Legislator Case Law & Legislation
1545/2009 AI generated

Insurance company appeal dismissed; insurer liable for third-party claimant's lost wages due to disability.

Case Number 1545/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the insurance company's appeal against the Second Instance Court's judgment. The court found that the insurer, as a contractual successor to the tortfeasor, was liable for the claimant's lost wages resulting from a permanent disability caused by the accident. The court upheld the lower court's detailed assessment of the claimant's medical condition and income loss, rejecting the insurer's arguments regarding the scope of liability.

Legislator headnote

AI generated

Art. 10 para. 2 of Law 489/1976; Art. 472-475 of the Civil Code: When a third party claims damages against an insurer based on a contract of joint and several liability, the insurer assumes the same liability as the original tortfeasor, making the insurer liable for consequential damages such as lost wages resulting from the injury.

Keywords

AI generated
contractual successor liability lost wages damages joint and several liability third party claim insurance company appeal permanent disability income loss compensation

Cited Legislation

AI generated
Art. 10 para. 2 of Law 489/1976
Art. 472-475 of the Civil Code
Art. 7 of Law 3557/2007
Art. 937 of the Civil Code
Art. 559 para. 1 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1545 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1545/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Μαΐου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας Γενικών Ασφαλειών με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε.Γ.Α.", που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Καλαντζή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: ... κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Γιαταγάνα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/8/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 12/2/2004 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση και παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 245/2006 μη οριστική και 94/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 23/2008 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7/4/2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Πολυζωγόπουλος, ανέγνωσε την από 14/4/2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η αξίωση του ζημιωθέντος τρίτου κατά του υπόχρεου σε αποζημίωση προσώπου υπόκειται σε διετή (άρθρο 7 του ν. ΓπΝ/1911) ή πενταετή (άρθρο 937 ΑΚ) παραγραφή, ανάλογα σε ποια διάταξη στηρίζεται. Για την αξίωση του ζημιωθέντος τρίτου κατά του ασφαλιστή ισχύει η ειδική ρύθμιση του άρθρου 10 παρ. 2 του ν. 489/1976, το οποίο μέχρι την αντικατάστασή του με το άρθρο 7 του Ν.3557/2007 όριζε ότι "η αξίωση αυτή παραγράφεται μετά την πάροδο δύο ετών από την ημέρα του ατυχήματος, με τη επιφύλαξη των κειμένων διατάξεων για την αναστολή και διακοπή της παραγραφής".

Δεν ισχύει όμως η τελευταία αυτή παραγραφή όταν ο παθών θεμελιώνει την κατά του ασφαλιστή αγωγή του για αποζημίωση στη σύμβαση σωρευτικής αναδοχής χρέους, που προβάλλεται παραδεκτά και αποδεικνύεται. Στην περίπτωση αυτή η έκταση ευθύνης του αναδοχέα ρυθμίζεται από τις γενικές διατάξεις των άρθρων 472 έως 475 ΑΚ, άρα ο ασφαλιστής υπέχει έναντι του παθόντος όμοια υποχρέωση με εκείνη του οφειλέτη ζημιώσαντος.

Έτσι, αν η απαίτηση του ζημιωθέντος προσώπου στηρίζεται σε αδικοπραξία που υπόκειται σε πενταετή παραγραφή (άρθρο 937 ΑΚ), ο συμβατικός αναδοχέας ασφαλιστής αυτή την παραγραφή της απαίτησης μπορεί να προτείνει. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 43 παρ. 6 του ν. 2696/1999, που είναι πανομοιότυπη με την ταυτάριθμη του άρθρου 43 παρ. 6 του ν. 614/1977 (παλιού Κ.

Ο. Κ.), συνάγεται, ότι η από τον οδηγό ζημιογόνου αυτοκινήτου κατάθεση βεβαίωσης ασφάλισης αυτοκινήτου από αναγνωρισμένη στην Ελλάδα ασφαλιστική εταιρία, αποτελεί κατά πλάσμα του νόμου πρόταση της εταιρίας η οποία εξέδωκε τη βεβαίωση, με την αποδοχή της οποίας (που μπορεί να γίνει και με την έγερση της αγωγής από τον ενδιαφερόμενο), καταρτίζεται σύμβαση σωρευτικής αναδοχής χρέους που ιδρύει σύμφωνα με τα άρθρα 361 και 477 ΑΚ άμεση ευθύνη του αναδεχόμενου απέναντι στο πρόσωπο που ζημιώθηκε από το ατύχημα μέχρι του ασφαλιστικού ποσού (σχ.

Ολ. ΑΠ 715/1978, ΑΠ 934/1993, 516/2005). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως συνιστά η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, η οποία υπάρχει όταν λάβει χώρα ψευδής ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Ψευδής ερμηνεία είναι η απόδοση στο συγκεκριμένο κανόνα μη αληθινής και μη αρμόζουσας έννοιας, εσφαλμένη δε ή μη ορθή εφαρμογή είναι η εφαρμογή κάποιου κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν και δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του ή -μη εφαρμογή εφαρμοστέου κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις του.

Στην προκείμενη περίπτωση, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος στην επισκοπούμενη επιτρεπτώς, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.πολ.Δ από 28-8-2003 αγωγή του, προκειμένου να θεμελιώσει την ευθύνη της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας για αποζημίωση, εκθέτει μεταξύ άλλων και τα εξής: "Στην πληρωμή της αποζημιώσεώς μου ευθύνονται εις ολόκληρον έναντι εμού οι εναγόμενοι ο μεν πρώτος ως υπαίτιος οδηγός του ζημιογόνου οχήματος και η δεύτερη ως ασφαλιστική εταιρεία που είχε ασφαλίσει το ζημιογόνο όχημα με έγκυρη σύμβαση ασφαλίσεως, ισχυρή κατά τον χρόνο του ατυχήματος για την κάλυψη της αστικής ευθύνης του οδηγού και είχε εκδώσει σχετική βεβαίωση ασφαλίσεως σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 489/1976, την οποία ο πρώτος εναγόμενος κατέθεσε στο Αστυνομικό Τμήμα...

αμέσως μετά το ατύχημα. Η κατά τα άνω κατάθεση της βεβαιώσεως συνιστά κατά ρητή νομοθετική επιταγή σωρευτική αναδοχή χρέους με την οποία ο ασφαλιστής προσφέρεται αορίστως να ικανοποιήσει τις αξιώσεις των δικαιούχων αποζημιώσεως στην περίπτωση επέλευσης του ασφαλιστικού κίνδυνου μέσα στα όρια του ποσού του ασφαλίσματος.

Η εκ μέρους μου άσκηση της παρούσας αγωγής συνιστά αποδοχή της προτάσεως του ασφαλιστή (δεύτερης εναγομένης) και έτσι καταρτίστηκε κατά πλάσμα του νόμου μεταξύ εμού και της δεύτερης εναγομένης σύμβαση σωρευτικής αναδοχής χρέους που ιδρύει έναντι εμού άμεση ευθύνη της μέχρι του ποσού του ασφαλίσματος...".

Με βάση τα όσα προεκτέθηκαν η αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση είναι πλήρως ορισμένη και νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις που αναφέρθηκαν πιο πάνω. Επομένως, κρίνοντας το Εφετείο την αγωγή πλήρως ορισμένη και νόμιμη δεν αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία απ' όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος και, ως εκ τούτου, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ, μέσω του οποίου ελέγχεται η νομική αοριστία της αγωγής.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΙΙ Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού αυτή σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (αρθρ. 561 παράγραφος 1 ΚΠολΔ), χωρίς την υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου ή παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας.

Η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο ούτε από άποψη παραβιάσεως ή μη της αρχής της αναλογικότητας, που εισάγεται ως νομικός κανόνας με τη διάταξη του άρθρου 25 παράγραφος 1 του Συντάγματος. Και τούτο, διότι ο δικαστικός έλεγχος της τηρήσεως της αρχής της αναλογικότητας περιορίζεται στον έλεγχο της συνταγματικότητας διατάξεως νόμου και, συγκεκριμένα, αν ο νομοθετικός περιορισμός ενός συνταγματικώς προστατευομένου δικαιώματος σέβεται ή όχι την αρχή της αναλογικότητας.

Δηλαδή ο έλεγχος από άποψη τηρήσεως της αρχής αυτής γίνεται μεταξύ της συνταγματικής διατάξεως που προστατεύει κάποιο δικαίωμα και της νομοθετικής διατάξεως, που το περιορίζει. Έξω, όμως, από το πεδίο αυτό τα δικαστικά όργανα δεν έχουν εξουσία να εφαρμόζουν απευθείας την, αρχή της αναλογικότητας, κατά την ενάσκηση της δικαιοδοτικής λειτουργίας τους σε συγκεκριμένη υπόθεση, αλλά εφαρμόζουν την οικεία διάταξη του νόμου, ο οποίος αναθέτει σ' αυτά να αποφασίσουν.

Επομένως, δικαστική απόφαση, που έσφαλε σε συγκεκριμένη περίπτωση στον προσδιορισμό της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως του άρθρου 932 ΑΚ, δεν είναι αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας, αλλά εσφαλμένη και θα ελεγχθεί με τα επιτρεπόμενα ένδικα μέσα στα πλαίσια, που οι ρυθμίζουσες τα ένδικα μέσα διατάξεις οριοθετούν τον έλεγχο. (ΟλΑΠ 6/2009 ΑΠ 762/2007).

Εν προκειμένω, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο ευθεία παραβίαση της κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχής της αναλογικότητας κατά τον προσδιορισμό της οφειλόμενης στον αναιρεσίβλητο χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης. Ο πιο πάνω λόγος, με βάση τα όσα προεκτέθηκαν, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

ΙΙΙ. Περιεχόμενο της, κατά το άρθρο 929 ΑΚ, αποζημιώσεως, είναι και τα νοσήλια στα οποία περιλαμβάνεται και η δαπάνη για την πρόσληψη αποκλειστικής νοσοκόμου είτε στο νοσοκομείο είτε στο σπίτι σε βαριές, ιδιαίτερα, περιστάσεις σωματικών κακώσεων. Η ως άνω αξίωση θεμελιώνεται υπέρ του παθόντος τέκνου και ενεργοποιείται μέσω της ΑΚ 930 παρ. 3 στην περίπτωση που τις σχετικές υπηρεσίες και φροντίδες παρέχουν οι γονείς διαρκούσης είτε της νοσηλείας του παθόντος σε νοσοκομείο είτε της παραμονής του στην οικία του. Και στην περίπτωση αυτή η αξίωση αποζημιώσεως του δικαιούχου παθόντος κατά του υπόχρεου τρίτου διατηρείται αλώβητη, έστω και αν ουδέν ποσόν καταβλήθηκε. Στην περίπτωση αυτή η αποζημίωση διαμορφώνεται στο ποσό που συνήθως καταβάλλεται σε ανάλογες περιπτώσεις για την προσφορά του ίδιων υπηρεσιών. Αν καταβλήθηκε, τότε αξιώνεται το τελευταίο. Σημειώνεται ότι για τη θεμελίωση του ως άνω δικαιώματος αποζημίωσης δεν είναι απαραίτητη η επίκληση ιατρικής βεβαιώσεως για την ανάγκη προσλήψεως αποκλειστικής νοσοκόμου (ΑΠ 1276/2005).

Εν προκειμένω, από την επισκόπηση της από 6-9-2003 αγωγής του αναιρεσιβλήτου προκύπτει ότι αυτός για τη θεμελίωση του ως άνω δικαιώματός του για αποζημίωση ισχυρίσθηκε τα εξής: "...Λόγω του τραυματισμού μου για χρονικό διάστημα 29 μηνών, δηλαδή μέχρι 30-4-2003, ήμουν κλινήρης και μου ήταν αδύνατο να αυτοεξυπηρετηθώ ακόμα και για τις πιο στοιχειώδεις ανάγκες μου γι'αυτό είχα την ανάγκη υπηρεσιών τρίτου προσώπου για να με βοηθάει και να με επιμελείται για την ετοιμασία της τροφής μου, να με βοηθάει στην καθαριότητά μου, να μου δίνει τα φάρμακα, να με βοηθάει να πηγαίνω στην τουαλέτα και εν γένει να με εξυπηρετεί Τις προαναφερόμενες υπηρεσίες μου τις προσέφερε η μητέρα μου ..., η οποία ασχολιόταν μαζί μου ως αποκλειστική νοσοκόμα επί 24ώρου βάσεως εις βάρος των υπολοίπων ενασχολήσεών της για να με επιμελείται και να με προσέχει συνεχώς καλύπτοντας κάθε ανάγκη μου τόσο όταν νοσηλευόμουν στο νοσοκομείο όσο και στην συνέχεια που παρέμεινα στο σπίτι μου ανίκανος για κάθε δραστηριότητα.

Οι υπηρεσίες της μητέρας μου αποτιμώμενες σε χρήμα έχουν αξία ανερχόμενη σε 800 ευρώ μηνιαίως και επομένως δικαιούμαι να αξιώσω από τους εναγομένους το συνολικό ποσό των 23.200 ευρώ που αποτιμώνται οι προς εμένα προσφερθείσες υπηρεσίες της για το διάστημα από του τραυματισμού μου μέχρι την 30-4-2003..."Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν απέρριψε ως αόριστο το σχετικό αγωγικό κονδύλιο, λόγω μη επικλήσεως ιατρικής γνωματεύσεως για την ανάγκη πρόσληψης αποκλειστικής νοσοκόμου, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από το εδάφιο 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

Γι' αυτό και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

IV. Όπως προκύπτει από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 Κ.Πολ.Δ, το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Δεν είναι όμως αναγκαία η ειδική αναφορά και η ξεχωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά. Το γεγονός ότι μνημονεύονται και εξαίρονται μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου μεγαλύτερης σημασίας τους. δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα υπόλοιπα, αρκεί βέβαια να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει το λόγο της αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως.

Εν προκειμένω, με τέταρτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από το εδάφιο 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο κατά την κατάρτιση του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη έγγραφα, τα οποία νόμιμα είχε προσκομίσει και επικαλεσθεί για την απόδειξη της βασιμότητας των λόγων της εφέσεώς της, και, συγκεκριμένα, δεν έλαβε υπόψη τα συνταγέντα σε άλλη δίκη υπ' αριθ. 301/2003 πρακτικά συνεδριάσεως του Μονομελούς πρωτοδικείου Λαμίας. Όμως, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και, ειδικότερα, τόσο από την περιεχόμενη σε αυτή γενική μνεία όλως των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων και μάλιστα και των εγγράφων που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο, για την κατάρτιση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και εξετίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και το διαλαμβανόμενο στο ως άνω πρακτικά που επικαλέστηκε και προσκόμισε η αναιρεσείουσα, τα οποία μάλιστα και μνημονεύει ειδικά. Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

V. Η υποχρέωση για αποζημίωση περιλαμβάνει αφενός με τη θετική ζημία αφετέρου δε την αποθετική. Θετική ζημία είναι η μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του ζημιωθέντος, ενώ αποθετική ζημία υπάρχει και όταν δεν μειώνεται η περιουσία, αλλά αποτρέπεται η αύξησή της, που χωρίς το ζημιογόνο γεγονός θα επερχόταν.

Δηλαδή χωρίς αυτό θα είχε αυξηθεί το ενεργητικό ή θα είχε μειωθεί το παθητικό. Στην περίπτωση της αποτροπής της αύξησης της περιουσίας γίνεται λόγος για αποθετική ζημία ή αρνητική ζημία ή, συνηθέστερα, για διαφυγόν κέρδος. Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 929 και 298 προκύπτει ότι αυτός που έπαθε βλάβη στο σώμα ή στην υγεία του δικαιούται να αξιώσει και τη μελλοντική αποθετική του ζημία (διαφυγόν κέρδος), γιατί λόγω της μειωμένης ικανότητας προς εργασία από βλάβη σώματος ή της υγείας του, χάνει τα εισοδήματα από την εργασία του την οποία, έχοντας πλήρη ικανότητα κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, θα ασκούσε στο μέλλον.

Δεν απαιτείται γι' αυτό βεβαιότητα, αλλά αρκεί πιθανότητα κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, πράγμα, που πρέπει να προκύπτει από τις ιδιαίτερες περιστάσεις, ιδίως δε από τα μέτρα που λήφθηκαν προς τούτο. Εξάλλου, κατά το εδάφιο 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Έλλειψη δε ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στην προκειμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (Ολ.

ΑΠ 25/2004). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, αναφορικά με την βαρύτητα του τραυματισμού του ενάγοντος (αναιρεσιβλήτου) και τη ζημία που υπέστη εξαιτίας της ανικανότητάς του για εργασία λόγω του τραυματισμού του, δέχθηκε, ανελέγκτως, ότι απεδείχθησαν τα ακόλουθα: "....

Ο ενάγων, μετά τον τραυματισμό του μεταφέρθηκε στο Νομ. Γεν. Νοσοκομείο ..., όπου νοσηλεύθηκε από τις 9-12-2000 μέχρι τις 12-1-2001 και υποβλήθηκε σε ανάταξη και εσωτερική οστεοσύνθεση κοτύλης, κρίθηκε δε ότι έχει ανάγκη αναρρωτικής αδείας διάρκειας 6 μηνών. Στη συνέχεια στις 3-12-2002, λόγω του ότι έπασχε από βαριά μετατραυματική οστεοαρθρίτιδα δεξιού ισχίου επί εδάφους συντριπτικού ενδαρθρικού κατάγματος και εξαρθρήματος κοτύλης, συνεπεία της οποίας παρουσίαζε μεγάλου βαθμού αναπηρία και αδυναμία βάδισης, εισήχθη στην ορθοπεδική κλινική του Γενικού Νοσοκομείου ...

και υποβλήθηκε σε επέμβαση αφαίρεσης των παλαιών υλικών οστεοσύνθεσης (θραυσμένων βιδών κ.λ.π.)και διορθώθηκε μερικώς ανισοσκελία περίπου 2 εκατοστών και η αρθρίτιδα του ισχίου με τοποθέτηση αρθροπλαστικής υβριδίου τύπου με ΡΜΜΑ στην κοτύλη λόγω της μεγάλης οστικής της καταστροφής και των παλαιών υλικών.

Μετά την εγχείρηση αυτή και επί ένα εξάμηνο ο ενάγων δε μπορούσε να φορτίσει πλήρως το χειρουργηθέν σκέλος και παρουσίαζε άλγος στην κατανομή του (ΔΕ) ισχιακού, ενώ δε αρχικά παρουσίαζε καλή κινητικότητα του ισχίου, στη συνέχεια είχε επώδυνο περιορισμό της κινητικότητας του ισχίου δεξιά, με αποτέλεσμα να χρήζει αποφυγή · εργασίας που απαιτεί καλή λειτουργία κάτω άκρων για ένα χρόνο μετά την εξέταση του στις 10-9-2003.

Τέλος, λόγω της κατάστασης της υγείας του, πρέπει εφ όρου ζωής να αποφεύγει την υπερβολική φόρτιση του δεξιού σκέλους λόγω κινδύνου μηχανικής χαλαρώσεως και νέας επεμβάσεως. Εξάλλου κατά την εξέταση του στις 22-5-2007 από την Α/βάθμια Υγειονομική Επιτροπή Λαμίας κρίθηκε ότι το συνολικό ποσοστό αναπηρίας του ανέρχεται, τουλάχιστον για την επόμενη πενταετία, σε 85%, ενώ, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ.

πρωτ. ... βεβαίωση της Δ/νσης Κοινωνικής Πρόνοιας της Νομ/κης Αυτ/σης Φθιώτιδας έχει εγγραφεί στο μητρώο βαριά αναπήρων και λαμβάνει μηνιαίο χρηματικό βοήθημα 210 €. Το γεγονός ότι κατηγορείται ότι στις ...κατελήφθη στο 3° χλμ της ΕΟ Μακρακώμης-Σπερχειάδος να οδηγεί το υπ1 αριθ. ... ΙΧΕ όχημα υπό την επίδραση οινοπνεύματος δεν αναιρεί το γεγονός της ύπαρξης αναπηρίας του, αφού εφ' όρου ζωής θα πρέπει να μη φορτίζει το δεξιό σκέλος του, όπως βεβαιώνεται με το πιο πάνω έγγραφο δημόσιου νοσοκομείου.

Περαιτέρω, ο ενάγων πριν το ατύχημα εργαζόταν ως τεχνίτης-εργοδηγός στον εργολάβο τεχνικών έργων ... έναντι αμοιβής κατά μέσο όρο 800 € μηνιαίως. Εξαιτίας του τραυματισμού του δεν ήταν σε θέση να εργαστεί, τουλάχιστον στην εργασία αυτή, κατά το χρονικό διάστημα από τις 9-12-2000 μέχρι και τις 31-12-2003, με αποτέλεσμα να απωλέσει το μετά πιθανότητας προσδοκώμενο εισόδημά του από την εργασία του αυτή, δηλαδή απώλεσε από την αιτία αυτή συνολικά το ποσό των 28.800 €, το οποίο όμως δικαιούται μειωμένο κατά το ποσοστό συνυπαιτιότητάς του, ήτοι πρέπει να λάβει το ποσό των 23.040 €, δεκτού γενομένου εν μέρει ως βάσιμου από ουσιαστική άποψη του σχετικού λόγου εφέσεως της εκκαλούσας ασφαλιστικής εταιρείας...".

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχτηκε εν μέρει το ως άνω αγωγικό κονδύλιο και επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο ενάγοντα ως αποζημίωση λόγω της ανικανότητας του για εργασία το ανωτέρω χρηματικό ποσό. Κρίνοντας έτσι, το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες με αναλυτική μάλιστα αξιολόγηση των κατ' ιδίαν αποδεικτικών μέσων που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκαν.

Επομένως, το Εφετείο δεν στέρησε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, γι' αυτό και ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην ως άνω απόφαση πλημμέλεια από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7-4-2008 αίτηση της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία

"ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε.Γ.Α." για αναίρεση της 23/2008 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας. Και,

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιουνίου 2009.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ