Supreme Court allows appeal on mental damages in traffic accident case, remanding for retrial on amount.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Second Instance Court's decision regarding mental damages in a traffic accident case involving deceased victims. The appellants argued that the awarded compensation was disproportionately low compared to similar cases and violated the principle of proportionality. The Court accepted these arguments as valid grounds for appeal, ruling that the specific amounts were legally insufficient.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 580, 495, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court may admit an appeal if the lower court's assessment of mental damages is manifestly disproportionate to the circumstances and established judicial practice, remanding the case for a new determination of the specific amount.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1545 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1545/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. Μ. του Α., χας Κ. Μ., 2) Θ. χας Β. Μ., το γένος Ρ., 3) Α. Μ. του Β., κατοίκων ..., 4) Α. Μ. του Γ. και 5) Ε. συζ. Α. Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Παχή, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ" και ήδη "ALLIANZ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ Μονοπρόσωπη ΑΑΕ", που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Γεωργουλόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος στην εν λόγω από 11-9-2024 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του, δήλωσε την ως άνω μεταβολή της επωνυμίας της αναιρεσίβλητης εταιρείας.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-1-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2260/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2694/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27-1-2022 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4690/2020(A` 104) ορίζεται ότι "1. Το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020 - 31.5.2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων.
Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Ειδικότερα, οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 215, των παρ. 1 και 2 του 237 και του άρθρου 238 του ΚΠολΔ, καθώς και οι προθεσμίες άσκησης ανακοπών, με εξαίρεση τις προθεσμίες του άρθρου 934 ΚΠολΔ, ένδικων μέσων και πρόσθετων λόγων δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους" (ΑΠ 40/2022), ενώ κατά την παρ. 1 του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α` 48) ορίζεται ότι "Το χρονικό διάστημα από τις 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δυνάμει της κοινής υπουργικής απόφασης του άρθρου 11 της από 11.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α` 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4682/2020 (Α 76), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων.
Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Οι προθεσμίες που ανεστάλησαν κατά τα προηγούμενα εδάφια, δεν συμπληρώνονται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους" και τέλος κατά την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 25 του ν. 4792/2021 (A` 54) ορίζεται ότι "Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α 48), ως ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων της χώρας για τον υπολογισμό των νόμιμων και δικαστικών προθεσμιών, λογίζεται η ημερομηνία άρσης της αναστολής των προθεσμιών, η οποία επήλθε με τη λήξη ισχύος της υπό στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ.18877/26.3.2021 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής Άμυνας, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Μετανάστευσης και Ασύλου, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Υποδομών και Μεταφορών, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό "Έκτακτα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορωνοϊού COVID-19 στο σύνολο της Επικράτειας για το διάστημα από τη Δευτέρα 29 Μαρτίου 2021 και ώρα 6:00 έως και τη Δευτέρα 5 Απριλίου 2021 και ώρα 6:00" (Β` 1194), δηλ.
η 6-4-2021" (ΑΠ 626/2024, ΑΠ 811/2023, ΑΠ 1232/2023, ΑΠ 380/2023, ΑΠ 40/2022, ΑΠ 987/2022). Στην ερευνώμενη υπόθεση, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, η υπό κρίση, από 27-1-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. 700/66/1-2-2022), αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων της παρούσας δίκης, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και τη σύμβαση ασφάλισης [άρθρ. 681A, 666, 667 και 670 έως 676 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015], με αριθ. 2694/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμία του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (Α 87), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της ως άνω προσβαλλόμενης απόφασης, δεδομένου ότι από την επομένη της δημοσίευσής της (16-5-2019) [δημοσιεύθηκε 15-5-2019] άρχισε να τρέχει η ως άνω διετής καταχρηστική προθεσμία, η οποία, χωρίς την προσωρινή αναστολή της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας, θα έληγε 16-5-2021, λόγω, όμως, της ως άνω αναστολής και του εξ αυτής μη υπολογισμού των χρονικών διαστημάτων από 13-3-2020 έως 31-5-2020 (2 μήνες και 18 ημέρες) + παρέλευση επιπλέον 30 ημερών για τη λήξη της προθεσμίας και από 7-11-2020 έως 6-4-2021 (5 μήνες) και συνολικά χρονικού διαστήματος 7 μηνών και 18 ημερών + επιπλέον 30 ημέρες, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 74 παρ. 1 εδ.
α' του ν. 4690/2020 και 83 παρ.1 εδ. α' του ν. 4790/2021, δεν είχε συμπληρωθεί αυτή (διετής προθεσμία) κατά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, την 1-2-2022. Συνακόλουθα, η ως άνω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1-2 και 144 του ΚΠολΔ).
Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ), απορριπτομένου του περί εκπρόθεσμης άσκησης της αίτησης ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης, επισημαινόμενου περαιτέρω και του ότι στη θέση της αρχικώς αναιρεσίβλητης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "Ευρωπαϊκή Πίστη Α.Ε.Γ.Α." υπεισήλθε, ως καθολική διάδοχός της, η ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "Allianz Eυρωπαϊκή Πίστη Μονοπρόσωπη Α.Α.Ε.", λόγω απορρόφησης της πρώτης από τη δεύτερη (αριθ.
καταχ. ΓΕΜΗ ...), με συνέπεια η απορροφούσα εταιρία να υποκαθίσταται από την καταχώρηση αυτή, σε όλα γενικά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της απορροφηθείσας εταιρίας (ΑΠ 1209/2023, ΑΠ 183/2022).
Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής: Με την, από 31-1-2014 (αριθ. έκθ. κατάθ. 18412/774/2014), αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, εξέθεσαν, ότι, κατά το χρόνο και τόπο που αναφέρονται σε αυτήν (αγωγή), ο πρώτος εναγόμενος Γ.
Μ. (μη διάδικος στη παρούσα δίκη), οδηγός του με αριθ. κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσης φορτηγού αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο, για τις προς τρίτους ζημίες, στη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία και ήδη αναιρεσίβλητη, προκάλεσε από υπαιτιότητά του τον θανάσιμο τραυματισμό των:
α] Κ. Μ. του Β., οδηγού της με αριθ. κυκλοφορίας ... δίκυκλης μοτοσικλέτας, συζύγου της πρώτης, γιού της δεύτερης, αδελφού του τρίτου και γαμβρού του τέταρτου και πέμπτης αυτών, αντίστοιχα και β] του ανήλικου γιού του Β. Μ. του Κ., ο οποίος επέβαινε στην ως άνω μοτοσικλέτα, γιού της πρώτης και εγγονού των δεύτερης, τέταρτου και πέμπτης των εναγόντων.
Ζήτησαν δε, να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν, εις ολόκληρο ο καθένας, στον καθένα τους, μεταξύ άλλων που δεν ενδιαφέρουν τη παρούσα δίκη, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης που υπέστησαν εξαιτίας θανάτου των "οικείων τους", τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθ. 2260/2015 οριστική απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, με την οποία κρίθηκε ο πρώτος εναγόμενος οδηγός αποκλειστικά υπαίτιος της ένδικης σύγκρουσης και του συνακόλουθου θανάσιμου τραυματισμού των επιβαινόντων στην ως άνω δίκυκλη μοτοσικλέτα-συγγενών των εναγόντων και αναγνωρίστηκε ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν, ο καθένας εις ολόκληρο, σε καθένα των εναγόντων, τα αναφερόμενα σε αυτή ποσά.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν: Α) η, από 30-1-2016 (αριθ. έκθ. κατάθ. 503894/500303/2017), έφεση των εναγόντων και Β) η, από 21-1-2016 (αριθ. έκθ. κατάθ. 1532/2016), έφεση των εναγόμενων, με τις οποίες, επικαλούμενοι εσφαλμένη εφαρμογή συγκεκριμένων διατάξεων του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ) και του ΑΚ, καθώς και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητούσαν οι μεν εναγόμενοι την απόρριψη της αγωγής των αντιδίκων τους, οι δε ενάγοντες την καθ' ολοκληρία παραδοχή της αγωγής τους.
Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, συνεκδικάζοντας τα παραπάνω δικόγραφα, εξέδωσε τη προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία τις εφέσεις, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε την υπόθεση και επαναδικάζοντας την από 31-1-2014 αγωγή, δέχτηκε αυτή εν μέρει, αναγνωρίζοντας ότι η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία οφείλει να καταβάλει σε καθένα των εναγόντων, τα αναφερόμενα σε αυτή ποσά ως χρηματική τους ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, που ενδιαφέρουν εν προκειμένω.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 55/2023, ΑΠ 1208/2023, ΑΠ 164/2021).
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1227/2023, ΑΠ 549/2022).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 55/2023, ΑΠ 224/2023, ΑΠ 1342/2023, ΑΠ 909/2022, ΑΠ 162/2020, ΑΠ 162/2020). Με το λόγο αυτόν, δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 57/1990, ΑΠ 1198/2023, ΑΠ 1230/2023).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 923 του ΑΚ "όποιος έχει την εποπτεία ανηλίκου ή ενηλίκου, ο οποίος τελεί υπό δικαστική συμπαράσταση, ευθύνεται για τη ζημία που τα πρόσωπα αυτά προξενούν παράνομα σε τρίτο, εκτός αν αποδείξει ότι άσκησε την προσήκουσα εποπτεία ή ότι η ζημία δεν μπορούσε να αποτραπεί.
Την ίδια ευθύνη έχει και όποιος ασκεί την εποπτεία με σύμβαση". Εποπτεία είναι η επίβλεψη, επιτήρηση και προφύλαξη του εποπτευόμενου, αναλόγως των περιστάσεων, προκειμένου δε περί ανηλίκου ασκείται από τους έχοντες τη γονική μέριμνα αυτού γονείς του, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1510 του ΑΚ και περιλαμβάνεται στα καθήκοντα και δικαιώματα αυτών αλλά και τις υποχρεώσεις τους.
Το μέτρο της εποπτείας του ανηλίκου υπό την έννοια της επίβλεψης, επιτήρησης και προφύλαξής του εξαρτάται από το σύνολο των περιστάσεων και ιδίως από την ηλικία, την ωριμότητα, την μόρφωση του εποπτευόμενου και του εποπτεύοντος και τη διανοητική ανάπτυξη του εποπτευόμενου. Η ανωτέρω διάταξη έχει ως σκοπό τη προστασία των τρίτων από παράνομη πράξη του εποπτευόμενου, ενώ η ευθύνη του εποπτεύοντος απέναντι στον εποπτευόμενο για ζημία την οποία ο δεύτερος υφίσταται από αδικοπραξία τρίτου, στη πραγμάτωση της οποίας συνέβαλε και παραμέληση της εποπτείας, δεν καλύπτεται από τη διάταξη αυτή (άρθρο 923 ΑΚ), αλλά κρίνεται με βάση την εκ του νόμου ή τη συμβατική σχέση, από την οποία πηγάζει η υποχρέωση της εποπτείας.
Όμως το συντρέχον πταίσμα του εποπτεύοντος στη πρόκληση της ζημίας του εποπτευομένου, δεν μπορεί να αντιταχθεί από τον εναγόμενο τρίτο, κατά της αγωγής αποζημίωσης του εποπτευόμενου, εφόσον δεν πρόκειται για πταίσμα του ίδιου του εποπτευόμενου. Επομένως ο ισχυρισμός του εναγομένου τρίτου, περί συνυπαιτιότητας των γονέων του παθόντος ανηλίκου (ενάγοντος), κατ` άρθρο 300 του ΑΚ, δεν είναι νόμιμος.
Είναι, όμως, νόμιμος, όταν ο εποπτεύων γονέας ζητάει αποζημίωση από τον τρίτο για ιδία του ζημία (ΑΠ 276/2019, ΑΠ 1611/2017, ΑΠ 48/2016, ΑΠ 532/2012, ΑΠ 731/2008) ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης για το θάνατο του ανήλικου τέκνου του (ΑΠ 276/2019, ΑΠ 861/2012, ΑΠ 1261/2007). Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 του ΑΚ προκύπτει ότι, προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας.
Αμέλεια, κατ' άρθρο 330 του ΑΚ, υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στο κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις καταστάσεις.
Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1032/2024, ΑΠ 693/2024, ΑΠ 224/2023, ΑΠ 1342/2023, ΑΠ 263/2022, ΑΠ 12/2020).
Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας. Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ` άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 1032/2024, ΑΠ 693/2024, ΑΠ 1195/2023, ΑΠ 224/2023, ΑΠ 263/2022, ΑΠ 867/2020, ΑΠ 12/2020).
Με τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τέταρτο, έβδομο, όγδοο και ένατο λόγους της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στη προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση του νοηματικού τους περιεχομένου, τις πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο, με το να αποδώσει συνυπαιτιότητα για τη πρόκληση του ατυχήματος στη πρώτη από αυτούς, μητέρα του ανήλικου θανόντος, ο οποίος επέβαινε στη δίκυκλη μοτοσικλέτα του πατέρα του, παραβιάζοντας την υποχρέωση εποπτείας αυτού, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 300, 330, 1510, 1518 και 1531 του ΑΚ, όπως το πραγματικό αυτών προκύπτει από το περιεχόμενο του αναιρετηρίου και ότι οι αιτιολογίες της απόφασης αυτής είναι ανεπαρκείς και αντιφατικές.
Στην ερευνώμενη υπόθεση, το Εφετείο, με τη προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα του συντρέχοντος πταίσματος της πρώτης ενάγουσας, μητέρας του ανήλικου τέκνου της, σχετικά με το θανάσιμο τραυματισμό του, ως προς τη παραμέληση της υποχρέωσης εποπτείας αυτού, τα ακόλουθα που αφορούν τους ως άνω αναιρετικούς λόγους: ''.......
περαιτέρω αποδείχθηκε ότι όσον αφορά τον ανήλικο Β. Μ., συνυπαίτια για το εν λόγω ατύχημα είναι και η πρώτη ενάγουσα, μητέρα του, η οποία στα πλαίσια της άσκησης της γονικής μέριμνας είχε υποχρέωση εποπτείας αυτού, την οποία παραμέλησε, καθόσον συναίνεσε να επιβιβαστεί ο ανήλικος στη δίκυκλη μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο θανών πατέρας του, Κ.
Μ., πράγμα ανεπίτρεπτο για το ηλικίας έξι ετών τέκνο της με τα τραγικά για αυτό άνω αποτελέσματα. Ο ισχυρισμός της πρώτης ενάγουσας, τον οποίο επαναφέρει με τον πρώτο λόγο έφεσης, ότι το ανήλικο είχε παραλάβει ο πατέρας του με το αυτοκίνητο του για να μεταβούν στο κατάστημα που διατηρούσε και συνεπώς η ίδια δεν γνώριζε ότι επιβιβάστηκε στη μοτοσικλέτα πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος και τούτο διότι ο ενόρκως εξετασθείς με την επιμέλειά της στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου μάρτυράς της κατέθεσε ότι ο θανών Κ.
Μ. ξεκίνησε από το σπίτι του με την μοτοσικλέτα έχοντας μαζί του το ανήλικο τέκνο του, γεγονός που γνώριζε η πρώτη ενάγουσα. Η δοθείσα εκ των υστέρων, μετά την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης, από τον μάρτυρα απόδειξης Ι. Δ. ένορκη βεβαίωση με την οποία διαφοροποιεί την κατάθεσή του και βεβαιώνει ότι ο θανών Κ.
Μ. παρέλαβε τον ανήλικο υιό από την οικία τους και επιβίβασε αυτόν στο αυτοκίνητό του για να μεταβούν στο κατάστημα που διατηρούσε και ότι από το κατάστημα επιβιβάστηκε μαζί με τον ανήλικο υιό του στη δίκυκλη μοτοσικλέτα, δεν κρίνεται πειστική καθόσον δόθηκε εκ των υστέρων με το παραπάνω περιεχόμενο προκειμένου να απορριφθεί ο ισχυρισμός των εναγόμενων για παραμέληση της εποπτείας του ανηλίκου από την μητέρα του-πρώτη ενάγουσα, ισχυρισμός ο οποίος προτάθηκε πρωτοδίκως και κρίθηκε ως ουσιαστικά βάσιμος από το πρωτόδικο δικαστήριο.
Ούτε, εξάλλου, η ευθύνη της πρώτης ενάγουσας αίρεται από το γεγονός ότι το τέκνο είχε παραλάβει ο πατέρας του, ο οποίος ασκούσε από κοινού με αυτήν την γονική του μέριμνα, αφού σε κάθε περίπτωση όφειλε να εναντιωθεί στην επιβίβαση του ανηλίκου στη μοτοσικλέτα. Κατά συνέπεια το δικαστήριο σταθμίζοντας την αμελή συμπεριφορά των παραπάνω κρίνει ότι για τη πρόκληση του ατυχήματος του Β.
Μ. το ποσοστό συνυπαιτιότητας του πρώτου εναγόμενου ανέρχεται σε 50% και της πρώτης ενάγουσας ανέρχεται σε 50%, δεκτής γενομένης ως ουσιαστικά βάσιμης της παραδεκτώς προταθείσας από τους εναγόμενους νόμιμης ενστάσεως του άρθρου 300 ΑΚ, την οποία επαναλαμβάνουν με τις παρούσες προτάσεις τους ενώπιον αυτού του δικαστηρίου.
Το συντρέχον δε πταίσμα της πρώτης ενάγουσας λαμβάνεται υπόψη προς μείωση της χρηματικής ικανοποίησης και των λοιπών δικαιούχων (παππού, γιαγιά κ.λπ.) έστω και αν αυτοί δεν βαρύνονται με πταίσμα (.....). Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επομένως, το οποίο έκρινε τα ίδια δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει ο δεύτερος λόγος της από 30-1-2016 έφεσης να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.....''.
Με τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα, ότι η πρώτη ενάγουσα-πρώτη αναιρεσείουσα, ως εποπτεύων γονέας, παραμέλησε, στα πλαίσια άσκησης της γονικής μέριμνας, την υποχρέωση εποπτείας του εξάχρονου- ανήλικου τέκνου της επιτρέποντας και συναινώντας στην επιβίβαση αυτού στη δίκυκλη μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο πατέρας του, με συνέπεια, μετά την επελθούσα σύγκρουση αυτής (μοτοσικλέτας) με το με αριθ.
κυκλοφορίας ... ιδιωτικής χρήσης φορτηγό αυτοκίνητο, το θανάσιμο τραυματισμό των επιβαινόντων σε αυτήν. Με αυτά που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, καθόσον, τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών της έλλειψης της προσήκουσας εποπτείας του ανηλίκου.
Από τις ίδιες ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις, με επάρκεια και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων στην προκείμενη περίπτωση προαναφερθέντων κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων, για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία το αποδεικτικό της πόρισμα.
Ειδικότερα, το Εφετείο διέλαβε επαρκή και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προσδιορίζοντας με σαφήνεια τα στοιχεία της υπαιτιότητας, με την ειδικότερη μορφή της αμέλειας, της πρώτης ενάγουσας-μητέρας του ανήλικου (6 ετών) τέκνου της (ήδη πρώτη αναιρεσείουσα), η οποία δεν επέδειξε την απαιτούμενη προσοχή στην επιτήρηση και εποπτεία αυτού, τις κινήσεις του οποίου όφειλε να ελέγχει κάθε στιγμή ενόψει της πολύ μικρής ηλικίας του, προκειμένου να μην εκτεθεί σε κίνδυνο, αλλά συναίνεσε να επιβιβαστεί αυτό στη δίκυκλη μοτοσικλέτα του πατέρα του, παραμελώντας την υποχρέωση εποπτείας του την οποία στα πλαίσια άσκησης της γονικής του μέριμνας όφειλε.
Οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, που εμπεριέχονται στο τέταρτο και όγδοο αναιρετικούς λόγους, για ανεπάρκεια και αντιφατικότητα αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, καθόσον δεν αιτιολογείται: α) γιατί η συναίνεση της πρώτης αναιρεσείουσας στην επιβίβαση του ανήλικου τέκνου της συνιστά παραμέληση εποπτείας του, β) γιατί η συναίνεσή της, στην επιβίβαση του ανήλικου τέκνου της, συνετέλεσε στη πρόκληση του ένδικου ατυχήματος και στο θάνατο του ανηλίκου, γ) ο τρόπος με τον οποίο συνήνεσε αυτή να επιβιβαστεί ο ανήλικος στη δίκυκλη μοτοσικλέτα, δ) γιατί αν δεν συναινούσε αυτή, ο σύζυγός της - οδηγός της μοτοσικλέτας - θα λάμβανε υπόψη του τη μη συναίνεσή της και δεν θα επιβίβαζε τον ανήλικο και ε) γιατί η συναίνεσή της ήταν αναγκαία για να επιβιβάσει ο σύζυγός της τον ανήλικο γιό τους στη μοτοσικλέτα και γιατί, αν έλλειπε αυτή ο σύζυγός της δεν θα πραγματοποιούσε την επιβίβαση, δεν αποτελούν ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με το κρίσιμο ως άνω ζήτημα.
Οι παραπάνω αιτιάσεις, όπως και οι ειδικότερες ελλείψεις που αποδίδονται στη προσβαλλόμενη απόφαση από τους αναιρεσείοντες, προβάλλονται απαραδέκτως, διότι αυτές αφορούν την πληρέστερη, κατά την άποψή τους (αναιρεσειόντων), ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και, υπό την επίφαση της παράβασης εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η ανέλεγκτη περί των πραγμάτων εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα σχετικά με τη συντρέχουσα αμέλεια της πρώτης αναιρεσείουσας.
Όσα αναφέρουν οι αναιρεσείοντες παραπάνω, δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, αλλά απλά επιχειρήματα, για τα οποία δεν χρειαζόταν ιδιαίτερη και διεξοδική ανάλυση, ανεξαρτήτως της ουσιαστικής αβασιμότητας των ως άνω αιτιάσεων. Η εμπεριεχόμενη δε στον ένατο αναιρετικό λόγο αιτίαση, κατά το μέρος που πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το πιο πάνω ύψος του ποσοστού συνυπαιτιότητας της πρώτης αναιρεσείουσας (50%) στο ένδικο ατύχημα, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι ο καθορισμός του ποσοστού εμπίπτει στην ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ) (ΑΠ 1338/2024, ΑΠ 1198/2023, ΑΠ 600/2021, ΑΠ 961/2020).
Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ πλημμέλειες, που αποδίδονται, με τους ως άνω λόγους, στη προσβαλλόμενη απόφαση και συνακόλουθα οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι και απαράδεκτοι, κατά τις διακρίσεις που προαναφέρθηκαν.
Κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 του ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακροάσεως των διαδίκων (άρθρ. 110 παρ. 2 του ΚΠολΔ), αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (Ολ.ΑΠ 25/2003, Ολ.ΑΠ 11/1996, 1051/2023, ΑΠ 322/2020, ΑΠ 5/2020).
Και ναι μεν από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθ. 106, 216 παρ. 1, 335, 337, 338 και 559 αριθ.1 και 8 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η ένσταση, όπως και η αγωγή, πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της, πλην όμως νομική βάση δεν είναι ανάγκη να περιέχει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας (αγωγή, ένσταση).
Τυχόν δε μνεία στο δικόγραφο υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών που επικαλείται ο διάδικος για την θεμελίωση σε συγκεκριμένη νομική διάταξη ή τυχόν έλλειψη τέτοιας μνείας, δεν δεσμεύει το δικαστήριο της ουσίας, το οποίο, εφαρμόζοντας αυτεπάγγελτα το νόμο, προβαίνει στον προσήκοντα χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής ή της ένστασης κλπ.
και από το περιεχόμενό της προσδίδει στη προβαλλόμενη με αυτήν έννομη σχέση την αρμόζουσα νομική έννοια, χωρίς να δεσμεύεται από τις απόψεις των διαδίκων ή από την έλλειψη σχετικού νομικού χαρακτηρισμού. Επομένως, εφόσον το δικαστήριο καταλήξει σε νομικό χαρακτηρισμό διαφορετικό από εκείνον που προβάλλεται από τους διαδίκους ή μη αναφερόμενο στον ισχυρισμό, δεν λαμβάνει υπόψη πράγματα μη προταθέντα, ούτε παραλείπει να λάβει υπόψη πράγματα προταθέντα, και ως εκ τούτου δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, καθότι στην περίπτωση αυτήν υπάγει στον αρμόζοντα, κατά την κρίση του, κανόνα δικαίου τα προταθέντα από τους διαδίκους πραγματικά περιστατικά, λαμβάνοντας, άρα, αυτά υπόψη, και δικάζει το αντίστοιχο αίτημα (ΑΠ 1051/2023, ΑΠ 82/2021, ΑΠ 258/2019, ΑΠ 1040/2018, ΑΠ 1105/2017, ΑΠ 2219/2014, ΑΠ 1392/2014).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες επικαλούνται τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και ισχυρίζονται ότι το Εφετείο υπέπεσε στη πλημμέλεια από τη διάταξη αυτή, γιατί με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ως προς τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούσαν το περιεχόμενο της ένστασης της εναγόμενης περί συντρέχοντος πταίσματος της πρώτης ενάγουσα (πρώτης αναιρεσείουσας).
Ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι ενώ στην ως άνω ένσταση αναφέρονταν ότι η πλημμελής άσκηση εποπτείας της πρώτης ενάγουσας οφείλεται στην επιβίβαση του ανηλίκου έμπροσθεν του δικύκλου με οδηγό σε κατάσταση πλήρους μέθης, χωρίς προστατευτικό κράνος, το δικαστήριο δέχθηκε ότι επιβιβάστηκε ο ανήλικος στη δίκυκλη μοτοσικλέτα με τη συναίνεσή της.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθόσον, αφενός ο επικαλούμενος από τους αναιρεσείοντες ισχυρισμός δεν συνιστά "πράγμα" κατά την έννοια από τον ως άνω αριθμό του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αφετέρου δεν δημιουργείται λόγος αναίρεσης από τη διάταξη αυτή, όταν το δικαστήριο, όπως, εν προκειμένω, εφάρμοσε αυτεπαγγέλτως το νόμο και έχει προβεί στον προσήκοντα κατά νόμο χαρακτηρισμό του αντικειμένου της ένστασης, με βάση το σύνολο των εκτιθέμενων σ` αυτήν πραγματικών περιστατικών, καθόσον ο νομικός χαρακτηρισμός που δίδεται από τους διαδίκους δεν δεσμεύει το δικαστήριο, το οποίο αυτεπαγγέλτως εφαρμόζει το νόμο, προσδίδει στα επικαλούμενα προς θεμελίωση της ένστασης ή της αγωγής πραγματικά περιστατικά τον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό και υπάγει την ένσταση στον προσήκοντα κανόνα δικαίου, με βάση την ιστορική βάση και το αίτημά της.
Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων, που εμπεριέχεται στον έκτο αναιρετικό λόγο, περί αοριστίας της ένστασης συντρέχοντος πταίσματος της πρώτης ενάγουσας για πλημμελή άσκηση εποπτείας, που παραδεκτά πρότεινε η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, κρίνεται απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος κατ` άρθρο 562 αριθ. 2 του ΚΠολΔ, εφόσον δεν προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα νόμιμα, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των από 19-11-2014 προτάσεων των εναγόντων αναιρεσειόντων ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και την από 30-1-2016 έφεση αυτών, παρά μόνο με το αναιρετήριο, πλέον και της ουσιαστικής αβασιμότητάς του.
Σύμφωνα με το άρθρο 932 του ΑΚ, "σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.
Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών, χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (ΑΠ 1032/2024, ΑΠ 1033/2024, ΑΠ 380/2023, ΑΠ 272/2020, ΑΠ 65/2019).
Το συντρέχον πταίσμα του θύματος λαμβάνεται υπόψη έστω και αν αυτό, λόγω ηλικίας (π.χ. κάτω των 10 ετών), δεν έχει ικανότητα για αδικοπραξία, όπως, επίσης, λαμβάνεται υπόψη και το συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου της χρηματικής ικανοποίησης, π.χ. του ενάγοντος πατέρα, ο οποίος δεν άσκησε επαρκώς το καθήκον εποπτείας στο θανατωθέν ανήλικο τέκνο του.
Στην περίπτωση αυτή το συντρέχον πταίσμα του πατέρα ή της μητέρας λαμβάνεται υπόψη προς μείωση της χρηματικής ικανοποίησης και των λοιπών δικαιούχων, όπως είναι τα αδέλφια, ο παππούς και η γιαγιά [ΑΠ 132/2019, ΑΠ 204/2016, ΑΠ 48/2016, ΑΠ 861/2012, ΑΠ 1261/2007, ΑΠ 1676/2006]. Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.
Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, δηλ.
ως πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 9/2015, ΑΠ 1032/2024, ΑΠ 380/2023, ΑΠ 548/2021, ΑΠ 301/2021). Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στη πρώτη περίπτωση (όσον αφορά στον δικαιούχο-παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά στον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΑΠ 1032/2024, ΑΠ 380/2023, ΑΠ 301/2021, ΑΠ 184/2021, ΑΠ 525/2021).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, η προσβαλλόμενη απόφαση, σχετικά με το κεφάλαιο που ενδιαφέρει στη παρούσα αναιρετική δίκη χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, κατ' άρθρα 932 του ΑΚ, που επιδικάστηκε στους αναιρεσείοντες δέχθηκε, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπησή της, τα εξής: ''.....
ο αποβιώσας, Κ. Μ., ο οποίος γεννήθηκε στις 28 Φεβρουαρίου 1974 στη Πρέβεζα, ήταν υγιής και αρτιμελής και διατηρούσε στενούς συγγενικούς και συναισθηματικούς δεσμούς αγάπης με την σύζυγο του (πρώτη ενάγουσα, ηλικίας 33 ετών), την μητέρα του (δεύτερη ενάγουσα, ηλικίας 64 ετών), τον αδελφό του (τρίτο ενάγοντα, ηλικίας 32 ετών) και τα πεθερικά του (τέταρτο και πέμπτη των εναγόντων, ηλικίας 59 και 57 ετών, αντίστοιχα).
Ειδικότερα όλοι οι προαναφερόμενοι ενάγοντες συνδέονταν μαζί του με αμοιβαίους και στενούς δεσμούς στοργής και αγάπης, άρρηκτη στενή συγγένεια, ακατάλυτους οικογενειακούς δεσμούς και στενό ψυχικό δεσμό. Ο βίαιος, απροσδόκητος και αιφνίδιος θάνατος του, ο οποίος επήλθε εξ αιτίας του ενδίκου ατυχήματος, προξένησε στους προαναφερθέντες σύζυγο, μητέρα, αδελφό και πεθερικά του βαθύ πένθος, αβάσταχτο πόνο και θλίψη και δημιούργησε έντονα αισθήματα λύπης και απογοητεύσεως, που έχασαν τον σύζυγο, υιό, αδελφό και γαμβρό τους, αντίστοιχα, τα οποία είναι δύσκολο να εξαλειφθούν στο μέλλον, οι οποίοι στερήθηκαν τη συντροφιά, τις συμβουλές και την αγάπη που τους χάριζε.
Ενόψει τούτων, ο θάνατος του προξένησε σε όλους τους πιο πάνω ενάγοντες και μη περιουσιακή ζημία στα έννομα αγαθά τους, προς αποκατάσταση της οποίας δικαιούνται, για την αιτία αυτή, εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως, κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ, προς απάμβλυνση της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν και για ηθική και ψυχική τους ανακούφιση.
Η έκταση αυτής, ενόψει όλων των προαναφερθέντων περιστάσεων και αφού ληφθούν υπόψη οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα η βίαιη και αιφνίδια θανάτωση του συγγενούς τους, ο βαθμός υπαιτιότητας του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος, η ηλικία αυτού κατά το χρόνο του θανάτου του (39 ετών) και η ηλικία και η ευαισθησία των άνω δικαιούχων, σε συνδυασμό με το βαθμό του συναισθηματικού συνδέσμου καθενός με το θανατωθέντα που ήταν ανάλογος και με τη συγγένειά τους, ο πόνος και η οδύνη που δοκίμασε ο καθένας από αυτούς, η μέχρι το ατύχημα καλή κατάσταση της υγείας του και η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων φυσικών προσώπων (συνταξιούχος ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου, επιχειρηματίας ο αποβιώσας Κ.
Μ., δεν προκύπτει η κοινωνική κατάσταση των εναγόντων χωρίς όμως ιδιαίτερα εισοδήματα ή περιουσία, αφού δεν γίνεται σχετική επίκληση από τους διαδίκους), ενώ η ευθύνη της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας είναι μόνον εγγυητική (....), πρέπει να καθορισθεί, σταθμίζοντας το είδος της προσβολής και της βλάβης που επήλθε και εκτιμώντας τα προαναφερθέντα στοιχεία κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, τον ορθό λόγο και τους κανόνες της λογικής, στα ακόλουθα ποσά:
σε τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ για την πρώτη των εναγόντων, σύζυγο του θανόντος, σε είκοσι πέντε (25.000) για την δεύτερη ενάγουσα, μητέρα του θανόντος, σε οκτώ χιλιάδες (8.000) ευρώ για τον τρίτο ενάγοντα, αδελφό του θανόντος, και σε έξι χιλιάδες (6.000) για καθένα των τέταρτου και πέμπτης εναγόντων, πεθερικά του θανόντος......
Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι ο αποβιώσας, Β. Μ., ο οποίος γεννήθηκε στις ... 2007, ήταν υγιής και αρτιμελής, και διατηρούσε στενούς συγγενικούς και συναισθηματικούς δεσμούς αγάπης με την μητέρα του (πρώτη ενάγουσα, ηλικίας 33 ετών), την γιαγιά του εκ της πατρικής γραμμής (δεύτερη ενάγουσα, ηλικίας 64 ετών) και τον παππού και γιαγιά του εκ της μητρικής γραμμής (τέταρτο και πέμπτη των εναγόντων, ηλικίας 59 και 57 ετών, αντίστοιχα).
Ειδικότερα, όλοι οι προαναφερόμενοι ενάγοντες συνδέονταν μαζί του με αμοιβαίους και στενούς δεσμούς στοργής και αγάπης, άρρηκτη στενή συγγένεια, ακατάλυτους οικογενειακούς δεσμούς και στενό ψυχικό δεσμό. Ο βίαιος, απροσδόκητος και αιφνίδιος θάνατος του, ο οποίος επήλθε εξ αιτίας του ενδίκου ατυχήματος, προξένησε στους προαναφερθέντες μητέρα, γιαγιά, παππού και γιαγιά του βαθύ πένθος, αβάσταχτο πόνο και θλίψη και δημιούργησε έντονα αισθήματα λύπης και απογοητεύσεως, που έχασαν τον υιό και εγγονό τους, τα οποία είναι δύσκολο να εξαλειφθούν στο μέλλον, οι οποίοι στερήθηκαν την αγάπη που τους χάριζε.
Ενόψει τούτων, ο θάνατος του προξένησε σε όλους τους πιο πάνω ενάγοντες και μη περιουσιακή ζημία στα έννομα αγαθά τους, προς αποκατάσταση της οποίας δικαιούνται, για την αιτία αυτή, εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως, κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ προς απάμβλυνση της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν και για ηθική παρηγοριά και ψυχική τους ανακούφιση.
Η έκταση αυτής, ενόψει όλων των προαναφερθέντων περιστάσεων και αφού ληφθούν υπόψη οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα η βίαιη και αιφνίδια θανάτωση του συγγενούς τους, ο βαθμός υπαιτιότητας του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος, το συντρέχον πταίσμα της πρώτης ενάγουσας μητέρας του ανηλίκου, όπως προεκτέθηκε, η ηλικία αυτού κατά το χρόνο του θανάτου του (6 ετών) και η ηλικία και η ευαισθησία των άνω δικαιούχων, σε συνδυασμό με το βαθμό του συναισθηματικού συνδέσμου καθενός με το θανατωθέντα που ήταν ανάλογος και με τη συγγένειά τους, ο πόνος και η οδύνη που δοκίμασε ο καθένας από αυτούς, η μέχρι το ατύχημα καλή κατάσταση της υγείας του και η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων φυσικών προσώπων (συνταξιούχος ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου, ανήλικος 6 ετών ο αποβιώσας Β.
Μ., δεν προκύπτει η κοινωνική κατάσταση των εναγόντων χωρίς όμως ιδιαίτερα εισοδήματα ή περιουσία, αφού δεν γίνεται σχετική επίκληση από τους διαδίκους), ενώ η ευθύνη της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας είναι μόνον εγγυητική (....), πρέπει να καθορισθεί, σταθμίζοντας το είδος της προσβολής και της βλάβης που επήλθε και εκτιμώντας τα προαναφερθέντα στοιχεία κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, τον ορθό λόγο και τους κανόνες της λογικής, στα ακόλουθα ποσά:
σε πενήντα πέντε χιλιάδες (55.000) ευρώ για την πρώτη των εναγόντων, μητέρα του θανόντος και σε δώδεκα χιλιάδες (12.000) για καθένα των προαναφερομένων (2η, 4° και 5η ενάγοντες)...... Τα ανωτέρω ποσά είναι εύλογα (άρθρο 932 του ΑΚ), δηλαδή ανάλογα με τις ως άνώ. συγκεκριμένες περιστάσεις της κρινομένης υποθέσεως, αλλά και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας (άρθρ. 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 2, 9 παρ. 2 και 10 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ Α.), όπως η αρχή αυτή, χωρίς να έχει άμεση εφαρμογή στην ένδικη περίπτωση, εξειδικεύεται με την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ για το προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως (...)....''.
Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει τη χρηματική ικανοποίηση των πρώτης, δεύτερης, τέταρτου και πέμπτης των εναγόντων-αναιρεσειόντων λόγω ψυχικής οδύνης την οποία υπέστησαν για το θανάσιμο τραυματισμό του έξι ετών ανήλικου Β. Μ., γιό της πρώτης και εγγονό της δεύτερης, τέταρτου και πέμπτης των εναγόντων, στα πιο πάνω ποσά, αφού εκτίμησε τα υπόψη του τιθέμενα πραγματικά περιστατικά, δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, αφού τα εν λόγω ποσά, κατά τη κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη περί δικαίου συνείδηση, δεν υπολείπονται και μάλιστα καταφανώς από τα επιδικαζόμενα σε παρόμοιες περιπτώσεις.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο δέκατος και δωδέκατος λόγος αναίρεσης, κατά το σκέλος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης των ως άνω που αφορά τον ανήλικο Β. Μ., βασιζόμενος στον αριθμό 1 εδ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης. Με βάση δε τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, μη απαιτούμενης της παράθεσης και άλλων, αλλά και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που δικαιολογούν το ανωτέρω αποδεικτικό του πόρισμα και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή ή μη του πιο πάνω κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 932 του ΑΚ, το οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο ενδέκατος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το σκέλος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης των ως άνω αναιρεσειόντων που αφορά τον ανήλικο Β. Μ., με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, με την επίκληση της διάταξης αυτής, αποδίδουν στη προσβαλλόμενη απόφαση τις αιτιάσεις ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ` υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 932 του ΑΚ, καθώς και εκείνων των άρθρων 2 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, επιδίκασε σ` αυτούς, ως εύλογη χρηματική τους ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, από το θάνατό του (ανηλίκου), τα προαναφερόμενα ποσά, τα οποία όμως είναι καταφανώς μικρότερα, εκείνων που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις, με βάση τα αναφερόμενα στην απόφαση προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτών.
Επομένως, ο δέκατος, ενδέκατος και δωδέκατος λόγοι αναίρεσης κατά το σκέλος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης που αφορά τον ανήλικο Β. Μ., βασιζόμενοι στον αριθμό 1 εδ. α' και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Καθορίζοντας όμως το Εφετείο, τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, των πρώτης, δεύτερης, τρίτου, τέταρτου και πέμπτης των ήδη αναιρεσειόντων, κατά το σκέλος που αφορά τον Κ.
Μ. (συζύγου, μητέρας, αδελφού, πεθερού και πεθεράς), στα προαναφερόμενα ποσά για τον καθένα από αυτούς, παραβίασε, με το να μην εφαρμόσει, την αρχή της αναλογικότητας του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, καθόσον τα επιδικασθέντα ως άνω ποσά, δεν τελούν σε σχέση ανεκτής αναλογίας με την ψυχική οδύνη, που δέχθηκε αυτό υπό τις περιστάσεις που προαναφέρθηκαν ότι υπέστησαν, οι ως άνω ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, αφού τα ποσά αυτά κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, υπολείπονται και μάλιστα καταφανώς των ποσών που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις, χρηματικής ικανοποίησης.
Επομένως, οι ανωτέρω δέκατος και δωδέκατος λόγοι της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στη πληττόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι κατά ευθεία παράβαση της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 932 του ΑΚ, καθώς και της αρχής της αναλογικότητας και καθ` υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, επιδίκασε σε καθένα από αυτούς, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης τα προαναφερόμενα ποσά, τα οποία είναι δυσανάλογα μικρά σε σχέση με τα ποσά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτουν από τις συνθήκες του τροχαίου δυστυχήματος, είναι κατ` ουσία βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί, κατά το σκέλος που αφορούν στον θανόντα Κ.
Μ. Κατόπιν όλων αυτών και μετά την ουσιαστική παραδοχή των ανωτέρω αναιρετικών λόγων ως προς τους αναιρεσείοντες, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιό της που αφορά στο ύψος της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης σε καθένα από τους εν λόγω αναιρεσείοντες, όσον αφορά στον θανόντα Κ.
Μ. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από Δικαστή άλλον, εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 αριθ. 3 του ΚΠολΔ), προκειμένου να ερευνηθεί κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος αυτής, που αφορά στο κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης.
Πρέπει, επίσης, να διαταχθεί η επιστροφή στους αναιρεσείοντες του κατατεθέντος από αυτούς για την άσκηση της αναίρεσης παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ` άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1-1-2016 ένδικα μέσα) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, οι οποίοι δεν κατέθεσαν προτάσεις κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθ. 2694/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της (χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης σε καθένα από τους αναιρεσείοντες, όσον αφορά στον θανόντα Κ. Μ.).
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το άνω μέρος της, στο ίδιο δικαστήριο, αποτελούμενο από άλλο Δικαστή.
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στους καταθέσαντες αναιρεσείοντες.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Οκτωβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Οκτωβρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ