1545/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1545/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Τζανακάκη διάβασε την από 1-4-2016 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Καλαματιανού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αίτησης για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 369/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1545 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1545/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Β. συζ. Θ. Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Ντιζέ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Τ. του Η., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕΓΑ", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 25-1-2017 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-2-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 400/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 369/2014 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-7-2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα και η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Τζανακάκη διάβασε την από 1-4-2016 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Καλαματιανού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αίτησης για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 369/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της 2ης των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ.
β’ και γ’ ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ" άρθρο 575 εδ. β’ του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης η αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ’ αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά τη μετ’ αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο αυτή (ΑΠ 242/2015,ΑΠ 546/2015,ΑΠ 1726/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση από τα πρακτικά της δίκης και τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η κρινόμενη από 21-7-2015 (αρ. ...2015) αίτηση αναίρεσης είχε προσδιοριστεί αρχικά για τη δικάσιμο της 15-4-2016 , με αρ. πινακίου 23, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Δ’ Πολιτικού Τμήματος του Δικαστηρίου τούτου (αρ. 568 παρ.2-4 ΚΠολΔ).
Εξάλλου, από την υπ’ αρ. ... ...12-2015 έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Λάρισας, Χ. Π., την οποία προσκομίζει και επικαλείται νόμιμα η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της αναίρεσης, η αίτηση αναίρεσης κοινοποιήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (αρ. 124 παρ. 1 ΚΠολΔ) στον 1ο αναιρεσίβλητο, για να παραστεί κατά την ανωτέρω αρχική δικάσιμο.
Περαιτέρω, από το πινάκιο αναιρετικών υποθέσεων του Δ’ Πολιτικού Τμήματος της ως άνω αρχικής δικασίμου προκύπτει, ότι, κατά την αρχική δικάσιμο της υπόθεσης, ο και σήμερα απολειπόμενος 1ος αναιρεσίβλητος δεν είχε παρασταθεί, ότι παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα και η 2η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία και ότι η υπόθεση αναβλήθηκε από το πινάκιο (αρ. 226 παρ.4 ΚΠολΔ) για τη δικάσιμο ,που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας απόφασης.
Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο δεν εμφανίστηκε και πάλι ο απολειπόμενος και στην προηγούμενη συνεδρίαση 1ος αναιρεσίβλητος ,ούτε και κατέθεσε δήλωση μη παράστασης κατ’ αρ. 242 παρ.2 ΚΠολΔ, αλλά παραστάθηκαν νομίμως και προσηκόντως μόνον η επισπεύδουσα τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναιρεσείουσα και η 2η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία.
Επομένως, αφού ο 1ος αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύτηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 576 παρ.2 περ. α και γ’ ΚΠολΔ να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς τους λοιπούς διαδίκους, που εκπροσωπούνται νόμιμα από πληρεξούσιο δικηγόρο και παρά την απουσία αυτού.
Περαιτέρω, η κρινόμενη από 21-7-2015 (αρ. ...2015) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ’ αρ. 369/2014 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (αρ. 681Α ΚΠολΔ) έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα και είναι παραδεκτή. Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ’ ιδίαν λόγων αυτής (αρ.577 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ).
Ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, και, ως εκ τούτου, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης. Οι εν λόγω ισχυρισμοί, για τους οποίους ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι παρά τον νόμο δεν λήφθηκαν υπόψη, πρέπει να είχαν προταθεί παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο διαφορετικά δεν μπορούσε να τους λάβει υπόψη, αλλά και να είχαν επαναφερθεί νόμιμα, σύμφωνα με το άρθρο 240 ΚΠολΔ, και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (Ολ. ΑΠ 2/2001).
Περαιτέρω, ο αναιρετικός λόγος από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, αναφέρεται δε μόνο σε δικονομικές πλημμέλειες, όπως είναι και η απαράδεκτη υποβολή νέων αιτήσεων ή νέων ισχυρισμών (Ολ ΑΠ 2/2005), ενώ οι ουσιαστικές ακυρότητες ελέγχονται με τον αναιρετικό λόγο από τον αρ. 1 του ίδιου άρθρου (Ολ.ΑΠ 2/2001). Για τη θεμελίωση αυτού του λόγου αναίρεσης, πρέπει το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση να είχε υποχρέωση από τον νόμο να κηρύξει την ακυρότητα, το απαράδεκτο ή την έκπτωση, όταν δε το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη ισχυρισμό που είχε προταθεί κατά τρόπο απαράδεκτο, θεμελιώνονται παράλληλα οι αναιρετικοί λόγοι από τους αρ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Εξάλλου, απαράδεκτος είναι και ο ισχυρισμός που προβλήθηκε για πρώτη φορά στο εφετείο, χωρίς να συντρέχουν οι διαδικαστικές προϋποθέσεις των άρθρων 527 παρ. 1,2 και 3 και 269 παρ. 2 εδ. α, β, γ ΚΠολΔ (όπως η τελευταία διάταξη ίσχυε πριν την κατάργηση της με τον Ν.4335/2015 και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση λόγω του χρόνου δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης στις 31-7-2014). Ο διάδικος που προβάλλει με καθυστέρηση αυτοτελή ισχυρισμό για πρώτη φορά στο εφετείο πρέπει να επικαλείται τη συνδρομή των παραπάνω προϋποθέσεων, η δε απόφαση του δικαστηρίου, που δέχεται ως βάσιμο τον ισχυρισμό αυτόν, πρέπει να βεβαιώνει το παραδεκτό της καθυστερημένης προβολής του ισχυρισμού και να δέχεται ότι συντρέχει μία τουλάχιστον από τις προϋποθέσεις που δικαιολογούν την καθυστερημένη προβολή του (ΑΠ 234/2014, ΑΠ 585/2011).
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από άρθρα 520, 525 και 527 του Κ.Πολ.Δ., οι ουσιώδεις ισχυρισμοί του εκκαλούντος εναγομένου, είτε είχαν απορριφθεί πρωτοδίκως, είτε είναι οψιγενείς, είτε, ενώ δεν είναι οψιγενείς και δεν είχαν προταθεί πρωτοδίκως, συντρέχει κάποιος λόγος από τους αναγραφόμενους στο άρθρο 269 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος συγχωρεί την βραδεία προβολή τους, πρέπει για να είναι παραδεκτοί στην έκκλητη δίκη, ως λόγοι αποσκοπούντες στην εξαφάνιση της πρωτοδίκου αποφάσεως, να προτείνονται με το εφετήριο ή με πρόσθετο λόγο εφέσεως, που ασκείται με ιδιαίτερο δικόγραφο σε όποιες διαδικασίες το τελευταίο απαιτείται κατά νόμο (ΑΠ 831/2013).
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, που αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης, είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε αυτοτελή ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση (όπως αυτή έχει και χωρίς να συνδυαστεί με άλλα στοιχεία) και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η εν λόγω διάταξη αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει δε ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Δηλαδή, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Γι’ αυτόν τον λόγο πρέπει στο αναιρετήριο να παρατίθεται ο ισχυρισμός, όπως αυτός είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και ακόμη να αναφέρεται ο τρόπος επαναφοράς του ισχυρισμού στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν αυτός ήταν παραδεκτός και νόμιμος.
Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημοσίας τάξεως. Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι δεκτοί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, εφόσον στηρίζονται στο πραγματικό υλικό, που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και εφόσον γίνεται σαφής επίκληση στο αναιρετήριο.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεως του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος, (Ολ ΑΠ 15/2000 ,ΑΠ 168/2015, ΑΠ 234/2014).
Με τον 1° λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ , με την αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε παρά το νόμο υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν νόμιμα και ειδικότερα, ότι εσφαλμένα έκρινε ορισμένη και ουσιαστικά βάσιμη την ένσταση συντρέχοντος πταίσματος του προστηθέντος από την αναιρεσείουσα, ως οδηγού του ποιμνίου της - συζύγου αυτής, που είχε προταθεί αορίστως με τις προτάσεις των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο αλλά και ως λόγος της έφεσης τους και έτσι κατέληξε σε εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα, διότι στηρίχθηκε σε ανύπαρκτη ένσταση και ανύπαρκτο λόγο έφεσης, με αποτέλεσμα να κρίνει συνυπαίτιο τον προστηθέντα σύζυγο της αναιρεσείουσας, ζήτημα που είναι ουσιώδες για το αποτέλεσμα της δίκης.
Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος , είτε εκτιμηθεί ως πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.8 ,είτε ως πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ (υπό την έννοια της παρά το νόμο μη κήρυξης απαράδεκτης της ένστασης συνυπαιτιότητας λόγω αοριστίας αυτής), διότι η αναιρεσείουσα δεν παραθέτει στο αναιρετήριο, ότι είχε υποβάλει την ένσταση αοριστίας παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και ότι την επανέφερε νόμιμα και στο Εφετείο, ούτε εξάλλου συντρέχουν οι προαναφερθείσες εξαιρετικές προϋποθέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 περ. α, β και γ ΚΠολΔ. Σε κάθε περίπτωση όμως, ο 1ος αναιρετικός λόγος είναι και ουσιαστικά αβάσιμος, διότι από τις από 20- 9-2010 προτάσεις των αναιρεσιβλήτων ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ,που επιτρεπτά επισκοπούνται για τις ανάγκες του ως άνω αναιρετικού λόγου (αρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι οι αναιρεσίβλητοι ως προς το ουσιώδες ζήτημα της υπαιτιότητας -συνυπαιτιότητας ισχυρίστηκαν τα εξής:
"...Την 25η-12-2009 και περί ώραν 18.30’ , ο πρώτος εξ ημών, οδηγώντας το υπ’ αριθμ. ... Δ.Χ.Ε. (ΤΑΧΙ) αυτοκίνητο μου...έβαινα επί της επαρχιακής οδού ..., με κατεύθυνση από την πόλη της Λάρισας προς ..., με κανονική ταχύτητα, περί τα 60-70 χ/ω, δεδομένου ότι το όριο ταχύτητας στο συγκεκριμένο σημείο της ανωτέρω οδού είναι 90 χ/ω...Περί το 6° χιλ.
της ανωτέρω οδού (στο ύψος του εξ αριστερών μου ευρισκομένου κέντρου διασκεδάσεως "..."), εντελώς απρόσμενα και απρόβλεπτα και σε πολύ μικρή απόσταση (10-15 μέτρων) από το αυτοκίνητο μου, "πετάχθηκε" κυριολεκτικά στο οδόστρωμα τρέχοντας μέρος ενός κοπαδιού προβάτων...τα οποία...ο σύζυγος της αντιδίκου και οδηγός αυτών, είχε την εποπτεία του και τα οποία εισήλθαν ανεξέλεγκτα...στο οδόστρωμα και απέφραξαν την καρδία μου, με αποτέλεσμα, παρά την προσπάθεια μου να τα αποφύγω, προβαίνοντας σε πέδη...να επιπέσω με το εμπρόσθιο μέρος του αυτοκινήτου μου στο σώμα ορισμένων από τα πρόβατα του κοπαδιού της αντιδίκου...Ειδικότερα...η αντίδικος επέδειξε βαρύτατη αμέλεια συνισταμένη στο ότι, ως ιδιοκτήτρια των ζώων, δεν έλαβε τα προκήκοντα μέτρα για την ασφαλή διέλευση τους από το σημείο εκείνο, στο οποίο σημειωτέον δεν υπάρχει πουθενά σήμανση με την πινακίδα Κ-18 για τον κίνδυνο από τη διέλευση ζώων (α. 4 παρ. 2 Κ.Ο.Κ.), κατά παράβαση του α. 14 του Κ.Ο.&., όπερ σημαίνει ότι η κάθετη προς το οδόστρωμα πορεία, των ζώων απαγορευόταν.
Επιπλέον δει/μερίμνησε η αντίδικος για την ορθή εποπτεία αυτών από τον οδηγό τους...και έγινε έτσι αποκλειστικά υπαίτια του ατυχήματος...Επίσης, κατά παράβαση του α. 14 του Κ.Ο.Κ., ο οδηγός των ζώων δεν χρησιμοποιούσε κατά τη διάρκεια της διέλευση των προβάτων, ούτε είχε στη διάθεση του κανένα αντανακλαστικό στοιχείο...Έτσι, κατέστη αποκλειστικώς υπαίτια του ατυχήματος η......αντίδικος άλλως συνυπαίτια σε ποσοστό 95%".
Εκτός τούτου όμως και στην από 14-12-2010 (αρ. κατ. 1219/2010) έφεση των εναγομένων - εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων ,που αυτοί άσκησαν για την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, (που επίσης επιτρεπτά επισκοπείται) ,με τον 1ο λόγο της έφεσης, ισχυρίστηκαν για το ουσιώδες ζήτημα της υπαιτιότητας- συνυπαιτιότητας τα εξής:...."διότι.....ουχί ορθώς και νομίμως, όλως αναιτιολογήτως και κατ’ εσφαλμένη και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, εδέχθη η εκκαλουμένη ότι, αποκλειστικώς υπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος τυγχάνει ο πρώτος εξ ημών. Ενώ με ορθή και σύννομη εκτίμηση των αποδείξεων έπρεπε να δεχθεί ότι αποκλειστικώς υπαίτια τυγχάνει η πρώτη εφεσίβλητη, άλλως συνυπαίτια σε ποσοστό 95%, καθόσον ειδικότερα..... (ακολουθεί η ανάπτυξη ισχυρισμών για πράξεις ή παραλείψεις των εμπλεκομένων στο ατύχημα......α)... β)... γ)... δ)... ε)... στ)... Εντούτοις, η εκκαλουμένη κακώς εκτίμησε όλα τα ανωτέρω στοιχεία από τη σωστή και σύννομη αξιολόγηση των οποίων προκύπτει ανενδοίαστα η αποκλειστική υπαιτιότητα, άλλως η συνυπαιτιότητα κατά το μέγιστο ποσοστό που προστηθέντος της αντιδίκου για τις προκληθείσες εν γένει ζημίες, στην οποία και όφειλε να καταλογίσει την αποκλειστική ευθύνη, άλλως συνυπαιτιότητα κατά ποσοστό 95% τουλάχιστον. Ο καταλογισμός εις βάρος του α’ εξ ημών αποκλειστικής υπαιτιότητος αναμφίβολα τυγχάνει λανθασμένος και οπωσδήποτε παντελώς άδικος...".
Τέλος, από την παραδεκτή επισκόπηση των με αριθμό 400/20-9-2010 πρακτικών συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου προκύπτει ότι η πληρεξούσια δικηγόρος των εναγομένων-αναιρεσιβλήτων προέβαλε μεταξύ άλλων, την ένσταση συνυπαιτιότητας του οδηγού του ποιμνίου, σε ποσοστό 95%, η οποία καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα ως άνω πρακτικά της εκκαλουμένης απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
Επομένως, από τα παραπάνω διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι οι εναγόμενοι- εκκαλούντες και ήδη αναιρεσίβλητοι προέβαλαν παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο την ένσταση συνυπαιτιότητας του προστηθέντος από την αναιρεσείουσα οδηγού του ποιμνίου της βοσκού, την οποία επανέφεραν παραδεκτά και στο Εφετείο ,με το εφετήριο κατ’ αρ. 520 παρ.1, 525 παρ.1 ,527 παρ.1 σε συνδ. 269 παρ.2, όπως ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης, πριν την κατάργηση του από τον Ν. 4335/2015, που ισχύει από 1-1-2016.
Εξάλλου, η ανωτέρω ένσταση συνυπαιτιότητας ήταν αρκούντως ορισμένη και περιέχει με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που την συγκροτούν, εφόσον περιγράφονται οι συνθήκες του ατυχήματος και ειδικότερα, οι παράνομες πράξεις και παραλείψεις του προστηθέντος από την ενάγουσα -αναιρεσείουσα, οδηγού του ποιμνίου της-βοσκού, το επελθόν, αποτέλεσμα και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ αυτών, και συγκεκριμένο αίτημα αναγνώρισης συνυπαιτιότητας του εν λόγω προστηθέντος κατά ποσοστό 95%.
Επομένως, το Εφετείο ορθά συνεκτίμησε την προταθείσα ένσταση συνυπαιτιότητας του οδηγού του ποιμνίου, που είχαν υποβάλει οι αναιρεσίβλητοι και συνεπώς, δεν ιδρύεται η αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ (αλλά ούτε και εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, εάν ο 1ος αναιρετικός λόγος εκτιμηθεί ως παραβίαση δικονομικού απαραδέκτου με την παρά το νόμο μη κήρυξη απαράδεκτης της ως άνω ένστασης συνυπαιτιότητας λόγω αοριστίας αυτής).
Συνεπώς, ο 1ος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, άλλως ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 300, 330 εδ. β’ και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.
Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή, που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.
Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Δεν αποκλείεται καταρχήν η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα συνετέλεσε και συνυπαιτιότητα του βλαβέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος. Ειδικότερα, από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος το6 ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος.
Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ.
Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 848/2015,ΑΠ 686/2011,ΑΠ 869/2013,ΑΠ 52/2016),ενώ μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο ΚΟΚ, στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγηση τους, δεν αίρει την υποχρέωση τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή τη μείωση των επιζήμιων συνεπειών (ΑΠ 1500/2002 , ΑΠ 1070/2001 ).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 12 παρ.1 του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ) "Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημιές σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες.
Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή....και να μην προκαλούν γενικά με τη συμπεριφορά τους τρόμο, ανησυχία ή παρενόχληση στους λοιπούς χρήστες των οδών....". Κατά το άρθρο 19 παρ. 1 και 2 του νόμου αυτού "ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς 2.
ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματος του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτία του οχήματος του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματος του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.
Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματος του κατ, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν.." Κατά δε το άρθρο 20 παρ. 2 του ίδιου νόμου "Εκτός κατοικημένων περιοχών τα ανώτατα επιτρεπόμενα όρια ταχύτητας, για τις διάφορες κατηγορίες αυτοκινήτων οχημάτων και των συνδυασμών αυτών, ορίζονται στον παρακάτω πίνακα: .....Επιβατηγά.....οδικό δίκτυο.....90 χ/ω».
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 4 του ως άνω νόμου "1. Οι για τη σήμανση των οδών τοποθετούμενες πινακίδες είναι κατά κατηγορίες οι εξής: α) Αναγγελίας κινδύνου (Κ)..... 2. Οι πινακίδες αναγγελίας κινδύνου (Κ-1 μέχρι Κ-,40, τοποθετούνται για να εφιστούν την προσοχή αυτών που χρησιμοποιούν τις οδούς για τους κινδύνους που υπάρχουν στην οδό προς την κατεύθυνση της κίνησης τους, ώστε να λαμβάνουν έγκαιρα τα κατάλληλα μέτρα και, σε περίπτωση ανάγκης, να μειώνουν την ταχύτητα πορείας τους για να τους αποφεύγουν.
Η σημασία των πινακίδων αυτών είναι: Κ-18 Κίνδυνος από τη διέλευση οικόσιτων ζώων.... 10) Οι πινακίδες σήμανσης αφορούν τους οδηγούς οι οποίοι κυκλοφορούν σε ολόκληρο το πλάτος του ανοικτού στην κυκλοφορία οδοστρώματος, εκτός αν, με κατάλληλη τοποθέτηση τους, απευθύνονται αποκλειστικά σε αυτούς που οδηγούν σε μία ή περισσότερες λωρίδες κυκλοφορίας που χωρίζονται με κατά μήκος διαγραμμίσεις ή κατάλληλα διαχωριστικά μέσα....".
Περαιτέρω, το άρθρο 14 του ΚΟΚ ορίζει ότι "1. Ζώα επιτρέπεται να οδηγούνται μόνο από ανθρώπους απόλυτα ικανούς γι’ αυτό που είναι σε θέση να τα ελέγχουν πλήρως. 2. Ζώα που είναι πιθανό να θέσουν σε κίνδυνο τους χρήστες των οδών δεν επιτρέπεται να κινούνται σε οδούς, εκτός και αν βρίσκονται κάτω από την επίβλεψη και έλεγχο κάποιου κατάλληλου οδηγού.
Τα σκυλιά πρέπει, γενικό, να είναι δεμένα με ειδικό λουρί. 3. Ζώα επικίνδυνα, είτε σε αγέλες ή κοπάδια, πρέπει επίσης να κινούνται κάτω από τον έλεγχο ενός ατόμου επικεφαλής. Μεγάλες αγέλες ή κοπάδια ζώων πρέπει να έχουν πολλούς οδηγούς. 4. Εφόσον μεγάλα ζώα ή αγέλες ή κοπάδια κινούνται κατά τη διάρκεια της νύχτας στις οδούς, οι οδηγοί τους υποχρεούνται να επισημαίνουν τα ζώα, ως και την αρχή, και το τέλος της αγέλης ή του κοπαδιού με ευδιάκριτα φώτα....".
Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου (35 παρ. 9 του ίδιου ως άνω νόμου "Ομάδες πεζών οι οποίες οδηγούνται από επιφορτισμένο για το σκοπό αυτόν πρόσωπο ή σχηματίζουν πομπή, όπως επίσης οι οδηγοί ζώων ή ζώων έλξης φορτίου ή ιππασίας, οι οποίοι κινούνται κατά μήκος του οδοστρώματος τη νύκτα, υποχρεούνται να έχουν προς την πλευρά στην οποία διεξάγεται η κυκλοφορία αντανακλαστικό στοιχείο ή ένα τουλάχιστον αναμμένο φως λευκό ή ειδικής επιλογής κίτρινα μπροστά και ένα ερυθρό φως πίσω ή κίτρινο φως και στα δύο πιο πάνω σημεία.
Το φώτα αυτά είναι δυνατόν να εκπέμπονται και από την αυτή συσκευή. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής δεν εφαρμόζονται σε κατοικημένη περιοχή που φωτίζεται αρκετά.....".
Περαιτέρω με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. Α.Π. 7/2006, 4/2005). Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998.ΑΠ 466/2013, ΑΠ 382/2013,ΑΠ 349/2014).
Κατά την έννοια του αρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ ΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση, δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά ,που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου ,που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006).
Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού, αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και, επομένως, δεν συνιστούν αιτιολογία της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το αρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012, ΑΠ 1351/2011).
Με τον 2° λόγο της αίτησης αναίρεσης και κατά το Α’ σκέλος αυτού, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, ενώ με το Β’ σκέλος του ίδιου αναιρετικού λόγου αποδίδει την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου αντίστοιχα, τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 297-298,300,330 και 914 ΑΚ και των άρθρων 4,14 παρ.3 του Ν.2696/1999- ΚΟΚ ,τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε, αν και δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, καθώς επίσης και του άρθρου 35 παρ.9 του ΚΟΚ,την οποία δεν εφάρμοσε αν και συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της και με ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες κατέληξε σε εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα ως προς το ουσιώδες για το αποτέλεσμα της δίκης ζήτημα της υπαιτιότητας- συνυπαιτιότητας των εμπλακέντων στο ατύχημα, προστηθέντος από την αναιρεσείουσα οδηγού του ποιμνίου και του 1ου αναιρεσιβλήτου,οδηγού του ζημιογόνου ΔΧ αυτοκινήτου ΤΑΧΙ.
Από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (αρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγματικών περιστατικών, που έκρινε ότι αποδείχθηκαν, κρίση του, δέχτηκε ως προς τις συνθήκες πρόκλησης του ατυχήματος, την συνυπαιτιότητα των εμπλακέντων σ’ αυτό φυσικών προσώπων, την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς αυτών και του ζημιογόνου αποτελέσματος, τα ακόλουθα:......"Στις 25-12-2009 και περί ώρα 18:00 ο 1ος εκκαλών οδηγώντας το υπ’ αρ.
κυκλοφορίας ... ΔΧ αυτοκίνητο-ΤΑΧΙ ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη κατά την κυκλοφορία του στη δεύτερη εκκαλούσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία, κινούνταν, στην επαρχιακή οδό ... με κατεύθυνση προς .... Στο ύψος του 6ου χιλ. της άνω οδού με σφοδρότητα το όχημά του προσέκρουσε σε κοπάδι προβάτων ιδιοκτησίας της εφεσίβλητης, που, υπό την εποπτεία του προστηθέντος υπ’ αυτής συζύγου της, καθώς και του συνεπικουρούντος αυτόν βοηθού - βοσκού, κινούνταν επί αγροτικής οδού και κατ’ εκείνη τη στιγμή διέρχονταν κάθετα το οδόστρωμα της άνω επαρχιακής οδού, με αποτέλεσμα να τραυματισθούν θανάσιμα 31 πρόβατα, από τα οποία 23 απεβίωσαν άμεσα και τα υπόλοιπα 8 μετά παρέλευση τριών ημερών.
Στο σημείο εκείνο η οδός έχει συνολική πλάτος επτά μέτρων περίπου και είναι ευθεία σε μήκος τουλάχιστον ενός χιλιομέτρου και από τις δύο κατευθύνσεις, το ανώτατο δε επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας είναι 90 χιλ/ω, σύμφωνα με την υπάρχουσα προ του σημείου του ατυχήματος προειδοποιητική πινακίδα της Τροχαίας.
Ήδη κατά την ως άνω ώρα της ημέρας των Χριστουγέννων επικρατούσε σκότος, η άνω επαρχιακή οδός δεν διαθέτει τεχνητό φωτισμό, παρά μόνον υπήρχε ελάχιστος φωτισμός από τα εκατέρωθεν της οδού υπάρχοντα κέντρα διασκέδασης και δη από δεξιά ως προ την πορεία του οχήματος το κέντρο "..." και αμέσως μετά το τέλος αυτού από αριστερά το κέντρο "..." τα οποία, όμως, κατά το χρόνο του ατυχήματος (18.00’ ώρα) ήταν κλειστά.
Ουδέ στο σημείο εκείνο της οδού προς την κατεύθυνση της κίνησης του ΤΑΧΙ υπήρχε η Κ-18 πινακίδα αναγγελίας κινδύνου από τη διέλευση ζώων. Κρίνεται ότι το ατύχημα αυτό οφείλεται στη συντρέχουσα αμέλεια του πρώτου εκκαλούντος, οδηγού του Δ.Χ.Ε. αυτοκινήτου και του συζύγου της εφεσίβλητης καθώς και του συνεπιουρούντος αυτόν βοηθού - βοσκού, στους οποίους η εφεσίβλητη είχε αναθέσει τη φροντίδα του ποιμνίου της για την ασφαλή διέλευσή του και επιστροφή στο ποιμνιοστάσιο, που βρίσκεται στην περιοχή της ..., συνιστάμενη η αμέλεια τους στο ότι αυτοί δεν κατέβαλαν την κατ’ αντικειμενική κρίση απαιτούμενη επιμέλεια και προσοχή, την οποία κάθε μέσος συνετός άνθρωπος θα κατέβαλε, αν βρίσκονταν στην ίδια κατάσταση, με βάση τους νομικούς κανόνες και την κοινή λογική και πείρα και την οποία επιμέλεια, αν επεδείκνυαν, θα μπορούσε το ατύχημα να είχε αποφευχθεί.
Ειδικότερα ο πρώτος εκκαλών, οδηγός του υπ’ αριθμ. κυκλ. ... Δ.Χ.Ε αυτοκινήτου (ΤΑΧΙ), κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1 και 2 και 20 παρ. 2 του 1 Κ.Ο.Κ (ν. 2696/1999) δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, ουδέ είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του, ρυθμίζοντας την ταχύτητα αυτού, ενόψει του ότι κινούνταν νύκτα σε επαρχιακή οδό, ακόμη και κάτω του ανώτατου επιτρεπόμενου ορίου ταχύτητας, αλλά αντίθετα αυτός είχε αναπτύξει ταχύτητα σημαντικά μεγαλύτερη της επιτρεπόμενης των 90 χ/Ω, με αποτέλεσμα, να μην αντιληφθεί έγκαιρα τον ευρισκόμενο στην πορεία του κίνδυνο από την κατάληψη του οδοστρώματος από τα ζώα και να μη δυνηθεί να ακινητοποιήσει το όχημα του, παρά την πέδηση που διενήργησε και με σφοδρότητα να προσκρούσει επ’ αυτών.
Εάν αυτός οδηγούσε με τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και η ταχύτητα του ήταν μικρότερη, με τη βοήθεια που του παρείχαν τα φώτα πορείας του αυτοκινήτου του, ευχερώς θα μπορούσε από ικανή απόσταση να αντιληφθεί τα ζώα που υπήρχαν στο οδόστρωμα και θα μπορούσε έγκαιρα κάνοντας χρήση του συστήματος πέδησης να ακινητοποιήσει το όχημα του, αποφεύγοντας έτσι την επ’ αυτών πρόσκρουση, ή σε κάθε περίπτωση οι συνέπειες της επ’ αυτών πρόσκρουσης θα ήταν μικρότερες.
Αβάσιμος κρίνεται ο ισχυρισμός αυτού ότι κινούνταν με μικρή ταχύτητα, αφού η σφοδρότητα της πρόσκρουσης και ο θανάσιμος τραυματισμός τόσων ζώων μαρτυρεί για το αντίθετο. Αβάσιμος είναι και ο ισχυρισμός του ότι από ελάχιστη απόσταση, περί τα δέκα μέτρα, αριθμός προβάτου "πετάχτηκε" κυριολεκτικά στο οδόστρωμα, αποκόπτοντας ;την-πορεία του και ως εκ τούτου δεν κατέστη δυνατόν, παρά την πέδηση, να αποφύγει την επ’ αυτών πρόσκρουση, ουδέ να κάνει αποφευκτικό προς τα δεξιά ελιγμό, διότι υπήρχε κράσπεδο έμπροσθεν του κέντρου ..., διότι αποδεικνύεται ότι ήταν συνεχής η διέλευση των ζώων, μάλιστα ο μεγαλύτερος αριθμός αυτών είχε ήδη διέλθει.
Μεγάλο βαθμό ευθύνης στην πρόσκληση του ατυχήματος φέρουν και οι προστηθέντες από την εφεσίβλητη οδηγοί του ποιμνίου της, σύζυγος αυτής και βοηθός του βοσκός - οι οποίοι παρότι νύκτα και μη υπάρχοντος επαρκούς φωτισμού, οδήγησαν αυτό να διέλθει κάθετα το οδόστρωμα της επαρχιακής οδού, σε σημείο που δεν ήταν καθορισμένο για τη διέλευση ζώων και ως εκ τούτου δεν υπήρχε η σχετική προειδοποιητική πινακίδα Κ-18 που να επισημαίνει τον εν λόγω κίνδυνο στους οδηγούς.
Το ποίμνιο αποτελούνταν από 150 περίπου πρόβατα, οι οδηγοί του, ήτοι ο σύζυγος της εφεσίβλητης Θ. Α. και ο βοηθός του - βοσκός κρατούσαν μεν ευδιάκριτους φανούς, οι οποίοι εξάλλου τους ήσαν απαραίτητοι για την οδήγηση του ποιμνίου στο ποιμνιοστάσιο κατά την ώρα εκείνη που είχε πέσει ήδη το σκοτάδι, πλην ο πρώτος εξ αυτών, ο οποίος οδηγούσε το ποίμνιο ήδη είχε διέλθει το οδόστρωμα, αφού τα περισσότερα ζώα είχαν περάσει, ο δε βοσκός βρισκόταν στο τέλος του, παρακινώντας και τα υπόλοιπα ζώα να διέλθουν και ως εκ τούτου επί του οδοστρώματος δεν υπήρχαν ευδιάκριτα φώτα, ικανά από μεγάλη απόσταση να γίνουν αντιληπτά και να επισημαίνουν τον ελλοχεύοντα κίνδυνο από την ύπαρξη των ζώων επί του οδοστρώματος.
Όταν ο σύζυγος της εφεσίβλητης αντιλήφθηκε ότι πλησίαζε αυτοκίνητο, κινούμενο χωρίς να μειώσει την ταχύτητα του, προσέτρεξε επί του οδοστρώματος και έκανε συνεχή σινιάλα με το φανό του στην προσπάθεια του να γίνει αντιληπτός ο κίνδυνος στον οδηγό από την ύπαρξη των ζώων στο οδόστρωμα, πλην ανεπιτυχώς.
Ο ισχυρισμός της εφεσίβλητης ότι επαρκώς φωτίζονταν το οδόστρωμα από τα φώτα των εκατέρωθεν της οδού υπαρχόντων κέντρων διασκέδασης - δεξιώσεων είναι αβάσιμος, ενόψει του ότι κατά την ώρα εκείνη, που τα εν λόγω κέντρα ήσαν ακόμη κλειστά, δεν είχαν τον άπλετο φωτισμό, που συνήθως διαθέτουν, όταν αυτά είναι σε λειτουργία.
Ουδέ εξάλλου μπορεί να καταστήσει νόμιμη τη διέλευση των ζώων από το συγκεκριμένο σημείο της άνω επαρχιακής οδού, η οποία εμφανίζει αυξημένη κίνηση, το γεγονός, όπως η εφεσίβλητη υποστηρίζει, ότι από το σημείο αυτό συνήθως διέρχονται όχι μόνον το δικό της ποίμνιο αλλά και τα ποίμνια των λοιπών κτηνοτρόφων της περιοχής, η δε διάταξη του άρθρου 35 παρ. 9 του Κ.Ο.Κ, δεν τυγχάνει εφαρμογής εν προκειμένω, εφόσον αυτή αναφέρεται σε κίνηση ζώων όχι κάθετα αλλά κατά μήκος του οδοστρώματος και για το λόγο αυτό προβλέπει ότι οι οδηγοί ζώων υποχρεούνται να έχουν προς την πλευρά που διεξάγεται η κυκλοφορία αντανακλαστικό στοιχείο ή ένα τουλάχιστον φως μπροστά και ένα πίσω.
Ενόψει των ανωτέρω κρίνεται ότι το ποσοστό ευθύνης στην πρόκληση του ατυχήματος και τον εντεύθεν θανάσιμο τραυματισμό των προβάτων, που φέρουν οι προστηθέντες από την εφεσίβλητη στην οδήγηση του ποιμνίου της, ανέρχεται σε ποσοστό 60% έναντι ποσοστού 40% που φέρει ο πρώτος εκκαλών οδηγός του Δ.Χ.Ε αυτοκινήτου".
Κατόπιν των ανωτέρω το Εφετείο, μετά την ουσιαστική παραδοχή του 1ου λόγου της έφεσης των εναγομένων-εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων εξαφάνισε την εκκαλούμενη υπ’ αρ. 400/2010 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας ,που είχε κρίνει αποκλειστικά υπαίτιο τον 1ο αναιρεσίβλητο, οδηγό του ΤΑΧΙ και, αφού δίκασε την από 8-2-2010 (αρ. .../2010) αγωγή της αναιρεσείουσας δέχτηκε συνυπαιτιότητα των προστηθέντων από αυτή και στη συνέχεια δέχτηκε αυτήν (αγωγή) ως εν μέρει ουσιαστικά βάσιμη και επιδίκασε στην αναιρεσείουσα-ενάγουσα ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το συνολικό ποσό των 134972 ευρώ.
Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες διατάξεις του Α.Κ. και του ν. 2696/1999, ενώ διέλαβε στην απόφαση του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Ορθώς δε, υπήγαγε τα δεκτά γενόμενα απ’ αυτό πραγματικά περιστατικά στις έννοιες της αιτιώδους συνάφειας καν της αμέλειας. Ειδικώς, ως προς τις παραβάσεις των διατάξεων του Κ.Ο.Κ. που δέχεται ότι τέλεσαν οι ανωτέρω προστηθέντες από την ενάγουσα και τον αιτιώδη σύνδεσμο αυτών με το ατύχημα, σημεία που αμφισβητούνται με τους λόγους αναίρεσης, επαρκώς και με σαφήνεια αιτιολόγησε, ότι αυτοί, μολονότι ήταν νύκτα, χωρίς επαρκή φωτισμό της οδού, οδήγησαν το ποίμνιο να διασχίσει καθέτως το οδόστρωμα της επαρχιακής οδού, σε σημείο που δεν υπήρχε σχετική πινακίδα Κ-18, προειδοποιητική για τους οδηγούς των κινουμένων επ’ αυτής οχημάτων του ελλοχεύοντας κινδύνου από την πιθανή διέλευση ζώων, χωρίς την επιβαλλόμενη επισήμανση των ζώων που κινούνταν στην οδό με ευδιάκριτα φώτα, και ότι δεν παρείχαν αρκετή ασφάλεια στους διερχόμενους οδηγούς οι φανοί που κρατούσαν οι οδηγοί του ποιμνίου, στην κατοχή των οποίων δεν εξαντλούνταν οι υποχρεώσεις αυτών, δοθέντος ότι, κατά τη στιγμή της προσέγγισης τοα αυτοκινήτου στο σημείο της οδού, όπου κινούνταν ζώα, και οι δύο (δηλ.
ο σύζυγος της αναιρεσείουσας και ο βοηθός του) βρίσκονταν εκτός οδοστρώματος. Ενώ ο σύζυγος - προστηθείς έδρασε καθυστερημένα, προσπαθώντας με "σινιάλα" να ειδοποιήσει τον οδηγό του ΤΑΧΙ. Συγκεκριμένα δε ο μεν σύζυγος της ενάγουσας, ως προπορευόμενος οδηγός του ποιμνίου; είχε περάσει στην απέναντι πλευρά του δρόμου και προσέτρεξε καθυστερημένα επί του οδοστρώματος, όταν αντιλήφθηκε ότι πλησίαζε αυτοκίνητο χωρίς να μειώσει ταχύτητα, διότι δεν είχε αντιληφθεί τον κίνδυνο λόγω και της περιγραφόμενης λεπτομερώς αμελούς συμπεριφοράς του ιδίου, ο δε βοηθός του, στο τέλος του κοπαδιού, παρακινούσε τα τελευταία πρόβατα να προχωρήσουν, να εισέλθουν στην επαρχιακή οδό και να διασχίσουν αυτήν.
Επίσης, ορθώς ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 35 παρ, 9 Κ.Ο.Κ., ότι δηλαδή αυτή ορίζει τις υποχρεώσεις οδηγών ζώων, που κινούνται κατά μήκος του οδοστρώματος κατά τη νύκτα, και όχι των κινουμένων καθέτως διασχίζοντας την χρησιμοποιούμενη από οχήματα οδό, οπότε απαιτούνται περισσότερα μέτρα ασφαλείας, μεταξύ των οποίων είναι και η επισήμανση των ζώων με ευδιάκριτα φώτα, που δεν τήρησαν οι προαναφερόμενοι προστηθέντες της ενάγουσας.
Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενες πλημμέλειες, οι οποίες αποδίδονται με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, ο οποίος πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Οι περαιτέρω αιτιάσεις της αναιρεσείουσας για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης διότι, όπως υποστηρίζει, έχει ελλιπείς αιτιολογίες ως προς την ταχύτητα του ΤΑΧΙ, το σημείο σύγκρουσης επί της οδού, την κυκλοφοριακή κίνηση, την απόσταση από την οποία ο οδηγός αντιλήφθηκε το ποίμνιο, το πλάτος της οδού, που αυτό καταλάμβανε, αν υπήρχε δυνατότητα αριστερού ελιγμού και αν η οδός φωτιζόταν επαρκώς από τα παρακείμενα κέντρα διασκέδασης, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, διότι αφορούν την πληρέστερη ανάλυση του αποδεικτικού υλικού, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας και υπό την επίφαση της πλημμέλειας του αρ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη για τις αποδείξεις κρίση του Εφετείου (αρ.561 αρ.1 ΚΠολΔ).
Επίσης, οι αιτιάσεις ότι η προσβαλλόμενη στερείται νόμιμης βάσης διότι, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, έχει αντιφατική αιτιολογία ως προς τις συνθήκες φωτισμού της οδού ,διότι α) αν και δέχεται ότι ο οδηγός θα μπορούσε να αντιληφθεί το ποίμνιο με τα φώτα πορείας του και ότι οι προστηθέντες σύζυγος και βοηθός του κρατούσαν ευδιάκριτο φανό με τον οποίο ο σύζυγος έκανε σινιάλα, εντούτοις καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρχαν ευδιάκριτα φώτα ικανά να γίνουν αντιληπτά, πρέπει επίσης να απορριφθούν ως απαράδεκτες, διότι υπό την επίφαση της πλημμέλειας του αρ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ.
πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων. Σε κάθε περίπτωση όμως, οι παραπάνω αιτιάσεις για ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες είναι και ουσιαστικά αβάσιμες, διότι το Εφετείο με πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες κατέληξε στο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα για την συνυπαιτιότητα των εμπλεκομένων στο ατύχημα (οδηγού ΤΑΧΙ και προστηθέντος οδηγού του ποιμνίου και του βοηθού του) και έλαβε υπόψη του όλους τους προσδιοριστικούς παράγοντες του τροχαίου ατυχήματος που ήσαν επαρκείς για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσης χωρίς να απαιτούνται επί πλέον αιτιολογίες.
Πιο συγκεκριμένα το Εφετείο αναφέρει με πλήρη και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία ότι το ΤΑΧΙ εκινείτο με ταχύτητα που υπερέβαινε το ανώτατο καθορισμένο όριο ταχύτητας των 90 χλμ/ώρα, ότι το ποίμνιο κατά τη στιγμή εκείνη διέσχιζε καταλαμβάνοντας κάθετα ολόκληρο το πλάτος του οδοστρώματος, διότι σύμφωνα με τις παραδοχές, μέρος της αρχής του ποιμνίου είχε διασχίσει κάθετα την επαρχιακή οδό και είχε διέλθει απέναντι ,ενώ μέρος αυτού εξακολουθούσε να διασχίζει το οδόστρωμα και ο βοηθός βοσκός παρακινούσε τα πρόβατα να εισέλθουν στο οδόστρωμα για να το διασχίσουν κάθετα, ότι το ατύχημα συνέβη στην 6η χιλιομετρική θέση της οδού, όπου υπάρχει ευθεία ενός χιλιομέτρου ,ότι ο οδηγός του ΤΑΧΙ, εάν είχε μειώσει την ταχύτητα του θα μπορούσε έγκαιρα με τα φώτα πορείας του να αντιληφθεί την κίνηση του ποιμνίου στην οδό και να αποφύγει την σύγκρουση , με έγκαιρη τροχοπέδη , που ήταν ο μόνος ενδεδειγμένος αποφευκτικός ελιγμός, εφόσον λόγω της κατάληψης όλου του πλάτους του οδοστρώματος ο αριστερός ή δεξιός αποφευκτικός ελιγμός θα ήταν αλυσιτελής.
Τέλος, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν υπήρχε τεχνητός φωτισμός στο σημείο του ατυχήματος και ότι ο φωτισμός από τα κέντρα διασκέδασης ήταν ελάχιστος, διότι εκείνη την ώρα (18:00) ήταν ακόμη κλειστά. Οι ανωτέρω παραδοχές πληρούν το πραγματικό των ουσιαστικών κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν από το Εφετείο και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το εάν υπήγαγε ορθά ή όχι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στους ανωτέρω ουσιαστικούς κανόνες δικαίου που εφάρμοσε.
Επομένως, ο 2ος λόγος αναίρεσης και κατά τα δύο σκέλη αυτού, για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικών διατάξεων, που προαναφέρθηκαν πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ,αλλά και ως απαράδεκτος, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις. Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.
Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως (Ολ.
ΑΠ 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο. Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητα του.
Καμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων. Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.
ΑΠ 2/2008) ή κατ’ άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ. ΑΠ 14/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 145/2015, ΑΠ 224/2015, ΑΠ 1294/2014, ΑΠ 466/2013). Κατά δε το άρθρο 444 παρ.1 ορίζεται ότι.... "Ιδιωτικά έγγραφα θεωρούνται και.....α....β....περ. γ ΚΠολΔ φωτογραφικές αναπαραστάσεις και κάθε άλλη μηχανική απεικόνιση".....
Με τον 3° λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου ,559 αρ. 11 περ. γ ΚΠολΔ,με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που αμφότεροι οι διάδικοι είχαν προσκομίσει με νόμιμη επίκληση και ειδικότερα, πέντε φωτογραφίες που απεικονίζουν ότι στο σημείο του ατυχήματος υπήρχαν στύλοι της ΔΕΗ με τεχνητό φωτισμό, ζήτημα ουσιώδες για το αποτέλεσμα της δίκης διότι η κρίση του Εφετείου για τη συνυπαιτιότητα θεμελιώθηκε και στις συνθήκες φωτισμού και της ορατότητας του οδηγού, που επικρατούσαν κατά το ατύχημα.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχεται τα εξής:......"Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που περιέχονται στα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, εκτιμώμενων αναλόγως με το λόγο γνώσης και το βαθμό αξιοπιστίας τους και όλα, χωρίς εξαίρεση, τα έγγραφα, έστω και μη ειδικώς κατωτέρω μνημονευόμενα, που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά.
Περαιτέρω, από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως αυτό έχει εκτεθεί αναλυτικά σε άλλον αναιρετικό λόγο και σύμφωνα με τα περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν ως προς τις συνθήκες φωτισμού και την ορατότητα του οδηγού του ΤΑΧΙ και από όλα τα έγγραφα χωρίς εξαίρεση, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, άλλως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά έγγραφα και τις πέντε φωτογραφίες, που αποτελούν ιδιωτικά έγγραφα ,η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε, έστω και αν δεν τα κατονομάζει ρητά. Επομένως, ο 3ος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (αρ. 495 παρ.4 περ. ε ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, που ηττήθηκε (αρ. 176,183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα της 2ης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτής, ενώ δεν πρέπει να επιδικαστούν έξοδα σε βάρος της αναιρεσείουσας και υπέρ του 1ου αναιρεσιβλήτου ,διότι αυτός λόγω της ερημοδικίας του δεν υποβλήθηκε σε δικαστική δαπάνη, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-7-2015 (αρ. ...2015) αίτηση για την αναίρεση της υπ’ αρ. 369/2014 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη Σύμβαση ασφάλισης αυτού.
Διατάσσει να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο το παράβολο που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.
ΚΑΙ
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της 2ης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Σεπτεμβρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ