Supreme Court dismisses bank's appeal for failure to apply good faith interpretation rules to contract clauses.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the bank's appeal against the First Instance Court's judgment regarding a contract dispute. The bank argued the lower court failed to apply mandatory interpretation rules requiring good faith and finding the contract ambiguous. The court ruled that the lower court's finding of a clear contract was a factual determination not subject to appellate review.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 561(1) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court cannot review factual findings regarding the clarity of contractual declarations, as these constitute non-appealable determinations of fact rather than errors in applying legal interpretation rules.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1544 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1544/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου, Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή και Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Μαΐου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ζωγραφιά Ευαγγελίδου - Τσικρικά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. - Ά. Α. του Μ., κατοίκου ..., 2) Β. Ζ. του Α., κατοίκου ..., 3) Χ. Β. του Ν., κατοίκου ..., 4) Σ. Σ. του Κ., κατοίκου ... και 5) Π. Β. του Φ., κατοίκου .... Οι 1ος, 2ος, 4η και 5ος αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Μαρκουλάκο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., ενώ ο 3ος αναιρεσίβλητος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-6-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8140/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 4856/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-11-2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης, και όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ειδικότερα, το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, που εισάγουν οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όταν, καίτοι ανελέγκτως διαπιστώνει έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας αυτών, παραλείψει να προσφύγει, για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους, στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, που ορίζουν η πρώτη ότι κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις και η δεύτερη ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών, και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, καίτοι δέχεται, επίσης ανελέγκτως, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 2197/2007).
Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι αντικείμενο ερμηνείας είναι η δικαιοπρακτική δήλωση βούλησης στην κανονιστική της μόνο διάσταση, ως φορέα ενός νομικώς κρισίμου νοήματος, ενώ η ύπαρξη των χαρακτηριστικών στοιχείων της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας, ως εμπειρικώς διαπιστώσιμων φαινομένων, αποτελεί μόνον αντικείμενο απόδειξης [ΑΠ 1215/2010, ΑΠ 2219/2014).
Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ πρέπει να αναγράφεται στο αναιρετήριο, ότι το δικαστήριο της ουσίας, ενώ είχε διαπιστώσει αμέσως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας, δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες ή καίτοι δεν είχε διαπιστώσει κενό, παρά ταύτα προσέφυγε στους ανωτέρω ερμηνευτικούς κανόνες, αλλιώς είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί. (ΑΠ 354/2022, 1286/2021, 1350/2018, 1210/2008).
Κατά, δε, το άρθρο 559 αρ. 19 KΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν, από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου (ΟλΑΠ 1/1999). Η παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καθώς και η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα, προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης, ελάσσονα πρόταση του δικαστηρίου, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης επί των ζητημάτων που ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή αντένστασης.(ΑΠ 10/2021).
Επομένως, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, να αναφέρεται, μεταξύ άλλων, το σύνολο των ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλομένης απόφασης, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τις οποίες η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, χωρίς να αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της, κατ' επιλογήν αυτού, και επίσης να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1248/2019, ΑΠ 1184/2015), Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει, ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1484/2021, ΑΠ 1329/2021, ΑΠ 265/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση οι ενάγοντες-αναιρεσίβλητοι με την από 5.6.2013 αγωγή τους, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, είχαν εκθέσει, ότι συνεπεία αυθαιρέτων και άνευ εντολής τους ενεργειών, αλλά και της δόλιας και, σε κάθε περίπτωσης, αμελούς, εσφαλμένης, ανακριβούς και παραπλανητικής ενημέρωσης, εκ μέρους των προστηθέντων υπαλλήλων της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", κατά την αγορά τραπεζικών ομολόγων, εκδόσεως της εταιρείας με την επωνυμία ...
και συγκεκριμένα, στο πλαίσιο της σύναψης, αντιστοίχων, συμβάσεων παροχής επενδυτικών συμβουλών και λήψης/εκτέλεσης εντολών, δίχως να τους παρασχεθούν στοιχειώδεις πληροφορίες, αναφορικά με τα χαρακτηριστικά και τις αληθείς ιδιότητες αυτών, όπως, επίσης, και την αξιοπιστία της εκδότριας και της εγγυήτριας του ομολογιακού δανείου, ώστε να γίνει αντιληπτό από αυτούς, ως καταναλωτές, το επίπεδο κινδύνου της συγκεκριμένης επένδυσης, που αντιλήφθηκαν, περί το έτος 2012, όταν η εναγομένη τράπεζα τους ενημέρωσε για την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της εγγυήτριας του συγκεκριμένου ομολόγου, η οποία τέθηκε σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης, ζημιώθηκαν περιουσιακά, ο πρώτος, κατά το ποσό των 99.890,64 ευρώ, ο δεύτερος, κατά το ποσό των 30.549,62 ευρώ, ο τρίτος, κατά το ποσό των 76.069,22 ευρώ και η τέταρτη και ο πέμπτος, κατά το ποσό των 202.000 ευρώ, ποσά, που αντιστοιχούν, στη δαπάνη κτήσης των κατεχόμενων από τους ενάγοντες ως άνω τραπεζικών προϊόντων, ενώ, συγχρόνως, υπέστησαν και ηθική βλάβη.
Ότι με τη συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων αυτής, η εναγομένη παραβίασε υπαίτια την υποχρέωση ενημέρωσης, διαφώτισης, συμβουλευτικής καθοδήγησης και προειδοποίησής τους, που απέρρεε, τόσο, από την σιωπηρώς, συναφθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση παροχής επενδυτικών;, υπηρεσιών, όσο και από τον Κανονισμό Δεοντολογίας των ΕΠΕΥ, και από τις διατάξεις του Νόμου περί προστασίας του καταναλωτή, αλλά και τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, που διέπουν τη λειτουργία της σύμβασης.
Ότι, περαιτέρω, η συμπεριφορά αυτή συνιστά και αδικοπραξία, καθώς οι υπάλληλοι αυτής, υπαίτια, παρέστησαν, ψευδώς στους ενάγοντες ότι επενδύουν σε, απολύτως, ασφαλή προϊόντα, μηδενικού κινδύνου, με εγγυημένη επιστροφή κεφαλαίου, με δυνατότητα ευχερούς ρευστοποίησης, στην ονομαστική τους αξία, οποτεδήποτε, πριν από τη λήξη τους και με εγγυημένο ελάχιστο τοκομερίδιο, μολονότι γνώριζαν, αφενός, την πραγματική φύση και την επικινδυνότητα των επιδίκων τραπεζικών προϊόντων και αφετέρου ότι αυτά δεν συμβάδιζαν ούτε ανταποκρίνονταν στις συντηρητικές επενδυτικές επιδιώξεις, ανάγκες και επιλογές των εναγόντων.
Ότι συνεπεία, της συμπεριφοράς αυτής, οι ενάγοντες παραπλανήθηκαν ως προς το είδος, τη διαβάθμιση και τα ακριβή χαρακτηριστικά των εν λόγω τραπεζικών προϊόντων και, τελικά, πείσθηκαν να επενδύσουν σε αυτά. Με βάση το παραπάνω ιστορικό, επικαλούμενοι την ενδοσυμβατική και αδικοπρακτική ευθύνη της εναγόμενης τραπεζικής εταιρείας, ζήτησαν να αναγνωρισθεί, ότι η εναγομένη οφείλει, να καταβάλει, ως αποζημίωση, λόγω της περιουσιακής τους ζημίας, στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 99.890,64 ευρώ, στο δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 30.549,62 ευρώ, στον τρίτο ενάγοντα το ποσό των 70.069,22 ευρώ, σε καθένα από τους τέταρτη και πέμπτο ενάγοντες το ποσό των 202.000 ευρώ και, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής τους βλάβης, στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 30.109,36 ευρώ, στο δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 9.450,38 ευρώ, στον τρίτο ενάγοντα το ποσό των 19.930,78 ευρώ και σε καθένα από τους τέταρτη και πέμπτο ενάγοντες το ποσό των 48.000 ευρώ, όλα, δε, τα ανωτέρω ποσά, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, μέχρι την εξόφληση.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την 8.842/2013 απόφασή του, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, ως κατ' ουσίαν βάσιμη. Το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του και τις ειδικότερον σ' αυτή εκτιθέμενες αιτιολογίες-παραδοχές, δεχόμενο ενδοσυμβατική και αδικοπρακτική ευθύνη της εναγομένης-αναιρεσείουσας, έκρινε ότι ορθώς το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ερμήνευσε και εφάρμοσε τις αναφερόμενες διατάξεις, δεχόμενο την ως άνω αγωγή ως βάσιμη και κατ' ουσία και ακολούθως απέρριψε την υπό της εναγομένης-αναιρεσείουσας, ασκηθείσα, κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, έφεση, ως αβάσιμη κατ' ουσία.
Με την αίτηση αναίρεσης η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για τις ακόλουθες πλημμέλειες: Α) με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβίασης των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, υποστηρίζοντας ότι παντελώς εσφαλμένα και χωρίς να προσφύγει στους ερμηνευτικούς των δικαιοπραξιών κανόνες, έκρινε ότι καταρτίστηκε δήθεν (και) άτυπη σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών προς τους ενάγοντες- αναιρεσιβλήτους, με συνεπεία να προσάπτει σε αυτή (αναιρεσείουσα) πλημμελή εκπλήρωση των υποχρεώσεών της στο πλαίσιο κατάρτισης μιας σύμβασης επενδυτικών συμβουλών και αδικοπρακτική συμπεριφορά (ενδοσυμβατική και αδικοπρακτική υποχρέωση αποζημίωσης), με το σκεπτικό ότι παραβίασε κατά κύριο λόγο την υποχρέωση διαφώτισης του ενάγοντα και δεν ανταποκρινόταν στην ευλόγως προσδοκούμενη ασφάλεια, θεμελιώνοντας την ανωτέρω κρίση της στην εσφαλμένη παραδοχή ότι συνήφθη μεταξύ τους μια άτυπη σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, χωρίς να έχει προσφύγει στη βούληση των μερών ως προς το εάν όντως ήθελε καταρτισθεί και αν καταρτίστηκε τέτοια σύμβαση, αντί της πράγματι καταρτισθείσας μεταξύ τους σύμβασης εντολής για την εκτέλεση τραπεζικών πράξεων, όπως ευθέως και σαφώς προκύπτει από το λεκτικό της σύμβασης αυτής.
Β) με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση, την από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την ειδικότερη θεμελίωση ότι, η εσφαλμένη παραδοχή της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι συνήφθη μια άτυπη σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, στερείται νομίμου βάσεως, καθόσον η προσβαλλομένη έκρινε ως ανωτέρω με αιτιολογίες ανύπαρκτες, αντιφατικές και ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ωστόσο, ως προς τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, δεν εκτίθεται, στο αναιρετήριο, για το ορισμένο αυτού, ότι το Δικαστήριο της ουσίας, αν και διαπίστωσε κενά, ασαφή ή αμφίβολα σημεία, ως προς τις βουλήσεις των συμβαλλόμενων μερών, δεν προσέφυγε στις ερμηνευτικές ως άνω διατάξεις, τις οποίες παραβίασε ή καίτοι μη διαπιστώσαν κενό ή αμφιβολία, παρά ταύτα προσέφυγε στις ερμηνευτικές αυτές διατάξεις.
Συνεπώς, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι προεχόντως απαράδεκτος ως αόριστος. Πέραν αυτού, ο ανωτέρω λόγος είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας και για τον λόγο ότι η αναιρεσείουσα δεν διαλαμβάνει το σύνολο των πραγματικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία το εφετείο κατέληξε σε δυσμενές για την αναιρεσείουσα συμπέρασμα, αλλά περιορίζεται στη μνεία μικρής αποσπασματικής παραδοχής.
Σε κάθε περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ) του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το εφετείο για τη διαμόρφωση της κρίσεώς του, περί καταρτίσεως μεταξύ των συμβαλλομένων και άτυπης σύμβασης παροχής επενδυτικών συμβουλών, το Εφετείο δεν διαπίστωσε - ούτε εμμέσως - την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις σχετικές δηλώσεις βουλήσεως των διαδίκων, η κρίση του δε αυτή δεν είναι προϊόν αξιολογήσεως και ερμηνευτικής αποσαφηνίσεως των άνω δηλώσεων βουλήσεως, αλλά αποτελεί πραγματική διαπίστωση (οντολογική κρίση), συναχθείσα από την εκτίμηση των μνημονευόμενων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων και, άρα, μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 §1 Κ.Πολ.Δ.).
Επομένως, ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι παρέλειψε να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, για να ανεύρει την αληθή βούληση των ανωτέρω δικαιοπρακτικών δηλώσεων των διαδίκων, στηρίζεται στην ανακριβή προϋπόθεση ότι το Εφετείο διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις κρίσιμες δηλώσεις βουλήσεως.
Περαιτέρω, όσον αφορά το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, δεν εκτίθενται στο αναιρετήριο, για το ορισμένο του λόγου αυτού, οι φερόμενες, κατά την αναιρεσείουσα, παραβιασθείσες από το Εφετείο ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, που παραβιάστηκαν εκ πλαγίου από την προσβαλλομένη απόφασή του και για την μη εφαρμογή των οποίων είναι ανεπαρκείς και αντιφατικές οι περιεχόμενες σ' αυτή αιτιολογίες, ούτε επίσης εκτίθεται στο αναιρετήριο, ποιες επί πλέον αιτιολογίες όφειλε να περιλάβει η προσβαλλομένη απόφαση, κατά την αιτιολόγηση του πορίσματός της, ούτε σε τι συνίσταται η αντιφατικότητα των σχετικών αιτιολογιών της.
Συνεπώς και ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος ως αόριστος. Ανεξαρτήτως αυτού, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και γιατί, με την προβαλλόμενη αιτίαση, ότι δηλαδή το εφετείο, με το να δεχθεί ότι συνήφθη μία άτυπη σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, χωρίς να αναφέρει, αν τυχόν υπήρχε βούληση των μερών για τη σύναψη τέτοιας σύμβασης, και χωρίς να αιτιολογεί πόθεν συνάγεται τέτοια βούληση των μερών, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, πλήττεται, με επίφαση την παράβαση του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. ΚΠολΔικ) επί της ουσίας κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως
προς την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και την αιτιολόγηση και την ανάλυση των αποδείξεων.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση αναίρεσης, που δεν περιλαμβάνει άλλο λόγο προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ). Επίσης πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρ.176,183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 20.11.2019 αίτηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4856/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Οκτωβρίου 2021.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Σεπτεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ