Legislator Case Law & Legislation
1545/2011 AI generated

1545/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1545/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/5/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 177/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2762/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 6/10/2009 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

1545/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, η θέσπιση διακρίσεων μεταξύ υπαλλήλων που βρίσκονται στην ίδια οικογενειακή κατάσταση, οι οποίες συνδέονται, όχι με την παρεχόμενη εργασία, αλλά με το τυχαίο γεγονός της παροχής ή όχι εργασίας και από το σύζυγο ή από το καθεστώς αυτής, αντιβαίνει ευθέως στη συνταγματική επιταγή της ίσης νομοθετικής μεταχείρισης των ομοίων (άρθρο 4 παρ. 1 του Συν.).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1545 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1545/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ευαγγελία Σκαλτσά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Κ., 2) Π. Κ., 3) Δ. Κ., 4) Ε. Κ., 5) Α. Κ., 6) Σ. Μ., 7) Γ. Μ., 8) Χ. Μ., 9) Μ. Μ., 10) Β. Μ., 11) Ο. Μ., 12) Α. Μ., 13) Ο. Μ., 14) Κ. Μ., 15) Φ. Ν., 16) Σ. Ν.-Σ., 17) Α. Ο., 18) Μ. Π., 19) Φ. Π., 20) Ε. Π., 21) Φ. Π., 22) Δ. Π., 23) Γ. Π., 24) Ε. Π., 25) Α. Π., 26) Κ. Σ., 27) Κ. Σ., 28) Ά. Σ., 29) Γ. Σ., 30) Γ. Σ., 31) Α. Σ., 32) Ρ. Σ., 33) Ε. Τ., 34) Ε. Τ., 35) Ν. Τ., 36) Σ. Τ., 37) Θ. Τ., 38) Ε. Τ., 39) Ά. Μ. Τ., 40) Ζ. Φ., 41) Α. Χ., 42) Ε. Χ., 43) Ε. Χ.-Τ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/5/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 177/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2762/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 6/10/2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 12/9/2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 6/10/2009 αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1,2, και 3 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι,αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Στην προκείμενη περίπτωση,κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου, που αναφέρεται στην αρχή αυτής της αποφάσεως, δεν εμφανίσθηκαν και δεν έλαβαν μέρος στη συζήτηση οι αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι επέσπευσαν τη συζήτηση της υποθέσεως (βλ. αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση, που επιδόθηκε στο αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο).Επομένως η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι παρόντες (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1 και 4 του ν. 2470/1997 " Αναμόρφωση του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις", των άρθρων 8, 11 παρ. 1 και 6 του ν. 1505/1984 που άρχισε να ισχύει από 1-1-1997, προκύπτει ότι το οικογενειακό επίδομα που προβλέπεται, παρέχεται στους έγγαμους υπαλλήλους που αφορούν οι διατάξεις αυτές, ως προσαύξηση μισθού, για την παρεχόμενη εργασία, η οποία καταβάλλεται για την αντιμετώπιση των βαρών που συνεπάγεται η δημιουργία οικογένειας, στα πλαίσια και της επιβαλλόμενης από το άρθρο 21 του Συντάγματος προστασίας της.

Το ότι η παραπάνω παροχή έχει χαρακτήρα μισθού, επιβεβαιώνεται και από τη διάταξη του άρθρου 141 παρ. 2 της συμβάσεως του Άμστερνταμ (πρώην 119 της ΕΟΚ), που εφαρμόζεται και στις εργασιακές συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου στο δημόσιο τομέα (αποφάσεις ΔΕΚ στις υποθέσεις 248/ 83 και 58/81), σύμφωνα με την οποία, ως αμοιβή νοούνται οι συνήθεις βασικοί κατώτατοι μισθοί ή αποδοχές, αλλά και όλα τα άλλα οφέλη που παρέχονται άμεσα ή έμμεσα σε χρήματα ή σε είδος λόγω της σχέσεως εργασίας.

Περαιτέρω, με το προαναφερόμενο άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 2470 /1997, ορίστηκε ότι για την ενίσχυση της οικογένειας των υπαλλήλων που εμπίπτουν στο νόμο αυτό χορηγείται μηνιαία οικογενειακή παροχή ανάλογα με την οικογενειακή κατάσταση των υπαλλήλων, ως εξής: α)για οικογένεια έγγαμων χωρίς τέκνα ή με ενήλικα τέκνα, 12.000 δραχμές και β) για οικογένεια με ανήλικα τέκνα, το ποσό αυτό προσαυξάνεται για κάθε τέκνο κατά τις διακρίσεις που γίνονται στη διάταξη αυτή.

Με το άρθρο 12 παρ. 4 του ίδιου νόμου, όπως ισχύει μετά το άρθρο 21 του ν. 2515/1997, ορίζεται ότι σε περίπτωση που ο ένας των συζύγων λαμβάνει οικογενειακό επίδομα από οποιαδήποτε πηγή του δημόσιου ή ιδιωτικού τομέα, τότε στον έτερο σύζυγο, υπάλληλο του Δημόσιου, ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ, καταβάλλεται μόνο συμπληρωματικό ποσό ως εξής:

α) το ποσό των προσαυξήσεων λόγω τέκνων, όταν το καταβαλλόμενο στον έτερο αναφέρεται μόνο σε επίδομα γάμου και β) το βασικό ποσό της οικογενειακής παροχής, χωρίς προσαυξήσεις, όταν το καταβαλλόμενο στον έτερο αναφέρεται μόνο σε επίδομα τέκνων. Όμως η απλή μετονομασία του επιδόματος οικογενειακών βαρών (που θεσπίστηκε αρχικά με το ν. 1505/1984) σε οικογενειακή παροχή για την ενίσχυση της οικογένειας δεν μετέβαλε τη λειτουργία και το νομικό χαρακτήρα της παροχής αυτής ως ανταλλάγματος εξαιτίας της προσφερόμενης εργασίας και επομένως ως προσαύξησης μισθού.

Εξάλλου, η θέσπιση διακρίσεων μεταξύ υπαλλήλων που βρίσκονται στην ίδια οικογενειακή κατάσταση, οι οποίες συνδέονται, όχι με την παρεχόμενη εργασία, αλλά με το τυχαίο γεγονός της παροχής ή όχι εργασίας και από το σύζυγο ή από το καθεστώς αυτής, αντιβαίνει ευθέως στη συνταγματική επιταγή της ίσης νομοθετικής μεταχείρισης των ομοίων (άρθρο 4 παρ. 1 του Συν.).

Η εξίσωση με βάση την αρχή αυτή γίνεται προς τα άνω (ΑΕΔ 3/2001, Ολ.Α.Π.6/2001, Α.Π.700/2010). Κατά συνέπεια η διάταξη του άρθρου 12 παρ. 4 του ν. 2470/1997, η οποία απαγορεύει τη διπλή καταβολή της οικογενειακής παροχής, σε περίπτωση που και οι δύο σύζυγοι είναι υπάλληλοι του Δημοσίου ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ ή όταν ο ένας είναι υπάλληλος των υπηρεσιών αυτών και ο άλλος υπάλληλος του ευρύτερου δημόσιου τομέα ή του ιδιωτικού, αντίκειται στις προαναφερόμενες συνταγματικές διατάξεις και συνεπώς, είναι ανίσχυρη και μη εφαρμοστέα.

Κατόπιν αυτού, ισχύει εν προκειμένω και είναι άμεσα εφαρμοστέος ο γενικός κανόνας της παρ. 1 του άρθρου 12 του ν. 2470/1997, κατά τον οποίο οι έγγαμοι υπάλληλοι λαμβάνουν ολόκληρη την οικογενειακή παροχή, προσαυξανόμενη ανάλογα με τον αριθμό των τέκνων, χωρίς τις διακρίσεις στις οποίες προβαίνει η κρινόμενη αντισυνταγματική παράγραφος 4 του ίδιου άρθρου.

Στην προκείμενη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι προσλήφθηκαν από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο προ του έτους 2000 με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και ότι αν και ήταν έγγαμοι, το αναιρεσείον δεν τους χορήγησε την ως άνω οικογενειακή παροχή κατά το διάστημα από 1/1/200 έως 30/6/2002, για το λόγο ότι την παροχή αυτή ελάμβαναν οι σύζυγοι τους. Με βάση τα περιστατικά αυτά έκρινε ακολούθως ότι οι με τις παραπάνω διατάξεις τιθέμενοι περιορισμοί στη χορήγηση της ένδικης οικογενειακής παροχής, αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 4 και 22 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος. Με την κρίση του αυτή το Πολυμελές Πρωτοδικείο, δεν παρεβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 560 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ, είναι αβάσιμος.

Επειδή, με το άρθρο 21 του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου (κ.δ. 26.6/10.7.1944) το οποίο εξακολουθεί να ισχύει σύμφωνα με το τέταρτο εδάφιο του άρθρου 109 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, ορίζονται τα ακόλουθα : "Ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής, ορίζεται σε 6% ετησίως, πλην αν άλλως ωρίσθη δια συμβάσεως ή ειδικού νόμου. Ο ειρημένος τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής". Από την εν λόγω διάταξη συνάγεται ότι ως προς την έναρξη της τοκογονίας αρκεί η γένεση της επιδικίας, από την οποία αρχίζει η αμφισβήτηση ως προς την ύπαρξη της απαίτησης για χρηματική παροχή με την άσκηση της αγωγής και η επίδοση της αγωγής προς το Ελληνικό Δημόσιο, από την οποία λαμβάνει αυτό γνώση της αμφισβήτησης. Εφόσον όμως ο νόμος (η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 21 του κ.δ. της 26.6./10.7.1944), δεν διακρίνει, δεν συνδέει δηλαδή την έννομη συνέπεια της τοκογονίας λόγω της επιδικίας προς το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής αλλά μόνο προς την γένεση της επιδικίας, δεν συντρέχει λόγος διαφοροποιήσεως ως προς το ζήτημα τούτο της καταψηφιστικής προς την αναγνωριστική αγωγή, δεδομένου ότι η τελευταία δεν έχει επικουρικό χαρακτήρα έναντι της πρώτης, τέμνει δε και αυτή τη διαφορά ως προς την ύπαρξη της απαίτησης με δύναμη δεδικασμένου (ΑΕΔ 7 /2011).

Στην προκείμενη περίπτωση το ως Εφετείο δίκασαν Πολυμελές Πρωτοδικείο επιδίκασε τόκους στους αναιρεσίβλητους από την επίδοση της ένδικης αγωγής, της οποίας το αίτημα ήταν αναγνωριστικό . Κρίνοντας έτσι το ως Εφετείο δίκασαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, δεν παρεβίασε την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 560 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6/10/2009 αίτηση για αναίρεση της 2762/2008 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Οκτωβρίου 2011. Και,

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Οκτωβρίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ