Legislator Case Law & Legislation
1545/2014 AI generated

1545/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1545/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1545/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για τον λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 46/12, ΑΠ 104/12).

Keywords

AI generated
company agreement lack of standing of association lack of signature joint signature authority nullity of agreements and decisions non-implementation of the offending agreements
AI generated
1252/2020
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/10/2009 αγωγή της πρώτης ήδη αναιρεσείουσας και την από 29/3/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 298/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2967/2018 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3/9/2018 αίτησή τους.
388/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαϊου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-2-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3997/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 595/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15 Δεκεμβρίου 2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης-Σπυρίδων Τέντες ανέγνωσε την από 16 Απριλίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
1879/2013
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1257/2006
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Μαϊου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8 Ιουλίου 2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1958/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 36/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24 Ιανουαρίου 2005 αίτησή του.
592/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1545 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1545/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Βασίλειο Πέππα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Π. Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταύρο Καράμπελα.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Βιομηχανικής και ναυτιλιακής Εταιρίας πετρελαίων, με την επωνυμία "ΑVΙΝ ΟΙL ΑΕ" που εδρεύει στην ..., που εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Αποστολίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-10-2000 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:39139/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 1218/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 18-10-2012 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας, ανέγνωσε την από 31-10-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο 2ος λόγος αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 1218/12 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων. Με την προσβαλλόμενη απόφαση του το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της 39.139/08 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Με αυτήν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατά μερική παραδοχή αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητης, υποχρέωσε, μεταξύ άλλων και τον αναιρεσείοντα, να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 46,563,27 ευρώ, ως αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη, εξαιτίας της άκαιρης και χωρίς σπουδαίο λόγο καταγγελίας εκ μέρους του της μεταξύ τους συμβάσεως "αποκλειστικής διανομής".

Από τις διατάξεις των άρθρων 298 ΑΚ και 216 παρ.1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για την πληρότητα αγωγής με την οποία επιδιώκεται η επιδίκαση αποζημίωσης για διαφυγόν κέρδος, αρκεί να αναφέρονται στο σχετικό δικόγραφο όλα τα περιστατικά, από τα οποία προκύπτει, ότι ο ενάγων θα εισέπραττε από την επαγγελματική του δραστηριότητα με πιθανότητα και κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή με βάση τις ειδικές συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης, και ιδίως τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα, το αιτούμενο ποσό αποζημίωσης, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρεται και ότι δεν εξοικονομήθηκε δαπάνη ή να προσδιορίζεται και να αφαιρείται η τυχόν εξοικονομηθείσα, διότι ο προσδιορισμός και η αφαίρεση της τυχόν εξοικονομηθείσας δαπάνης, μπορεί να γίνει με βάση τις αποδείξεις, ύστερα από πρόταση του εναγομένου ή και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, ακόμη και το πρώτον από το Εφετείο, εφόσον το ύψος της αποθετικής ζημίας κατέστη νομίμως αντικείμενο της κατ' έφεση δίκης (Ολ ΑΠ 22/1995 ΑΠ 1379/10, ΑΠ 175/10, ΑΠ 1554/08).

Στην προκειμένη περίπτωση η ήδη αναιρεσίβλητη, σύμφωνα με το επισκοπούμενο περιεχόμενο της ένδικης αγωγής της, επικαλούμενη την μεταξύ αυτής και του αναιρεσείοντος σύμβαση αποκλειστικής εμπορικής συνεργασίας ορισμένου χρόνου, με βάση την οποία πουλούσε σ' αυτόν υγρά καύσιμα και την οποία ο τελευταίος κατήγγειλε ακαίρως και χωρίς σπουδαίο λόγο, ζήτησε να υποχρεωθεί ο αναιρεσείων να της καταβάλει το ποσό των 15.866.435 δραχμών και ήδη 46.563,27 ευρώ, ως αποζημίωση για διαφυγόντα έσοδα, που θα απεκέρδαινε μέχρι το συμφωνημένο χρόνο λήξης της σύμβασης, αφού αυτός σύμφωνα με τη σύμβαση θα συνέχιζε να αγοράζει καύσιμα από την αναιρεσίβλητη, εάν δεν μεσολαβούσε η καταγγελία της εκ μέρους του.

Προσδιόρισε δε τα διαφυγόντα κέρδη της με βάση αφενός τον μέσο όρο ποσοτήτων κατ' είδος υγρών καυσίμων που πούλησε στον αναιρεσείοντα κατά τα τελευταία τρία έτη πριν τη λήξη της συνεργασίας τους (1997, 1998, 1999) και αφετέρου τον μέσο όρο του κέρδους της ανά χιλιόλιτρο και ανά λίτρο, για κάθε είδος καυσίμων, μετά από αφαίρεση της συμφωνηθείσας για κάθε είδος έκπτωσης, που αυτή πραγματοποίησε κατά τα ανωτέρω προηγούμενα τρία έτη από την πώληση των ως άνω ποσοτήτων καυσίμων, τις οποίες ποσότητες θα αγόραζε ο αναιρεσείων μέχρι τη συμφωνημένη λήξη της σύμβασης (9/3/06).

Καθίσταται δε σαφές από την εκτίμηση του δικογράφου της εν λόγω αγωγής, ότι η ενάγουσα-αναιρεσίβλητη αναφερόμενη στους υπολογισμούς της σε τιμή ανά λίτρο, το οποίο πολλαπλασιάζει με το γινόμενο της μέσης μηνιαίας κατανάλωσης κάθε είδους καυσίμων επί 76 μήνες (υπολειπόμενη διάρκεια της σύμβασης), εννοεί το ανά λίτρο κέρδος της μετ' αφαίρεση των συμφωνημένων και αναφερόμενων στην αγωγή εκπτώσεων, ο δε περαιτέρω προσδιορισμός του πραγματικού ύψους του εν λόγω κέρδους αποτελούσε αντικείμενο πλέον της αποδεικτικής διαδικασίας.

Συνεπώς, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχτηκε ότι η ένδικη αγωγή είναι ορισμένη, αναφορικά με την αγωγική αξίωση για επιδίκαση διαφυγόντων κερδών της αναιρεσίβλητης και απέρριψε τον πρώτο λόγο της έφεσης του ήδη αναιρεσείοντος, με τον οποίο αυτός επανάφερε ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου την ένσταση περί αοριστίας της κατά το παραπάνω κεφάλαιο της, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, με το να μην κηρύξει απαράδεκτη την αγωγή λόγω αοριστίας, ώστε ο περί του αντιθέτου 1ος λόγος, με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια αυτή, είναι αβάσιμος. Με τον ίδιο λόγο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη του "πράγματα" που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα, προκειμένου να καταλήξει στην παραδοχή του ότι η αγωγή είναι ορισμένη, δέχτηκε ότι στην αγωγή εκτίθεται, μεταξύ άλλων, "η τιμή ανά λίτρο προϊόντος που παριστά το καθαρό κέρδος, αφαιρουμένων των εκπτώσεων και των τυχόν εξόδων", παρά το ότι στην αγωγή δεν γίνεται αναφορά σε αφαίρεση "τυχόν εξόδων". Όμως, η εν λόγω αιτίαση είναι αλυσιτελής, διότι εφόσον κατά τα προεκτεθέντα η αγωγή ήταν ορισμένη, δεν χρειαζόταν για την κατ' άρθρο 216 ΚΠολΔ πληρότητα της και η παραπάνω παραδοχή.

Συνεπώς, ο 1ος λόγος και κατά το παραπάνω σκέλος του τυγχάνει αβάσιμος. Ο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για τον λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 46/12, ΑΠ 104/12).

Αντιφατικότητα αιτιολογίας υπάρχει, όταν το δικαστήριο δέχεται, ως αποδειχθέντα, γεγονότα τα οποία αλληλοαποκλείονται ή όταν δεν είναι σαφές ποία είναι εκείνα τα οποία θεμελιώνουν το διατακτικό. Στην ένδικη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχτηκε τα ακόλουθα: " Η ενάγουσα ανώνυμη εταιρία πετρελαιοειδών, προϊόντων, στις 17-11-1997, κατήρτισε εγγράφως με τον πρώτο εναγόμενο Ε.

Κ., στα ..., σύμβαση παραγγελίας αορίστου χρόνου, με την οποία ο τελευταίος ανέλαβε την υποχρέωση ως "παραγγελιοδόχος" να πωλεί τα ως άνω είδη της στην περιοχή του Νομού.... Ειδικότερα, σύμφωνα με τους αναφερόμενους στην εν λόγω σύμβαση όρους και συμφωνίες, η ενάγουσα θα παρέδιδε στον πρώτο εναγόμενο τις προς πώληση ποσότητες από τις εγκαταστάσεις της εκδίδοντας τα αντίστοιχα δελτία αποστολής, ο δε πρώτος εναγόμενος είχε την υποχρέωση, έναντι προμήθειας, να πωλεί αυτές, για λογαριασμό της αλλά στο δικό του όνομα, σε τρίτους πελάτες της παραπάνω εδαφικής περιφέρειας και ακολούθως να εκδίδει της απαιτούμενες αποδείξεις λιανικής πώλησης και τα αντίστοιχα τιμολόγια.

Όταν υπογράφηκε η παραπάνω σύμβαση, στο Νομό ... υπήρχαν 120 συνολικά πρατήρια υγρών καυσίμων, στα 24 εκ των οποίων αρχικά και στα 35 αργότερα είχε αναλάβει ο πρώτος εναγόμενος να διακινεί και να πωλεί τα παραπάνω είδη της πρώτης ενάγουσας. Μεταξύ των πρατηρίων αυτών ήταν και εκείνο του ένατου εναγόμενου και ήδη εκκαλούντος Α.

Π., με τον οποίο η ενάγουσα είχε καταρτίσει την 16-7-1997 σύμβαση αποκλειστικής εμπορικής συνεργασίας. Η παραπάνω σύμβαση, ήταν διάρκειας εννέα ετών και υπογράφηκε στο πρατήριο του ένατου εναγομένου, στους ..., παρότι φέρει ως τόπο κατάρτισης την ..., κατά τη συνήθη τακτική συναφών συναλλαγών, καθώς δεν νοείται ο κάθε πρατηριούχος να μεταβαίνει στην ..., όπου εδρεύουν συναφείς με την ενάγουσα επιχειρήσεις, προκειμένου να υπογραφεί η σχετική σύμβαση.

Ο δε λόγος που αναγράφηκε ως τόπος κατάρτισης της σύμβασης η ..., ήταν διότι το σχετικό έγγραφο έντυπο αυτής της σύμβασης, στο οποίο αναφέρονται όλοι οι όροι της, είναι πανομοιότυπο για όλες τις συμβάσεις εμπορικής συνεργασίας που σύναπτε η ενάγουσα. Σύμφωνα με το δεύτερο όρο της παραπάνω σύμβασης, ο ένατος εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση να προμηθεύεται και να πωλεί από το πρατήριο του αποκλειστικά και μόνο καύσιμα της ενάγουσας, τα οποία θα του παρέδιδε είτε ο πρώτος εναγόμενος που ορίσθηκε παραγγελιοδόχος από την ενάγουσα είτε η ίδια η ενάγουσα.

Με τον ένατο όρο της σύμβασης, η ενάγουσα παραχώρησε κατά χρήση στον ένατο εναγόμενο, ως εύλογο αντάλλαγμα στα πλαίσια της ανωτέρω σύμβασης, διάφορα κινητά είδη εξοπλισμού και ανέλαβε τη συντήρηση και ρύθμιση των αντλιών καυσίμων του πρατηρίου, ενώ με το δέκατο όρο της σύμβασης είχε δικαίωμα να αξιώσει αποζημίωση για την άκαιρη διακοπή της συνεργασίας εκ μέρους του ένατου εναγόμενου και των συνεπεία αυτής διαφυγόντων κερδών της.

Ακόμη, με τον ενδέκατο όρο της σύμβασης, συμφωνήθηκε σα η σύμβαση θα εξακολουθούσε να ισχύει και να δεσμεύει τα συμβαλλόμενα μέρη, ακόμη και στην περίπτωση εκείνη που θα λυνόταν η συνεργασία της ενάγουσας με τον πρώτο εναγόμενο παραγγελιοδόχο αυτής. Η τελευταία αυτή σύμβαση παραγγελίας εξελίχθηκε ομαλά μέχρι τα τέλη του 1999 περίπου, οπότε ο πρώτος εναγόμενος σταμάτησε να εξοφλεί εμπρόθεσμα τα παραγγελλόμενα καύσιμα, με αποτέλεσμα η ενάγουσα να του κοινοποιήσει στις 8-2-2000 την από 4-2-2000 εξώδικη δήλωση της, με την οποία κατήγγειλε τη σύμβαση αυτή, όπως προέβλεπε ο έβδομος όρος της, χωρίς όμως η λύσης αυτής να επιφέρει και την λύση της προαναφερόμενης σύμβασης της ενάγουσας και του ένατου εναγόμενου, σύμφωνα και με τον προαναφερόμενο ενδέκατο όρο αυτής.

Στις 10-3-2000, ο ένατος εναγόμενος, με την με ίδια ημερομηνία εξώδικη δήλωση του, προέβη στην καταγγελία της σύμβασης του με την ενάγουσα, επικαλούμενος, ότι η σύμβαση είχε καταρτιστεί άτυπα το 1995 με συμφωνημένη διάρκεια ενός έτους και ανανεωνόταν, με προφορική συμφωνία κατά τη λήξη κάθε έτους, όταν δε τον Ιούλιο του 1997 συμφωνήθηκε να ανανεωθεί με έγγραφο πλέον ιδιωτικό συμφωνητικό, η ενάγουσα, χωρίς τη δική του συναίνεση και κατά παράβαση της έως τότε συμφωνίας τους για ετήσια ανανέωση της σύμβασης αυτής, συμπλήρωσε στο ως άνω συμφωνητικό την ημερομηνία έναρξης και λήξης της σύμβασης, η οποία είχε παραμείνει κενή, έτσι ώστε η σύμβαση να έχει εννεαετή διάρκεια, γεγονός που αντιλήφθηκε το Δεκέμβριο του 1999.

Επίσης, ως λόγους της καταγγελίας της σύμβασης επικαλέστηκε ότι η ενάγουσα μέσω του νέου παραγγελιοδόχου της Κ. Α. απαιτούσε πλέον την καταβολή του τιμήματος των εμπορευμάτων της μόνο με μετρητά χρήματα και όχι με μεταχρονολογημένες επιταγές του, όπως γινόταν παλιότερα, καθώς και ότι η ενάγουσα του παρέδιδε τις παραγγελθείσες ποσότητες με μεγάλη καθυστέρηση και σε μη ανταγωνιστικές τιμές.

Όπως όμως αποδείχθηκε όλοι οι παραπάνω λόγοι ήταν προσχηματικοί και δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα με αποτέλεσμα, να μην υφίσταται σπουδαίος λόγος για την καταγγελία της ένδικης σύμβασης αποκλειστικής διανομής από τον ένατο εναγόμενο πριν από τη λήξη του ως άνω συμφωνηθέντος χρόνου των εννέα ετών, που να αίρει την υπαιτιότητα του τελευταίου για τη μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων του από την 10-3-2000 και μετά.

Ειδικότερα, το παραπάνω έγγραφο, ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο υπογράφηκε η σύμβαση αποκλειστικής διανομής μεταξύ της ενάγουσας και του ένατου εναγόμενου, στάλθηκε από την έδρα της ενάγουσας στην ... στο μάρτυρα απόδειξης Σ., ο οποίος είχε την ιδιότητα του επιθεωρητή της ενάγουσας στις περιοχές των Νομών ...

και ..., προκειμένου να την μεταφέρει, στον ένατο εναγόμενο, ώστε να υπογραφεί από αυτόν. Οι ημερομηνίες έναρξης και λήξης της σύμβασης συμπληρώθηκαν με κοινή συμφωνία των συμβαλλομένων μερών και αφέθηκαν έως την παραλαβή της σύμβασης από τον ένατο εναγόμενο, κενές διότι η ενάγουσα χρησιμοποιούσε τα ίδια έντυπα για όλες τις συμβάσεις αυτού του τύπου που κατήρτιζε.

Ο ισχυρισμός του ένατου εναγόμενου ότι ουδέποτε υπέγραψε την ανωτέρω από 16-7-1997 σύμβαση και πως η υπογραφή του σε αυτή είναι πλαστή, καθώς ο ίδιος συναλλασσόταν μόνο με τον πρώτο εναγόμενο, με τον οποίο είχε συνάψει σύμβαση πώλησης καυσίμων, είναι αβάσιμος. Και τούτο διότι, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας ανταπόδειξης, η σύμβαση αυτή υπογράφηκε ενώπιον του, από τον ένατο εναγόμενο, στο πρατήριο υγρών καυσίμων που διατηρεί ο τελευταίος στους ....

Εξάλλου, ο παραπάνω ισχυρισμός του ένατου εναγόμενου έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το κείμενο της από 10-3-2000 εξώδικης καταγγελίας του, με την οποία συνομολογεί την μεταξύ αυτού και της ενάγουσας σύμβαση, καθώς στην πρώτη παράγραφο αυτής αναφέρονται τα έξης: "...Όπως σαν είναι γνωστό, από το έτος 1995 με τη μεσολάβηση και του παραγγελιοδόχου σας Κ.

είχαμε συμφωνήσει άτυπη σύμβαση αποκλειστικής συνεργασίας, δυνάμει της οποίας είχα αναλάβει την υποχρέωση να προμηθεύομαι υγρά καύσιμα και λιπαντικά από την εταιρεία σας...". Βέβαια ο ένατος εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η ως άνω εξώδικη καταγγελία φέρει μεν την υπογραφή του, πλην όμως αυτός έθεσε την υπογραφή του, σε ένα λευκό χαρτί μετά από υπόδειξη του πρώτου εναγομένου, προκειμένου αυτός να προβεί στη ρύθμιση των εκκρεμοτήτων του που δημιουργήθηκαν με την ενάγουσα και προκειμένου να συνάψει νέα σύμβαση αγοράς καυσίμων με την εταιρία "MED OIL".

Ο ισχυρισμός αυτός, δεν συνάδει επιπλέον και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, διότι δεν υπήρχε λόγος να υπογράφει ο ένατος εναγόμενος συμφωνίες που αφορούσαν άμεσα τον πρώτο εναγόμενο με τις παραπάνω εταιρίες, ούτε εξάλλου συνηθίζεται ένας έμπορος να θέτει την υπογραφή του σε λευκά έντυπα για τέτοιου είδους συμφωνίες.

Ακόμη, μεταξύ του πρώτου εναγομένου και του ένατου εναγόμενου υπήρχε μόνο μια απλή επαγγελματική συνεργασία, με την οποία ο πρώτος εναγόμενος προμήθευε, ως παραγγελιοδόχος, τον ένατο εναγόμενο με καύσιμα της ενάγουσας, η δε σχέση αυτή δεν κρίνεται από μόνη της ικανή να δικαιολογήσει τέτοια εμπιστοσύνη του ένατου εναγομένου στο πρόσωπο του πρώτου, που να τον οδηγεί να θέτει, με τόση ευκολία την υπογραφή του σε λευκό χαρτί που του προσκόμισε ο πρώτος εναγόμενος.

Πέραν αυτών, από τα τιμολόγια πώλησης καυσίμων που επικαλέστηκε και προσκόμισε ο ένατος εναγόμενος, προκύπτει ότι αυτά φέρουν στο πάνω μέρος τους την επωνυμία της ενάγουσας, στο είδος παραστατικού αναγράφουν τη φράση "τιμολόγιο για λογαριασμό τρίτου" και στο τέλος αυτών τη φράση: "για λογαριασμό AVIN OIL" με τα φορολογικά στοιχεία αυτής, γεγονός που απoδεικνύει την κατάρτιση της σύμβασης μεταξύ της ενάγουσας και του ένατου εναγομένου.

Εξάλλου ο επιθεωρητής της ενάγουσας είχε επισκεφθεί το πρατήριο του ένατου εναγομένου δυο - τρεις φορές, γεγονός που δεν θα γινόταν εάν δεν είχε υπογράφει η σύμβαση, ενώ και από το ... δελτίο αποστολής, προκύπτει ότι η ενάγουσα, η οποία είχε αναλάβει με τη σύμβαση τον εφοδιασμό του πρατηρίου του ένατου εναγομένου με είδη κινητού εξοπλισμού, τοποθέτησε στο πρατήριο του τρεις αντλίες τύπου ΝΡ DPC, χωρητικότητας 50.000 και 90.000 λίτρων αντίστοιχα Ακόμη, η.

ενάγουσα λίγες ήμερες μετά την υπογραφή της σύμβασης με τον ένατο εναγόμενο, κατέθεσε αυτή στο αρμόδιο τμήμα της ΦΑΕΕ Αθηνών. Πέραν αυτών, από τη συγκριτική επισκόπηση της από 10-3-2000 εξώδικης καταγγελίας, η οποία, όπως ο ίδιος ο ένατος εναγόμενος ομολογεί, φέρει την υπογραφή του και της από 16-9-1997 σύμβασης των διαδίκων, προκύπτει ότι ο ένατος εναγόμενος υπογράφει με τον ίδιο τρόπο, ενώ ακόμη, η ως άνω εξώδικη καταγγελία επιδόθηκε στην ενάγουσα από το δικαστικό επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Δ.

Τ., ο οποίος δεν είναι λογικό να επέδωσε εξώδικη καταγγελία του ένατου εναγομένου με παραγγελία του πρώτου εναγομένου και περιεχόμενο που αγνοούσε ο ένατος εναγόμενος. Ενόψει των παραπάνω δεν απαιτείται να διαταχθεί πραγματογνωμοσύνη ή να εξετασθούν περαιτέρω μάρτυρες, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν η υπογραφή στην από 16-7-1997 σύμβαση των διαδίκων ανήκει στον ένατο εναγόμενο.

Εξάλλου, όσον αφορά τους λοιπούς λόγους καταγγελίας που αναφέρονται στην παραπάνω εξώδικη δήλωση και τους οποίους επικαλείται ο ένατος εναγόμενος ως σπουδαίους λόγους που δικαιολογούν την καταγγελία της σύμβασης, πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα Από το Δεκέμβριο του 1999 και μετά η ενάγουσα ανέλαβε η ίδια τον εφοδιασμό του πρατηρίου του ένατου εναγομένου, που μέχρι τότε διενεργούσε ο πρώτος εναγόμενος για λογαριασμό της.

Ο εφοδιασμός αυτός γινόταν έγκαιρα και η ενάγουσα τιμολογούσε τα πωλούμενα προϊόντα παρέχοντας επιπλέον εκπτώσεις επί των τιμολογίων, επιτυγχάνοντας τιμές ανάλογες με εκείνες των άλλων εταιριών που είχαν την ίδια δυναμικότητα με αυτήν. Ταυτόχρονα προς διευκόλυνση του ένατου εναγόμενου, όπως και των άλλων συνεργατών της, συνέχισε να προβαίνει και σε διακανονισμό της οφειλής προς αυτήν μέσω επιταγών οχτώ ημερών.

Εξάλλου, δεν προέκυψαν στοιχεία από τα οποία να αποδεικνύεται ότι λόγω της συμπεριφοράς της ενάγουσας διαταράχθηκε ο ανταγωνισμός μεταξύ των πρατήριων της περιοχής και το πρατήριο του ένατου εναγόμενου έπαψε να είναι κερδοφόρο λόγω των υψηλών τιμών στις οποίες πωλούσε τα καύσιμα της η ενάγουσα. Τα προσκομιζόμενα συγκριτικά στοιχεία αφορούν ένα μόνο πρατήριο και αναφέρονται στα έτη 1995, 1996 και 1997, δηλαδή σε έτη προγενέστερα της ένδικης σύμβασης, ενώ τρία τιμολόγια του 1998 και δύο τιμολόγια του έτους 1999 δεν είναι ικανά να οδηγήσουν σε διαφορετικό συμπέρασμα, αφού μάλιστα η μικρή διαφορά της τιμής δικαιολογείται από την απόσταση, που επηρεάζει τα έξοδα μεταφοράς και συνεπώς την τιμή πώλησης.

Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι ο λόγος που ο ένατος εναγόμενος προέβη στην καταγγελία της ένδικης σύμβασης, ήταν η επιδίωξη μεγαλύτερου κέρδους, που θέλησε, να πετύχει μέσω της συνεργασίας του με την εταιρία MED OIL. Μολονότι δε ο σκοπός του αυτός ήταν εμπορικά θεμιτός και ωφέλιμος για την επιχείρηση του, δεν αποτελεί ωστόσο γεγονός ικανό να δικαιολογήσει την καταγγελία της ένδικης σύμβασης.

Από όλα τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι η καταγγελία της ένδικης σύμβασης έγινε άκαιρα και χωρίς να υπάρχει σπουδαίος λόγος. Λόγω της καταγγελίας αυτής η ενάγουσα υπέστη ζημία η οποία προκλήθηκε από την απώλεια των διαφυγόντων κερδών από την πώληση καυσίμων, από το πρατήριο του ένατου εναγομένου, τα οποία θα αποκόμιζε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και με βάση τα προπαρασκευαστικά μέτρα που είχαν ληφθεί, κατά το χρονικό διάστημα από την 10-3-2000 έως την 9-3-2006, εφόσον δεν είχε μεσολαβήσει η καταγγελία αυτή.

Τα κέρδη δε αυτά υπολογίζονται, αφενός με το μέσο όρο των ποσοτήτων υγρών καυσίμων που πώλησε στον ένατο εναγόμενο η ενάγουσα τα τελευταία τρία έτη πριν τη λήξη της συνεργασίας τους, δηλαδή κατά τα έτη 1997, 1998 και 1999, οι οποίες είναι και οι ελάχιστες ποσότητες που με μεγάλη πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα συνέχιζε να του πωλεί και τα επόμενα έτη, αφού αυτές δεν θα μειώνονταν αλλά αντίθετα θα αυξάνονταν, σταδιακά, λόγω της ετήσιας αύξησης του αριθμού των αυτοκίνητων και της αναμενόμενης επέκτασης του κύκλου, εργασιών του πρατηρίου του ένατου εναγομένου και αφετέρου με το ελάχιστο πραγματικό κέρδος που θα αποκόμιζε η ενάγουσα, με μεγάλη πιθανότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, και θα ήταν εκείνο που αποκόμισε κατά τα ως άνω έτη 1997, 1998 και 1999• Ειδικότερα, οι ποσότητες υγρών καυσίμων που η ενάγουσα θα πωλούσε στον ένατο εναγόμενο κατά το διάστημα αυτό 10-3-2000 έως 9-3-2006 ήταν 6380,10 λίτρα βενζίνης σούπερ, 2290,90 λίτρα αμόλυβδης βενζίνης, 11117,80 λίτρα πετρελαίου κίνησης και 6370,60 λίτρα πετρελαίου θέρμανσης μηνιαίως και επομένως για το ως άνω χρονικό διάστημα των εβδομήντα έξι μηνών 484887,60 λίτρα βενζίνης σούπερ, 174108,40 λίτρα βενζίνης αμόλυβδης, 844952,80 λίτρα πετρελαίου κίνησης και 484165,60 λίτρα πετρελαίου θέρμανσης, ενόψει του ότι το σύνολο των υγρών καυσίμων που καταναλώθηκαν από τον ένατο εναγόμενο κατά τα έτη 1997,1998 και 1999, δηλαδή σε διάστημα τριάντα έξι μηνών ανερχόταν σε 229664 λίτρα βενζίνης σούπερ, σε 82473 λίτρα βενζίνης αμόλυβδης, σε 400421 λίτρα πετρελαίου κίνησης και σε 229345 λίτρα πετρελαίου θέρμανσης.

Εξάλλου, το κέρδος της ενάγουσας κατά το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα, ανά είδος καυσίμου και μετά τη συμφωνηθείσα έκπτωση, ήταν για την βενζίνη σούπερ 11,035 δραχμές, για την αμόλυβδη βενζίνη,12,098 δραχμές, για το πετρέλαιό κίνησης 7,775 δραχμές και για το πετρέλαιο θέρμανσης 3,800 δραχμές. Επομένως, τα κέρδη που θα αποκόμιζε η ενάγουσα από τον ένατο εναγόμενο θα ήταν το ποσό των 5350734,60 δραχμών (484887,60 λίτρα χ 11,035 δρχ.) από την πώληση της βενζίνης σούπερ, το ποσό των 2106363,40 δραχμών (174108,40 λίτρα χ, 12,098 δρχ.) από την πώληση της αμόλυβδης βενζίνης, το ποσό των 6569508 δραχμών (844952,80 λίτρα χ 7,775 δρχ.) από την πώληση του πετρελαίου κίνησης και το ποσό των 1839829,20 δραχμών (484165,60 λίτρα χ, 3,800 δρχ.) από την πώληση του πετρελαίου θέρμανσης και συνολικά το ποσό των 15.866.435 δραχμών και ήδη 46.563,27 ευρώ.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι όσον αφορά τις τιμές πώλησης των παραπάνω υγρών καυσίμων, αυτές δεν προσδιορίσθηκαν στην παραπάνω σύμβαση, καθώς κάτι τέτοιο δεν ήταν εφικτό λόγω της φύσης του αντικείμενου της πώλησης που τις καθιστά συνεχώς μεταβαλλόμενες διεθνώς, πλην όμως, κατά τα παραπάνω έτη, η ενάγουσα ούτως ή άλλως θα πωλούσε τα καύσιμα της με τις ίδιες τιμές, χωρίς να προβεί σε αύξηση τους, που πάντως θα είχαν μόνο ανοδική πορεία, ενόψει και του ότι δεν σημειώθηκε κάποια οικονομική κρίση στη διεθνή και την εγχώρια αγορά κατά τα έτη 2000-2006.

Εξάλλου, η ενάγουσα πωλούσε κατά την παραπάνω τριετία και θα συνέχιζε να πωλεί τα καύσιμα της στον ένατο εναγόμενο στην ίδια τιμή και τις ίδιες εκπτώσεις, όπως έπραττε για παρόμοια πρατήρια σε μηνιαίες καταναλώσεις και δυναμικότητα Επομένως, πρέπει η αγωγή να γίνει κατά ένα μέρος δέκτη και να υποχρεωθεί ο ένατος εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 46.563,17 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής".

Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο: Α) Διέλαβε με σαφήνεια και επάρκεια, που καθιστά δυνατό τον αναιρετικό έλεγχο, το αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με την κατάρτιση και το περιεχόμενο της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης. Τούτο, διότι τα ανωτέρω περιστατικά, που έγιναν δεκτά ως αποδειχθέντα, ήσαν επαρκή για την παραδοχή από το Εφετείο της καθίδρυσης συμβατικής σχέσης, κατ' άρθρο 361 AK, μεταξύ αναιρεσείοντος και αναιρεσίβλητης και του περιεχομένου αυτής, καθώς και για τη στήριξη του διατακτικού της αναιρεσιβαλλομένης.

Τα δε διηγηματικώς αναφερόμενα σχετικά με τη συμβατική σχέση μεταξύ της αναιρεσίβλητης και του 1ου εναγομένου (που δεν είναι διάδικος στην κατ' αναίρεση δίκη, ούτε υπήρξε διάδικος στη δευτεροβάθμια δίκη), σύμφωνα με τα οποία αυτός με βάση τη μεταγενέστερη από 17/11/97 ξεχωριστή σύμβαση με την αναιρεσίβλητη ανέλαβε την υποχρέωση, ως παραγγελιοδόχος της, να πωλεί τα πετρελαιοειδή προϊόντα της στην περιοχή του νομού ..., για λογαριασμό της, αλλά στο δικό του όνομα, συναπτόμενα με την αντικειμενικώς σωρευθείσα στο ίδιο δικόγραφο αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά του 1ου εναγομένου και αφορώντα τις συμβατικές σχέσεις μεταξύ της αναιρεσίβλητης και του 1ου εναγομένου, δεν ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αναφορικώς με τη σωρευθείσα στο ίδιο δικόγραφο αγωγή κατά του αναιρεσείοντος, ούτε στηρίζουν το διατακτικό του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την παραδοχή αυτής.

Άλλωστε, στην αναιρεσιβαλλομένη δεν διαλαμβάνεται ουσιαστική παραδοχή ότι ο Ε. Κ., ως παραγγελιοδόχος της αναιρεσίβλητης, πουλούσε στον αναιρεσείοντα καύσιμα της αναιρεσίβλητης στο όνομα του, αλλά αντίθετα ότι τα τιμολόγια πώλησης καυσίμων που επικαλέστηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων φέρουν στο πάνω μέρος τους την επωνυμία της αναιρεσίβλητης, στο είδος παραστατικού αναγράφουν τη φράση "τιμολόγιο για λογαριασμό τρίτου" και στο τέλος αυτών τη φράση "για λογαριασμό AVIN OIL", με τα φορολογικά στοιχεία αυτής, καθώς και ότι η αναιρεσίβλητη σε εκτέλεση συμβατικού όρου της σύμβασης με τον αναιρεσείοντα, τοποθέτησε στο πρατήριο του τρεις αντλίες.

Επομένως, ο 8ος λόγος με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, για ανεπαρκείς (χωρίς να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια) και αντιφατικές αιτιολογίες, αναφορικά με το ζήτημα της κατάρτισης σύμβασης εμπορικής συνεργασίας μεταξύ αναιρεσείοντος και αναιρεσίβλητης, είναι αβάσιμος.

Με τον ίδιο λόγο ο αναιρεσείων αποδίδει στην αναιρεσιβαλλομένη την ίδια πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι κατά την απλή λογική και τα διδάγματα της κοινής πείρας ήταν αδύνατο η αναιρεσίβλητη, μετά την καταγγελία της συμβάσεως με τον 1ο εναγόμενο, να προμήθευε η ίδια με καύσιμα κανονικά και εγκαίρως, χωρίς καμία καθυστέρηση τον αναιρεσείοντα και τα λοιπά 34 πρατήρια της περιοχής ...

και ..., αφού την όλη υποδομή, οργάνωση και σχεδιασμό είχε ο 1ος εναγόμενος ο οποίος με δικά του οχήματα τροφοδοτούσε τα πρατήρια της περιοχής, η δε ομαλοποίηση της τροφοδοσίας με καύσιμα των 35 πρατηρίων και του δικού του, με οχήματα της αναιρεσίβλητης, απαιτούσε χρόνο και οργάνωση που δεν είχε τότε η αναιρεσίβλητη.

Όμως, οι εν λόγω αιτιάσεις αφορούν επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, συναπτόμενα με την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας της διαφοράς (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) και συνεπώς ο λόγος αυτός κατά το παραπάνω σκέλος του είναι απαραδέκτως προβάλλεται. Β) Δεν παραβίασε ευθέως τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου από τα άρθρα 297, 298, 724, 725 του ΑΚ και 8, 9 του π.δ. 219/91, αναφορικά με την παραδοχή του για έλλειψη σπουδαίου λόγου καταγγελίας της ένδικης συμβάσεως από τον αναιρεσείοντα, εφόσον δέχτηκε (κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του) ότι η επίμαχη καταγγελία έγινε ακαίρως, πριν τη λήξη της συμφωνημένης διάρκειας της (γεγονός θεμελιωτικό δικαιώματος αποζημίωσης της αναιρεσίβλητης σύμφωνα και με τον 10ο συμβατικό όρο) και χωρίς σπουδαίο λόγο, διότι όλοι οι λόγοι που επικαλέστηκε ο αναιρεσείων ήσαν προσχηματικοί και δεν ανταποκρινόντουσαν στην πραγματικότητα, ότι από το Δεκέμβριο του 1999 η αναιρεσίβλητη ανέλαβε η ίδια τον εφοδιασμό του πρατηρίου του αναιρεσείοντος, που γινόταν εγκαίρως και η αναιρεσίβλητη τιμολογούσε τα πωλούμενα προϊόντα παρέχοντας επιπλέον εκπτώσεις επί των τιμολογίων, επιτυγχάνοντας τιμές ανάλογες με εκείνες των άλλων εταιρειών, που είχαν την ίδια δυναμικότητα με αυτήν, ενώ συγχρόνως προς διευκόλυνση του αναιρεσείοντος συνέχισε να προβαίνει σε διακανονισμό της οφειλής του μέσω επιταγών οκτώ ημερών, ότι το πρατήριο του αναιρεσείοντος δεν έπαψε να είναι κερδοφόρο και ο λόγος που αυτός προέβη στην καταγγελία ήταν η επιδίωξη μεγαλύτερου κέρδους μέσω της συνεργασίας του με άλλη εταιρεία, μολονότι δε ο σκοπός αυτός ήταν εμπορικά θεμιτός και ωφέλιμος για την επιχείρηση του, δεν αποτελούσε ωστόσο γεγονός ικανό να δικαιολογήσει την καταγγελία της ένδικης σύμβασης.

Συνεπώς, ο 9ος λόγος με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια λόγω ευθείας παράβασης των πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τυγχάνει αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος κατά το σκέλος του με το οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η ίδια πλημμέλεια, λόγω παράβασης της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση.

Τούτο, διότι το Εφετείο δεν έκρινε καταχρηστική την επίμαχη καταγγελία της συμβάσεως από τον αναιρεσείοντα, αλλά δέχτηκε ότι αυτή υπήρξε άκαιρη και ότι έγινε χωρίς σπουδαίο λόγο. Γ) Διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, αναφορικώς με τον προσδιορισμό του ύψους των διαφυγόντων κερδών της αναιρεσίβλητης, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, καθώς και των περιστατικών και ειδικών περιστάσεων που καθιστούσαν πιθανή την προσδοκία τους κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, εάν δεν μεσολαβούσε η καταγγελία της σύμβασης από τον αναιρεσείοντα.

Τούτο, διότι προσδιόρισε τα διαφυγόντα κέρδη με βάση αφενός τον μέσο όρο ποσοτήτων κατ' είδος υγρών καυσίμων που πούλησε η αναιρεσίβλητη στον αναιρεσείοντα κατά τα τελευταία τρία έτη πριν τη λήξη της συνεργασίας τους (1997, 1998,1999), με την περαιτέρω παραδοχή ότι οι εν λόγω ποσότητες είναι οι ελάχιστες ποσότητες που με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα συνέχιζε να του πωλεί και κατά τα επόμενα έτη, καθόσον αυτές δεν θα μειώνονταν, αλλά αντίθετα θα αυξανόνταν σταδιακώς, λόγω της ετήσιας αύξησης του αριθμού των αυτοκινήτων και της αναμενόμενης επέκτασης του κύκλου εργασιών του πρατηρίου του αναιρεσείοντος και αφετέρου τον μέσο όρο του πραγματικού της κέρδους κατ' είδος καυσίμων, μετά από αφαίρεση της συμφωνηθείσας έκπτωσης, που η αναιρεσίβλητη πραγματοποίησε κατά τα ανωτέρω προηγούμενα τρία έτη από την πώληση των ως άνω ποσοτήτων καυσίμων και με τις περαιτέρω παραδοχές ότι αυτή θα πουλούσε τα καύσιμα της με τις ίδιες τιμές, χωρίς να προβεί σε αύξηση τους, που πάντως θα είχαν μόνον ανοδική πορεία και ότι θα πουλούσε στον αναιρεσείοντα τα καύσιμα της στην ίδια τιμή και με τις ίδιες εκπτώσεις, όπως έπραττε για παρόμοια σε μηνιαίες καταναλώσεις και δυναμικότητα πρατήρια.

Συνεπώς, ο 10ος λόγος με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, τυγχάνει αβάσιμος.

Με τον τρίτο λόγο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγω ευθείας παράβασης των άρθρων 211, 212, 213 και 216 του ΑΚ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα δέχτηκε ότι μεταξύ αυτού και της αναιρεσίβλητης καταρτίστηκε σύμβαση αποκλειστικής εμπορικής συνεργασίας, αφού τέτοια σύμβαση ουδέποτε συνήφθη, αλλά αντίθετα συνήφθη άτυπη σύμβαση πωλήσεως καυσίμων μεταξύ αυτού, ως αγοραστή και του Ε. Κ., ως πωλητή, με βάση την εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που επικαλείται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι υπό το πρόσχημα της παράβασης κανόνων ουσιαστικού δικαίου, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου επί της ουσίας της διαφοράς (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον οικείο λόγο αναιρέσεως, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεως τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, ως και οι λόγοι εφέσεως που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης.

Δεν συνιστούν πράγματα η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (ΑΠ 49/05), ούτε οι νομίμως αβάσιμοι ή οι απαράδεκτοι ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 109/12). Στην ένδικη περίπτωση ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αμυνόμενος κατά της αγωγής, και προς στοιχειοθέτηση ενστάσεως από το άρθρο 281 ΑΚ, ισχυρίστηκε (σύμφωνα με το εκτιθέμενο στο αναιρετήριο περιεχόμενο των προτάσεων του) ότι: 1) ποτέ δεν έγινε σύμβαση με την ενάγουσα, αλλά με τον πρώτο εναγόμενο, 2) ποτέ δεν υπέγραψε την επικαλούμενη σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, 3) συνήψε σύμβαση εμπορικής συνεργασίας με τον 1° εναγόμενο που ενεργούσε ατομικά, 4) η ενάγουσα γνώριζε ότι δεν συνήψε με αυτήν σύμβαση και δεν έχει καμία υποχρέωση απέναντι της, 5) η ενάγουσα συνήψε σύμβαση εμπορικής συνεργασίας με τον 1° εναγόμενο με σκοπό ο τελευταίος να πωλεί καύσιμα σε πρατηριούχους και σ' αυτόν στο όνομα του, 6) το επικαλούμενο από 10/7/97 ιδιωτικό συμφωνητικό δεν φέρει τη γνήσια υπογραφή του, 7) η ενάγουσα κατήγγειλε τη σύμβαση συνεργασίας με τον 1° εναγόμενο, που είχε αναλάβει τον εφοδιασμό αυτού και των συνεναγομένων του με καύσιμα, με συνέπεια να παύσει ο εφοδιασμός τους με καύσιμα για λογαριασμό της ενάγουσας, 8) από την ως άνω συμπεριφορά της ενάγουσας, δηλαδή την καταγγελία της σύμβασης που την συνέδεε με τον ι° εναγόμενο, τη λύση αυτής και την παύση εφοδιασμού του με καύσιμα για λογαριασμό της ενάγουσας, συνάγεται ότι αυτή δεν επιθυμούσε να δεσμεύεται στο μέλλον από τη μεταξύ τους σύμβαση εμπορικής συνεργασίας και συνεπώς η ενάγουσα σιωπηρώς κατήγγειλε την επικαλούμενη μεταξύ τους σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, 9) η ενάγουσα από τις αρχές του 1998 κι έπειτα καθυστερούσε επανειλημμένα τις παραδόσεις καυσίμων προς τον 1° εναγόμενο και ο τελευταίος καθυστερούσε την εκτέλεση των παραγγελιών του προς αυτόν, σε βαθμό τέτοιο ώστε να τελειώνουν τα αποθέματα καυσίμων και να μη δύναται να πουλήσει καύσιμα σε πελάτες του, 10) η ενάγουσα πουλούσε καύσιμα στον 1° εναγόμενο και στη συνέχεια ο τελευταίος σ' αυτόν σε υψηλότερες του ανταγωνισμού τιμές, με συνέπεια την απώλεια πελατών και την οικονομική του ζημία, 11) λόγω καθυστερήσεων στην παράδοση και της υψηλής χρέωσης των καυσίμων της ενάγουσας, ο 1ος " εναγόμενος αποφάσισε να καταγγείλει τη σύμβαση με την τελευταία το Μάρτιο του 2000 και να αλλάξει προμηθεύτρια εταιρεία, με συνέπεια και οι υπόλοιποι συμβαλλόμενοι με αυτόν πρατηριούχοι (δηλαδή ο αναιρεσείων και οι λοιποί συνεναγόμενοί του) να αναγκαστούν να πράξουν το ίδιο, καθώς υφίσταντο οικονομική ζημία, 12) λόγω της αδικαιολόγητης και υπαίτιας συμπεριφοράς της ενάγουσας που συνιστά παράλειψη ουσιαστικής συμβατικής υποχρεώσεως εκ μέρους της, αναγκάστηκε αυτός και οι λοιποί πρατηριούχοι να προβούν στην από 10/3/2000 καταγγελία της επίδικης σύμβασης και 13) η ευδοκίμηση της αγωγής, με την οποία ζητείται μετά την παρέλευση εξήμισυ και πλέον χρόνων από την καταγγελία και τη λύση της επίδικης σύμβασης, το υπέρογκο ποσό των 25.866.435 δραχμών, θα είναι οικονομικά υπέρμετρα επαχθής γι' αυτόν, με αποτέλεσμα να κινδυνεύει σοβαρά η λειτουργία της μικρής επιχειρήσεως του, η οποία όπως όλος ο κλάδος των πρατηριούχων διέρχεται περίοδο οικονομικής δυσπραγίας που δεν επιτρέπει μη προγραμματισμένες εκταμιεύσεις και είναι αδύνατο να ανταπεξέλθει στην ικανοποίηση της απαιτήσεως της ενάγουσας και άρα η άσκηση του δικαιώματος της είναι προφανώς καταχρηστική.

Από τους ανωτέρω ισχυρισμούς οι αριθμούμενοι 1 έως 12, δεν μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν ένσταση από το άρθρο 281 AK, διότι αποτελούσαν ισχυρισμούς αρνητικούς του ασκηθέντος με την αγωγή δικαιώματος της ενάγουσας, ανεξάρτητα, βέβαια, από τη μεταξύ τους αντιφατικότητα (εφόσον ο αναιρεσείων αφενός μεν αρνιόταν τη σύναψη της επίδικης συμβάσεως συνεργασίας με την αναιρεσίβλητη, αφετέρου δε ισχυριζόταν ότι η αναιρεσίβλητη κατήγγειλε σιωπηρώς την εν λόγω σύμβαση, αλλά και ότι ο ίδιος προέβη σε καταγγελία της με την από 10/3/2000 καταγγελία, λόγω της αδικαιολόγητης και υπαίτιας συμπεριφοράς της).

Εξάλλου, τα περιστατικά που διαλαμβάνονται στον 13° ισχυρισμό και αληθή υποτιθέμενα δεν αρκούσαν για να καταστήσουν καταχρηστική, την άσκηση του επίδικου δικαιώματος της αναιρεσίβλητης κατ' αυτού. Στη δευτεροβάθμια δίκη ο αναιρεσείων επανέφερε με τον 6° λόγο της έφεσης του, ως ένσταση από το άρθρο 281 ΑΚ, τους ισχυρισμούς ότι: 1) η ενάγουσα του επέδωσε κλήση για συζήτηση της αγωγής της μετά την παρέλευση εξήμισυ και πλέον ετών από την καταγγελία και τη λύση της επίδικης σύμβασης, όταν πλέον πίστευε ότι αυτή δεν έχει καμία αξίωση εναντίον του, 2) του δημιουργήθηκε βάσιμα η πεποίθηση ότι ο αντιπρόσωπος της Κ.

είχε τακτοποιήσει τη διαφορά τους και αυτή δεν είχε καμία αξίωση εναντίον του, 3) 35 πρατηριούχοι κατήγγειλαν τις συμβάσεις τους με την ενάγουσα, με αποτέλεσμα να του δημιουργηθεί η πεποίθηση ότι βρίσκονται αυτοί εν δικαίω και εκείνη εν αδικία λόγω της ανωτέρω συμπεριφοράς της, 4) αυτός είναι ένας μικρός αγρότης με ένα μικρό πρατήριο καυσίμων σε ένα ορεινό χωριό των ..., που έχει δύο πρατήρια και 120 περίπου κατοίκους, με ετήσιο κέρδος τα οικονομικά έτη 1997,1998, 1999, ποσών 418.291, 498.666 και 455.021 δραχμών, αντίστοιχα, 5) αντίθετα η ενάγουσα, ούσα η μοναδική μέτοχος της εταιρείας MOTOR OIL HELLAS, η οποία κατέχει και λειτουργεί ιδιόκτητα διυλιστήρια στην ..., παρουσιάζει κέρδη πολλών εκατομμυρίων ευρώ κι έχει επιχειρήσεις, εκτός από την Ελλάδα, στα Βαλκάνια, τη μαύρη Θάλασσα και τις Αραβικές χώρες, ανήκει στον Όμιλο Β., ο οποίος είναι ένας από τους μεγαλύτερους επιχειρηματικούς ομίλους της Ελλάδας, με τεράστια οικονομική επιφάνεια, δύναμη και επιρροή, με άρτια οργάνωση και δική του νομική υπηρεσία και με ενεργητικό, στις 31/12/05, το ποσό των 149.989 ευρώ σε χιλιάδες, 6) η ευδοκίμηση της αγωγής, με την οποία ζητείται μετά την παρέλευση εξήμισυ και πλέον χρόνων από την καταγγελία και τη λύση της επίδικης σύμβασης, το υπέρογκο ποσό των 25.866.435 δραχμών, θα είναι οικονομικά υπέρμετρα επαχθής και δυσβάσταχτη γιαυτόν, με αποτέλεσμα να κινδυνεύει όχι μόνο σοβαρά η λειτουργία της μικρής επιχειρήσεως του, η οποία όπως όλος ο κλάδος των πρατηριούχων διέρχεται περίοδο οικονομικής δυσπραγίας που δεν επιτρέπει μη προγραμματισμένες εκταμιεύσεις και είναι αδύνατο να ανταπεξέλθει στην ικανοποίηση της απαιτήσεως της ενάγουσας, αλλά και η ίδια η διατροφή η δική του και της οικογένειας του, που συντηρείται από αυτόν και άρα η άσκηση του δικαιώματος της ενάγουσας είναι προφανώς καταχρηστική.

Από τους ανωτέρω ισχυρισμούς οι αριθμούμενοι 1 έως 3 ισχυρισμοί, με τους οποίους ο αναιρεσείων επικαλέστηκε τη δημιουργία σ' αυτόν πεποιθήσεως ότι η αναιρεσίβλητη δεν είχε καμία απαίτηση εναντίον του προβλήθηκαν για πρώτη φορά στο Εφετείο, χωρίς την επίκληση της συνδρομής κάποιας από τις προϋποθέσεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ και συνεπώς δεν μπορούσαν να ληφθούν παραδεκτώς υπόψη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενώ ο 6ος ισχυρισμός που είχε προβληθεί πρωτοδίκως και επαναφέρθηκε εμπλουτισμένος απαραδέκτως και με νέα περιστατικά (αδυναμία διατροφής του αναιρεσείοντος και της οικογένειας του), δεν αρκούσε για τη στοιχειοθέτηση της ένστασης από το άρθρο 281 ΑΚ.

Επομένως, το Εφετείο με το να μη λάβει υπόψη του απαράδεκτος προβληθέντες και μη νόμιμους ισχυρισμούς, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11γ'του ΚΠολΔ, ώστε ο περί του αντιθέτου4ος λόγος αβασίμως προβάλλεται.

Με τον 5ο λόγο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 11 α' και γ' ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι 1 ) παρά το ότι αυτός κατά την πρωτοβάθμια δίκη είχε προσβάλει, ως πλαστό, το από 10/7/97 έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ αυτού και της αναιρεσίβλητης, το Εφετείο έλαβε υπόψη του το εν λόγω έγγραφο, χωρίς να εξετάσει το ζήτημα της γνησιότητας της υπογραφής του σ' αυτό (ο περί της οποίας ισχυρισμός εμπεριέχεται σε εκείνον περί πλαστότητας) και 2) παρά το ότι αυτός πρωτοδίκως είχε επικαλεστεί τρεις μάρτυρες προς απόδειξη του ισχυρισμού του περί πλαστότητας και από αυτούς είχε εξεταστεί πρωτοδίκως μόνον ο ένας, το Εφετείο δεν διέταξε αποδείξεις για εξέταση και των άλλων δύο μαρτύρων του και ως εκ τούτου δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκε (μάρτυρες) και προσκόμισε.

Ο λόγος αυτός κατά το πρώτο σκέλος του στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι σύμφωνα με το επισκοπούμενο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης, το Εφετείο ερεύνησε το ζήτημα της γνησιότητας της υπογραφής του αναιρεσείοντος στο επίμαχο έγγραφο και με βάση το σύνολο των αποδείξεων που είχαν προσκομιστεί αποφάνθηκε για τη γνησιότητα της.

Κατά το δεύτερο σκέλος του είναι αβάσιμος, εφόσον πρωτοδίκως εξετάστηκε μάρτυρας για την απόδειξη του επίμαχου ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, στη δε δευτεροβάθμια δίκη η εξέταση νέων μαρτύρωv ήταν δυνητική, εξαρτώμενη από την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρα 529 παρ.

ι και 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Όπως συνάγεται από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς πάντως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά.

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως. Στην ένδικη περίπτωση, με τον 6° λόγο, ο αναιρεσείων προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη του τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο αποδεικτικά μέσα που αυτός, μεταξύ άλλων, νόμιμα επικαλέστηκε με τις προτάσεις του και προσκόμισε στη συζήτηση της υποθέσεως μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και συγκεκριμένα:

Α) Προς απόδειξη του ισχυρισμού του περί πλαστότητας της υπογραφής του στο επίμαχο ιδιωτικό συμφωνητικό εμπορικής συνεργασίας ι) την από 26/1/07 υπεύθυνη δήλωση του ενώπιον του AT ..., όπου έχουν τεθεί δείγματα υπογραφών του, 2) φωτοτυπίες του δελτίου αστυνομικής του ταυτότητας, 3)αντίγραφα συμβολαίων με τις υπογραφές του, 4) τα ...

και ... τιμολόγια πώλησης όπου υπάρχει η υπογραφή του, 5) δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος του των ετών 1997, 1998, 1999, 2000, 2001 και 2003, 6) τα από 10/7/03 αντίτυπα πρωτοκόλλου ποσοτικής παραλαβής του ΣΔΟΕ όπου υπάρχει η υπογραφή του, 7) το ... τιμολόγιο πώλησης με την υπογραφή του, 8) τα επικαλούμενα ιδιωτικά συμφωνητικά μισθώσεως αγροτεμαχίων με τις υπογραφές του.

Β) Προς απόδειξη του αρνητικού του ισχυρισμού ότι δεν καταρτίστηκε με την αναιρεσίβλητη σύμβαση αποκλειστικής συνεργασίας, αλλά σύμβαση πωλήσεως καυσίμων με τον Ε. Κ. 1) τα επικαλούμενα τιμολόγια πώλησης καυσίμων των ετών 1995 έως 1999, 2) τα επικαλούμενα τιμολόγια πώλησης καυσίμων του διαστήματος από 3/12/99 έως 4/3/2000, 3) το από 17/11/97 ιδιωτικό συμφωνητικό εμπορικής συνεργασίας μεταξύ της αναιρεσίβλητης και του Ε.

Κ., 4) την κρινόμενη αγωγή της αναιρεσίβλητης, 5) την 1578/95 απόφαση του νομάρχη ..., 6) τις από 1/3/2000 εξώδικες δηλώσεις των 2ου έως 8ου από τους συνεναγομένους του, 7) την από 1/3/2000 εξώδικη δήλωση του. Γ) Προς απόδειξη γενικά των ισχυρισμών του τις 1546/10 και 6838/10 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης και της συμβολαιογράφου ...

Αικατερίνης Χλάτσογλου, αντίστοιχα, που ελήφθησαν μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της αναιρεσίβλητης. Όμως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, περί της ουσιαστικής βασιμότητας της ένδικης αγωγής της αναιρεσίβλητης, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, τις ένορκες βεβαιώσεις που ελήφθησαν μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της αναιρεσίβλητης και τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι είτε για άμεση, είτε για έμμεση απόδειξη.

Από τη βεβαίωση αυτή, σε συνδυασμό με το όλο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αναμφίβολο, ότι το Εφετείο, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και τα φερόμενα από τον αναιρεσείοντα ως αγνοηθέντα παραπάνω έγγραφα.

Συνεπώς, ο 6ος, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η σχετική αιτίαση και με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, τυγχάνει αβάσιμος.

Με τον 7° λόγο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο 1) του ιδιωτικού συμφωνητικού εμπορικής συνεργασίας μεταξύ του αναιρεσείοντος και της αναιρεσίβλητης, με το οποίο φέρεται ότι καταρτίστηκε στην ..., στις 16/7/97, η επίμαχη σύμβαση, ενώ το Εφετείο δέχτηκε ότι το ιδιωτικό συμφωνητικό υπογράφηκε στους ...

και 2) των επικαλούμενων τιμολογίων πώλησης καυσίμων της JET OIL και της αναιρεσίβλητης των ετών 1995, 1996, 1997, 1998 και 1999 από τη σύγκριση των οποίων προέκυπτε ότι η αναιρεσίβλητη πουλούσε στον αναιρεσείοντα καύσιμα σε τιμές μεγαλύτερες από τη JET OIL. Όμως, όπως προκύπτει από τη επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης, αναφορικά με την αποδιδόμενη παραμόρφωση του επίμαχου ιδιωτικού συμφωνητικού, το Εφετείο δεν δέχτηκε ότι ο αναγραφόμενος σ' αυτό τόπος καταρτίσεως ήταν οι ... ..., αλλά ότι ενώ αναγραφόταν ως τόπος καταρτίσεως η ..., στην πραγματικότητα (σύμφωνα με την εκτίμηση των αποδείξεων) αυτό υπογράφηκε στο πρατήριο του αναιρεσείοντος στους ..., αιτιολογώντας το εν λόγω αποδεικτικό του πόρισμα με την παραδοχή, μεταξύ άλλων, ότι κατά τη συνήθη τακτική συναφών συναλλαγών δεν νοείται ο κάθε πρατηριούχος να μεταβαίνει στην ..., όπου εδρεύουν οι συναφείς με την ενάγουσα επιχειρήσεις, προκειμένου να υπογραφεί η σχετική σύμβαση και ότι το εν λόγω ιδιωτικό συμφωνητικό στάλθηκε από την έδρα της ενάγουσας στην ...

στο μάρτυρα αποδείξεως Σ., που ήταν επιθεωρητής της ενάγουσας στις περιοχές των νομών ... και ..., προκειμένου να το μεταφέρει στον εναγόμενο (αναιρεσείοντα), ώστε να υπογραφεί από αυτόν.

Συνεπώς, το Εφετείο δεν διέπραξε σφάλμα στη διαπίστωση του περιεχομένου του επίμαχου εγγράφου, αναφορικά με τον αναγραφόμενο σ' αυτό τόπο καταρτίσεως του, με αποτέλεσμα να μη στοιχειοθετείται η από το άρθρο 559 αρ. 20 πλημμέλεια. Περαιτέρω, αναφορικά με την αποδιδόμενη παραμόρφωση του περιεχομένου των επικαλούμενων από τον αναιρεσείοντα τιμολογίων, το Εφετείο, στην προσβαλλόμενη απόφαση του, δεν δέχτηκε ότι στα εν λόγω τιμολόγια οι τιμές πώλησης καυσίμων της ενάγουσας ήσαν ίδιες με εκείνες πώλησης της JET OIL, αλλά δέχτηκε ότι τα εν λόγω τιμολόγια, ως συγκριτικά στοιχεία, δεν ήσαν ικανά να το οδηγήσουν σε διαφορετικό συμπέρασμα σχετικά με το αποδεικτικό του πόρισμα, συνιστάμενο στο ότι η αναιρεσίβλητη πουλούσε στον αναιρεσείοντα καύσιμα σε τιμές ανάλογες με εκείνες των άλλων εταιρειών, παρέχοντας του επιπλέον εκπτώσεις επί των τιμολογίων και τούτο διότι τα προσκομισθέντα τιμολόγια των ετών 1995, 1996 και 1997 αφορούσαν χρονικό διάστημα προγενέστερο της επίδικης σύμβασης, ενώ τρία μόνο τιμολόγια του 1998 και δύο του 1999 δεν ήσαν ικανά, επίσης, να το οδηγήσουν σε αντίθετο συμπέρασμα, αφού μάλιστα η μικρή διαφορά της τιμής δικαιολογείται από την απόσταση, που επηρεάζει τα έξοδα μεταφοράς και συνεπώς την τιμή πώλησης. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ πλημμέλεια ούτε στην περίπτωση αυτή. Κατόπιν τούτων ο 7ος λόγος τυγχάνει αβάσιμος.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297 εδ. α', 298, 345, 346 ΑΚ και 69 παρ. 1 περ. α' ΚΠολΔ προκύπτει ότι αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη που δεν είναι απαιτητή, αλλά καθίσταται ληξιπρόθεσμη στο μέλλον, μπορεί να επιδιωχθεί δικαστικώς εφόσον κατά τον χρόνο της πρώτης συζητήσεως της αγωγής είχε γεννηθεί το δικαίωμα για την αξίωση αυτή και απλώς καθίσταται απαιτητή από την επέλευση ορισμένου μελλοντικού, χρονικού σημείου, από του οποίου και επιδικάζεται.

Στην περίπτωση δε που επιδιώκεται αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη, για όσα μεν εξ αυτών είχαν καταστεί απαιτητά κατά την άσκηση της αγωγής, οφείλεται νόμιμος τόκος και αν ο οφειλέτης δεν είναι υπερήμερος, αφότου επιδόθηκε η τελευταία. Αν όμως η αξίωση για την απώλεια διαφυγόντων κερδών καθίσταται απαιτητή στο μέλλον, οφείλεται νόμιμος τόκος από του χρόνου που ο οφειλέτης καθίσταται υπερήμερος, δηλαδή το χρονικό σημείο μετά το οποίο η απαίτηση αυτή δεν πληρώθηκε (ΑΠ 116/12).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση του, δέχθηκε, ότι εξαιτίας της άκαιρης και χωρίς σπουδαίο λόγο καταγγελίας, από τον αναιρεσείοντα, της ορισμένου χρόνου συμβάσεως εμπορικής συνεργασίας, μεταξύ αυτού και της αναιρεσίβλητης, ζημιώθηκε η τελευταία κατά το ποσό των 46.563,27 ευρώ, το οποίο κατά βάσιμη πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα απεκέρδαινε από την πώληση σ' αυτόν καυσίμων, αν λειτουργούσε κανονικά η σύμβαση μέχρι τη λήξη του συμβατικού χρόνου της και ο αναιρεσείων εκπλήρωνε τις συμβατικές του υποχρεώσεις, δηλαδή απώλεσε η αναιρεσίβλητη διαφυγόντα κέρδη για το χρονικό διάστημα από 10/3/2000 έως 9/3/2006, ένα μέρος από τα οποία (διαφυγόντα κέρδη) ανάγεται στο προ της επιδόσεως της αγωγής χρονικό διάστημα, ενώ το υπόλοιπο στο μετά την επίδοση της αγωγής.

Στην καταβολή δε αυτών (διαφυγόντων κερδών), κατά μερική παραδοχή της αγωγής, υποχρεώθηκε ο αναιρεσείων, με το νόμιμο τόκο, από την επίδοση της αγωγής, με την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που ενσωματώθηκε στην αναιρεσιβαλλομένη, εφόσον το Εφετείο, δεχόμενο τα ίδια, δέχτηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση.

Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, κατά το μέρος που δέχτηκε την οφειλή τόκων υπερημερίας για ολόκληρο το επιδικασθέν ποσόν αποζημιώσεως διαφυγόντων κερδών, αφότου ο επιδόθηκε η αγωγή (τόσον δηλαδή αυτών που ανάγονται σε χρόνο πριν από την επίδοση της αγωγής, όσον και εκείνων που αναφέρονται σε χρόνο μετά την επίδοση της τελευταίας), παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 345 και 346 ΑΚ.

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η αντίστοιχη πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Κατά παραδοχή δε του λόγου τούτου και εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς διερεύνηση, πρέπει να αναιρεθεί μερικώς η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά τ' αναφερόμενα στο διατακτικό.

Κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ: "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές".

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι "Οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν", συνάγεται ότι, οσάκις μετά την αναίρεση της αποφάσεως δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υποθέσεως από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση του διατακτικού της αποφάσεως με βάση την έκταση της αναιρέσεως, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική επί της υποθέσεως απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (Ολ ΑΠ 25/2001, ΑΠ 448/2005).

Τέτοιο δικονομικό έδαφος για την μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως επανεκδίκαση της υποθέσεως από το Εφετείο στην ουσία δεν υπάρχει και στην κρινόμενη περίπτωση. Η δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων για το παρόν αναιρετικό στάδιο της διαδικασίας, πρέπει να συμψηφισθεί στο σύνολο της λόγω της ισομερούς νίκης και ήττας κάθε πλευράς (άρθρα 178 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί μερικώς την 1218/2012 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Κρατεί την υπόθεση και δικάζει επί της εφέσεως.

Δέχεται μερικώς την από 4/3/2009 έφεση του εναγομένου-εκκαλούντος Α. Π. κατά της 39.139/2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Εξαφανίζει την καταψηφιστική διάταξη της ως άνω αποφάσεως (για την ενότητα εκτελέσεώς της), ως προς τον εναγόμενο Α. Π..

Υποχρεώνει τον εναγόμενο Α. Π. να καταβάλει στην ενάγουσα - εφεσίβλητη το ποσόν των σαράντα έξι χιλιάδων πεντακοσίων εξήκοντα τριών ευρώ και είκοσι επτά λεπτών (46.563,27), με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής, κατά το μέρος που αφορά αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη που είχαν καταστεί απαιτητά κατά την άσκηση της αγωγής, κατά δε το υπόλοιπο μέρος από τότε που κάθε μηνιαίο ποσό διαφυγόντων κερδών κατέστη απαιτητό από το τέλος του κάθε μήνα.

Συμψηφίζει στο σύνολο της τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων, για την παρούσα αναιρετική διαδικασία.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1 Απριλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιουλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ