Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility of negative defense and lack of evidence review.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by American Community Schools of Athens against the Athens Court of Appeal's decision. The appellant argued that the lower court failed to consider specific defenses regarding the employee's misconduct and did not review all submitted evidence. The court ruled that negative defenses do not constitute 'things' requiring appellate review and confirmed the lower court properly examined all documents.
Legislator headnote
AI generatedArticles 669(2) of the Civil Code; Articles 1, 8(1) and 2 of Law 2112/1920; Article 361 of the Civil Code; Article 559(11) of the Code of Civil Procedure: Negative defenses and conclusions drawn from evidence evaluation do not constitute 'things' for appeal purposes; an appellate court is not required to review evidence if it has already considered all documents submitted by the parties.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1545 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1545 /2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλήτα Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Αλλοδαπού μη κερδοσκοπικού νομικού προσώπου (σωματείου) με την επωνυμία Σχολεία Αμερικανικής Παροικίας Αθηνών (American Community Schools of Athens), που εδρεύει στην πόλη Wilmington της πολιτείας Delaware των ΗΠΑ και διατηρεί εκπαιδευτήρια στο Χαλάνδρι Αττικής, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Σημαντήρα, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσίβλητου: ........, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτη Σαρρή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/9/1999 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2359/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8146/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 22/2/2005 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χλαμπουτάκης, ανέγνωσε την από 24/2/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 669 παρ.2 ΑΚ, 1,8 παρ.1 και 2 του Ν.2112/1920 όπως και η παρ.2 προστέθηκε με το άρθρο 11 του ΑΝ 597/1937, σε συσχετισμό με τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ συνάγεται ότι ενώ κατ' αρχήν η καταγγελία της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου έχει τον χαρακτήρα μονομερούς αναιτιώδους δικαιοπραξίας και συνεπώς υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο ως προς την περίπτωση της προφανούς υπέρβασης των κατά το άρθρο 281 ΑΚ τασσομένων ορίων, δύναται με συμφωνία των μερών, όπως στις περιπτώσεις που οι σχέσεις εργοδότη και εργαζόμενου διέπονται από κανονισμό προσωπικού με συμβατική ισχύ, η καταγγελία να αναχθεί από αφηρημένη σε αιτιώδη δικαιοπραξία, όταν κατά τη συμφωνία μπορεί να γίνει για συγκεκριμένους λόγους, διαπιστουμένους κατά προδιαγραμμένη διαδικασία, από το αρμόδιο όργανο του εργοδότη.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: Δυνάμει συμβάσεων ορισμένου χρόνου, που καταρτίσθηκαν μεταξύ των διαδίκων, ο ενάγων, και τώρα αναιρεσίβλητος, προσελήφθη από τον εναγόμενο και τώρα αναιρεσείοντα αρχικώς το 1986 και έκτοτε για το εκάστοτε χρονοδιάγραμμα προσέφερε τις υπηρεσίες του στο εναγόμενο μη κερδοσκοπικό νομικό πρόσωπο ως καθηγητής φυσικής αγωγής (γυμναστής) στα σχολεία της αμερικανικής παροικίας Αθηνών, που το εναγόμενο διατηρεί στο Χαλάνδρι Αττικής.
Εν συνεχεία, μεταξύ των αυτών ως άνω διαδίκων υπεγράφη η από 1.11.1996 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, βάσει των όρων της οποίας ο ενάγων προσέφερε τις προαναφερόμενες υπηρεσίες του (πάλι ως γυμναστής) στο εναγόμενο, ανταποκρινόμενος προσηκόντως στις συμβατικές του υποχρεώσεις. Ακόμη το Εφετείο δέχθηκε ότι οι σχέσεις του ενάγοντα και του εναγομένου νομικού προσώπου ρυθμίζονται από την ατομική σύμβαση εργασίας του και την υπέρχουσα θέση κανονισμού περιεκτική, συμφωνία που καταρτίσθηκε μεταξύ του αναιρεσείοντος-εναγομένου και του εκπαιδευτικού προσωπικού του, στο άρθορ 222 της οποίας αναφέρεται ότι για κανένα καθηγητή δεν θα καταγγέλλεται η σύμβαση κατά τη διάρκεια του συμβολαίου του εκτός «δίκαιης αιτίας που συντρέχει σε περιπτώσεις σχετιζόμενες με την επαγγελματική συμπεριφορά του καθηγητή.
Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν συνέτρεξε στο πρόσωπο του ενάγοντα η έννοια της «δίκαιης αιτίας», για την καταγγελία της εργασιακής του συμβάσεως, γιατί αυτός επιτελούσε μετ' επαίνων το εν γένει έργο του ως καθηγητής. Ειδικότερα, ως καθηγητής εργάσθηκε με ευσυνειδησία και η προσπάθεια παιδαγωγήσεως είχε ανταπόκριση στους μαθητάς του.
Ανεξαρτήτως δε του αν κατά την ώρα των παραδόσεων υπ' αυτού των μαθημάτων του (γυμναστικής – αθλοπαιδειών) δεν φορούσαν κάποιοι μαθηταί στολές (φόρμες) γυμναστικής, γεγονός πάντως, περί του οποίου δεν σχηματίσθηκε ασφαλής δικανική πεποίθηση και βέβαιη κρίση, εν πάση περιπτώσει η περιβολή των μαθητών δεν αποτελεί την νοουμένη κατά την περιεκτική Συμφωνία έννοια της δίκαιης αιτίας.
Περαιτέρω, η διατελέσασα ως Διευθύντρια του Λυκείου ........ απέστειλε στον ενάγοντα περί της ενδυματολογίας των μαθητών εν ώρα διδασκαλίας υπ' αυτού (ότι δηλαδή ορισμένοι μαθηταί δεν φορούσαν τις «φόρμες» τους) την από 24.2.1999 Επιστολή Επισήμου Παραπόνου, την οποία ο ενάγων δεν υπέγραψε, εμφορούμενος από την πεποίθηση ότι επρόκειτο περί προσωπικού ζητήματος, το οποίο δεν έπρεπε να συσχετισθεί στον ατομικό υπηρεσιακό του φάκελλο.
Η πεποίθησή του αυτή εδραιώθηκε από την ομόφρονη γνώμη του Προέδρου της Ομοσπονδίας Εργαζομένων του εναγομένου (ΟΜ.Ε.Σ.Α.Π.Α.) ......, ο οποίος έπεισε σχετικώς τον ενάγοντα στην συνάντηση που με την παρουσία του ....... είχαν ο ενάγων με την Διευθύντρια του Λυκείου στις 9.3.1999. Το ζήτημα επανασυζητήθηκε την 1.4.1999 στο γραφείο της άνω Διευθύντριας, η οποία με την από 1.6.1999 επιστολή της ανεφέρθη σχετικώς στον τότε Γενικό Διευθυντή ........
Αυτός δε απέστειλε την από 25.6.1999 επιστολή στον ενάγοντα, στον οποίον εν κατακλείδι κατελόγισε έλλειψη συμμορφώσεως και αντιεπαγγελματική συμπεριφορά. Προσέτι, την 14.5.1999 ο ενάγων υπέστη κάταγμα στην (ΔΕ) ποδοκνημική, εξαιτίας του οποίου οι επιληφθέντες ιατροί (ορθοπεδικοί) ...... και .... γνωμάτευσαν ότι αυτός ήτο ανίκανος προς εργασία επί 15 ημέρες από του τραυματισμού (γνωμάτευση ....
και επί 20 ημέρες (από της 29.5.1999, γνωμάτευση .......). Το περιστατικό αυτό και η αξιόπιστη ιατρική στήριξή του δεν εμπίπτει στην έννοια της «δίκαιης αιτίας», ώστε να αναχθεί σε δικαιολογική αιτία απολύσεως. Ωσαύτως, δεν είναι «δίκαιη αιτία» η ατεκμηρίωτη αιτίαση της από 20.11.1998 επιστολής της ......., Διευθύντριας του Τμήματος Φυσικής Αγωγής, προς τον ενάγοντα, ότι σε μη επακριβώς προσδιοριζομένη ημερομηνία είδε τον εξοπλισμό του «Hockey» αφημένο έξω από τα γήπεδα του τέννις, χωρίς κάλυμμα.
Τελικώς στις 30.6.1999, το εναγόμενο κατήγγειλε την σύμβαση μετά του ενάγοντος πλην όμως καταγγελία έγινε δίχως δίκαιη αιτία, την οποία δεν στοιχειοθετούν και δεν τεκμηριώνουν τα ανωτέρω διαδραματισθέντα μεταξύ ενάγοντος και Διευθύντριας του Λυκείου». Με βάση τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά περιστατικά αυτά, το Εφετείο έκρινε ότι η γενόμενη από το αναιρεσείον καταγγελία της εργασιακής σύμβασης του αναιρεσιβλήτου – ενάγοντα είναι άκυρη ως γενομένη κατά παράβαση της περί δίκαιης αιτίας ρήτρας του Κανονισμού, που δεσμεύει αμφοτέρους τους διαδίκους, και στη συνέχεια αφού έκανε δεκτή την έφεση του αναιρεσίβλητου-ενάγοντα κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κρίνει αντίθετα, επιδίκασε σ' αυτόν τους αιτούμενους μισθούς υπερημερίας.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις και επαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής των άνω ουσιαστικού δικαίου κανόνων. Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την περί του αντιθέτου αιτίασή του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ως πράγματα, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή αντενστάσεως, ως και οι λόγοι εφέσεως που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης (Ολ.
ΑΠ 11/1996). Δεν συνιστούν πράγματα η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή αντενστάσεως και τα συμπεράσματα ή επιχειρήματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του Δικαστηρίου.Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη του τον προταθέντα ισχυρισμό του αναιρεσείοντα ότι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας του αναιρεσίβλητου καταγγέλθηκε για νόμιμη (δίκαιη) αιτία, αφού αυτός επεδείκνυε απροθυμία συνεργασίας, αρνιόταν τις υποδείξεις στον τρόπο εκτέλεσης των καθηκόντων του, αδιαφορούσε για την εφαρμογή των σχολικών κανονισμών, συμπεριφερόταν με απρέπεια στη Διεύθυνση του Σχολείου και απουσίαζε αδικαιολόγητα από την εργασία του, επικαλούμενος ασθένεια.
Ο ισχυρισμός όμως αυτός του αναιρεσείοντα – εναγομένου, ως αρνητικός της αγωγής του αναιρεσιβλήτου – ενάγοντα, δεν συνιστά «πράγμα» με την παραπάνω έννοια και συνακόλουθα ο εξεταζόμενος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Επειδή, ο λόγος αναιρέσεως, του άρθρου 559 αριθ. 11 του ΚΠολΔ για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, ιδρύεται όταν το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη έγγραφο του αναιρεσείοντα, που είναι χρήσιμο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη παραδεκτού και νομικά βάσιμου ισχυρισμού και όχι όταν έλαβε μεν υπόψη τούτο, έκρινε όμως ότι δεν αποδεικνύει τον ισχυρισμό, προς απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την αγωγή του αναιρεσίβλητου με αίτημα την αναγνώριση της ακυρότητας της γενόμενης από το αναιρεσείον καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του αορίστου χρόνου, έλαβε υπόψη και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι».
Από τη διατύπωση αυτή, καθώς και από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, καθίσταται βέβαιο ότι το Εφετείο, μαζί με όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα παρακάτω έγγραφα, τα οποία επικαλέσθηκε και προσκόμισε το αναιρεσείον, και συγκεκριμένα α) τα από 9.2.1999, 11.2.1999, 20.11.1998 σημειώματα της Διευθύντριας Φυσικής Αγωγής, β) την από 5.3.1998 Επιστολή του Οικονομικού Διευθυντού του και γ) τις από 2.4.1998, 8.11.1998 και 29.2.1999 Επιστολές της Διευθύντριας του Λυκείου.
Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με την περί του αντιθέτου αιτίασή του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-2-2005 αίτηση των Σχολείων Αμερικανικής Παροικίας Αθηνών για αναίρεση της 8146/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου από επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Ιουνίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιουλίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ