Supreme Court dismisses appeal due to contradictory factual findings and insufficient legal reasoning in the lower court decision.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the single-member Court of Appeal's decision regarding a construction contract dispute. The appellant argued that the lower court's reasoning was contradictory, claiming it accepted conflicting facts about the consumption of cement and the payment of a bill without sufficient legal basis. The court rejected these claims, noting the appeal lacked specific citations of violated laws and failed to demonstrate how the lower court's evaluation of evidence constituted a legal error.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(1), 559(19) KPolD; An appeal based on violation of substantive law is inadmissible if the challenged decision contains contradictory factual premises or if the appeal fails to cite the specific provisions violated and demonstrate a clear error in the lower court's evaluation of evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1545 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1545/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου, Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή και Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Μαΐου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε. Φ. του Α., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μύριαμ Σαντούση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Π. του Μ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ιατρού.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-3-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 174/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 17/2020 του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-3-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 10/2011, 7/2006). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 484/2020, ΑΠ 24/2015).
Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559ΚΠολΔ,η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά ,στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Ανεπάρκεια αιτιολογιών υφίσταται και όταν η διατύπωση της ελάσσονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού είναι ενδοιαστική και δεν στοιχειοθετεί αναμφίβολο πόρισμα (ΑΠ 1112/2018,ΑΠ 502/2018, ΑΠ 1233/2017, ΑΠ 255/2010). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του KΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του KΠολΔ, είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του KΠολΔ, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 294/2022, ΑΠ 484/2020, ΑΠ 415/2018, ΑΠ 2095/2009).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 KΠολΔ προκύπτει ότι κύρια θετική προϋπόθεση για την άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης από τον διάδικο που συμμετείχε νομότυπα στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, είναι να υπάρχει σε αυτόν (αναιρεσείοντα) έννομο συμφέρον που αναφέρεται σε κάποιο όφελος που αυτός προσδοκά από την εξαφάνιση της πιο πάνω απόφασης σε σχέση με το αντικείμενο της δίκης (ΑΠ 2004/2017).
Το έννομο συμφέρον κρίνεται από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και, εφόσον δεν θεμελιώνεται από τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αναίρεσης και δεν προκύπτει από το διατακτικό της απόφασης που πλήττεται, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης κρίνεται απαράδεκτος (ΑΠ 294/2015, ΑΠ 1619/2010). Τέλος, από τις διατάξεις του άρθρου 577 KΠολΔ συνάγεται ότι για να γίνει δεκτός λόγος αναίρεσης, από τους προβλεπόμενους στο άρθρο 559 του Κώδικα αυτού, πρέπει να είναι, κατ` αρχάς, παραδεκτός.
Έτσι είναι απαράδεκτος ο αλυσιτελής λόγος αναίρεσης, δηλαδή όταν η επικαλούμενη πλημμέλεια δεν επιδρά κατά νόμο στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.(ΑΠ 360/2020).
Εν προκειμένω, από τα παραδεκτώς, κατ` άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκοπούμενα διαδικαστικά έγγραφα, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων ελέγχεται από το δικαστήριο τούτο, κατά την έρευνα της βασιμότητας των αναιρετικών λόγων, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 21-3-2013 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης ΜΤ335/25-4-2013 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, ο ενάγων-αναιρεσείων, είχε εκθέσει ότι, είχε αναλάβει υποχρέωση έναντι του εναγομένου-αναιρεσιβλήτου να έχει σε τραπεζικό λογαριασμό του διαθέσιμα για να πληρωθεί μεταχρονολογημένη επιταγή ποσού 30.000 Ευρώ, την οποία εξέδωσε στις 23-8-2007 και παρέδωσε αυθημερόν στα … στο λήπτη της, εναγόμενο.
Ότι η επιταγή έφερε ημερομηνία έκδοσης την 30-4-2008. Ότι κατήρτισε με τον εναγόμενο τη σύμβαση αυτή για να τον διευκολύνει να καταβάλει προσωπική του οφειλή στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...." και έδρα τη …, από την οποία είχε αγοράσει οικοδομικά υλικά με ισόποσο τίμημα. Ότι ο εναγόμενος από την πλευρά του ανέλαβε την υποχρέωση να προκαταβάλει σε αυτόν το ποσόν της "επιταγής έως και την ημερομηνία που φερόταν ότι είχε εκδοθεί.
Ότι η επιταγή έπρεπε να πληρωθεί στο νόμιμο κομιστή της από την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με το διακριτικό τίτλο ήδη "ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.". Ότι ο εναγόμενος μεταβίβασε με οπισθογράφηση τον τίτλο στην προμηθεύτριά του, η οποία με τη σειρά της μεταβίβασε την επιταγή λόγω ενεχύρου στην ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." και έδρα την Αθήνα για να λάβει από αυτή ισόποση πίστωση και να ασφαλίσει παράλληλα με την ενεχυρική αυτή οπισθογράφηση την απαίτηση της εναντίον του για απόδοση του ποσού της πίστωσης.
Ότι ο εναγόμενος δεν εκπλήρωσε ποτέ τη συμβατική υποχρέωση που είχε αναλάβει έναντι του. Ότι, επιπλέον, ο εναγόμενος από τότε που έγινε κάτοχος του τίτλου έως και την ημέρα που η νόμιμη κομίστρια της επιταγής εμφάνισε τον τίτλο για πληρωμή τον διαβεβαίωνε δόλια ψευδώς ότι θα του προκαταβάλει το ποσόν της επιταγής, ενώ στη πραγματικότητα επιδίωκε να τον υποχρεώσει να καταβάλει ο ίδιος το χρέος του εναγομένου στην προμηθεύτριά του εταιρία για να απαλλαγεί ο ίδιος από την υποχρέωσή του αυτή.
Ότι η πληρώτρια τράπεζα τον ειδοποίησε ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα στο λογαριασμό του και ότι αδυνατεί για το λόγο αυτό να πληρώσει την επιταγή στην κομίστριά της. Ότι μετά από αυτό αναγκάσθηκε να καταβάλει ο ίδιος το τίμημα της πώλησης που όφειλε ο εναγόμενος στην προμηθεύτριά του εταιρία "...." και έδρα τη ....
Ότι ενήργησε με τον τρόπο αυτό όχι κατά την πραγματική ή εικαζόμενη θέληση του εναγομένου-κυρίου της υπόθεσης, αλλά αθέμιτα με σκοπό να μην βεβαιώσει η πληρώτρια τράπεζα στο σώμα της επιταγής ότι αδυνατεί να πληρώσει τον τίτλο από έλλειψη διαθεσίμων και για να αποφύγει συνεπώς να εκτεθεί στην αγορά ως αφερέγγυος επιτηδευματίας και ότι, τέλος, μετά από αυτό η "...." και έδρα τη ...
ικανοποιήθηκε πλήρως και ο ίδιος απέκτησε εκ νέου το σώμα της επιταγής. Με το ιστορικό αυτό ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος-κύριος της υπόθεσης να καταβάλει σε αυτόν ως διοικητή αλλοτρίων ποσόν 30.000 Ευρώ νομιμότοκα από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, κυρίως, σύμφωνα με τις διατάξεις για την αθέμιτη διοίκηση αλλοτρίων (άρθρα 317, 737 εδάφιο β και 904 επ.
ΑΚ) και, επικουρικά, σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες (άρθρα 914 επ. ΑΚ). Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δικάζοντας την αγωγή αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία (άρθρα 215 επ. ΚΠολΔ), με την 174/2018 απόφαση του, έκρινε ότι αυτή στηρίζεται κατά την κυρία βάση της στις διατάξεις περί αδικοπραξίας και κατά την επικουρική της βάση στον αδικαιολόγητο πλουτισμό και ακολούθως απέρριψε την επικουρική βάση της αγωγής ως μη νόμιμη και δέχθηκε την κυρία βάση της αγωγής ως παραδεκτή και βάσιμη κατ'ουσία.
Κατά της απόφασης αυτής παραπονέθηκε ο αναιρεσίβλητος-εναγόμενος με την από 24-9-2018 έφεση, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης [άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ] προκύπτει ότι, εκτιμώντας αυτή το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτά επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης τα ακόλουθα: " Οι διάδικοι είναι τεχνικοί και αναλαμβάνουν κυρίως την επίστρωση με ασβεστοκονίαμα εξωτερικών και εσωτερικών χώρων οικοδομών.
Οι διάδικοι συνεργάζονταν και με τον Μ. Κ. του Β., κάτοικο ..., ο οποίος είναι επίσης εργολάβος οικοδομών. Τα πρόσωπα αυτά διατηρούσαν τόσο φιλική, όσο και επαγγελματική σχέση και για το λόγο αυτό κατήρτιζαν συμβάσεις έργου συνήθως με τον ίδιο εργοδότη. Με τον τρόπο αυτό οι τρεις συνεργάτες περάτωναν πιο σύντομα το έργο που αναλάμβαναν να κατασκευάσουν και μπορούσαν έτσι να προχωρούν στην εκτέλεση του επομένου για να αυξάνουν με τον τρόπο αυτό το εισόδημά τους.
Οι εργολάβοι μάλιστα συχνά προμηθεύονταν οικοδομικά υλικά από τους ίδιους προμηθευτές. Οι παραγγελίες τους επομένως είχαν αντικείμενο μεγαλύτερες ποσότητες υλικού, το οποίο για το λόγο αυτό αγόραζαν φθηνότερα. Οι διάδικοι όμως, όπως και ο συνεργάτης τους, συμβάλλονταν χωριστά με τους προμηθευτές τους και είχαν μόνο προσωπική υποχρέωση έναντι τους για καταβολή του τιμήματος.
Καθένας τους όμως μπορούσε να χρησιμοποιεί τα υλικά που είχε αγοράσει ο άλλος. Στις περιπτώσεις αυτές συμψήφιζαν σε τακτά χρονικά διαστήματα τις αμοιβαίες απαιτήσεις τους είτε με το να καταβάλλουν χρήματα ο ένας στον άλλον, είτε συνηθέστερα με την παροχή υλικών στους συνεργάτες τους. Αποδεικνύεται επίσης ότι οι τρεις (3) εργολάβοι το Μάιο του έτους 2007 - σε εκτέλεση τριών (3) χωριστών συμβάσεων έργου που είχαν καταρτίσει με την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...." και έδρα τα ... - είχαν αναλάβει να επιστρώσουν με ειδικό υλικό διακεκριμένες ο καθένας τους επιφάνειες ξενοδοχειακής της μονάδας που βρίσκεται στην περιοχή του Δήμου ....
Ο εναγόμενος (αναιρεσίβλητος) για να εκτελέσει τις εργασίες που είχε αναλάβει αγόρασε τις πρώτες ημέρες του Αυγούστου του έτους 2007 από την εταιρία "...." και έδρα τη ... ποσότητα κονιάματος με τίμημα 30.000 Ευρώ. Ο εναγόμενος όμως δεν είχε μετρητά για να καταβάλει αμέσως το τίμημα στην πωλήτρια. Ο ίδιος διάδικος δεν μπορούσε όμως να συναλλαχθεί μαζί της και με επιταγές, επειδή δεν είχε τις προϋποθέσεις που θέτουν οι τράπεζες για να καταρτίσουν με πελάτες τους συμβάσεις επιταγής και - σε εκτέλεσή τους - να χορηγούν σε αυτούς βιβλιάρια επιταγών.
Ο Ε. Φ.... (αναιρεσείων) αντίθετα, είχε αυτή τη δυνατότητα. Για το λόγο αυτό ο εναγόμενος στο τέλος Αυγούστου έτους 2007 τον παρακάλεσε να τον διευκολύνει να καταβάλει στην προμηθεύτριά του το τίμημα της πώλησης που είχε καταρτίσει μαζί της με τη μεταβίβαση σε αυτή επιταγής ισόποσης με το τίμημα της πώλησης (άρθρο 421 ΑΚ).
Η πωλήτρια εταιρία δεν είχε αντίρρηση να ικανοποιηθεί και με τον τρόπο αυτό. Χορήγησε μάλιστα στον αγοραστή-εναγόμενο προθεσμία για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του έναντί της έως και τις 30-4-2008, επειδή εκδότης του τίτλου θα ήταν ο ενάγων, ο οποίος ήταν συνεπής στις οικονομικές του υποχρεώσεις σε όλη τη διάρκεια της συνεργασίας της μαζί του.
Ο Ε. Φ..... πράγματι στις 23-8-2007 εξέδωσε στα ... και παρέδωσε στον εναγόμενο την υπ' αριθμό ... μεταχρονολογημένη επιταγή ποσού 30.000 Ευρώ. Ο τίτλος έφερε ημερομηνία έκδοσης 30-4-2008 και έπρεπε να πληρωθεί από την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με το διακριτικό τίτλο ήδη "ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", στην οποία ο ενάγων-εκδότης τηρούσε λογαριασμό καταθέσεων.
Ο εναγόμενος-λήπτης από την πλευρά του ανέλαβε έναντι του την υποχρέωση να προκαταβάλει σε αυτόν το ποσόν της επιταγής έως και την ημερομηνία που αυτή θα εμφανιζόταν προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα (άρθρα 713 και 721 ΑΚ. Ο εναγόμενος μεταβίβασε αμέσως με οπισθογράφηση τον τίτλο στην προμηθεύτριά του, ανώνυμη εταιρία "...." και έδρα τη ..., η οποία στις 7-9-2007 μεταβίβασε την επιταγή λόγω ενεχύρου στην ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", πιστώθηκε με τον ποσόν της και ασφάλισε παράλληλα με την οπισθογράφηση αυτή την απαίτησή της εναντίον του για απόδοση του ποσού της πίστωσης.
Η ενεχυρούχος δανείστρια εμφάνισε εμπρόθεσμα την επιταγή προς πληρωμή στις 7-5-2008 (άρθρο 1251 ΑΚ, πρβλ. και άρθρο 19 παρ. 1 ν. 5325/1932) σε κατάστημα της ήδη "ΕΓΝΑΤΙΑΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ Α.Ε.". Η τράπεζα πληροφόρησε τον Ε. Φ.... ότι δεν είχε αρκετά διαθέσιμα στο λογαριασμό του και ότι για το λόγο αυτό δεν μπορούσε να πληρώσει την επιταγή στη νόμιμη κομίστριά της.
Ο ενάγων έλεγξε αμέσως την κίνηση του τραπεζικού του λογαριασμού και διαπίστωσε ότι ο Ε. Π. του Μ. δεν είχε καταθέσει σε αυτόν το ποσόν της επιταγής, όπως είχε συμφωνήσει μαζί του. Ο Ε. Φ..... θορυβήθηκε από το γεγονός ότι η πληρώτρια τράπεζα θα βεβαίωνε στο σώμα της επιταγής που είχε εκδώσει ότι δεν είχε διαθέσιμα στο λογαριασμό του και ότι συνεπώς δεν μπορεί να πληρώσει την επιταγή στη νόμιμη κομίστριά της.
Το αποτέλεσμα θα ήταν να εκτεθεί στην αγορά ως αφερέγγυος επιτηδευματίας. Για το λόγο αυτό έσπευσε και κατέβαλε στην ανώνυμη εταιρία "...." και έδρα τη ... το τίμημα ποσού 30.000 Ευρώ, το οποίο της όφειλε ο εναγόμενος, επειδή τις πρώτες ημέρες του Αυγούστου του έτους 2007 είχε αγοράσει από αυτή ποσότητα κονιάματος.
Η αξίωση επομένως που είχε η πωλήτρια εταιρία κατά του αγοραστή για καταβολή του τιμήματος της πώλησης αποσβέσθηκε (άρθρα 317 και 730 ΑΚ). Για το λόγο αυτό αποσβέσθηκε και η αξίωση από επιταγή που είχε η ίδια εταιρία τόσο κατά του λήπτη της επιταγής-εναγομένου, όσο και κατά του εκδότη της-ενάγοντος (άρθρα 513, 288 και 421 ΑΚ, ΑΠ 480/2019, ΑΠ 20/2018 και ΕφΑΘ 1811/1998.
Μετά από αυτό ο ενάγων ανακάλεσε την επιταγή (άρθρο 32 ν. 5960/1933) με συνέπεια η πληρώτρια τράπεζα να μην την πληρώσει στη νόμιμη κομίστριά της "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΑΑΔΟΣ Α.Ε." και να καταργηθεί για το λόγο αυτό η αξίωσή της και κατά του ενάγοντος-εκδότη του τίτλου (άρθρο 883 ΑΚ). Ο ενάγων επομένως δεν υποχρεώθηκε σε οποιαδήποτε παροχή από τον τίτλο.
Η αντισυμβατική συνεπώς συμπεριφορά που επέδειξε ο εναγόμενος- εντολέας έναντι του ενάγοντος-εντολοδόχου (άρθρα 713 και 721 ΑΚ) δεν συναρτάται άμεσα με τη ζημία που επικαλείται ότι υπέστη με την καταβολή στην ανώνυμη εταιρία "...." του τιμήματος πώλησης ποσού 30.000 Ευρώ που όφειλε σε αυτή ο εναγόμενος (άρθρα 317 και 513 ΑΚ).
Σε διαφορετική περίπτωση ο εκδότης θα κατέθεσε στο λογαριασμό του χρήματα για να πληρωθεί η επιταγή και δεν θα εκπλήρωνε τη συμβατική υποχρέωση του λήπτη του αξιογράφου από την αιτία που έδωσε αφορμή να εκδοθεί και να κυκλοφορήσει η επιταγή. Τότε ενδεχομένως θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι η ζημία που φέρεται ότι υπέστη είναι άμεση απόρροια της ενέργειας του εναγομένου και όχι έμμεση που δεν ενδιαφέρει.
Αποδεικνύεται περαιτέρω ότι ο εναγόμενος στις 10-10-2007 διέκοψε τις εργασίες κατασκευής του έργου, και το εγκατέλειψε ημιτελές, επειδή η προσωπική και επαγγελματική σχέση του με τον ενάγοντα διαταράχθηκε σοβαρά από άλλη οικονομική τους διαφορά. Ο Ε. Π....όμως εγκατέλειψε όλη την ποσότητα του κονιάματος του στο χώρο του υπό κατασκευή ξενοδοχειακού συγκροτήματος με αποτέλεσμα να το χρησιμοποιήσουν ο ενάγων και ο τρίτος συνεργάτης των διαδίκων.
Το γεγονός, τέλος, ότι ο ενάγων κατέβαλε το χρέος του εναγομένου στην προμηθεύτρια του υλικού ανώνυμη εταιρία αποτελεί έμμεση ομολογία-του ότι είχε κάνει ο ίδιος πλήρη χρήση του κονιάματος. Ο εναγόμενος μετά την αποχώρησή του από το έργο γνωστοποιούσε διαρκώς στον ενάγοντα ότι επιθυμεί να διευθετήσουν συμβιβαστικά όλες τις οικονομικές τους διαφορές που είχαν ανακύψει από τις έως τότε μεταξύ τους δοσοληψίες.
Ο εναγόμενος επιπλέον καθιστούσε σε αυτόν σαφές ότι δεν επρόκειτο να εκπληρώσει τη συμβατική υποχρέωση που είχε αναλάβει έναντί του στις 23-8-2007 - όταν πράγματι απέκτησε ως λήπτης την επιταγή - να καταβάλει σε αυτόν το ποσόν της, πριν παρέλθει η ημερομηνία κατά την οποία ο τίτλος φερόταν ότι είχε εκδοθεί.
Ο Ε. Φ.... όμως δεν επιδείκνυε τέτοια προθυμία, επειδή αρνείτο ότι είχε οποιαδήποτε οφειλή προς αυτόν. Ο Ε. Π...., όμως, όταν στις 23-8-2007 απέκτησε ως λήπτης την επιταγή από τον ενάγοντα, είχε ειλικρινή πρόθεση να καταθέσει στο λογαριασμό του αντιδίκου του το χρηματικό ποσόν των 30.000 Ευρώ για να μπορέσει έτσι η πληρώτρια τράπεζα να καταβάλει το ποσόν της επιταγής στον τελευταίο νόμιμο κομιστή της, ο οποίος θα την εμφάνιζε σε αυτή προς πληρωμή.
Ο εναγόμενος άλλαξε γνώμη τον Οκτώβριο του έτους 2010, όταν διέκοψε τις εργασίες του στο ξενοδοχείο, δηλαδή αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα αφότου είχε αποκτήσει την επιταγή, επειδή πίστευε πλέον ότι δεν είχε υποχρέωση έναντι της τόσο από την επιταγή, όσο και από τη σύμβαση πώλησης υλικού που είχαν καταρτίσει στο παρελθόν.
Ο ενάγων μάλιστα γνώριζε την πεποίθηση αυτή του εναγομένου. Αποδεικνύεται επομένως ότι ο ενάγων-διοικητής αλλοτρίων εκπλήρωσε τη συμβατική υποχρέωση του εναγομένου-κυρίου της υπόθεσης έναντι της "...."... αθέμιτα, σε αντίθεση, δηλαδή, τόσο με την πραγματική, όσο και με την εικαζόμενη θέληση του Ε. Π.... Αποδεικνύεται επίσης ότι ο Ε.
Φ. του Α. ανάλωσε πλήρως όλο το κονίαμα του εναγομένου για τις εργασίες επίστρωσης που είχε αναλάβει να εκτελέσει. Ο εναγόμενος μάλιστα δεν έλαβε κανένα ποσόν από την "...." για την αγορά του υλικού που τελικά άφησε στον ενάγοντα να το χρησιμοποιήσει για τις ανάγκες του και δεν έλαβε και αμοιβή για τις εργασίες που είχε εκτελέσει στο ξενοδοχείο της.
Ο ενάγων επομένως, όπως βάσιμα επικαλείται ο εναγόμενος, δεν μπορεί να αξιώσει από αυτόν την καταβολή του ποσού των 30.000 Ευρώ που κατέβαλε στην εταιρία "...." και έδρα τη ... σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες, επειδή ο εναγόμενος, όταν απέκτησε ως λήπτης την επιταγή, δεν ενήργησε υπαίτια σε βάρος του με σκοπό να απαλλαγεί από την προσωπική του υποχρέωση έναντι της προμηθεύτριάς του, ο ίδιος ο ενάγων δεν υπέστη ζημία από την αντισυμβατική συμπεριφορά του αντιδίκου του, η οποία μάλιστα δεν βρίσκεται και σε αιτιώδη σύνδεσμο με τη μείωση του ενεργητικού της περιουσίας του ενάγοντος (άρθρα 1 ν. 5960/1933, 914, 297, 298, 721 και 723 ΑΚ).
Ο ενάγων περαιτέρω δεν έχει αξίωση κατά του εναγομένου και από αθέμιτη διοίκηση αλλοτρίων (άρθρα 317, 730, 736, 737 και 904 επ. ΑΚ, ΑΠ 1254/2017 δημοσιευμένη στην τράπεζα νομικών πληροφοριών "ΝΟΜΟΣ"), επειδή ο εναγόμενος δεν κατέστη πλουσιότερος από την ενέργεια του ενάγοντος, ο οποίος μάλιστα δεν υπέστη και ζημία από την καταβολή χρέους του εναγομένου προς την προμηθεύτριά του (άρθρο, 904 παρ. 1 ΑΚ). 6.
Το Πρωτοβάθμιο επομένως Δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και μετά από αυτό υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα ποσό τριάντα χιλιάδων (30.000) Ευρώ νομιμότοκα από την επομένη της επίδοσης της αγωγής σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. ΑΚ, μολονότι θα έπρεπε να την απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη και ως προς τις δύο (2) βάσεις της, έσφαλε τόσο στην ερμηνεία και εφαρμογή του Νόμου, όσο στην εκτίμηση των αποδείξεων.
Για το λόγο αυτό η έφεση που άσκησε ο εναγόμενος πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και στην ουσία της. Μετά από αυτό πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση και να δικασθεί από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ) κατά την τακτική διαδικασία (άρθρα 215 επ. ΚΠολΔ) τόσο ως προς την κύρια βάση της, η οποία δεν ερευνήθηκε από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όσο και ως προς την επικουρική (άρθρα 914, 297, 298, 730, 736, 737, 904 επ.
ΑΚ και 522 ΚΠολΔ, ΑΠ 2039/2014 δημοσιευμένη στην τράπεζα νομικών πληροφοριών "ΝΟΜΟΣ"). Η αγωγή τέλος σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.". Ο αναιρεσείων με την ένδικη αίτηση αναίρεσης πρόβαλε τους ακόλουθους δύο αναιρετικούς λόγους. Α) Με τον πρώτο αναιρετικό λόγο ο αναιρεσείων αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προσάπτοντας σ` αυτήν, ότι παραβίασε τους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου και ειδικότερα τις διατάξεις των άρθρων 730 επ, 904 επ., 914 επ.
του ΑΚ, με το να δεχθεί, κατ` εσφαλμένη εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων, αν και η αγωγή του είχε ως κύρια βάση την αδικοπραξία, λόγω τέλεσης απάτης σε βάρος του από τον αναιρεσίβλητο και επικουρική βάση τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, έχει ως κύρια βάση τη διοίκηση αλλοτρίων και επικουρικά την αδικοπραξία.
Ο λόγος αυτός, έτσι διατυπούμενος, αλυσιτελώς προβάλλεται και είναι απαράδεκτος, ελλείψει εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος, δοθέντος ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του Εφετείου, η υπό κρίση αγωγή του αναιρεσείοντος, απερρίφθη ως προς αμφότερες τις βάσεις της και η προβαλλόμενη πλημμέλεια, ουδόλως επιδρά στο διατακτικό της αποφάσεώς του.
Β) Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθόσον, κατέληξε στο πόρισμα της ότι ο ίδιος δεν έχει αξίωση απέναντι στον αναιρεσίβλητο για αποζημίωση, με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, οι οποίες δεν στηρίζουν με σαφήνεια, πληρότητα και ασφάλεια δικαίου το πόρισμα της αυτό.
Για τη θεμελίωση δε του λόγου αυτού διαλαμβάνει ειδικότερα ότι: α) Η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση με αντιφατικές μεταξύ τους παραδοχές κατέληξε στην απόρριψη της αγωγής μου, δεχόμενη ότι, ενώ οι τρεις εργολάβοι είχαν αναλάβει με τρεις ξεχωριστές συμβάσεις να επιστρώσουν με ειδικό υλικό διακεκριμένο ο καθένας τμήμα της ξενοδοχειακής μονάδας, κατέληξε ότι ο Ε.
Φ. ανάλωσε πλήρως όλο το κονίαμα του εναγομένου, χωρίς να διαλάβει άλλη αιτιολογία σχετικά με την ανάλωση του κονιάματος και από τον Μ. Κ. και έτσι δεν γίνεται αντιληπτό γιατί το ποσό των 30.000 ευρώ βαρύνει μόνο τον ίδιο, β) Η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση αντιφατικά δέχεται αρχικά ότι πλήρωσε την επιταγή από το φόβο σφράγισής της και ακολούθως ότι κατέβαλε το ως άνω ποσό στη εταιρεία ...., αναγνωρίζοντας έμμεσα ότι ήταν δική του υποχρέωση, γ) Η αναιρεσιβαλλομένη με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες δέχθηκε ότι ο εναγόμενος (Ε.
Π.) εγκατέλειψε ημιτελές το έργο καθώς και όλη την ποσότητα του κονιάματος στο χώρο του υπό κατασκευή ξενοδοχειακού συγκροτήματος και ακολούθως ότι ο εναγόμενος μετά την αποχώρησή του γνωστοποιούσε διαρκώς στον ενάγοντα ότι επιθυμεί να διευθετήσουν συμβιβαστικά όλες τις οικονομικές τους διαφορές που είχαν ανακύψει έως τότε και επί πλέον καθιστούσε σ' αυτόν σαφές ότι δεν επρόκειτο να εκπληρώσει τη συμβατική του υποχρέωση που είχε αναλάβει έναντι του την 23-8-2007, όταν πράγματι απέκτησε ως λήπτης την επιταγή και να του καταβάλει το ποσό αυτής, πριν παρέλθει η ημερομηνία κατά την οποία ο τίτλος φερόταν ότι είχε εκδοθεί.
Ωστόσο, υπό την ανωτέρω θεμελίωσή του ο δεύτερος αυτός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, καθόσον για το ορισμένο αυτού δεν αναφέρεται, όπως θα έπρεπε κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, η (οι) διάταξη (διατάξεις) που παραβιάστηκαν, είναι απαράδεκτος, δοθέντος ότι υπό την επίφαση παραβιάσεως του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, προσβάλλεται η υπό του Εφετείου αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, ως προς την οποία ο αναιρεσείων έχει διαφορετική προσέγγιση, καθώς και η σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα που εκτίθεται με σαφήνεια, ως προς το παραπάνω ζήτημα της υπ' αυτού αξιώσεως προς αποζημίωση έναντι του αναιρεσιβλήτου.
Κατ` ακολουθίαν πρέπει, να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε` ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-3-2020 αίτηση του Ε. Φ. του Α. για αναίρεση της υπ` αριθμό 17/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων [2.700,00] ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Οκτωβρίου 2021.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Σεπτεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ