Legislator Case Law & Legislation
1545/2021 AI generated

Insurance company's appeal allowed; individual's appeal dismissed on inadmissibility grounds under Greek Civil Procedure Code.

Case Number 1545/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the insurance company's appeal while dismissing the individual's appeal as inadmissible. The court found the individual's arguments lacked legal basis, whereas the insurer successfully challenged specific sections of the lower court's judgment. Consequently, the case was remitted for further examination by a different judge at the Athens Court of Appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 495, 580, 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may allow an appeal against a final judgment if specific grounds are substantiated, while dismissing appeals lacking legal merit or failing to meet procedural requirements, thereby remitting the case for retrial by a different judge.

Keywords

AI generated
Civil Procedure Code Insurance Contract Dispute Appeal Admissibility Remittal for Retrial Legal Costs Allocation Final Judgment Review Procedural Inadmissibility

Cited Legislation

AI generated
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1545 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1545/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Α. Της αναιρεσείουσας:

Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της συγχωνευθείσας δι’ απορροφήσεως ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «ΛΑΪΚΗ ΑΕΓΑ», η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεόντιο Σφαιρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου:

Ι. Σ. του Μ., κατοίκου Καλλιθέας Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ιωάννα Σακελλαρίου.

Β. Του αναιρεσείοντος:

Ι. Σ. του Μ., κατοίκου Καλλιθέας Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ιωάννα Σακελλαρίου.

Των αναιρεσιβλήτων:

1) Γ. Μ. του Π.,

2) Ν. Μ. του Π., κατοίκων … και

3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «Ανώνυμη Ελληνική Εταιρεία Γενικών Ασφαλειών Η ΕΘΝΙΚΗ» και το δ.τ. «ΑΕΕΓΑ Η ΕΘΝΙΚΗ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της συγχωνευθείσας δι’ απορροφήσεως ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «ΛΑΪΚΗ ΑΕΓΑ»,

εκ των οποίων η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεόντιο Σφαιρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 1ος και 2ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 06.05.2010 και 19.12.2011 αγωγές του Ι. Σ. του Μ., που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν με την από 20.07.2011 προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή των Γ. Μ. του Π. και Ν. Μ. του Π.. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: αρχικά (για τις συνεκδικασθείσες από 06.05.2010 αγωγή και 20.07.2011 προσεπίκληση - αγωγή) η 4319/2011 εν μέρει οριστική εν μέρει μη οριστική κι ακολούθως, η 741/2014 μη οριστική και 810/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3932/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η υπό στοιχ. Α αναιρεσείουσα με την από 08.10.2018 αίτησή της και ο υπό στοιχ. Β αναιρεσείων με την από 30.07.2020 αίτησή του και τους από 19.01.2021 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων αυτών, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρα Αποστολάκη, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του υπό στοιχ. Β αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσής του και των προσθέτων λόγων, την απόρριψη της αντίθετης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[I] Από τις προσκομιζόμενες με επίκληση από τον αναιρεσείοντα υπ’ αριθμ. .../16-12-2020 και .../19-1-2021 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Διονυσίου Δεσποτόπουλου προκύπτει ότι ακριβή αντίγραφα της από 30.07.2020 αίτησης αναίρεσης και των από 19.01.2021 πρόσθετων λόγων αυτής, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 19.02.2021, κατά την οποία η συζήτηση ματαιώθηκε και κατ’ άρθρο 83 παρ. 2 και 3 του Ν 4790/2021 σε συνδυασμό με το άρθρο 568 παρ. 2 του ΚΠολΔ, το άρθρο 26 του Ν 4792/2021 και την Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου προσδιορίσθηκε αυτεπαγγέλτως για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο οικείο πινάκιο, επιδόθηκαν νόμιμα κι εμπρόθεσμα, στους πρώτο και δεύτερο αναιρεσίβλητους – καθ’ ών οι πρόσθετοι λόγοι.

Οι τελευταίοι όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, δεν εμφανίσθηκαν, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, κατά το άρθρο 242 § 2 ΚΠολΔ, κατά την παραπάνω συνεδρίαση, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του πινακίου. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία των πρώτου και δεύτερου αναιρεσίβλητων των ανωτέρω αίτησης αναίρεσης και πρόσθετων λόγων (ΚΠολΔ 576 § 2), αφού αυτοί είχαν νομίμως κλητευθεί για να παραστούν στη δικάσιμο, κατά την οποία η συζήτησή της υποθέσεως ματαιώθηκε λόγω της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων, και με πρωτοβουλία δε του γραμματέα εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση αυτών, και να συνεκδικασθούν με την από 08.10.2018 αίτηση αναίρεσης λόγω της προφανούς συνάφειάς τους (άρθρ. 246 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ).

[II] Από τη διάταξη του άρθρου 553 § 1 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι «αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση», προκύπτει ότι απόφαση, η οποία έχει εκδοθεί ερήμην δεν υπόκειται σε αναίρεση, εφόσον μπορεί να προσβληθεί με ανακοπή ερημοδικίας.

Συνεπώς, κατά της απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του, ενεργοποιείται αμέσως με την έκδοσή της η δυνατότητα άσκησης απ' αυτόν ανακοπής ερημοδικίας κατά της ερήμην απόφασης (ΚΠολΔ 502), με συνέπεια όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, που λήγει είτε διότι παρήλθε η κατ' άρθρο 503 § 1 ΚΠολΔ 15νθήμερη, προς άσκηση αυτής, προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης είτε διότι ο δικαιούμενος στην άσκησή της (ερημοδικασθείς) διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ή από το σχετικό δικαίωμα, να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απόφασης αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη (ΚΠολΔ 577 § 1), με αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου (ΑΠ 688/2019, ΑΠ 1199/2017, ΑΠ 2102/2017, ΑΠ 12/2011, ΑΠ 430/2009).

Αν παραλειφθεί η επίδοση της ερήμην απόφασης, δεν αρχίζει η προθεσμία άσκησης ανακοπής ερημοδικίας κατ' αυτής, οπότε αντίστοιχα δεν υπάρχει χρονικό όριο για την άσκησή της, αφού σε σχέση μ' αυτή δεν είναι θεσπισμένη καταχρηστική προθεσμία αντίστοιχη με την καταχρηστική προθεσμία των άρθρων 518 § 2 και 564 § 3 ΚΠολΔ, που ισχύει για την έφεση και την αναίρεση.

Έτσι, η παράλειψη επίδοσης της ερήμην απόφασης εμποδίζει εξακολουθητικά την άσκηση αίτησης αναίρεσης κατ' αυτής, με απότοκη συνέπεια την αναστολή και της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο ετών που ισχύει για την αναίρεση και έχει ως αφετηρία τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού προϋπόθεση αυτονόητη της προθεσμίας αυτής είναι η ύπαρξη απόφασης υποκείμενης οπωσδήποτε σε αναίρεση (ΑΠ 33/2019).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 673 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται στις διαφορές για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση της ασφάλισής του (ΚΠολΔ 681Α, όπως ίσχυε μέχρι την κατάργησή του με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν 4335/23-7-2015 και στην κατ’ έφεση δίκη κατ' άρθρο 674 § 2 του ΚΠολΔ), ανακοπή ερημοδικίας επιτρέπεται αν εκείνος που δικάστηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας.

Τέλος, από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 553 § 1β με αυτές των άρθρων 74, 75 §§ 1 και 2 και 76 § 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, η οποία υπάρχει και όταν ενάγονται περισσότεροι του ενός ως εις ολόκληρον ευθυνόμενοι, η οριστική απόφαση που εκδίδεται, καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς έναντι εκάστου ομοδίκου και συνεπώς υπόκειται σε αναίρεση ως προς εκείνον από τους ομοδίκους που έγινε τελεσίδικη, έστω και αν δεν έγινε τελεσίδικη ως προς όλους τους ομοδίκους (ΑΠ 688/2019, ΑΠ 965/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, αυτή εκδόθηκε από το Εφετείο ερήμην των εφεσίβλητων Ν. Μ. και Γ. Μ. και ήδη πρώτου και δευτέρου αναιρεσίβλητων της από 30-7-2020 αίτησης αναίρεσης και των από 19.01.2021 πρόσθετων λόγων αυτής και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων. Όμως, ο αναιρεσείων δεν επικαλείται επίδοση της απόφασης αυτής στους ερημοδικασθέντες εφεσίβλητους, ούτε από το φάκελο της δικογραφίας προκύπτει, ότι τους έχει κοινοποιηθεί αυτή, ώστε να αρχίσει να τρέχει γι' αυτούς, κατ’ άρθρο 503 § 1 ΚΠολΔ, η δεκαπενθήμερη προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας.

Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης με τους πρόσθετους λόγους της ασκήθηκε κατά των πρώτου και δευτέρου αναιρεσίβλητων κατ' απόφασης που υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και για το λόγο αυτό πρέπει να απορριφθεί, αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 577 §§ 1 και 2 ΚΠολΔ.

[ΙΙΙ] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 7/2014, 2/2013, 7/2006).

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση χωρεί, αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά στο νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.

Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο (ΑΠ 164/1994). Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (ΟλΑΠ 1/1999, 24/1992).

Το λόγο αυτό αναίρεσης δεν ιδρύει η αντίφαση μεταξύ επάλληλων ή επικουρικών αιτιολογιών που στηρίζουν αυτοτελώς το διατακτικό (ΑΠ 308/1999), όπως και η αντίφαση μεταξύ των αιτιολογιών διαφόρων κεφαλαίων (ΑΠ 153/1988) ή και διαφόρων ενστάσεων (ΑΠ 1431/2015). Ειδικότερα, ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν υφίσταται αντίφαση μεταξύ των αιτιολογιών, οι οποίες στηρίζουν την ίδια διάταξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης και όχι όταν η αντίφαση υφίσταται μεταξύ αιτιολογιών, από τις οποίες η καθεμιά στηρίζει αντίστοιχη διάταξη του διατακτικού της ιδίας απόφασης (ΑΠ 1431/2015, 283/1988).

Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 17 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν η αντίφαση εντοπίζεται στις διατάξεις του διατακτικού της απόφασης, με συνέπεια να μην είναι δυνατή η εκτέλεση αυτής ή να προκαλείται αβεβαιότητα ως προς τη διαγνωστική ή διαπλαστική λειτουργία της και το σχετικό δεδικασμένο.

Αντίθετα, ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται, όταν υπάρχει αντίφαση στο ιστορικό ή στο αιτιολογικό μέρος της απόφασης ή μεταξύ κύριας και επάλληλης αιτιολογίας ή μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού ή μεταξύ της πρωτόδικης απόφασης και της εφετειακής που επικύρωσε την πρωτόδικη (ΑΠ 130/2020, ΑΠ 2061/2007, ΑΠ 1022/2004).

Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας, ο ισχυρισμός (αγωγικός ή ένσταση κλπ) και τα περιστατικά που προτάθηκαν νομίμως προς θεμελίωσή του για την αντιμετώπιση του οποίου η απόφαση δεν περιλαμβάνει καθόλου ή περιλαμβάνει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (ΑΠ 669/2007).

Περαιτέρω, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984).

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν «αιτιολογία» της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 736/2019, ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012).

Επίσης, από το άρθρο 340 παρ. 2 του ΚΠολΔ, κατά το οποίο «στην απόφαση πρέπει να αναφέρονται οι λόγοι που οδήγησαν τον δικαστή να σχηματίσει την πεποίθησή του», δεν επιβάλλεται υποχρέωση του δικαστηρίου να αναφέρει στο αιτιολογικό της απόφασής του κάθε ένα από τα αποδεικτικά μέσα, που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, από τα οποία κατέληξε στο πόρισμά του. Εντεύθεν και η παράλειψη του Εφετείου να αναφέρει συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία κατέληξε στο σχηματισμό της κρίσης του δεν αποτελεί έλλειψη αιτιολογίας και δεν δημιουργεί τον από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο (ΑΠ 894/2008, ΑΠ 1164/1995).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 § 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει, ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1751/2017, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 1987/2007).

[IV] Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών της δίκης εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα:

Ο ενάγων Ι. Σ. άσκησε (α) την από 06.05.2010 αγωγή στρεφόμενος κυρίως κατά των Γ. Μ. και Ν. Μ. και πλαγιαστικώς κατά της ασφαλιστικής εταιρείας «ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ», όπως το αίτημα της αγωγής του αφενός περιορίσθηκε, αφετέρου μετατράπηκε σε αναγνωριστικό και όπως η αγωγή παρέμεινε εκκρεμής μετά την απόρριψη της κύριας βάσης της κατά της ασφαλιστικής εταιρείας, με την 4319/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, Διαδικασία Αυτοκινήτων, και (β) την από 19.12.2011 εν μέρει καταψηφιστική αγωγή του κατά της ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΕΕΓΑ, οι δε εναγόμενοι ασφαλισμένοι Γ.

Μ. και Ν. Μ. άσκησαν (γ) την από 20.07.2011 προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αναγνωριστική αγωγή κατά της ίδιας ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η προσεπίκληση απορρίφθηκε με την ανωτέρω 4319/2011 απόφαση. Ειδικότερα, ο ενάγων με την από 06.05.2010 αγωγή του ζήτησε να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων Γ. και Ν. Μ. να του καταβάλουν, εφάπαξ ή σε μηνιαίες δόσεις, αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη λόγω απώλειας εισοδημάτων εκ της ανικανότητάς του προς εργασία για το από 20.09.2000 έως 31.12.2046 διάστημα (με ετήσιες αναπροσαρμογές 5%), καθώς και αποζημίωση για βελτιωμένη διατροφή, φυσικοθεραπείες και λοιπές δαπάνες του από 15.02.1998 έως 31.01.2004 διαστήματος, νομιμοτόκως από την επίδοση της προγενέστερης από 15.09.2000 αγωγής, και ασκώντας πλαγιαστικά την εξ αναγωγής αξίωση των 1ου και 2ου εναγομένων, ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της ασφαλιστικής εταιρείας να τους καταβάλει ό,τι ποσό υποχρεωθούν αυτοί να καταβάλουν κατά παραδοχή της αγωγής.

Ο ίδιος ενάγων με την από 19.12.2011 αγωγή του, αποδεχόμενος την 4319/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς την απόρριψη της από 06.05.2010 αγωγής του κατά την κύρια βάση της, καθ’ ό μέρος στρεφόταν κατά της 3ης εναγομένης, ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση αυτής να του καταβάλει εφάπαξ ποσό 250.000 ευρώ και να υποχρεωθεί από το ποσό αυτό να του καταβάλει 200.000 ευρώ, ήτοι μέχρι του ορίου του υπολειπομένου ποσού ασφαλίσματος, για όλα τα αιτούμενα κονδύλια με την από 06.05.2010 αγωγή του, νομιμοτόκως από την επίδοση της από 15.09.2000 προγενέστερης αγωγής του.

Οι παρεμπιπτόντως ενάγοντες (Ν. και Γ. Μ.) με την από 20.07.2011 προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή τους ζήτησαν να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της προσεπικαλούμενης/παρεμπιπτόντως εναγομένης να τους καταβάλει ό,τι ποσό υποχρεωθούν οι ίδιοι να καταβάλουν κατά παραδοχή της από 06.05.2010 αγωγής. Επί των τριών (3) αγωγών, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η 810/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγιναν εν μέρει δεκτές (α) η από 06.05.2010 αγωγή κατά των Γ.

και Ν. Μ., (β) η από 19.12.2011 αγωγή κατά της ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΕΕΓΑ και (γ) η από 20.07.2011 παρεμπίπτουσα αγωγή των Γ. και Ν. Μ. κατά της ασφαλιστικής εταιρείας. Κατόπιν ασκήσεως της από 28.09.2015 έφεσης της ασφαλιστικής εταιρείας «ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ» και της από 30.09.2015 έφεσης του Ι. Σ. κατά της πρωτόδικης απόφασης, εκδόθηκε η 3932/2018 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση του Ι. Σ., έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η έφεση της ασφαλιστικής εταιρείας, εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη απόφαση ως προς όλες τις διατάξεις της, που αφορούν στην τελευταία (ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ) και συνεκδικάστηκαν: (Α) η από 06.05.2010 πλαγιαστική αγωγή του Ι. Σ. κατά της ασφαλιστικής εταιρείας, (Β) η από 19.12.2011 αγωγή του Ι.

Σ. κατά της ασφαλιστικής εταιρείας και (Γ) η από 20.07.2011 παρεμπίπτουσα αγωγή των Ν. Μ. και Γ. Μ. κατά της ίδιας ασφαλιστικής εταιρείας. Στη συνέχεια, έγινε εν μέρει δεκτή η από 06.05.2010 πλαγιαστική αγωγή και υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στους Ν. και Γ. Μ., με τον όρο της προηγούμενης εκ μέρους τους καταβολής του, στον κυρίως ενάγοντα Ι.

Σ. το ποσό των 124.992 €, νομιμοτόκως από την επομένη της καταβολής του, απορρίφθηκε η από 20.07.2011 παρεμπίπτουσα αγωγή, έγινε εν μέρει δεκτή η από 19.12.2011 αγωγή κατά της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας και υποχρεώθηκε η τελευταία να καταβάλει στον ενάγοντα 124.992 € νομιμοτόκως από την επίδοση της από 15.09.2000 αγωγής.

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 929 και 298 ΑΚ, συνάγεται ότι αυτός που έπαθε βλάβη στο σώμα ή την υγεία του δικαιούται να αξιώσει και τη μελλοντική αποθετική ζημία του (διαφυγόν κέρδος), γιατί λόγω της μειωμένης ικανότητας προς εργασία από βλάβη του σώματος ή της υγείας χάνει τα εισοδήματα από την εργασία, την οποία, έχοντας πλήρη ικανότητα κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα ασκούσε στο μέλλον.

Δεν απαιτείται γι’ αυτό βεβαιότητα, αλλά αρκεί πιθανότητα, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, πράγμα που πρέπει να προκύπτει από τις ιδιαίτερες περιστάσεις, ιδίως δε από τα μέτρα που λήφθηκαν προς τούτο (ΑΠ 940/2010, ΑΠ 377/2009, ΑΠ 611/2008). Κατά δε την διάταξη του άρθρου 930 ΑΚ, η αποζημίωση των άρθρων 928 και 929 ΑΚ, που αναφέρεται στο μέλλον, καταβάλλεται σε χρηματικές δόσεις κατά μήνα.

Όταν υπάρχει σπουδαίος λόγος, η αποζημίωση μπορεί να επιδικασθεί σε κεφάλαιο εφάπαξ. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι η αποζημίωση των άρθρων 928, 929 ΑΚ, η οποία αναφέρεται στο μέλλον, ήτοι η αποζημίωση για στέρηση διατροφής ή υπηρεσιών και αυτή για απώλεια εισοδήματος ή στέρηση υπηρεσιών, σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου ή βλάβης της υγείας ή του σώματος προσώπου, καταβάλλεται κατά κανόνα σε χρηματικές δόσεις κατά μήνα.

Κατ' εξαίρεση, μπορεί να επιδικασθεί σε κεφάλαιο εφάπαξ, αν το ζητήσει ο δικαιούχος και συντρέχει σπουδαίος λόγος προς τούτο, τα περιστατικά του οποίου πρέπει αυτός να επικαλεσθεί με την αγωγή του. Σπουδαίος λόγος δε, θεωρείται ότι υπάρχει, όταν η εφάπαξ καταβολή της αποζημίωσης μπορεί να εξυπηρετήσει καλύτερα τα συμφέροντα του δικαιούχου αυτής (π.χ.

επείγουσα ανάγκη αξιοποίησης του κεφαλαίου της αποζημίωσης, οικονομική δυσπραγία ενόψει των αυξημένων εξόδων για την αντιμετώπιση της κατάστασης της υγείας του κ.λπ.) ή συντρέχουν δυσμενείς προσωπικοί ή οικογενειακοί λόγοι στην πλευρά του υπόχρεου της αποζημίωσης (π.χ. επικείμενη πτώχευση, αναξιόχρεο κ.λπ., ΑΠ 1060/2015, ΑΠ 2017/2014).

Η έννοια δε του σπουδαίου λόγου είναι νομική και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, αν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχθηκε, ανελέγκτως, συνιστούν σπουδαίο λόγο, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 206/2020, ΑΠ 736/2019, ΑΠ 2157/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, τα κατωτέρω πραγματικά περιστατικά:

«|Επί της από 15.02.1998 και με αριθμ. καταθ. 1788/1998 προηγούμενης αγωγής του κυρίως ενάγοντος Ι. Σ. κατά των και τώρα εναγομένων, εκδόθηκε η με αριθμό 2477/2002 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, με την οποία κρίθηκε:

(α) ότι o ήδη δεύτερος εναγόμενος Ν. Μ., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του πρώτου εναγομένου Γ. Μ., που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία «ΛΑΪΚΗ ΑΕΓΑ» που συγχωνεύθηκε δι’ απορροφήσεως με την ήδη τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία «ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΓΑ», τραυμάτισε τον ενάγοντα Ι. Σ. κατά τη σύγκρουση του παραπάνω ΙΧΦ αυτοκινήτου με την υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα, που οδηγούσε ο τελευταίος και η οποία έλαβε χώρα στις 05.01.1997 στη συμβολή της περιφερειακής οδού Αλιβερίου με την E.O Χαλκίδας - Λεπούρων στην Εύβοια,

(β) ότι το εν λόγω ατύχημα οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ΙΧΦ αυτοκινήτου Ν. Μ., ενώ ο ενάγων συνετέλεσε και ο ίδιος στην έκταση του τραυματισμού του κατά ποσοστό 20% επειδή δεν έφερε προστατευτικό κράνος,

(γ) ότι ο τελευταίος έπαθε από το ατύχημα οίδημα εγκεφάλου, θλάσεις εγκεφαλικού παρεγχύματος στην περιοχή των αριστερών και δεξιών γαγγλίων καθώς και κάταγμα άνω επιφύσεως κερκίδας άνω αριστερού άκρου, εξαιτίας των οποίων νοσηλεύτηκε στην Ελλάδα και το εξωτερικό, ότι από τον τραυματισμό του αυτό εμφανίζει μόνιμη βλάβη του εγκεφάλου με βραδυψυχισμό, μετατραυματική αντίδραση προσαρμογής, βραδύτητα ομιλίας, μειωμένη ένταση φωνής, διαταραχές μνήμης και συγκέντρωσης για εκτέλεση εργασίας, διαταραχές ισορροπίας σε όρθια θέση, ζαλάδες, ιλίγγους, πονοκεφάλους δυσκολία επικοινωνίας, διαταραχές οράσεως με αδυναμία σύγκλισης, δυσκολία για αυτοεξυπηρέτηση, σπαστική ημιπληγία αριστερού ημιμορίου και μεγάλη χωλότητα κατά τη βάδιση από το αριστερό σκέλος και ότι, συνεπεία των βλαβών που προαναφέρθηκαν, έχει υποστεί μόνιμη δια βίου αναπηρία και παραμόρφωση υπολογιζόμενη σε ποσοστό 90,76%.

Με την ίδια παραπάνω απόφαση (2477/02) επιδικάστηκε στον ενάγοντα αποζημίωση 28.702.440 δραχμών, μεταξύ άλλων, για νοσηλεία στο εξωτερικό, λήψη βελτιωμένης τροφής, μίσθωση ταξί, πρόσληψη οικιακής βοηθού για το από 01.09.1997 έως 15.02.1998 χρονικό διάστημα και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το ύψος της οποίας, καθορίστηκε σε 42.000.000 δραχμές Από την απόφαση αυτή παράγεται δεδικασμένο ως προς τις συνθήκες τελέσεως αδικοπραξίας, την αποκλειστική υπαιτιότητα του εναγομένου Ν.

Μ. στην πρόκληση του ατυχήματος, το βαθμό της συνυπαιτιότητας του ενάγοντα στην έκταση του τραυματισμού του και τις ζημιές, που αυτός υπέστη από το ατύχημα (05.01.1997) έως 15.02.1998 χρονικό διάστημα (ΑΠ 1298/88 ΕλλΔ/νη 1990, 109, ΕΑ 6376/98 ΕΣΔ 2001, 217). Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι ο ενάγων κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν 16 ετών μαθητής στη β’ λυκείου και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων μετά την ενηλικίωσή του και την εκπλήρωση των στρατιωτικών του υποχρεώσεων θα εργαζόταν στην επιχείρηση εμπορίας δερμάτων υποδηματοποιίας του πατέρα του με αρχικό μηνιαίο μισθό 620 ευρώ και συνολικό ετήσιο εισόδημα 620 X 14 =8.680 € και μηνιαίο 8.680/12= 723,33 € Την εργασία αυτή θα ασκούσε μέχρι 20-9-2018 κερδίζοντας έτσι από 20-9-2000 έως 20-9-2018 το συνολικό ποσό των 8.680 X 18 =156.240 €.

Από το ποσό αυτό ο ενάγων δικαιούται να αξιώσει από τους εναγομένους, αφαιρουμένου του ποσού των 31.248 € που αντιστοιχεί στο ποσοστό του 20% της συνυπαιτιότητας του ίδιου στην έκταση του τραυματισμού του, το ποσό των 124.992 €. Επομένως η εκκαλουμένη που έκρινε διαφορετικά ως προς τα αιτούμενα διαφυγόντα κέρδη και αναγνώρισε, ότι στον ενάγοντα οφείλονται διαφυγόντα κέρδη και για το μεταγενέστερο διάστημα έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος της έφεσης της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας.

Εξ ετέρου δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων στο διάστημα από 15.02.1998 έως 31.01.2004 δαπάνησε τα αναφερόμενα στις αγωγές του ποσά για συνεδρίες φυσιοθεραπειών, επισκέψεις σε οφθαλμίατρο, παθολόγο και ορθοπεδικό. Ούτε αποδείχθηκε ότι είχε λόγω του τραυματισμού του ανάγκη βελτιωμένης διατροφής ούτε ότι κατέβαλε ορισμένα ποσά για τις μετακινήσεις του με ταξί για λόγους σχετιζόμενους με τον τραυματισμό του και την εξ αυτού κατάσταση της υγείας του.

Επομένως η εκκαλουμένη που έκρινε κατά τον ίδιο τρόπο ορθά τον νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και πρέπει να απορριφθεί ο πρώτος λόγος της έφεσης του ενάγοντος Ι. Σ.

[...]

Στην προκειμένη περίπτωση η από 06.05.2010 [1η] αγωγή κατά της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας απορρίφθηκε ως αόριστη με την 4319/2011 απόφαση του ΜΠΑ. O ενάγων αποδέχθηκε την απόφαση ως προς τη διάταξη της αυτή και άσκησε κατά της ασφαλιστικής εταιρείας την από 19.12.2011 νέα αγωγή του με την ίδια νομική και ιστορική βάση αιτούμενος (1) αποζημίωση για τα διαφυγόντα κέρδη για το ίδιο όπως και στην προηγούμενη αγωγή του χρονικό διάστημα (02.09.2000 έως 31.12.2046) και (2) αποζημίωση για δαπάνη λήψης βελτιωμένης διατροφής, φυσιοθεραπείες, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και έξοδα μετακίνησης για το ίδιο επίσης όπως και στην προηγούμενη αγωγή του χρονικό διάστημα (15.02.1998 έως 31.01.2004).

Ενόψει του ότι νέα αυτή αγωγή του ασκήθηκε εντός εξαμήνου από την τελεσίδικη απόρριψη της προηγούμενης θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ότι η παραγραφή των ασκουμένων με αυτή αξιώσεών του έχει διακοπεί από την άσκηση της προηγούμενης από 6-5-2010 αγωγής του (άρθρα 261, 263 ΑΚ και 221 παρ. 1 ΚΠολΔ). H πρώτη εκείνη από 06.05.2010 αγωγή του επιδόθηκε στην τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία στις 07.05.2010, ήτοι μετά την πάροδο διετίας από την επομένη του ατυχήματος (06.01.1997).

Οι επίδικες αξιώσεις του ενάγοντος για αποζημίωση δεν αποτελούν νέες αξιώσεις από το ατύχημα αλλά αφορούν επιβλαβείς συνέπειες που επέρχονται εξακολουθητικώς (συνεχιζόμενη αναπηρία, παραμόρφωση) από το χρόνο του ατυχήματος εξαιτίας της βλάβης του σώματός του. Γνώση της ως άνω ζημίας είχε ο ενάγων από το χρόνο του ατυχήματος δεν γνώριζε όμως την έκτασή της ποσοτικά και χρονικά.

Συνεπώς δεν πρόκειται εν προκειμένω για οψιγενείς ή απρόβλεπτες συνέπειες του ατυχήματος, αφού η περιγραφόμενη και αποδεικνυόμενη κατάσταση της υγείας του ενάγοντος κατά τα χρονικά διαστήματα άσκησης της πρώτης και της ως άνω αγωγής του είναι η ίδια, αλλά για αξίωση κατά το χρόνο των αρχικών συνεπειών του ατυχήματος με δυσμενέστατες επιρροές στην επαγγελματική και κοινωνική εξέλιξη του ενάγοντα.

Το γεγονός ότι η δικαστική πραγματογνωμοσύνη στην οποία αναφέρεται το ποσοστό της αναπηρίας του ενάγοντος, έγινε γνωστό σ’ αυτόν τον Μάρτιο του 1999, δεν αναιρεί τα προαναφερθέντα. Ειδικότερα ο ίδιος ο ενάγων στην πρώτη από 15.02.1998 αγωγή του, περιγράφοντας την κατάσταση της υγείας του συνεπεία του ατυχήματος αναφέρει ότι έχει καταστεί ανάπηρος και ότι η κατάσταση αυτή της υγείας του θα υπάρχει σε όλη τη διάρκεια της ζωής του.

H ίδια περιγραφή της κατάστασής του γίνεται και στις από 06.11.1998 έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ενώ στο από 28.05.1997 σημείωμά του προς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατά τη συζήτηση της αιτήσεως, για προσωρινή επιδίκαση απαιτήσεων αναφέρει ότι έχει καταστεί «φυτό» και είναι ανάπηρος μέχρι σήμερα.

Επομένως, οι ένδικες αξιώσεις του ενάγοντος, που, με βάση όσα ειπώθηκαν παραπάνω αποτελούν όλες προβλεπτές από την αρχή ζημίες αυτού, μη οφειλόμενες σε αιφνίδια μεταγενέστερη επιδείνωση της υγείας του, η οποία, ως ελέχθη, δεν έλαβε χώρα, υπέκυψαν στην διετή παραγραφή του άρθρου 10 παρ. 2 του ν. 489/76 ως προς την εναγομένη - εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία και επομένως η σχετική ένσταση παραγραφής που αυτή παραδεκτά προτείνει με τον σχετικό λόγο έφεσης της εφόσον αποδεικνύεται εγγράφως (Εφ Θεσ.46/2014 αδημ.) πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσία και συνακόλουθα να γίνει δεκτός και ο λόγος αυτός της έφεσης της εκκαλούσας ασφαλιστικής εταιρείας.

Σημειωτέον ότι (α) η προγενέστερη από 15.02.1998 αγωγή του ενάγοντα δεν περιλαμβάνει τις ένδικες αξιώσεις ώστε να επέλθει διακοπή της παραγραφής τους με αυτήν, ενώ δεν μπορεί να γίνει λόγος περί επιμηκύνσεως της παραγραφής σε 20ετή κατά το άρθρο 268 ΑΚ, αφού η υπ’ αριθμ. 2477/02 απόφαση του Δικαστηρίου που εκδόθηκε επί της παραπάνω προγενέστερης αγωγής, δημοσιεύθηκε στις 21.03.2002, ήτοι μετά τη συμπλήρωση διετίας από του χρόνου του ατυχήματος και έτσι οι ένδικες αξιώσεις είχαν υποκύψει στην παραπάνω διετή παραγραφή πριν την τελεσίδικη βεβαίωση των προγενεστέρων.

Περαιτέρω και εφόσον η κυρία αγωγή [υπό στοιχείο 3] του Ι. Σ. κατά της ασφαλιστικής εταιρείας θα πρέπει να απορριφθεί ως προς το κεφάλαιο αυτής που αφορά τα διαφυγόντα κέρδη του ενάγοντος στο ως άνω χρονικό διάστημα λόγω παραγραφής, θα πρέπει να κρατηθεί και να εξετασθεί η πλαγιαστική αγωγή που είχε σωρεύσει ο ενάγων στην πρώτη του αγωγή κατά της ασφαλιστικής εταιρείας σχετικά με τα διαφυγόντα κέρδη του και όχι ως προς τα κονδύλια που αφορούν τις αξιώσεις περί επιδικάσεως δαπανών για ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, φυσικοθεραπείες, βελτιωμένη διατροφή και έξοδα μετακίνησης εφόσον η πλαγιαστική αγωγή ασκήθηκε μόνο για κάθε τυχόν αξίωση του ενάγοντος η οποία έχει υποπέσει σε παραγραφή κατά της τρίτης εναγομένης η δε κυρία αγωγή απορρίφθηκε ήδη με την εκκαλουμένη ως προς αυτά κατ’ ουσία [...]|».

[V] Παρότι όμως στην αιτιολογία της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ως προς την από 19.12.2011 αγωγή του Ι. Σ. κατά της ασφαλιστικής εταιρείας κρίνεται, ότι το κονδύλιο των διαφυγόντων κερδών της έχει υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 10 παρ. 2 του Ν 498/1976 (8ο φύλλο, πρώτη σελίδα) και τα λοιπά κονδύλια (βελτιωμένη διατροφή κλπ) είναι αναπόδεικτα (6ο φύλλο, πρώτη σελίδα) και επομένως η αγωγή αυτή είναι απορριπτέα, στο τέλος του σκεπτικού εκτίθεται, ότι πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η από 19-11-2011 αγωγή ως προς το κονδύλιο των διαφυγόντων κερδών (10ο φύλλο, πρώτη σελίδα) και με το διατακτικό γίνεται εν μέρει δεκτή η ίδια αγωγή και υποχρεώνεται η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 124.992 € ως αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη νομιμοτόκως από την επίδοση της από 15-9-2000 αγωγής του Ι. Σ.. Η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία με τον πρώτο (1ο) λόγο της από 8-10-2018 αίτησης αναίρεσής της προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι με την κρίση της αυτή υπέπεσε στις πλημμέλειες από τους αρ. 17 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός για παράβαση της περίπτωσης 19 του ίδιου άρθρου είναι βάσιμος, καθόσον ανακύπτει αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ως προς την από 19-12-2011 αγωγή (βλ. και ΑΠ 68/2010).

[VI] Αντίθετα, η αιτίαση για την παραβίαση της περίπτωσης 17 του άρθρου 559 είναι απαράδεκτη, διότι η προσβαλλόμενη δεν διαλαμβάνει αντιφατικές διατάξεις στο διατακτικό. Επιπρόσθετα, η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία με το δεύτερο (2ο) λόγο της αίτησής της ισχυρίζεται, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις, άλλως έχει ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, κατά παράβαση του άρθρου 559 περ. 17 και 19 του ΚΠολΔ. Τούτο δε διότι, ενώ αναφέρονται στο σκεπτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ως διάδικοι οι Ν. Μ. και Γ. Μ., στο διατακτικό υποχρεώνεται η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία να καταβάλει στους Ι. Μ. και Γ. Μ., με τον όρο της προηγούμενης καταβολής του στον αναιρεσίβλητο, το ποσό των 124.992 ευρώ, ήτοι αναφέρεται διάδικος που δεν υπάρχει (Ι. Μ.). Ο λόγος αυτός αλυσιτελώς προβάλλεται, καθόσον στην από 06.05.2010 πλαγιαστική αγωγή, στην οποία αναφέρεται η αναιρεσείουσα, οι Ν. και Γ. Μ. δεν είναι διάδικοι, ενώ η εσφαλμένη αναγραφή του ονόματος του Ι. Μ. αντί του ορθού ονόματός του «Ν. Μ.» οφείλεται σε προφανή παραδρομή της αναιρεσιβαλλόμενης.

[VII] Με τον τρίτο (3ο) κατά σειρά λόγο της αίτησης αναίρεσης της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 345, 346, 929 και 930 παρ. 1 του ΑΚ, τόσο ως προς την εφάπαξ επιδίκαση της αποζημίωσης της εκ των διαφυγόντων κερδών ζημίας του αναιρεσιβλήτου στο μέλλον κατά μερική παραδοχή της από 19.12.2011 αγωγής και της από 06.05.2010 πλαγιαστικής αγωγής, χωρίς την παράθεση σπουδαίου λόγου προς τούτο, όσο και ως προς την επιδίκαση τόκων σ’ αυτόν από την επίδοση της από 15.09.2000 αγωγής αυτού κατά της αναιρεσείουσας, χωρίς αιτιολογία.

Ο λόγος αυτός της αίτησης, κατά το μέρος που αφορά στο κονδύλιο της από 06.05.2010 πλαγιαστικής αγωγής περί εφάπαξ ή σε μηνιαίες δόσεις καταβολής της αποζημίωσης των διαφυγόντων κερδών εντόκως από την επίδοση της από 15.09.2000 αγωγής του αναιρεσίβλητου είναι βάσιμος, διότι στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν παρατίθεται κανένα περιστατικό, που να συνιστά σπουδαίο λόγο και να δικαιολογεί την επιδίκαση των 124.992 ευρώ σε κεφάλαιο εφάπαξ, ούτε (παρατίθεται) η συνδρομή των νόμιμων προϋποθέσεων, με βάση τις οποίες κατέστη απαιτητό το ποσό αυτό από την επίδοση της από 15.09.2000 αγωγής (π.χ.

αν με την από 15.09.2000 αγωγή είχε ασκηθεί η ίδια με την ερευνώμενη αξίωση του άρθρου 929 του ΑΚ και ποια η έκβαση εκείνης της δίκης ως προς το εν λόγω κεφάλαιο κλπ) κατά παράβαση των περιπτώσεων 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ενώ παρέλκει κατά τα λοιπά η διερεύνηση του ίδιου λόγου ως προς την επιδίκαση του ίδιου κονδυλίου της από 19.12.2011 αγωγής με τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της από 15.09.2000 αγωγής, εφόσον κρίθηκε βάσιμος ο 1ος λόγος της αναίρεσης λόγω αντιφατικότητας μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού ως προς την από 19.12.2011 αγωγή.

[VIII] Στη συνέχεια, ως προς το με βάση την ασφαλιστική σύμβαση υπολειπόμενο ασφαλιστικό ποσό η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα εξής πραγματικά περιστατικά: «| [...] Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία έχει καταβάλει - για κεφάλαιο - από το συνολικό ποσό του ασφαλίσματος των 440.205,43 €:

(Α) στον ενάγοντα (αα) την 19.09.1997 48.167,28 € (βλ. την από 19.09.1997 εξοφλητική απόδειξη), (αβ) την 24.06.1998 το ποσό των 22.397,65 € σε εξόφληση της 12255/98 απόφασης του ΜΠΑ (βλ. την από απόδειξη εξόφλησης), (αγ) την 12.12.2000 το ποσό των 20.542,92 € σε εξόφληση της 5266/2000 απόφασης του ΜΠΑ (βλ. την από 12.12.2000 απόδειξη εξόφλησης), (αδ) την 15.04.2002 το ποσό των 113.644,08 € σε ολοσχερή εξόφληση της 2477/2002 απόφασης του Εφετείου Αθηνών (βλ. την από 15.04.2002 απόδειξη εξόφλησης), (αε) την 03.06.2004 το ποσό των 12.431 € δυνάμει της 6521/2003 απόφασης του Εφετείου Αθηνών (βλ. την από 03.06.2004 απόδειξη εξόφλησης) σε ολοσχερή εξόφληση της από 15.09.2000 προηγούμενης αγωγής εναντίον της. Συνολικά δε έχει καταβάλει στον ενάγοντα για κεφάλαιο το ποσό των 217.182,93 €.

(B) Στον Λ. Σ. το ποσό των 32.862,97 € σε εξόφληση της 5266/2000 απόφασης του ΜΠΑ (βλ την από 14.12.2000 απόδειξη εξοφλήσεως).

(Γ) στον Ε. Σ. το ποσό των 885,39 € σε εξόφληση της 5266/2000 απόφασης του ΜΠΑ (βλ την από 14.12.2000 απόδειξη εξοφλήσεως). Συνολικά δε έχει καταβάλει η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία το ποσό των 250.931,29 € και υπολείπεται από το ασφάλισμα ποσό 440.205,43 - 250.931,29 = 189.274,14 ευρώ. Μέχρι τη συμπλήρωση του ποσού αυτού η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία υποχρεούται να καταβάλει στους ενάγοντες της πλαγιαστικής αγωγής κάθε ποσό που θα υποχρεωθούν αυτοί να καταβάλουν στον ενάγοντα της κυρίας αγωγής σε εκτέλεση των διατάξεων της παρούσας απορριπτομένης ως άνευ αντικειμένου της προβληθείσας και ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ένστασης της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας που παραδεκτά επαναφέρει με τον σχετικό λόγο έφεσης της αφού το επιδικαζόμενο ποσό είναι μικρότερο από το ποσό που υπολείπεται από το ασφάλισμα [...]|».

Η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο (4ο ) λόγο της αναίρεσής της επικαλείται παράβαση του άρθρου 559 περ. 8 και 19 του ΚΠολΔ, διότι κατά τους ισχυρισμούς της η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη και στερείται νόμιμης βάσης λόγω έλλειψης αιτιολογίας, άλλως έχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε ζητήματα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη δίκη. Ότι ειδικότερα, παρέλειψε να απαντήσει στη νομίμως προταθείσα (με τον 3ο λόγο της έφεσής της) ένσταση περιορισμού της ευθύνης της αναιρεσείουσας μέχρι του υπολειπομένου ποσού των 89.274,14 ευρώ, ενόψει του ότι η οφειλή της εκ του άρθρου 931 του ΑΚ, ποσού 100.000 ευρώ, από άλλη αγωγή, παραμένει εκκρεμής μετά την αναίρεση της σχετικής διάταξης με την 965/2015 απόφαση του ΑΠ, με αποτέλεσμα να προσδιορίσει με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αναιτιολόγητα και αυθαίρετα το υπολειπόμενο ποσό του ασφαλίσματος σε 189.274,14 ευρώ.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο, αφού εκτίμησε και παρέθεσε λεπτομερώς το σύνολο του ασφαλιστικού ποσού και τα ήδη καταβληθέντα από την ασφαλιστική εταιρεία ποσά αποζημίωσης στο δικαιούχο αναιρεσίβλητο παθόντα, κατόπιν αφαίρεσης του δεύτερου από το πρώτο ποσό υπολόγισε το υπολειπόμενο ποσό του ασφαλίσματος, απορρίπτοντας ως αβάσιμο το σχετικό λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας.

[IX] Ακολούθως, η αναιρεσείουσα με τον πέμπτο (5ο) λόγο της αίτησής της επικαλείται την πλημμέλεια του άρθρου 559 περ. 1 του ΚΠολΔ ισχυριζόμενη, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παρεβίασε τις διατάξεις των άρθρων 72 του ΚΠολΔ και 10 του Ν. 2496/1997 περί ασκήσεως πλαγιαστικά από τον παθόντα τρίτο της αξίωσης του ασφαλισμένου από τη σύμβαση ασφάλισης κατά του ασφαλιστή, σύμφωνα με τις οποίες η αξίωση αυτή παραγράφεται μετά τετραετία, αρχομένη από το τέλους του έτους, μέσα στο οποίο έλαβε χώρα η επίδοση της κύριας αγωγής του παθόντος κατά των ασφαλισμένων υπόχρεων, καθόσον κρίθηκε, ότι η παραγραφή της σχετικής αξίωσης των ασφαλισμένων έναντι της ασφαλιστικής εταιρείας αρχίζει από της καταβολής του ποσού, που θα καταβάλουν στον ενάγοντα της κύριας αγωγής.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η αναιρεσείουσα δεν εκθέτει αν είχε προτείνει, πέραν της διετούς παραγραφής του άρθρου 10 παρ. 2 του Ν 489/1976, και την κατ’ άρθρο 10 του Ν 2496/1997 ένσταση παραγραφής ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ούτε ότι επανέφερε αυτόν, με σχετικό λόγο της, ενώπιον του Εφετείου, ασκηθείσας έφεσής της, ή με τις ενώπιον αυτού κατατεθείσες προτάσεις της, τις αφορώσες στην αντίθετη έφεση του ζημιωθέντος τρίτου-νυν αναιρεσιβλήτου.

Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον από την επισκόπηση των παραδεκτώς, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ ως διαδικαστικών εγγράφων, ελεγχομένων δικογράφων της έφεσης και των προτάσεων της αναιρεσείουσας, προκύπτει ότι αυτή δεν είχε προβάλει ισχυρισμό (ένσταση), περί παραγραφής κατ' άρθρο 10 του Ν. 2496/1997 της περιεχομένης στην πλαγιαστική αγωγή αξίωσης του αναιρεσίβλητου κατά της αναιρεσείουσας.

[X] Ακολούθως, ο έκτος (6ος ) λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτόν η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, διότι δέχθηκε ότι το διαφυγόν κέρδος των ετών 2000-2018 θα ανερχόταν σε 723,33 ευρώ μηνιαίως χωρίς καμία απολύτως αιτιολογία και χωρίς να προσδιορίζει από ποιο αποδεικτικό μέσο προέκυψε το ποσό αυτό, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η παράλειψη του Εφετείου να αναφέρει συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία κατέληξε στο σχηματισμό της κρίσης του δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας, ενώ αρκεί να εκτίθεται στην απόφαση μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Κατά τα λοιπά, η με τον ίδιο λόγο αιτίαση του αριθμού 10 του άρθρου 559, ότι η προσβαλλομένη δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι αβάσιμη, διότι στην προσβαλλόμενη απόφαση μνημονεύονται όλα τα αποδεικτικά μέσα, που έλαβε υπόψη (μαρτυρικές καταθέσεις, ένορκη βεβαίωση και όλα τα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και ένορκες βεβαιώσεις στο πλαίσιο άλλων δικών των διαδίκων) για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος.

[XI] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 9 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Υπάρχει επιδίκαση πλέον του αιτηθέντος όταν το Δικαστήριο, παρά τον περιορισμό του αιτήματος επιδίκασε όλο το ποσό ή παρά τον περιορισμό του αιτήματος σε αναγνωριστικό δέχθηκε την αγωγή ως καταψηφιστική (ΑΠ 1392/2019, ΑΠ 941/2009, ΑΠ 165/2007).

Με τον έβδομο (7ο) λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα παραπονείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση επιδίκασε καταψηφιστικώς στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 124.992 ευρώ, τόσο κατά την αποδοχή της από 19.12.2011 αγωγής όσο και κατά την αποδοχή της από 06.05.2010 πλαγιαστικής αγωγής, παρότι ο τελευταίος είχε μετατρέψει κατά τη συζήτησή τους το αγωγικό του αίτημα περί επιδίκασης του κονδυλίου των διαφυγόντων κερδών σε έντοκο αναγνωριστικό. Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, κατά το μέρος που αφορά στην από 06.05.2010 πλαγιαστική αγωγή του αναιρεσίβλητου κατά της αναιρεσείουσας-εναγομένης, καθόσον, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των υπ’ αριθμ. 4319/2011 πρακτικών του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και των αντίστοιχων προτάσεών του, ο ενάγων αυτής και ήδη αναιρεσίβλητος είχε μετατρέψει το αίτημά του σε έντοκο αναγνωριστικό με προφορική δήλωσή του, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, και με τις πρωτόδικες προτάσεις του κατά τη συζήτηση της αγωγής του, μετά την οποία εκδόθηκε η 4319/2011 εν μέρει οριστική απόφαση, και παρά ταύτα το Εφετείο επιδίκασε καταψηφιστικώς το κονδύλιο των 124.992 ευρώ της πλαγιαστικής αγωγής, ενώ παρέλκει ως αλυσιτελής η διερεύνηση του ίδιου λόγου ως προς την από 19.12.2011 αγωγή μετά την παραδοχή ως βάσιμου του 1ου λόγου περί αντιφατικότητας μεταξύ αιτιολογίας και διατακτικού.

[XII] Ο Ι. Σ. με τον πρώτο (1ο) λόγο της από 30-7-2020 αίτησης αναίρεσής του παραπονείται, ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκαν αναιτιολόγητα, άλλως με ανεπαρκή αιτιολογία, κατά παράβαση του αριθμού 19 του άρθρου 559 τα κονδύλια για φυσικοθεραπείες, επισκέψεις σε ιατρούς, βελτιωμένη διατροφή και μετακινήσεις με ταξί. Οι αιτιάσεις αυτές του αναιρεσείοντος είναι απαράδεκτες, διότι υπό την επίφαση επίκλησης παραβίασης από το ανωτέρω άρθρο πλήττεται η ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων.

[XIII] Ακολούθως, ο αναιρεσείων με το δεύτερο (2ο) λόγο παραπονείται για παράβαση του αριθμού 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, επειδή στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση εκτίθεται, ότι μεταξύ των αποδεικτικών μέσων λήφθηκε υπόψη και η 274/2014 ένορκη βεβαίωση του Ι. Κ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, την οποία όμως ο αναιρεσείων δεν προσκόμισε ούτε επικαλέσθηκε.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση των κατ' έφεση προτάσεων του αναιρεσείοντος προκύπτει, ότι η 274/2013 ένορκη βεβαίωση του Ι. Κ. με τις .../18-1-2013 και .../18-1-2013 εκθέσεις επίδοσης της κλήσης του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Διονυσίου Δεσποτόπουλου προσκομίσθηκαν με επίκληση από αυτόν (αναιρεσείοντα), από προφανή δε παραδρομή της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης αναφέρεται ως χρονολογία λήψης της ένορκης βεβαίωσης το έτος 2014 αντί του ορθού 2013 καθώς και ότι λήφθηκε ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών αντί του ορθού «Ειρηνοδίκη Καλλιθέας», ενώ παρατίθενται ορθώς οι προαναφερόμενες εκθέσεις επίδοσης της κλήσης για τη διενέργειά της, έτσι ώστε δεν δημιουργείται αμφιβολία, ότι λήφθηκε υπόψη από την προσβαλλόμενη απόφαση η 274/2013 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Καλλιθέας.

Περαιτέρω, οι αιτιάσεις του με τον ίδιο λόγο, ότι αν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση είχε λάβει υπόψη της όλες τις προσκομισθείσες με επίκληση ένορκες βεβαιώσεις του, θα είχε κάνει δεκτό το λόγο έφεσής του που αφορά στις δαπάνες, που συνιστούν τη θετική ζημία του μετά τις 15.02.1998, είναι ομοίως αβάσιμες, καθόσον προκύπτει από την προσβαλλόμενη, ότι λήφθηκαν υπόψη όλες οι προσκομισθείσες με νόμιμη επίκληση ένορκες βεβαιώσεις του (που λήφθηκαν είτε στο πλαίσιο άλλων δικών είτε ενόψει της παρούσας δίκης).

[XIV] Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως «πράγματα» νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου, με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008). Ο ισχυρισμός, που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος πρότασης ή επαναφοράς του στο Εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί, από το αναιρετήριο, αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, και, αν το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες, σχετικές, παραδοχές, υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ 81/2020, ΑΠ 892/2019, ΑΠ 739/2011, ΑΠ 1654/2007, ΑΠ 1632/2007, ΑΠ 669/2007).

Ο αναιρεσείων με τον τρίτο (3ο) λόγο της αναίρεσής του παραπονείται, ότι το Εφετείο Αθηνών, κατά παράβαση του αριθμ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διαλαμβάνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του ενστάσεις της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας και ειδικότερα της παραγραφής του άρθρου 10 του Ν 489/1976 και του συντρέχοντος πταίσματος του αναιρεσείοντος στην έκταση του τραυματισμού του, παρότι η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία ουδεμία ένσταση προέβαλε νομίμως ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όπως προκύπτει από τα 810/2015 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, επί της οποίας εκδόθηκε κατ' έφεση η προσβαλλόμενη απόφαση και συνεπώς καμία ένστασή της δεν προέβαλε νομίμως ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, προκειμένου αυτό να τις λάβει υπόψη. Ο λόγος αυτός είναι πρωτίστως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, εφόσον δεν εκτίθενται στο αναιρετήριο οι κρίσιμες παραδοχές του εφετείου, υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση.

[XV] Ακολούθως ο αναιρεσείων με τον πρώτο (1ο) από τους πρόσθετους λόγους της αίτησης αναίρεσής του παραπονείται για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης κατά παράβαση του αριθμού 19 του άρθρου 559, διότι, κατά τον υπολογισμό των διαφυγόντων κερδών προσδιόρισε για το από 20.09.2000 έως 20.09.2018 χρονικό διάστημα το μηνιαίο μισθό στο ποσό των 620 ευρώ, το συνολικό ετήσιο εισόδημα σε 620 x 14 = 8.680 ευρώ και μηνιαίο 8.680 ÷ 12 = 723,33 ευρώ, χωρίς καμία αναπροσαρμογή, την οποία αιτείτο, και χωρίς αιτιολογία. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, διότι υπό την επίκληση της προαναφερόμενης πλημμέλειας, πλήττεται η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, πραγματικών γεγονότων, η οποία (εκτίμηση) δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ).

Εξάλλου, για να επιδικαστεί αποζημίωση για τη μελλοντική ζημία του άρθρου 929 του ΑΚ θα πρέπει να είναι δυνατός ο προσδιορισμός αυτής κατά το χρόνο της απόφασης, είτε εφάπαξ, είτε κατά χρονικές περιόδους. Όταν, όμως, αυτή δεν είναι απλώς μέλλουσα, αλλά η πραγμάτωσή της εξαρτάται και από άλλους αστάθμητους παράγοντες, οι οποίοι είναι ενδεχόμενο να επέλθουν στο μέλλον και των οποίων η τυχόν μέλλουσα πραγματοποίηση είναι αδύνατο να προβλεφθεί, κατά τους κανόνες της κοινής πείρας, τότε δεν επιδικάζεται, ως πρόωρη και επιδικάζεται μόνο όταν γεννηθεί (ΑΠ 325/2016, ΑΠ 1105/2015, ΑΠ 2153/2013, ΑΠ 869/2013, ΑΠ 601/2010, ΑΠ 2076/2006, ΑΠ 122/2006).

Περαιτέρω, η απόφαση που απορρίπτει την αγωγή ως προώρως ασκηθείσα, δηλαδή λόγω μη απαιτητού του χρέους, δεν παράγει δεδικασμένο για την ουσία του δικαιώματος, διότι με τέτοια απόφαση δεν τέμνεται η διαφορά, ενώ, εξάλλου, η απόρριψη της αγωγής για τον ίδιο λόγο, δεν αποτελεί απόρριψη αυτής για τυπικούς λόγους. Τούτο δε καθ' όσον κάτι τέτοιο θα προϋπέθετε ότι είναι αντικειμενικώς δυνατή η εντός εξαμήνου από την προηγουμένη απόρριψη ως πρόωρης έγερση νέας αγωγής, γεγονός, που δεν είναι δυνατόν στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 416/2019, ΑΠ 1445/2018).

Με το δεύτερο (2ο) από τους πρόσθετους λόγους της από 30-7-2020 αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, διότι απέρριψε το αγωγικό κονδύλιο των διαφυγόντων κερδών για το μετά την 20ή Οκτωβρίου 2018 χρονικό διάστημα ως προώρως ασκηθέν, κατά παράβαση του άρθρου 929 παρ. 1 του ΑΚ, το οποίο προβλέπει την καταβολή της αποζημίωσης για οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον χωρίς χρονικό περιορισμό, η δε απαίτησή του από ισόβιο απώλεια εισοδήματος λόγω ισοβίου ανικανότητας εργασίας είναι βέβαιη και εκκαθαρισμένη. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι το σχετικό κονδύλιο απορρίφθηκε από το Εφετείο, ως προώρως ασκηθέν και συνεπώς δεν ερευνήθηκε κατ’ ουσίαν.

Με τον τρίτο (3ο) πρόσθετο λόγο ο αναιρεσείων παραπονείται για πλημμέλεια της περ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ -παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, διότι κατά παράβαση του άρθρου 537 του ΚΠολΔ η αναιρεσιβαλλόμενη, αφού υποχρέωσε την αναιρεσίβλητη να καταβάλει στον αναιρεσείοντα ως αποζημίωση κατ' άρθρο 929 παρ. 1 του ΚΠολΔ το ποσό των 124.992 ευρώ, επεξέτεινε το αποτέλεσμα της δίκης και στους ερήμην δικασθέντες Γ. και Ν. Μ., παρότι είχαν υποχρεωθεί να καταβάλουν μεγαλύτερα ποσά με την πρωτόδικη απόφαση και δεν είναι ομόδικοι αλλά αντίδικοι της ασφαλιστικής εταιρείας, όντες εφεσίβλητοι στην έφεση της τελευταίας. Ο λόγος αυτός είναι πρωτίστως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι δεν εκτίθεται η συγκεκριμένη παραδοχή της προσβαλλομένης, ούτε το πρωτοδίκως επιδικασθέν σε βάρος των Γ. και Ν. Μ. ποσό αποζημίωσης.

Τέλος, με τον τέταρτο (4ο) πρόσθετο λόγο της από 30.07.2020 αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων παραπονείται, ότι κατά παράβαση του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, ενώ με την προσβαλλόμενη απόφαση κατ' εφαρμογή των άρθρων 179 και 183 του ΚΠολΔ συμψηφίσθηκε η δικαστική δαπάνη και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας για την εκκαλούσα και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία λόγω δυσχέρειας του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, με αντιφατική αιτιολογία καταδίκασε τον εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα στην καταβολή δικαστικής δαπάνης, παρότι οι ίδιοι δυσχερείς κανόνες δικαίου εφαρμόσθηκαν από το εκδόν την προσβαλλόμενη απόφαση Εφετείο κατά τη διερεύνηση των αντίθετων εφέσεων του ενάγοντος και της εναγομένης. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι καθεμία αιτιολογία στηρίζει διαφορετική διάταξη του διατακτικού της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, καθόσον συμψηφίσθηκε στο σύνολό της η δικαστική δαπάνη καθεμίας από τις τρεις αγωγές λόγω του δυσερμήνευτου των εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου (άρθρ. 179 του ΚΠολΔ), ενώ επειδή απορρίφθηκε η έφεση της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, επιβλήθηκε η εξ αυτής δικαστική δαπάνη σε βάρος της τελευταίας ως συνέπεια της αρχής της ήττας (άρθρ. 176 του ΚΠολΔ).

[XVI] Πέραν τούτου, εφόσον κρίθηκαν βάσιμοι οι ανωτέρω λόγοι αναίρεσης της αναιρεσείουσας για το κεφάλαιο της αποζημίωσης για διαφυγόντα κέρδη ποσού 124.992 ευρώ τόσο της από 06.05.2010 πλαγιαστικής αγωγής, όσο και της από 19.12.2011 αγωγής του ενάγοντος κατά της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, θα επαναπροσδιορισθεί το κεφάλαιο της δικαστικής δαπάνης για τις αγωγές αυτές και ως εκ τούτου, σε κάθε περίπτωση, αλυσιτελώς προτείνεται ως προς αυτές ο σχετικός λόγος. Μετά από αυτά, η από 30.07.2020 (αριθμ. κατάθ. 684/30-7-2010) αίτηση αναίρεσης του Ι. Σ. και οι από 19.01.2021 (αριθμ. κατάθ. 7/19-1-2021) πρόσθετοι λόγοι αυτής πρέπει να απορριφθούν και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει). Λόγω της ήττας του ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

[XVII] Ακολούθως, αφού η από 08.10.2018 αίτηση αναίρεσης (αριθμ. κατάθ. 742/10-10-2018) της ασφαλιστικής εταιρείας γίνει δεκτή, κατά παραδοχή, ως βάσιμων, των πρώτου (1ου), τρίτου (3ου) και έβδομου (7ου) λόγων της, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τα κεφάλαιά της που προεκτέθηκαν και, ακολούθως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά τα αναιρούμενα κεφάλαιά της, στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, σε αυτή (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει). Τέλος, ο αναιρεσίβλητος που νικήθηκε στη δίκη πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει:

(1) την από 08.10.2018 αίτηση αναίρεσης (αριθμ. κατάθ. 742/10-10-2018) της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ»,

(2) την από 30.07.2020 (αριθμ. κατάθ. 684/30-7-2020) αίτηση αναίρεσης του Ι. Σ. και

(3) τους από 19.01.2021 (αριθμ. κατάθ. 7/19-1-2021) πρόσθετους λόγους της δεύτερης αίτησης, για αναίρεση της 3932/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Απορρίπτει την από 30.07.2020 αίτηση αναίρεσης του Ι. Σ. και τους από 19.01.2021 πρόσθετους λόγους αυτής για αναίρεση της 3932/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως απαράδεκτους, ως προς τους πρώτο και δεύτερο αναιρεσίβλητους.

Απορρίπτει την από 30.07.2020 αίτηση αναίρεσης του Ι. Σ. και τους από 19.01.2021 πρόσθετους λόγους αυτής για αναίρεση της 3932/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς την τρίτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία «ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ».

Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Δέχεται την από 08.10.2018 αίτηση αναίρεσης της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας, με την επωνυμία «ΕΘΝΙΚΗ Α.Ε.Ε.Γ.Α.».

Αναιρεί εν μέρει την 3932/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τα κεφάλαια που αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσας.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά τα αναιρούμενα κεφάλαια, στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση.

Διατάζει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που έχει καταθέσει. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Νοεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ