Κ. Ενημερωτικού Δελτίου, όπως αυτοί παρατίθενται αναλυτικώς Δελτίου, ανωτέρω στο σκεπτικό (......), δηλαδή δεν πρόκειται περί επελεύσεως άλλου και απροβλέπτου γεγονότος, ανεξάρτητου προς την αρχική αδικοπραξία, εντελώς ασχέτου προς το νεγονός, το οποίο ήταν πρόσφορο να επιφέρει και θα επέφερε το βλαπτικό αποτέλεσµα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και εν τέλει δεν επήλθε λόγω του πράγματι επελθόντος εξαιρετικού και απροβέπτου γεγονότος, µε συνέπεια τη διακοπή του αιτιώδους συνδέσμου (....).
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο µε παρεμφερή, έστω και ελλιπή αιτιολογία, η οποία παραδεκτώς συμπληρώνεται από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 534 ΚΠολΔ), απέρριψε τον ισχυρισμό της εκκαλούσας αλλοδαπής τραπεζικής εταιρίας περί διακοπής της αιτιώδους συναφείας μεταξύ του νομίμου λόγου ευθύνης και της επελθούσας ζημίας των εφεσιβλήτων λόγω παρεμβολής γεγονότων ανωτέρας βίας, δεν έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων, 297, 298 και 914 ΑΚ, ο υποστηρίζων δε τα αντίθετα τέταρτος λόγος εφέσεως τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος......".
Ωστόσο, το παραπάνω ζήτημα της ύπαρξης αιτιώδους συνάφειας αφενός μεν μεταξύ της επένδυσης των αναιρεσίβλητων, σε συνδυασμό με τη συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσείουσας Τράπεζας Κύπρου, σε σχέση με τη λήψη της απόφασης επένδυσης των συγκεκριμένων ως άνω πελατών της και αφετέρου της ζημίας, που υπέστησαν οι αναιρεσίβλητοι-επενδυτές, έχει ήδη παραπεμφθεί στην πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, όπου και εκκρεμεί.
Συνεπώς, για την ενότητα της νομολογίας και την αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων συντρέχει νόμιμη περίπτωση αναβολής, κατ' άρθρο 249 ΚΠολΔ, έκδοσης απόφασης επί του παραπάνω λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, αλλά και των λοιπών λόγων της, εωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση για το άνω ζήτημα από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναβάλλει τη συζήτηση της κρινόμενης από 22-10-2018 αίτησης για αναίρεση της με αριθμό 2201/2019 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, κατά τα αναφερόμενα στο αιτιολογικό, εωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, για το άνω ζήτημα που έχει παραπεμφθεί σ' αυτή, με τη με αριθμό 1133/2025 απόφαση του Α1 Πολιτικού Τμήματος αυτού.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Σεπτεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης