Supreme Court dismisses appeal in labor dispute over seasonal hotel worker re-hiring rights and collective agreement application.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a hotel company against a lower court ruling in a labor dispute involving a seasonal employee. The lower court found that the employee was entitled to re-hiring under specific labor laws and collective agreements applicable to the hotel sector, rejecting the employer's argument regarding job classification. The court upheld the lower decision, ruling that the employer's claim was baseless and ordering the company to pay the employee's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 8(1) of Law 1346/1983 and Article 5(5) of the Collective Agreement 20/1997; The employer is obligated to re-hire the same personnel from the previous period in seasonal establishments without distinction regarding job specialties, and established business practices regarding verbal re-hiring assurances constitute a right to re-hiring.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1544 / 2025 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1544/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Κωνσταντίνα Νάκου - Εισηγήτρια , Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 31 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΓΚΡΕΚΟΤΕΛ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ Α.Ε.", που εδρεύει στο Ρέθυμνο και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Θεοδόση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτης: Θ. Ν. του Κ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Πάλλα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-9-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 54/2020 του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 2-11-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 2-11-2020 και με αριθ. κατ. 31/3-11-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 54/27-4-2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κερκύρας, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών επί της από 7-1-2019 και με αριθ. κατ. 9/16-1-2019 έφεσης κατά της με αριθ. 9/5-1-2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κερκύρας που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ίδια, ως άνω, διαδικασία επί της από 30-9-2014 και με αριθ. κατ. 56/15- 10-2014 αγωγής.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Με την ασκηθείσα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως άνω, από 30-9-2014 αγωγή η ενάγουσα, ήδη αναιρεσίβλητη, Θ. Ν., στρεφόμενη κατά: α)της ανώνυμης ξενοδοχειακής εταιρίας με την επωνυμία "AQUILA HOTELS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη και β) της ανώνυμης ξενοδοχειακής εταιρίας με την επωνυμία "ΓΚΡΕΚΟΤΕΛ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΏΝ ΕΠΙΧΙΡΗΣΕΩΝ Α.Ε.", ήδη αναιρεσείουσας, ισχυρίσθηκε ότι με διαδοχικές εποχιακές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου εργάσθηκε εποχιακά ως υπάλληλος γραφείου και ειδικότερα ως υπάλληλος ελέγχου, αντί των αποδοχών που προβλέπονται στην εκάστοτε ισχύουσα Συλλογική Σύμβαση Εργασίας ή Διαιτητική Απόφαση, που αφορά τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις ξενοδοχειακές επιχειρήσεις όλης της χώρας, από το έτος 1986 έως 30-10-2008 στην επιχείρηση της πρώτης εναγομένης, η οποία το έτος 2011 συγχωνεύθηκε με απορρόφηση με τη δεύτερη εναγομένη, ενώ ακολούθως, το έτος 2012 τροποποιήθηκε η επωνυμία της.
Ότι η τελευταία στις 8-4-2009, με την έναρξη της τουριστικής περιόδου κατήγγειλε εγγράφως τη μεταξύ τους σύμβαση, με την καταβολή αποζημίωσης. Ότι με τη με αριθ. 52/2013 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Κερκύρας, αναγνωρίσθηκε ως άκυρη η, ως άνω, από 8-4-2009 καταγγελία της σύμβασης εργασίας και υποχρεώθηκε η πρώτη εναγομένη να απασχολεί την ενάγουσα για την περίοδο του έτους 2009 και να της καταβάλει αποδοχές υπερημερίας.
Ότι είχε υποβάλει νομίμως και εμπροθέσμως προς την πρώτη εναγομένη την από 28-1-2010 εξώδικη δήλωσή, δηλώνοντας σε αυτήν την πρόθεσή της για τη συνέχιση της εργασίας της στο ξενοδοχείο της τελευταίας, επικαλούμενη παράλληλα τη διαμορφωθείσα επιχειρησιακή συνήθεια, σύμφωνα με την οποία κάθε έτος, από το έτος 1986 έως το έτος 2008 η πρώτη εναγομένη την προσλάμβανε, χωρίς την τήρηση της τυπικής υποβολής σχετικής δήλωσης για την πρόθεσή της να επαναπροσληφθεί.
Ότι η πρώτη εναγομένη δεν την προσέλαβε, με αποτέλεσμα να απολέσει τις εν γένει αποδοχές από την εργασία της, αλλά και το επίδομα ανεργίας, που θα λάμβανε από τον Ο.Α.Ε.Δ. την περίοδο 2010-2011. Ότι η πρώτη εναγομένη, δυνάμει της από 30-9-2010 "σύμβασης μίσθωσης (ξενοδοχείου) και παραχώρησης εκμετάλλευσης" μεταβίβασε ολόκληρη την επιχείρηση του ξενοδοχείου στη δεύτερη εναγομένη μεταβιβάζοντας και το προσωπικό, που παρείχε την εργασία του σε αυτό, μέχρι και την περίοδο 2010, γεγονός το οποίο η ίδια πληροφορήθηκε το έτος 2014.
Ότι εν τω μεταξύ, είχε επιδώσει στην εργοδοσία του ξενοδοχείου τις από 11-1-2011, 30-1-2012, 22-1-2013 και 29-1-2014 εξώδικες δηλώσεις της, οι οποίες, αν και τυπικώς απευθύνοντο στην πρώτη εναγομένη, επιδίδοντο στη διεύθυνση του ξενοδοχείου. Ότι η δεύτερη εναγομένη δεν την προσέλαβε, με αποτέλεσμα να απολέσει, αφενός μεν από υπαιτιότητα της πρώτης εναγομένης, η οποία δεν την περιέλαβε στην κατάσταση προσωπικού του ξενοδοχείου, που μεταβίβασε μαζί με την επιχείρηση, αφετέρου δε της δεύτερης εναγομένης, η οποία δεν την προσέλαβε, αν και δεσμευόταν από τις, ως άνω, εξώδικες δηλώσεις της για την επαναπρόσληψή της, τις εν γένει αποδοχές από την εργασία της κατά τα έτη 2011, 2012, 2013 και 2014, αλλά και το επίδομα ανεργίας που θα λάμβανε από τον Ο.Α.Ε.Δ.
για τις περιόδους 2011-2012, 2012-2013, 2013-2014 και 2014- 2015. Ζήτησε δε, να αναγνωρισθεί: α) ότι κάθε εναγομένη υποχρεούται να την απασχολεί ως υπάλληλο γραφείου και ειδικότερα ως υπάλληλο ελέγχου κατά τα αντίστοιχα αναφερόμενα χρονικά διαστήματα και β) ότι κάθε εναγομένη υποχρεούται να της καταβάλει τα αντίστοιχα ποσά για αποδοχές υπερημερίας, επιδόματα εορτών και αδείας και αποδοχές αδείας καθώς και επιδόματα ανεργίας νομιμοτόκως κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Κερκύρας, με την, ως άνω, με αριθ. 9/2018 οριστική απόφαση απέρριψε την αγωγή, ως νόμω αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής η ενάγουσα άσκησε την, ως άνω, από 7-1-2019 έφεση. Το Μονομελές Εφετείο Κερκύρας, με την προσβαλλόμενη με αριθ. 54/2020 απόφαση, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε, δίκασε και δέχθηκε την αγωγή, ως νόμω και ουσία βάσιμη. Περαιτέρω δε, αναγνώρισε: α) ότι οι εναγόμενες υποχρεούντο να απασχολούν την ενάγουσα ως υπάλληλο γραφείου και ειδικότερα ως υπάλληλο ελέγχου κατά την εποχιακή περίοδο του έτους 2010, η πρώτη εναγομένη και κατά τις εποχιακές περιόδους 2011, 2012, 2013 και 2014, η δεύτερη εναγομένη, β) αναγνώρισε ότι οι εναγόμενες υποχρεούντο, κατά τις αναφερόμενες διακρίσεις, να καταβάλουν στην ενάγουσα τα προσδιοριζόμενα ποσά για αποδοχές υπερημερίας, επιδόματα εορτών και αδείας, αποδοχές αδείας καθώς και επιδόματα ανεργίας νομιμοτόκως κατά τις αναφερόμενες στην απόφαση διακρίσεις.
Με το άρθρο 8 παρ. 1 και 5 του ν. 1346/1983, όπως επεκτάθηκε με το άρθρο 18 παρ. 6 του ν. 1545/1985, ορίστηκαν τα εξής: α) Σε ξενοδοχειακές επιχειρήσεις εποχιακής λειτουργίας ο εργοδότης υποχρεούται να επαναπροσλαμβάνει συνολικά τον ίδιο αριθμό εργαζομένων που είχε κατά μέσον όρο τις δύο προηγούμενες περιόδους εργασίας και κατά προτίμηση αυτούς που εργάζονταν την τελευταία περίοδο...." (παρ. 1), β) Ευνοϊκότερες ρυθμίσεις που ισχύουν με βάση νόμους, διατάγματα, συλλογικές συμβάσεις ή διαιτητικές αποφάσεις ή κοινές υπουργικές αποφάσεις, υπερισχύουν", (παρ. 5).
Εξάλλου, με την υπ' αριθμ. 20/1997 Δ.Α. (πράξη καταθ. 9/8-5-97) "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των ξενοδοχοϋπαλλήλων όλης της χώρας" η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική με την υπ' αριθμ. 12161/11-6-97 Υ.Α. (ΦΕΚ 523 Τ. Β/25/6/97) και στην οποία παραπέμπουν όλες οι νεότερες ΣΣΕ και ΔΑ, ορίζεται α) στην παράγραφο 5 του άρθρου 5, ότι "οι μη συνεχούς λειτουργίας ξενοδοχειακές επιχειρήσεις (εποχιακές), και αυτές θεωρείται ότι είναι εκείνες που λειτουργούν μέχρι εννέα μήνες το χρόνο, υποχρεούνται να επαναπροσλάβουν το αυτό προσωπικό που απασχόλησαν κατά την προηγούμενη περίοδο.
Προϋπόθεση γι' αυτό το καθιερωμένο δικαίωμα του εργαζομένου, αποτελεί η έγγραφη προειδοποίηση προς τον εργοδότη του, μέχρι τέλους Ιανουαρίου, ότι επιθυμεί να απασχοληθεί κατά την προσεχή περίοδο. Η έγγραφη αυτή ειδοποίηση πρέπει να γίνει μέσω της οικείας οργάνωσής του και σε έντυπο-δήλωση που έχει εκτυπώσει αυτή....Τα παραπάνω ισχύουν και σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 8 του ν. 1346/1983" και β) στην παράγραφο 6 του αυτού άρθρου ότι "τόσο κατά τη διάρκεια λειτουργίας της εποχιακής επιχείρησης όσο και κατά τη νεκρή περίοδο αυτής, απόλυση εργασθέντος κατά την προηγούμενη περίοδο χωρεί μόνο επί τη καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης".
Τέλος, στο άρθρο 1 του ν.δ. 1180/1942 "περί τροποποιήσεως του α.ν. 394/1936 (όροι εργασίας προσωπικού ξενοδοχείων), όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του ν.δ 1828/1942, ορίζεται ότι το προσωπικό που εργάζεται στα ξενοδοχεία ύπνου διακρίνεται: α) στο προσωπικό διευθύνσεως γραφείων και διαχειρίσεως, που περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, και τους διευθυντές και υποδιευθυντές, β) στο κυρίως ξενοδοχειακό προσωπικό και γ) στο τεχνικό και βοηθητικό προσωπικό.
Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι η υποχρέωση των ξενοδοχειακών επιχειρήσεων που λειτουργούν εποχιακά, δηλαδή μέχρι εννέα μήνες ετησίως, προς επαναπρόσληψη κατά προτίμηση των απασχοληθέντων σ' αυτές κατά την τελευταία εργασιακή περίοδο, αφορά το κυρίως ξενοδοχειακό προσωπικό (ΑΠ 1533/2021, ΑΠ 1405/2017).
Περαιτέρω, με το άρθρο 2 των ΣΣΕ από 22-7- 2010, από 13-7-2012 και από 30-12-2013 , για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις ξενοδοχειακές επιχειρήσεις όλης της χώρας, ορίζονται τα ακόλουθα: "Οι μισθωτοί στους οποίους αφορά η παρούσα σύμβαση αποκαλούνται ξενοδοχοϋπάλληλοι και κατατάσσονται σύμφωνα με την ειδικότητά τους στις εξής τέσσερις κατηγορίες:
Κατηγορία Α: Υπάλληλος υποδοχής (ρεσεψιονίστ), μαιτρ, υπομαιτρ, θυρωρός Α', νυχτοθυρωρός Α', μπουφετζής Α', προϊστάμενος υπνοδωματίων και κοινοχρήστων χώρων και μάγειρας Α'. Κατηγορία Β': Προϊστάμενος πλυντηρίου και λινοθήκης, βοηθός υποδοχής, θυρωρός Β', σερβιτόρος τραπεζαρίας-σαλονιού ή ορόφων (θαλαμηπόλος), μπάρμαν ή μπαρμέϊντ και μάγειρας Β'.
Επίσης με την προϋπόθεση ότι θα προτιμήσουν την παρούσα Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, οι τηλεφωνητές, οι ελεγκτές ή ταμπλίστες και οι μαϊνκουραντιέ. Κατηγορία Γ' Βοηθός σερβιτόρου, οροφοκόμος (βαλές), θυρωρός υπηρεσίας, βοηθός θυρωρείου ή μπουφέ ή εστιατορίου ή μπαρ ή λινοθήκης, γκρουμ, ντόρμαν ή εξωτερικός θυρωρός, λινοθηκάριος....Κατηγορία Δ':
Πλύντρια, σιδερώτρια, καθαρίστρια κοινόχρηστων χώρων, μοδίστρα, λαντζέρης, λουτρονόμος, προϊστάμενος και βοηθός ιατρείου".
Εξάλλου, η επί σειρά ετών, εκ μέρους του εποχιακώς απασχολουμένου προσωπικού ξενοδοχειακής επιχείρησης προφορική υποβολή της δήλωσης του εργαζομένου για επαναπρόσληψή του στο τέλος κάθε τουριστικής περιόδου για την επομένη και η ανεπιφύλακτη αποδοχή της από τον εργοδότη δημιουργεί επιχειρησιακή συνήθεια, που οδηγεί σε καταργητική του όρου των ΣΣΕ ή ΔΑ σιωπηρή σύμβαση, που αποτελεί όρο της ατομικής σύμβασης κάθε ξενοδοχοϋπαλλήλου, ο οποίος ως ευνοϊκότερος κατισχύει των όρων της ΣΣΕ, με αποτέλεσμα να μην απαιτείται η προαναφερόμενη έγγραφη ειδοποίηση εκ μέρους του ξενοδοϋπαλλήλου, μέσω της συνδικαλιστικής του οργάνωσης (ΑΠ 1405/2017).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 683/2022, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 319/2017).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία). Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΟλΑΠ 1/2020, Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 8/2018, ΑΠ 38/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Η πρώτη εναγομένη εταιρία, η οποία διατηρούσε ξενοδοχειακή επιχείρηση, μη συνεχούς λειτουργίας (εποχιακή), με την επωνυμία "ΔΑΦΝΙΛΑ" στην Κάτω Κορακιάνα της νήσου Κέρκυρας, την 1η Μαΐου 1986, με την τότε επωνυμία της "ΑΝΩΝΥΜΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΔΑΦΝΙΛΑ Α.Ε." προσέλαβε στην εν λόγω επιχείρησή της την ενάγουσα και έκτοτε με διαδοχικές εποχιακές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου την απασχολούσε συνεχώς ως υπάλληλο γραφείου έως και την 8η Απριλίου 2009, οπότε κατήγγειλε τη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας, αντί των εκάστοτε προβλεπομένων από τις οικείες Σ.Σ.Ε. "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις ξενοδοχειακές επιχειρήσεις όλης της χώρας" μηνιαίων αποδοχών, σε σχέση με τους εργαζόμενους του κλάδου της και τις ιδιαίτερες περιστάσεις, που συνέτρεχαν στο πρόσωπο της, οι οποίες, κατά τον ανωτέρω χρόνο της καταγγελίας της επιδίκου συμβάσεως ανέρχονταν στο ποσό των 1.145,95 ευρώ.
Η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της κρίθηκε τελεσιδίκως άκυρη, δυνάμει της υπ'αριθ. 52/2013 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατόπιν ασκήσεως της από 3 Ιουλίου 2009 αγωγής της ενάγουσας. Επίσης, με την ίδια, ως άνω, απόφαση η πρώτη εναγομένη υποχρεώθηκε αφενός μεν να απασχολεί την ενάγουσα με τους, προ της καταγγελίας , όρους για το από 8-4-2009 έως τις 20-11-2009 χρονικό διάστημα, αφετέρου δε, να της καταβάλει τους μισθούς υπερημερίας, το δώρο Πάσχα και τις αποδοχές και το επίδομα αδείας του τελευταίου αυτού χρονικού διαστήματος.......Μετά την προαναφερθείσα καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας από την πρώτη εναγομένη, αν και η καταγγελία αυτή κρίθηκε τελεσιδίκως άκυρη, η τελευταία αρνήθηκε την επαναπρόσληψη της ενάγουσας για το μετέπειτα χρονικό διάστημα, ήτοι από το έτος 2009 και εντεύθεν.
Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι η ενάγουσα ουδέποτε υπέβαλε έγγραφη αίτηση προς την πρώτη εναγομένη για την επαναπρόσληψή της από αυτήν, πλέον του ότι αυτή (ενάγουσα) δεν είχε εγγραφεί σε συνδικαλιστική οργάνωση, πράγμα το οποίο έπραξε το πρώτον στις 4 Δεκεμβρίου 2014 (βλ. την υπ' αριθ. πρωτ. ...-2018 βεβαίωση του Συνδέσμου Ξενοδοχοϋπαλλήλων Κέρκυρας).
Συγκεκριμένα, αυτή ουδέποτε από την αρχική πρόσληψή της, το έτος 1986, μέχρι και το έτος 2009, δηλαδή για χρονικό διάστημα 22 ετών, άσκησε κατ' αυτόν τον τρόπο το δικαίωμα επαναπροσλήψεώς της, όπως, άλλωστε, συνέβαινε και με άλλους συναδέλφους της στην επιχείρηση του ξενοδοχείου, καθόσον η πρώτη εναγομένη, δια των αρμοδίων οργάνων της την διαβεβαίωνε, μετά τη λήξη κάθε τουριστικής περιόδου, ότι θα την προσλάμβανε και την επομένη περίοδο, όπως και έπραττε....
Δηλαδή, με σιωπηρή συμφωνία, χωρίς την υποβολή της από την ανωτέρω Διαιτητική Απόφαση, προβλεπομένης εγγράφου ειδοποιήσεως, μετά τη λήξη κάθε τουριστικής περιόδου, η ενάγουσα ασκούσε το δικαίωμά της προφορικώς και απευθείας στην πρώτη εναγομένη και αυτή την επαναπροσλάμβανε. Έτσι, η επί σειρά των, από το έτος 1986 και εντεύθεν δημιουργηθείσα από την πρώτη εναγομένη πρακτική, με την ομοιόμορφη και ανεπιφύλακτη αυτή συμπεριφορά της, καθιέρωσε επιχειρησιακή συνήθεια, όσον αφορά τον τρόπο ασκήσεως του δικαιώματος επαναπροσλήψεως του εποχιακώς απασχολουμένου προσωπικού της.
Η πρακτική αυτή γίνονταν χωρίς επιφύλαξη και είχε ως αποτέλεσμα να καταλήξει σε, καταργητική της διατυπώσεως, για την άσκηση του δικαιώματος, που ορίζονταν από τις σχετικές Διαιτητικές Αποφάσεις, σιωπηρή σύμβαση. Η σιωπηρή αυτή σύμβαση, ως αποτελούσα μέρος της ατομικής συμβάσεως της ενάγουσας με την πρώτη εναγομένη και περιέχουσα ευνοϊκότερες ρυθμίσεις, επικρατεί έναντι της δυσμενεστέρας ρυθμίσεως, δηλαδή για έγγραφη δήλωση μέσω της οικείας συνδικαλιστικής οργανώσεως, όρος, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν υφίστατο.......Δυνάμει της από 30 Σεπτεμβρίου 2010 "συμβάσεως μισθώσεως (ξενοδοχείου) και παραχωρήσεως εκμεταλλεύσεως", η οποία καταρτίσθηκε μεταξύ των εναγομένων.......εκμισθώθηκε ως ολότητα από την πρώτη εναγομένη στην δεύτερη εναγομένη, ως μισθώτρια, το σύνολο της ασκουμένης επιχειρήσεως εκμεταλλεύσεως επί του προαναφερθέντος ξενοδοχείου.
Συγκεκριμένα εκμισθώθηκαν οι εγκαταστάσεις, τα συστατικά, τα παραρτήματα και τα παρακολουθήματα του μισθίου ξενοδοχείου, που απαιτούνται για τη λειτουργία του, ο εν γένει κινητός εξοπλισμός του.....ενώ συγχρόνως η εν λόγω συμφωνία περιελάμβανε και το προσωπικό του ξενοδοχείου, το οποίο, μέχρι το έτος 2010, εργάζονταν στην εκμισθώτρια πρώτη εναγομένη και χωρίς να απολυθεί από αυτήν και να επαναπροσληφθεί από τη δεύτερη εναγομένη μισθώτρια, ενώ έκτοτε από το έτος 2011 απασχολήθηκε απευθείας από την τελευταία.....Η διάρκεια της μισθώσεως συμφωνήθηκε από 1-1-2011 έως 31-12-2030.
Έτσι, από την 1η Ιανουαρίου 2011, συνέχισε να εκμεταλλεύεται την επιχείρηση του ξενοδοχείου η δεύτερη εναγομένη, χωρίς να διακοπεί η λειτουργία αυτού. Εξάλλου, η ενάγουσα, μετά την προαναφερθείσα καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της, επιθυμούσα να συνεχίσει να εργάζεται στην επιχείρηση της πρώτης εναγομένης, επέδωσε στον εντεταλμένο για την παραλαβή εγγράφων υπάλληλο της Ε.
Ζ. την σχετική, από 28 Ιανουαρίου 2010 εξώδικη δήλωσή της...... Το αυτό έπραξε, δηλαδή επέδιδε κάθε έτος σχετική εξώδικη δήλωσή της, με την οποία δήλωνε ότι επιθυμούσε να εργασθεί στην επιχείρηση του προαναφερθέντος ξενοδοχείου......
Συνεπώς, η πρώτη εναγομένη, μέχρι το έτος 2010 και εν συνεχεία η δεύτερη εναγομένη, ως διάδοχος αυτής, αφού η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της ενάγουσας είχε κηρυχθεί τελεσιδίκως άκυρη και είχε, κατά τα ανωτέρω, δημιουργηθεί επιχειρησιακή συνήθεια της πρώτης εναγομένης και ακολούθως της δεύτερης εναγομένης, αφού.....η τυχόν επιχειρησιακή συνήθεια του αρχικού εργοδότη δεσμεύει και το διάδοχό του, όφειλαν να επαναπροσλάβουν την ενάγουσα χωρίς όμως αυτές να το πράξουν.
Δηλαδή, ασχέτως του εάν η ενάγουσα δεν ασκούσε το δικαίωμα προαιρέσεως για επαναπρόσληψή της και την επόμενη τουριστική περίοδο μέσω της συνδικαλιστικής της οργανώσεως, αφού δεν είχε εγγραφεί μέλος της κατά τη επίδικη περίοδο, όμως λόγω της δημιουργηθείσας επιχειρησιακής συνήθειας, η πρώτη εναγομένη όφειλε να την επαναπροσλάβει κατά την επόμενη τουριστική περίοδο του έτους 2010 και εν συνεχεία, μετά την έναρξη ισχύος της συμβάσεως μισθώσεως και μεταβιβάσεως επιχειρήσεως που καταρτίσθηκε μεταξύ των εναγομένων, η δεύτερη εναγομένη, μέχρι να καταγγείλουν εγκύρως τη σύμβαση εργασίας της, η οποία παρέμεινε ενεργή, μετά την τελεσίδικη κήρυξη ως ακύρου της καταγγελίας συμβάσεως εργασίας της.
Σημειωτέων ότι οι εναγόμενες δεν προσκόμισαν κανένα έγγραφο ή άλλο στοιχείο, από το οποίο να προκύπτει ότι οι προσλήψεις των εργαζομένων στο ξενοδοχείο γίνονταν μετά από υποβολή εγγράφου δηλώσεως μέσω του συνδικαλιστικού οργάνου τους. Ως εκ τούτου, η ενάγουσα διατηρεί όλα τα δικαιώματα από ενεργή σύμβαση εργασίας, αρχικώς με την πρώτη εναγομένη, μέχρι την έναρξη της παραπάνω συμβάσεως μισθώσεως, ήτοι μέχρι το έτος 2010 και εν συνεχεία από τη δεύτερη εναγομένη, καθόσον η σύμβαση εργασίας της ουδέποτε καταγγέλθηκε εγκύρως και εξακολουθεί να ισχύει.
Έτσι δικαιούται τους μισθούς υπερημερίας, τα δώρα Χριστουγέννων, τις αποδοχές και το επίδομα αδείας των ετών 2010, 2011, 2012, 2013 και 2014. Επίσης, δικαιούται το επίδομα ανεργίας των ετών 2009, 2010, 2011, 2012, 2013 και 2014, δεδομένου ότι από διαδοχική υπαιτιότητα των εναγομένων, αφού δεν την επαναπροσέλαβαν, δεν εργάσθηκε, ούτε ασφαλίσθηκε από αυτές, με αποτέλεσμα να απωλέσει το εν λόγω επίδομα των ανωτέρω ετών.....Κατόπιν αυτών, πρέπει να αναγνωρισθεί ότι η πρώτη εναγομένη....υποχρεούνταν να απασχολεί την ενάγουσα ως υπάλληλο γραφείου και, ειδικότερα, ως υπάλληλο ελέγχου, κατά την εποχιακή περίοδο του έτους 2010.....να αναγνωρισθεί ότι η δεύτερη εναγομένη.....υποχρεούνταν να απασχολεί την ενάγουσα ως υπάλληλο γραφείου και, ειδικότερα, ως υπάλληλο ελέγχου, κατά την εποχιακή περίοδο των ετών 2011, 2012, 2013, 2014.....".
Με το μοναδικό, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή και εκ πλαγίου, χωρίς αιτιολογία, τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις των ΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις ξενοδοχειακές επιχειρήσεις όλης της χώρας", σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 8 ν. 1346/1983 και 1 ν.δ. 1180/1942, τις οποίες εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, καθόσον η αναιρεσείουσα, ως υπάλληλος γραφείου και, ειδικότερα, ως υπάλληλος ελέγχου, δεν υπαγόταν στο πεδίο εφαρμογής τους, διότι δεν έφερε την ιδιότητα του ξενοδοχοϋπαλλήλου.
Έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις, ως άνω, διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, δεχόμενο με πλήρη και σαφή αιτιολογία ότι η ενάγουσα είχε δικαίωμα επαναπρόσληψης στην εποχιακή ξενοδοχειακή επιχείρηση της εργοδότριας, στο οποίο (δικαίωμα) θεμελιώνει τις αγωγικές αξιώσεις της.
Ειδικότερα, με την προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, έγινε δεκτό: 1) ότι με τις ένδικες συμβάσεις εργασίας συμφωνήθηκε ότι η ενάγουσα ως ξενοδοχοϋπάλληλος Β (υπάλληλος ελέγχου) θα λαμβάνει, ως μηνιαίες αποδοχές, τις εκάστοτε προβλεπόμενες από τις οικείες ΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις ξενοδοχειακές επιχειρήσεις όλης της χώρας", οπότε οι διατάξεις των Συλλογικών αυτών Συμβάσεων, εφόσον αποτέλεσαν διαχρονικά περιεχόμενο των ατομικών συμβάσεων εργασίας της ενάγουσας, δεσμεύουν την εργοδότρια και είναι εφαρμοστέες στην κρινόμενη υπόθεση. 2) ότι η ενάγουσα εργαζόταν σε εποχιακή ξενοδοχειακή επιχείρηση, οπότε εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 8 παρ. 1 ν. 1346/1983 και άρθρου 5παρ. 5 της ΔΑ 20/1997, στις οποίες προβλέπεται η υποχρέωση του εργοδότη να επαναπροσλαμβάνει το ίδιο προσωπικό που απασχόλησε κατά την προηγούμενη περίοδο χωρίς, στις εν λόγω διατάξεις, να γίνεται διάκριση ως προς τις ειδικότητες του απασχοληθέντος προσωπικού, ενώ από το άρθρο 1 ν. 1180/1942, σύμφωνα με το οποίο το προσωπικό που εργάζεται στα ξενοδοχεία διακρίνεται α) στο προσωπικό διευθύνσεως γραφείων και διαχειρίσεως, που περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τους διευθυντές και υποδιευθυντές, β) στο κυρίως ξενοδοχειακό προσωπικό και γ) στο τεχνικό και βοηθητικό προσωπικό, ουδόλως συνάγεται ότι η ειδικότητα της υπαλλήλου ελέγχου, με την οποία απασχολήθηκε η ενάγουσα, εμπίπτει στο προσωπικό διευθύνσεως γραφείων και διαχειρίσεως, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, και όχι στο κυρίως ξενοδοχειακό προσωπικό.
και 3)ότι η πρώτη εναγομένη, διά των αρμοδίων οργάνων της, διαβεβαίωνε την ενάγουσα, μετά τη λήξη κάθε τουριστικής περιόδου ότι θα την προσλάμβανε και την επόμενη περίοδο, όπως και έπραττε, χωρίς την υποβολή έγγραφης ειδοποίησης, δημιουργηθείσας έτσι επιχειρησιακής συνήθειας ως προς τη μη τήρηση της εν λόγω διατύπωσης, η οποία όμως (επιχειρησιακή συνήθεια) καταλαμβάνει, κατά λογική αναγκαιότητα, και αυτό καθεαυτό το δικαίωμα επαναπρόσληψης.
Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατόπιν των παραπάνω, επειδή δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος λόγος πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
- Απορρίπτει την από 2-11-2020 και με αριθ. κατ. 31/2020 αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 54/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κερκύρας.
- Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2023.
Η ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και των τριών αρχαιότερων Αρεοπαγιτών αποχωρησάντων, η αρχαιότερη της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Σεπτεμβρίου 2025.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ