1545/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1545/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επιπροσθέτως και με παράλληλη αιτιολογία το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθώς απέρριψε την ανταγωγή, ανεξάρτητα από την αοριστία, η έρευνα της οποίας προηγείται της παραγραφής, δεχθέν ότι η ανωτέρω αξίωση του αντενάγοντος ασκήθηκε με τις από 6.10.1998 έγγραφες προτάσεις μετά την εκπνοή της προβλεπόμενης από το άρθρο 1401 εδ. 3 Α.Κ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1545 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1545/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Κασσαβέτη, Ιωάννη Παπανικολάου, Ρένα Ασημακοπούλου και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ...... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Παπατσίκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: ....... , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ιωσηφέλλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-3-1998 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και με την από 5-9-1998 ανταγωγή δια των προτάσεων του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2840/1999 προδικαστική, 5167/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 864/2005 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 3/1/2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 4-1-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί ο δεύτερος και ο πρώτος (κατά το πρώτο μέρος του) λόγοι αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψιν περιστατικά που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αλλά που δεν αναφέρονται στο οικείο διαδικαστικό έγγραφο, και θεώρησε νομικώς ορισμένο τον θεμελιούμενο επ' αυτών ισχυρισμό ή, αντιθέτως, αν δεν έλαβε υπόψιν τέτοια περιστατικά, παρόλο που αναφέρονταν, και απέρριψε τον προβληθέντα ισχυρισμό ως αόριστο.
Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1400, 297, 298 ΑΚ και 69, 216 παρ. 2α, 221 παρ. 1β και 223 εδ. τελευταίο ΚΠολΔ συνάγεται ότι για να είναι νομικώς ορισμένος ο προβαλλόμενος σε δίκη, με αγωγή ή ανταγωγή ή κατ' ένσταση, ισχυρισμός, περί συμβολής του ενός συζύγου στην επαύξηση της περιουσίας του άλλου, πρέπει και αρκεί να αναφέρονται οι περιουσίες που ο οφειλέτης σύζυγος είχε κατά την τέλεση του γάμου, αφενός, και κατά το χρόνο που γεννιέται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα, αφετέρου, με αποτίμηση των σχετικών αξιών σε χρήμα και με αναγωγή αυτών στον χρόνο παροχής έννομης προστασίας, ήτοι σε εκείνον της ασκήσεως της αγωγής.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο απέρριψε σχετικό λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος, κρίνοντας ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ορθώς είχε θεωρήσει την ανταγωγή και την περί συμψηφισμού ένσταση αυτού αόριστες. Συγκεκριμένα το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση η ανταγωγή, είναι προεχόντως ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως ως αόριστη (αρθρ. 216 ΚΠολΔ), ώστε, λόγω του δικονομικού αυτού ελαττώματος, πρέπει κατ' επιτρεπτή αυτεπάγγελτη έρευνα να απορριφθεί διότι, δεν προσδιορίζεται η αποτίμηση της αρχικής περιουσίας της αντεναγομένης στις τιμές του χρόνου υπολογισμού της τελικής περιουσίας, στοιχείο, το οποίο, όπως προεκτέθηκε, είναι αναγκαίο για τον υπολογισμό της πραγματικής αυξήσεως της περιουσίας, ανεξαρτήτως του ότι δεν αναφέρονται επιπλέον κατ' είδος και ποσότητα τα υλικά και ημερομίσθια της συνολικής σημερινής (χρόνου συζήτησης της αγωγής) επικαλούμενης δαπάνης του αντενάγοντος ύψους 3.000.000 δρχ.
Επίσης, για τον ίδιο λόγο και με την αυτή αιτιολογία είναι απορριπτέα ως αόριστη και η επικουρικώς η εις συμψηφισμό από τον αντενάγοντα προτεινόμενη ως άνω ανταγωγική του απαίτηση κατά της αντεναγομένης συζύγου του. Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο απέρριψε για τον ίδιο λόγο και με την αυτήν αιτιολογία την ανταγωγή και την ένσταση συμψηφισμού του αντενάγοντος, δεν έσφαλε και είναι απορριπτέος ο αντίστοιχος λόγος εφέσεως του αντενάγοντος.
Επιπροσθέτως και με παράλληλη αιτιολογία το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθώς απέρριψε την ανταγωγή, ανεξάρτητα από την αοριστία, η έρευνα της οποίας προηγείται της παραγραφής, δεχθέν ότι η ανωτέρω αξίωση του αντενάγοντος ασκήθηκε με τις από 6.10.1998 έγγραφες προτάσεις μετά την εκπνοή της προβλεπόμενης από το άρθρο 1401 εδ. 3 Α.Κ.
αποσβεστικής προθεσμίας της διετίας, αφού ο γάμος τούτος, όπως εκατέρωθεν ομολογείται και αποδεικνύεται, λύθηκε με την 18915/5-4-1995 απόφαση του ενταύθα Πολυμελούς Πρωτοδικείου, που κατέστη αμετάκλητη την 22-5-1996 και εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 67/30-5-1996 διαζευκτήριο της Ιεράς Μητροπόλεως Μυτιλήνης". Από την επισκόπηση όμως των προτάσεων του αναιρεσείοντος (εναγομένου και αντενάγοντος), κατά το μέρος της δι αυτών ασκηθείσης ανταγωγής του, και της 2840/1999 αποφάσεως του Πρωτοδικείου, προκύπτει: (α) ότι το φερόμενο στην εφετειακή και στην πρωτόδικη απόφαση ως ελλείπον στοιχείο, της ανταγωγής στην πραγματικότητα, διαλαμβανόταν σαφώς στις προτάσεις του εναγομένου κατά το μέρος που αυτές αφορούσαν το ένα από τα δύο περιουσιακά στοιχεία της ενάγουσας και (β) ότι η αναφερόμενη στην εφετειακή απόφαση επικουρική σκέψη απόρριψης της ανταγωγής και της ενστάσεως συμψηφισμού από το Πρωτοδικείο, στην πραγματικότητα αφορούσε μόνο στην ανταγωγή.
Ειδικότερα: (Α) Ο εναγόμενος (αντενάγων και ενιστάμενος) ιστορούσε ότι κατά τη διάρκεια του γάμου του με την ενάγουσα συνέβαλε ο ίδιος στην αύξηση της αξίας δύο ακινήτων αυτής, και δη: ενός οικοπέδου της στην .... Λέσβου και ενός αγροκτήματος στην περιφέρεια του ίδιου Δήμου. Στο πρώτο εξ αυτών ο αναιρεσείων αναφερόταν ως εξής: "Δια την εξεύρεσιν δε του ποσού αυτής της αυξήσεως της περιουσίας της αντιδίκου, δέον να ληφθεί υπ' όψιν ότι το οικόπεδον αυτής, επιφανείας 125 τ.μ.
περίπου, άνευ των κτισμάτων, υπό τα σημερινά δεδομένα, δηλαδή, με τις σημερινές τιμές και με βάσιν την κατά τετραγωνικόν μέτρον πραγματικήν (αγοραίαν) τιμήν των ακινήτων (οικοπέδων και κτισμάτων) της περιοχής εφ' ης τούτο κείται - εις την οποίαν σημειωθήτω δεν ισχύει ο αντικειμενικός προσδιορισμός -έχει αξία (125 χ 40.000) = 5.000.000 δρχ.
ενώ η αξία της όλης διωρόφου οικοδομής, δηλαδή, η αξία του εφ' ου αύτη έχει ανεγερθεί οικοπέδου συν την αξίαν των κτισμάτων του Ισογείου ορόφου συν την αξίαν των κτισμάτων του Α' ορόφου, ως ούτοι περιγράφονται ανωτέρω ανέρχεται εις είκοσι εννέα (29.000.000) εκ. δραχ., ήτοι αξία του οικοπέδου (125 χ 40.000) = 5.000.000 δρχ.
αξία του Ισογείου ορόφου (70 χ 163.000) = 11.410.000 δρχ. και αξία του Α' ορόφου (70 χ 180.000) = 12.600.000 δρχ. και συνολικά (5.000.000 συν 11.410.000 συν 12.600.000) = 29.010.000 δρχ. και χάριν στρογγυλοποιήσεως δια ευχερεστέραν λογιστικήν χρήσιν 29.000.000 δρχ. Επομένως, η περιουσία της αντιδίκου από της τελέσεως του γάμου μας μέχρι την αμετάκλητον λύσιν του, από την παραπάνω οικοδομήν ηυξήθη κατά την αξίαν των κτισμάτων αυτής, και δη κατά το ποσόν των (29.000.000 μείον 5.000.000 = ) 24.000.000 δρχ.
από την ιδικήν μου συμβολήν" Έτσι, το Εφετείο, δεχόμενο ότι η απαίτηση του αναιρεσείοντος, που προερχόταν από την συμβολή του στην αύξηση της αξίας του ανωτέρω περιουσιακού στοιχείου, περιγραφόταν από αυτόν αορίστως και ότι ορθώς είχαν απορριφθεί τα αντίστοιχα αιτήματα που είχαν προβληθεί ανταγωγικώς και ως ένσταση συμψηφισμού, υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια. (Β) Η επικουρική σκέψη του Πρωτοδικείου, με την οποία η ανταγωγικώς προβληθείσα απαίτηση του αναιρεσείοντος κρίθηκε απορριπτέα λόγω παραγραφής, δεν αφορούσε και την στηριζόμενη σ' αυτή ένσταση συμψηφισμού, αφού ρητώς αναφερόταν στην απόφαση ότι ως προς αυτήν "δεν μπορεί να ευδοκιμήσει η αντένσταση παραγραφής της εναγούσης, εφόσον αμφότερες οι απαιτήσεις εναγούσης και εναγομένου κατά τον χρόνο της συνυπάρξεως τους και ειδικότερα κατ' εκείνο της συμπληρώσεως τριετίας από της οριστικής διακοπής της έγγαμης συμβιώσεως τους, δεν είχε συμπληρωθεί ο χρόνος της διετούς παραγραφής για την προς συμψηφισμό (ΑΚ 443).
Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο πρώτος λόγος της αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του, ήτοι κατά το μέρος του που αφορά την αξία του ως άνω οικοπέδου της αναιρεσίβλητης, αφού, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του αποδίδεται μ' αυτόν η εκ της ανωτέρω διατάξεως πλημμέλεια. Αντιθέτως, κατά το μέρος που ο ίδιος λόγος αναιρέσεως αφορά στο δεύτερο ακίνητο της αναιρεσίβλητης (αγρόκτημα), πρέπει να απορριφθεί λόγω της αοριστίας του, αφού δεν είναι σαφές ποιο είναι το σφάλμα που σχετικώς με αυτό αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Κατά την έννοια του άρθρου 1400 ΑΚ η συμβολή του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε παροχή κεφαλαίου με οποιαδήποτε μορφή αλλά και υπηρεσιών αποτιμητών σε χρήμα. Κάθε όμως τέτοια συμβολή πρέπει να προσδιορίζεται στην απόφαση του ουσιαστικού δικαστηρίου κατά τα είδος και την αξία της, για να μην στερείται η τελευταία νομίμου βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, αφού προσδιόρισε την επελθούσα κατά τη διάρκεια του εγγάμου βίου των διαδίκων αύξηση της περιουσίας του εξ αυτών εναγομένου, αναφέρθηκε στην συμβολή της ενάγουσας στην αύξηση αυτή ως εξής: "Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η συμβολή της ενάγουσας στην απόκτηση, επαύξηση και διατήρηση της ανωτέρω περιουσίας του εναγομένου κατά τη διάρκεια του γάμου τους, ανέρχεται στο εκ του νόμου τεκμαιρόμενο ποσοστό 1/3, δηλαδή στο ποσό των 47.933,00 ευρώ, για το οποίο είχε γίνει δεκτή κατά ένα μέρος η αγωγή.
Η συμβολή δε της ενάγουσας συντελέστηκε κατά τους αμέσως κατωτέρω τρόπους: α) με την παροχή στέγης δια της χρήσεως της ιδιόκτητης κατοικίας αυτής μετά του εξοπλισμού της στην Ενορία ..... του Δήμου ..... Λέσβου, η οποία αποτέλεσε τη συζυγική κατοικία κατά το χρονικό διάστημα της παραμονής τους στο εν λόγω νησί, δηλαδή από την τέλεση του γάμου τους το έτος 1970 μέχρι το έτος 1979, β) με την παροχή των εισοδημάτων της εργασίας της ως μοδίστρας τόσο κατά την παραμονή τους στη Λέσβο, όσο και μετά το 1979, που εγκαταστάθηκαν στον Πειραιά, γ) με τη διατήρηση και εκμετάλλευση καταστήματος πωλήσεως ιχθύων, που είχε μισθώσει από κοινού με τον εναγόμενο σύζυγο της στο .....
Λέσβου, έχοντας μάλιστα εφοδιαστεί με άδεια αλιείας και πωλήσεως ιχθύων στο όνομα της, και διέθετε παράλληλα από κοινού με τον εναγόμενο, ως πλανόδια πωλήτρια στην περιοχή Λέσβου, με το αριθμό κυκλοφορίας ..... μάρκας ISUZU φορτηγό αυτοκίνητο της κυριότητας της, δ) ως καθαρίστρια περιστασιακώς στα γραφεία της έκθεσης μαρμάρων του ......
στη συμβολή των οδών Εθνικής και Αναγεννήσεως, ε) με την παροχή του τιμήματος, που εισέπραξε από την πώληση το έτος 1978 του προαναφερθέντος φορτηγού αυτοκινήτου, τύπου ISUZU, της κυριότητας της και στ) με την παροχή των προσωπικών και οικιακών υπηρεσιών της στη διεύθυνση και συντήρηση του συζυγικού οίκου και την ανατροφή των τέκνων τους και μάλιστα του γιου του εναγομένου Παναγιώτη από τον πρώτο γάμο του, από το έτος 1970 και μέχρι την ενηλικίωση του το έτος 1984.
Οι εκατέρωθεν παροχές των υπηρεσιών της ενάγουσας, υπερέβαιναν την επιβαλλόμενη από το άρθρο 1390 ΑΚ υποχρέωση της για συνεισφορά της στις οικογενειακές ανάγκες τους". Με το να αποφανθεί όμως έτσι το Εφετείο και να μην προβεί σε αποτίμηση σε χρήμα των επιμέρους παροχών και υπηρεσιών της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης, που αποτέλεσαν την συμβολή της, ώστε να είναι δυνατόν να προσδιορισθεί αν αυτές συνετέλεσαν κατά ένα μέρος ή όχι στην αύξηση της περιουσίας του αναιρεσείοντος (ενόψει και των οικογενειακών αναγκών αυτών), στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες στο ανωτέρω ζήτημα, το οποίο έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του άρθρου 1400 ΑΚ.
Κατά συνέπεια, είναι βάσιμος ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Κατόπιν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί η απόφαση κατ' αποδοχή των πρώτου και δεύτερου λόγων αναιρέσεως (παρελκούσης της ερεύνης των λοιπών), να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 864/2005 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, όπως εις το σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαΐου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ