1545/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1545/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: Οι διάδικοι, πρώην σύζυγοι, πέραν των προσωπικών τους τραπεζικών λογαριασμών, είχαν στην τράπεζα Aspis Bank έναν κοινό λογαριασμό ο οποίος "ανοίχθηκε από τον ενάγοντα στις 19-1-2001, στο όνομα το δικό του και της εναγομένης συζύγου του και κινήθηκε μέχρι τις 9-9-2002".
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1545 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1545/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ, η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεωργίου Βασίλειο.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αχχιλέα Μπανταβάνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-4-2003 αναγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 612/2004, 3245/2005 διορθωτική του ίδιου Δικαστηρίου και 4006/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 17-2-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 13-2-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν, κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην εκτίμηση των αποδείξεων που το πόρισμά τους εκτίθεται σαφώς.
Εξάλλου, ως "ζητήματα", των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό, των διατάξεων των άρθρων 1 παράγραφοι 1 και 2 του Ν. 5638/1932, 2 παράγραφος 1 του ν.δ. 17-7/13-8-1923 και 411, 489, 490, 491 και 493 ΑΚ συνάγεται ότι, σε περίπτωση χρηματικής κατάθεσης επ' ονόματι του ιδίου του καταθέτη και τρίτου ή τρίτων, σε κοινό λογαριασμό, και ανεξαρτήτως του αν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκαν σε όλους υπέρ των οποίων έγινε η κατάθεση ή σε μερικούς από αυτούς, παράγεται μεταξύ του καταθέτη και του τρίτου, αφενός, και της τράπεζας (δέκτη της κατάθεσης), αφετέρου, ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή, με αποτέλεσμα η ανάληψη των χρημάτων της καταθέσεως (ολικώς ή μερικώς) από έναν από τους δικαιούχους να γίνεται εξ ιδίου δικαίου.
Σε περίπτωση που αναληφθεί ολόκληρο το ποσό της χρηματικής καταθέσεως από ένα μόνο δικαιούχο, επέρχεται ολοσχερής απόσβεση της απαιτήσεως του κάθε δικαιούχου έναντι της τράπεζας, ενώ ο συνδικαιούχος, που δεν έκανε την ανάληψη, έχει δικαίωμα αναγωγής, κατά εκείνου που ανέλαβε ολόκληρη την κατάθεση, για καταβολή ποσού ίσου προς το μισό της καταθέσεως, εκτός αν από τη μεταξύ τους εσωτερική σχέση προκύπτει άλλη αναλογία ή δικαίωμα επί ολοκλήρου του ποσού η έλλειψη δικαιώματος αναγωγής εκ μέρους αυτού που δεν έκανε ανάληψη του ποσού.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: Οι διάδικοι, πρώην σύζυγοι, πέραν των προσωπικών τους τραπεζικών λογαριασμών, είχαν στην τράπεζα Aspis Bank έναν κοινό λογαριασμό ο οποίος "ανοίχθηκε από τον ενάγοντα στις 19-1-2001, στο όνομα το δικό του και της εναγομένης συζύγου του και κινήθηκε μέχρι τις 9-9-2002".
Στις 9-9-2002 η αναιρεσείουσα προέβη σε ανάληψη 162.122 ευρώ, ήτοι όλου του ποσού που ήταν κατατεθειμένο στον κοινό λογαριασμό. "Ο επίμαχος κοινός λογαριασμός τροφοδοτούνταν (πιστωνόταν) κυρίως με επιταγές πελατών της ατομικής επιχείρησης του ενάγοντος, στην οποία η εναγομένη προσέφερε συχνά τις υπηρεσίες της κυρίως από το 1999 και μετά, διότι ο κύκλος των εργασιών της ατομικής επιχειρήσεώς της....σημείωσε κατακόρυφη πτώση.
Τούτο προκύπτει και από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από την εναγομένη....εκκαθαριστικά σημειώματα του Υπουργείου Οικονομικών...Τα ως άνω εκκαθαριστικά σημειώματα ενίσχυσαν το αποδεικτικό υλικό ως προς τον ισχυρισμό του ενάγοντος, ότι η εναγομένη δεν κατέθεσε χρήματα στον κοινό λογαριασμό....Από τον ίδιο λογαριασμό προκύπτουν αναλήψεις για πληρωμές υποχρεώσεων της επιχείρησης του ενάγοντος έναντι τρίτων....Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στον επίμαχο κοινό λογαριασμό ο ενάγων έθεσε και το όνομα της εναγομένης συζύγου του, με την εντολή η τελευταία να αναλάβει ολόκληρο το ποσό των κατατεθειμένων χρημάτων, μόνο σε περίπτωση ατυχήματός του ή οποιουδήποτε λόγου που θα απέκλειε τη δική του ευχέρεια ανάληψης όλων των χρημάτων, γιατί από τη μεταξύ τους εσωτερική σχέση (συμφωνία) υπήρχε αναλογία 80% του (ενάγοντος) προς 20% (της εναγομένης) επί των κατατεθειμένων χρημάτων.
Άλλωστε η συμβολή της εναγομένης στην αύξηση των τραπεζικών καταθέσεων του επίμαχου κοινού λογαριασμού (που γινόταν με τη μορφή της παροχής βοήθειας και υπηρεσιών στην επιχείρηση του ενάγοντος) δεν υπερέβαινε το 20%. Όμως η εναγομένη, μολονότι δικαιούνταν να αναλάβει μόνο το 20% των χρημάτων του κοινού τραπεζικού λογαριασμού, εν τούτοις, ενεργώντας αντισυμβατικά και παράνομα, ανέλαβε, όπως προαναφέρθηκε, σχεδόν ολόκληρο το ποσό, δηλαδή 162.122 Ευρώ (απέμεινε υπόλοιπο μόνο 10,51 Ευρώ) και ούτε απέδωσε στον ενάγοντα σύζυγό της το ποσό των 129.697,60 (162.122Χ80%) Ευρώ, αφού αυτός ήταν δικαιούχος του επίμαχου κοινού λογαριασμού (με βάση τη μεταξύ τους εσωτερική σχέση) σε ποσοστό 80%".
Με τις παραδοχές αυτές το ουσιαστικό δικαστήριο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικώς με την συμφωνία των διαδίκων: αφενός μεν να είναι συνδικαιούχοι των καταθέσεων του κοινού λογαριασμού, και δη κατά το προαναφερόμενο ποσοστό έκαστος, αφετέρου δε να δικαιούται η αναιρεσείουσα να αναλάβει το σύνολο του κατατεθειμένου ποσού μόνο σε περίπτωση ατυχήματος ή εξ άλλης αιτίας αδυναμίας του αναιρεσιβλήτου. Κατά συνέπεια, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι ο τρίτος και ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, κατά το πρώτο μέρος του, (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ), με τους οποίους αποδίδεται στην απόφαση εκ πλαγίου παραβίαση των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων.
Περαιτέρω: (α) Πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11 γ ΚΠολΔ) με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψιν την υπ' αριθμ. 9759/2005 απόφασή του, εκδοθείσα επί άλλης αγωγής του αναιρεσιβλήτου κατά της θυγατέρας του Α. Τούτο δε, διότι από την υπάρχουσα στην απόφαση βεβαίωση του Δικαστηρίου ότι, για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, έλαβε υπόψιν και "όλα ανεξαιρέτως τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα", σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο συνεξετίμησε, ως αποδεικτικό στοιχείο, και την ως αν δικαστική απόφαση, η οποία φέρεται από την αναιρεσείουσα ως αγνοηθείσα. (β) Προβάλλεται αλυσιτελώς και είναι γι' αυτό απορριπτέος ο δεύτερος αναιρετικός λόγος κατά το δεύτερο μέρος του (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ), σύμφωνα με τον οποίο είναι αναιτιολόγητη η επάλληλη παραδοχή του Εφετείου, ότι η συμβολή της αναιρεσείουσας "με τη μορφή της παροχής βοήθειας και υπηρεσιών της στην επιχείρηση του αναιρεσιβλήτου δεν υπερέβαινε το ποσοστό του 20% και έτσι κατέληξε στο εσφαλμένο δικανικό πόρισμα ότι κατά το αυτό ποσοστό του 20% υπήρχε αναλογία συμμετοχής της και επί των κατατεθειμένων χρημάτων του κοινού λογαριασμού".
Τούτο δε διότι, όπως προαναφέρθηκε, το Εφετείο έκρινε αποδεδειγμένο ότι υπήρχε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων - συνδικαιούχων του κοινού λογαριασμού - για το ποσοστό των καταθέσεων που ανήκε στον καθένα. Τούτο δε αρκεί για την στήριξη του διατακτικού της αποφάσεως η δε πρόσθετη σκέψη, στην οποία αναφέρεται η αναιρεσείουσα, συνιστά απλό επιχείρημα κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και θα μπορούσε να παραλειφθεί.
Κατόπιν τούτων, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-2-2007 αίτηση της Χ για αναίρεση της 4006/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Ιουλίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ