Supreme Court dismisses appeal against traffic accident verdict due to improper summons of absent parties.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the appellant against a traffic accident verdict, ruling the proceedings inadmissible for two defendants due to improper summons. The appellant argued the lower court ignored sworn testimonies submitted in 2014, but the court found these documents were properly considered in the final decision. Consequently, the appeal was rejected for the absent parties, while the appellant was ordered to pay legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576 and 495 of the Code of Civil Procedure; If a party fails to appear or participate according to legal requirements, the Supreme Court examines whether they were lawfully and timely summoned; if not, the proceedings are declared inadmissible and the case is remitted for new summons.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1544 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1544/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος:
Χ. Λ. του Ι., κατοίκου ... Αττικής, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Ρουσσόπουλο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων:
1) Ι. Χ. του Η., κατοίκου … Λάρισας,
2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «PERSONAL INSURANCE ΑΕΓΑ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα,
3) Ε. Κ. του Μ., κατοίκου ... Αττικής και
4) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ ΑΣΦΑΛΕΙΕΣ ΜΙΝΕΤΤΑ ΑΕΕΓΑ», που εδρεύει στη Ν. Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα,
εκ των οποίων η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Οικονόμου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η 4η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μεταξία Αντωνίου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 1ος και 3η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19.09.2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 01.12.2015 αγωγή της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «OLYMPIC-ΕΜΠΟΡΙΚΑΙ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΕ», μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 584/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5948/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 05.09.2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Ευστάθιο Νίκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και οι 2η και 4η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Από τις διατάξεις του άρθρου 576 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση (ΑΠ 12/2020). Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, από τη σειρά του πινακίου, που έγινε στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (10.09.2021), δεν εμφανίστηκαν ο πρώτος και η τρίτη των αναιρεσιβλήτων, αντιστοίχως, Ι.
Χ. και Ε. Κ., ούτε κατέθεσαν δήλωση του άρθρου 242 § 2 ΚΠολΔ, δεν αποδεικνύεται δε ότι αυτοί έχουν κλητευθεί για τη συζήτηση αυτή από τον αντίδικό τους αναιρεσείοντα ή τους νόμιμα παρισταμένους λοιπούς των αναιρεσιβλήτων, με τους οποίους συνδέονται με το δεσμό της απλής ομοδικίας. Επομένως, ως προς αυτούς, πρώτο και η τρίτη (αντιστοίχως) των αναιρεσιβλήτων, και σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες διατάξεις, πρέπει να χωριστεί η υπόθεση και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση.
[II] Η κρινόμενη από 05.09.2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ΓΑΚ 10145/ΕΑΚ 974/29-10-2019 αίτηση αναιρέσεως, κατά της υπ’ αριθμ. 5948/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο (άρθρο 681Α ΚΠολΔ. όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν καταργηθεί με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 564 παρ. 3 (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015) διετούς προθεσμίας από την γενόμενη στις 30-11-2018 δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, της οποίας δεν έχει λάβει χώρα επίδοση. Πρέπει, συνεπώς, να ερευνηθεί προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 του ίδιου Κώδικα).
[III] Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως «πράγματα», κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008, βλ.
και ΑΠ 231/2020, ΑΠ 247/2012), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπ' όψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στο δικόγραφο της αγωγής κλπ., εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της ιστορικής της βάσεως (AΠ 5/2020, ΑΠ 1530/2008, ΑΠ 559/2008).
Επίσης, δεν αποτελούν «πράγματα» και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1455/2009, ΑΠ 94/2008). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπ’ όψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (AΠ 231/2020, ΑΠ 50/2015, ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 2086/2017, ΑΠ 841/2017).
Για το ορισμένο του παραπάνω, από το άρθρο 559 αριθμό 8 ΚΠολΔ, λόγου αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, ήτοι τα πραγματικά περιστατικά που τον συγκροτούν, όπως προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος προβολής του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και της επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αν η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας (ΑΠ 231/2020). Και στις δύο δε περιπτώσεις (της παρά το νόμο λήψης ή μη λήψης υπόψη πραγμάτων) πρέπει να αναφέρεται ποια επίδραση ασκούσε ο ισχυρισμός στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 231/2020, ΑΠ 748/2013).
Εν προκειμένω, με τον πρώτο, από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν από τον αναιρεσείοντα και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς όμως να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιος ήταν ο προταθείς ισχυρισμός, τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της, χωρίς να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που τον συγκροτούν, όπως προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας, χωρίς να καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος προβολής του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και της επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και χωρίς να αναφέρεται ποια επίδραση και, γιατί, ασκούσε ο παραπάνω ισχυρισμός στην έκβαση της δίκης, ώστε να κριθεί αν πρόκειται για ουσιώδη, με την ανωτέρω έννοια, ισχυρισμό και εάν αυτός ο ισχυρισμός συνιστά «πράγμα» με την έννοια του όρου, που προεκτέθηκε στην μείζονα σκέψη της παρούσης.
Συνεπώς, ενόψει του προαναφερόμενου περιεχομένου του και όλων των ανωτέρω αναλυτικά αναφερθεισών ελλείψεών του, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αόριστος.
[IV] Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως «πράγματα» θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 18/2021).
Ο ανωτέρω λόγος θεμελιώνεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται «πράγματα», χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξή του γι’ αυτά. Δεν απαιτείται όμως η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη και μάλιστα σε σχέση με συγκεκριμένο ισχυρισμό, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα.
Ο λόγος είναι αβάσιμος, αν από την απόφαση του δικαστηρίου προκύπτει ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα τούτο στηρίχτηκε στις αποδείξεις που προσήχθησαν, χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογεί ή να αντικρούει, ειδικά, κάθε αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 18/2021, ΑΠ 576/2018, ΑΠ 360/2016, ΑΠ 237/2016, ΑΠ 1935/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τον από το άρθρο 559 αριθμ. 10 του ΚΠολΔ δεύτερο λόγο αναίρεσης, προβάλλει αιτιάσεις κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα, απέρριψε τους ισχυρισμούς του (αναιρεσείοντος) χωρίς να διατάξει απόδειξη γι’ αυτούς και χωρίς να διατάξει δικαστική πραγματογνωμοσύνη. Από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι με αυτήν το Μονομελές Εφετείο δέχθηκε τα εξής, αυτολεξεί παρατιθέμενα στην συνέχεια:
«| Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων του ενάγοντος - εκκαλούντος και των πρώτου και της δεύτερης εναγομένων - εφεσίβλητων (οι λοιποί διάδικοι δεν ζήτησαν την εξέταση μαρτύρων) και του μάρτυρα Μ. Σ. που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του ίδιου Δικαστηρίου και από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Την 06.11.2013 και περί ώρα 10.20, ο Ι. Χ., πρώτος εναγόμενος και ήδη πρώτος εφεσίβλητος, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την πρόκληση ζημιών σε τρίτους από την κυκλοφορία του στην ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία «PERSONAL INSURANCE ΑΕΓΑ», δεύτερη εναγομένη και ήδη δεύτερη εφεσίβλητη, κινούνταν στη Λεωφόρο Θηβών, με κατεύθυνση προς Ίλιον, στην περιοχή του Περιστερίου Αττικής, προσεγγίζοντας στο ύψος του OA 63.
Η Λεωφόρος Θηβών είναι διπλής κατεύθυνσης και στο άνω σημείο έχει δύο λωρίδες κυκλοφορίας ανά ρεύμα πορείας, με πλάτος οδοστρώματος επτά μέτρων και είναι ευθεία-οριζόντια, ενώ τα δύο ρεύματα πορείας χωρίζονται με κεντρική νησίδα. Την ανωτέρω ώρα υπήρχε βροχόπτωση, που καθιστούσε την άσφαλτο υγρά και η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν πυκνή και διεξαγόταν με σχετικά μικρές ταχύτητες και στο ρεύμα πορείας της οδού προς Ίλιον, λόγω της ύπαρξης παραπλεύρως του δεξιού πεζοδρομίου σειράς σταθμευμένων οχημάτων, τα λοιπά οχήματα κινούνταν ουσιαστικά σε μονό στίχο.
Έμπροσθεν του αυτοκινήτου του πρώτου εφεσιβλήτου και σε απόσταση δέκα μέτρων περίπου κινούνταν με ταχύτητα, που δεν ξεπερνούσε τα 30 χλμ/ώρα, το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο (μη διάδικος) Ε. Γ.. Στο ανωτέρω σημείο της οδού ο τελευταίος διέκοψε την πορεία του αυτοκινήτου του, εξαιτίας της ακινητοποίησης των κινούμενων έμπροσθεν αυτού οχημάτων και για το λόγο αυτό ανέκοψε έγκαιρα την πορεία του οχήματός του και ο πρώτος εφεσίβλητος.
Σημειώνεται ότι, λόγω πρόθεσης του πρώτου εφεσιβλήτου να στρίψει δεξιά σε κοντινή απόσταση από το άνω σημείο της οδού και της προαναφερθείσας ύπαρξης των σταθμευμένων οχημάτων, το αυτοκίνητο του κινούνταν στο μέσο περίπου του οδοστρώματος και συγκεκριμένα οι δεξιοί τροχοί του οχήματος ήταν εντός της δεξιάς λωρίδας και οι αριστεροί τροχοί του εντός της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας.
Κατά τη διάρκεια ακινητοποίησης του αυτοκινήτου του πρώτου εφεσιβλήτου και εκμεταλλευόμενος το κενό που υπήρχε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, επιχείρησε υπέρβαση από αριστερά του άνω αυτοκινήτου ο Χ. Λ., ενάγων και ήδη εκκαλών, οδηγώντας την με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας του.
Αυτός, όταν αντιλήφθηκε την ακινητοποίηση του προπορευόμενου αυτοκινήτου του Ε. Γ., προέβη σε άμεση και απότομη τροχοπέδηση της μοτοσικλέτας του, με συνέπεια, εξαιτίας και της ολισθηρότητας του οδοστρώματος από την υφιστάμενη βροχόπτωση, να χάσει τον έλεγχο της μοτοσικλέτας και αυτή να ανατραπεί στο οδόστρωμα με την αριστερή πλευρά της και να προσκρούσει συρόμενη με το εμπρόσθιο τμήμα της στο οπίσθιο αριστερό τμήμα του αυτοκινήτου του Ε.
Γ.. Από την πτώση στο οδόστρωμα και την συνακόλουθη πρόσκρουση του σώματος του εκκαλούντος στην παρακείμενη διαχωριστική νησίδα, η μοτοσικλέτα του υπέστη υλικές ζημίες, ενώ ο ίδιος τραυματίσθηκε σοβαρά στο αριστερό πόδι του. Την επόμενη στιγμή και με χρονική απόσταση ελάχιστων δευτερολέπτων το με αριθμό κυκλοφορίας ...
ΙΧΕ αυτοκίνητο, που οδηγούσε η ιδιοκτήτριά του Ε. Κ., τρίτη εναγομένη και ήδη τρίτη εφεσίβλητη και το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την πρόκληση ζημιών σε τρίτους από την κυκλοφορία του στην ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία «ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ - ΑΣΦΑΛΕΙΕΣ ΜΙΝΕΤΤΑ ΑΕΕΓΑ», τέταρτη εναγομένη και ήδη τέταρτη εφεσίβλητη, κινούμενο στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του ίδιου ως άνω ρεύματος πορείας της Λεωφόρου Θηβών, προσέκρουσε με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του στο οπίσθιο αριστερό τμήμα του προπορευόμενου και ήδη ακινητοποιημένου αυτοκινήτου του πρώτου εφεσιβλήτου, με αποτέλεσμα αμφότερα τα οχήματα να υποστούν υλικές ζημίες.
Για τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά κατέθεσε με σαφήνεια, εξεταζόμενος τόσο κατά τη διεξαχθείσα προανάκριση όσο και στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ο μάρτυρας Π. Β., συνοδηγός του αυτοκινήτου του πρώτου εφεσιβλήτου, ο οποίος ανέφερε σχετικά ότι το άνω αυτοκίνητο κινούνταν, με ταχύτητα 30 χλμ/ώρα περίπου, μεταξύ της δεξιάς και της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας και ότι η μοτοσικλέτα του εκκαλούντος επιχείρησε υπέρβαση από τα αριστερά και ανατράπηκε στο οδόστρωμα, χωρίς τα δύο οχήματα να έρθουν σε επαφή, ενώ η πρόσκρουση του αυτοκινήτου της τρίτης εφεσίβλητης στο πίσω αριστερό τμήμα του αυτοκίνητου του πρώτου εφεσιβλήτου ακολούθησε χρονικά της πτώσης στο οδόστρωμα της μοτοσικλέτα και δεν προηγήθηκε αυτής, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εκκαλών.
Εξάλλου, από τα σημεία σύγκρουσης των εμπλεκόμενων οχημάτων, όπως αυτά διαπιστώθηκαν από τα επιληφθέντα αρμόδια αστυνομικά όργανα και καταγράφονται στη σχετική έκθεση αυτοψίας, προκύπτει ότι η μοτοσικλέτα του εκκαλούντος έχει πληγεί στην εμπρόσθια επιφάνεια (πλαστικά μέρη, φέρινγκ), στην εμπρόσθια αριστερή γωνία (χούφτα, κάγκελα, πλαστικά μέρη) και στην οπίσθια αριστερή γωνία (μπαγαζιέρα), το αυτοκίνητο του πρώτου εφεσιβλήτου φέρει βλάβες στην οπίσθια αριστερή γωνία (προφυλακτήρας, φτερό) και το αυτοκίνητο της τρίτης εφεσίβλητης στην εμπρόσθια δεξιά γωνία (προφυλακτήρας, φτερό, φανάρι).
Συνεπώς, δεν διαπιστώθηκε από τους παριστάμενους αστυνομικούς του Τμήματος Τροχαίας Αιγάλεω φθορά στο εμπρόσθιο τμήμα του αυτοκινήτου του πρώτου εφεσιβλήτου ή έστω ίχνος επαφής με τον οπίσθιο τροχό ή το οπίσθιο πλαστικό κάλυμμα της μοτοσικλέτας του εκκαλούντος, που σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία λαμβάνονται αυτεπάγγελτα υπόψη από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ.4 ΚΠολΔ), θα υπήρχε εμφανώς αν είχε προηγηθεί ώθηση της μοτοσικλέτας του εκκαλούντος από αυτοκίνητο του πρώτου εφεσιβλήτου και μάλιστα τέτοιας έντασης, που θα οδηγούσε στην ανατροπή της.
Άλλωστε και η τελευταία δεν φέρει εμφανώς φθορές στο οπίσθιο τμήμα της, παρά μόνο στην μπαγαζιέρα, που δικαιολογούνται από την πτώση της μοτοσικλέτας στο οδόστρωμα και το σύρσιμο της σ’ αυτό. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από την αντίθετη κατάθεση του μάρτυρα του εκκαλούντος Α. Δ., ο οποίος όμως δεν ήταν αυτόπτης και προσήλθε στο χώρο του επίδικου ατυχήματος λίγα λεπτά μετά την πρόκλησή του.
Επίσης αντίθετη κρίση δεν μπορεί να θεμελιωθεί και στην από 01.03.2014 προανακριτική κατάθεση του Α. Κ., ο οποίος δεν δήλωσε την παρουσία του στα επιληφθέντα αστυνομικά όργανα και δεν μνημονεύεται στη σχετική έκθεση αυτοψίας, ενώ και η αναφορά του ότι έδωσε τα στοιχεία και τον αριθμό του τηλεφώνου του σε κάποιον Α., που μιλούσε με τον τραυματία εκκαλούντα και φαινόταν ότι τον γνώριζε καλά, δεν επιβεβαιώνεται από κάποιο άλλο στοιχείο, ενώ και ο μεταβάς στο σημείο μετά το ατύχημα φίλος του εκκαλούντος Α.
Δ. δεν επιβεβαιώνει την παρουσία του ανωτέρω μάρτυρα. Επιπλέον, από τα προαναφερθέντα σημεία επαφής των εμπλεκόμενων οχημάτων του πρώτου εφεσιβλήτου και της τρίτης εφεσίβλητης αντίστοιχα, συνάγεται με σαφήνεια ότι το αυτοκίνητο του πρώτου εφεσιβλήτου όντως κινούνταν μεταξύ των δύο λωρίδων κυκλοφορίας και δεξιότερα του αυτοκινήτου της τρίτης εφεσίβλητης, αφήνοντας έτσι αρκετό κενό χώρο για να προσπεράσει από αριστερά η μοτοσικλέτα του εκκαλούντος.
Διαφορετικά, αν τα ανωτέρω οχήματα κινούνταν το ένα πίσω από το άλλο, στον ίδιο στίχο, τότε θα είχε πληγεί ολόκληρο το οπίσθιο τμήμα του αυτοκινήτου του πρώτου εφεσιβλήτου και όχι μόνο η οπίσθια αριστερή γωνία του, όπως αντίστοιχα θα είχε πληγεί ολόκληρο το εμπρόσθιο τμήμα του αυτοκινήτου της τρίτης εφεσίβλητης και όχι μόνο η εμπρόσθια δεξιά γωνία του.
Με βάση τα προαναφερθέντα, αποδεικνύεται με σαφήνεια ότι το επίδικο ατύχημα και οι συνέπειες αυτού οφείλονται αποκλειστικά σε υπαιτιότητα του εκκαλούντος, ο οποίος, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ.1, 13 παρ.2, 17 παρ.1 και 19 παρ.1,2 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, οδηγώντας τη μοτοσικλέτα του, χωρίς να επιδείξει τη δέουσα για μέσο συνετό οδηγό προσοχή και επιμέλεια και δίχως να έχει την προσήκουσα και πλήρη εποπτεία του οχήματός του, λαμβάνοντας συνεχώς υπόψη του τις ιδιαίτερες επικρατούσες κυκλοφοριακές συνθήκες (πυκνή κυκλοφορία οχημάτων, βροχόπτωση, ολισθηρό οδόστρωμα), εκτελώντας αριστερή υπέρβαση του προπορευόμενου αυτοκινήτου του πρώτου εφεσιβλήτου και αντιληφθείς ότι το πιο προπορευόμενο αυτοκίνητο του Ε.
Γ. είχε ήδη ακινητοποιηθεί, λόγω της αυξημένης κίνησης οχημάτων, προέβη σε απότομη τροχοπέδηση, με συνέπεια να χάσει τον έλεγχο της μοτοσικλέτας του, η οποία ανατράπηκε και σύρθηκε με την αριστερή πλευρά της στο οδόστρωμα για να προσκρούσει με δύναμη στο αυτοκίνητο του Ε. Γ. και ο ίδιος ο εκκαλών να καταλήξει σοβαρά τραυματισμένος στην τοποθετημένη στο μέσο της Λεωφόρου Θηβών νησίδα.
Αντίθετα, δεν προέκυψε ότι βαρύνει οποιαδήποτε συνυπαιτιότητα τόσο τον πρώτο εφεσίβλητο, που έβαινε με κανονική για τις ανωτέρω περιστάσεις ταχύτητα, που δεν υπερέβαινε τα 30 χλμ/ώρα και ακινητοποίησε έγκαιρα το αυτοκίνητό του προ του αυτοκινήτου του Ε. Γ., χωρίς να έρθει σε επαφή με την μοτοσικλέτα του εκκαλούντος, όσο και την τρίτη εφεσίβλητη, η οποία δεν ήρθε σε οποιαδήποτε επαφή με την μοτοσικλέτα του εκκαλούντος ούτε επηρέασε άλλως την πορεία της, ενώ η μεταγενέστερη πρόσκρουση του αυτοκινήτου της στο οπίσθιο αριστερό τμήμα του αυτοκινήτου του πρώτου εφεσιβλήτου, δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την προηγηθείσα ανατροπή της μοτοσικλέτας.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση δέχθηκε ότι ο εκκαλών, για τους ίδιους ως άνω λόγους, είναι αποκλειστικά υπαίτιος του επίδικου ατυχήματος και απέρριψε την αγωγή του ως ουσιαστικά αβάσιμη, σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις και όσα αντίθετα υποστηρίζει ο εκκαλών με τους σχετικούς λόγους της κρινόμενης έφεσής του, ότι δηλαδή οι πρώτος και τρίτη εφεσίβλητοι είναι συνυπαίτιοι για την πρόκληση του επίδικου ατυχήματος, για το λόγο ότι αμφότεροι δεν είχαν τεταμένη την προσοχή τους και δεν τηρούσαν την απαιτούμενη απόσταση ασφαλείας, με συνέπεια το αυτοκίνητο της τρίτης εφεσίβλητης να προσκρούσει στο αυτοκίνητο του πρώτου εφεσιβλήτου και αυτό ωθούμενο να προσκρούσει με τη σειρά του στην μοτοσικλέτα του εκκαλούντος, προκαλώντας της ανατροπή της και την πρόσκρουσή της στο προπορευόμενο αυτοκίνητο του Ε.
Γ., είναι αβάσιμα και απορριπτέα|».
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει την παρούσα αναιρετική δίκη, δέχθηκε ότι ο τότε εκκαλών - ενάγων και ήδη αναιρεσείων είναι αποκλειστικά υπαίτιος του επιδίκου ατυχήματος και απέρριψε ως κατ'ουσίαν αβάσιμους τους σχετικούς λόγους της εφέσεώς του, συνισταμένους στο ότι οι πρώτος και τρίτη εφεσίβλητοι (ήδη πρώτος και τρίτη των αναιρεσιβλήτων) είναι συνυπαίτιοι για την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος (για τον λόγο ότι αμφότεροι δεν είχαν τεταμένη την προσοχή τους και δεν τηρούσαν την απόσταση ασφαλείας, με συνέπεια το αυτοκίνητο της τρίτης εφεσίβλητης να προσκρούσει στο αυτοκίνητο του πρώτου εφεσίβλητου και αυτό ωθούμενο να προσκρούσει με τη σειρά του στην μοτοσικλέτα του ενάγοντος, προκαλώντας την ανατροπή της και την πρόσκρουσή της στο προπορευόμενο αυτοκίνητο του Ε.
Γ.), και μετά ταύτα απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη την έφεσή του στο σύνολό της. Εν όψει των ως άνω παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 10 του ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τούτο δε, διότι, από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το αποδεικτικό πόρισμα αυτής δεν διαμορφώθηκε αναπόδεικτα, αλλά (διαμορφώθηκε) με βάση τις προσκομισθείσες από τους διαδίκους αποδείξεις [τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων του ενάγοντος - εκκαλούντος και των πρώτου και της δεύτερης εναγομένων - εφεσιβλήτων - αναιρεσιβλήτων (οι λοιποί διάδικοι δεν ζήτησαν την εξέταση μαρτύρων) που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, περιέχονται δε στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και όλα τα νομίμως προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους διαδίκους έγγραφα], όπως άλλωστε αναλυτικά εκθέτει το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του.
Τέλος, κατά το μέρος που με τον ως άνω δεύτερο λόγο αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη για τον λόγο ότι δεν διέταξε πραγματογνωμοσύνη, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον από τις διατάξεις των άρθρων 368, 387 και 388 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, η διάταξη πραγματογνωμοσύνης επί συγκεκριμένου ζητήματος ή η διάταξη νέας ή επανάληψης ή συμπλήρωσης της αρχικής από τους ίδιους ή άλλους πραγματογνώμονες, εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου της ουσίας και δεν ελέγχεται αναιρετικά, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία, κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο, κατά το άρθρο 368 παρ. 2 ΚΠολΔ. κρίνει ότι χρειάζονται «ειδικές» γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, οπότε οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονα ή πραγματογνώμονες (ΑΠ 11/2021, ΑΠ 1025/2014, ΑΠ 1088/2014), εν προκειμένω, όμως, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν και αυτολεξεί παρατεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης, το Εφετείο δεν έκρινε ότι χρειάζονται «ειδικές» γνώσεις επιστήμης ή τέχνης (ούτε άλλωστε ο αναιρεσείων ισχυρίζεται με τον ως άνω δεύτερο λόγο αναίρεσης ότι χρειάζονται «ειδικές» γνώσεις επιστήμης ή τέχνης), ώστε συνακόλουθα η κρίση περί της αναγκαιότητας της διάταξης πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου της ουσίας, και δεν ελέγχεται αναιρετικά.
[V] Από τα άρθρα 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1, 577 και 578 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, όταν η υπόθεση κρίθηκε κατ’ ουσίαν, για να είναι ορισμένος, άρα και παραδεκτός, ο λόγος αναιρέσεως που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κατά τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ή εκ πλαγίου κατά τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, δεν αρκεί η παράθεση στο αναιρετήριο της διατάξεως που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, της κατά τον αναιρεσείοντα έννοιας αυτής, καθώς και της περί αυτής κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας και της δεκτής γενόμενης από αυτό έννομης συνέπειας, αλλά πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, με σαφήνεια και πληρότητα και όλες οι σχετικές ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δηλαδή τα δεκτά γενόμενα από αυτήν πραγματικά περιστατικά, αφού διαφορετικά δεν είναι δυνατή, με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως (ΑΠ 1013/2003).
Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α’ του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Εξάλλου, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 38/2020).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 38/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, δηλαδή που εντοπίζεται ακριβώς η παραβίαση κατά την ερμηνεία ή την εφαρμογή του συγκεκριμένου ουσιαστικού νόμου (ΑΠ 59/2020).
Αν το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 59/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 532/2017, ΑΠ 275/2017).
Μάλιστα, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ’ επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 259/2019, ΑΠ 319/2017).
Συνακόλουθα, η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 παρ 1 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ’ ουσίαν, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή, από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 38/2020, ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.
Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 38/2020), ούτε και με τις κατατεθείσες πριν τη συζήτηση προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΑΠ 38/2020, ΑΠ 259/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραβίασε το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ ισχυριζόμενος ότι με την προσβαλλόμενη « [...] παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου» (βλ. σελίδα 2, στίχος 15 επ. και σελίδα 11 στίχος 24 επ. του δικογράφου της αίτησης).
Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι απαράδεκτος, καθόσον δεν αναφέρεται στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης α) ποιες είναι οι (συγκεκριμένες) διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκαν, β) ποιο είναι το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που περιλαμβάνονται στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, γ) ούτε, άλλωστε, παρατίθενται στο αναιρετήριο ποιες ήταν οι συγκεκριμένες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, με τις οποίες συντελέστηκε η επικαλουμένη παράβαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου (των οποίων, φερόμενων ως παραβιασθέντων κανόνων του ουσιαστικού δίκαιου, δεν γίνεται οποιαδήποτε συγκεκριμένη αναφορά στο αναιρετήριο, όπως και ανωτέρω αναφέρθηκε).
[VI] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά «έλλειψη αιτιολογίας», ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της «ανεπαρκής αιτιολογία» ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους «αντιφατική αιτιολογία» (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 109/2020).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 109/2020).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 550/2017, ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 121/2014, ΑΠ 1752/2013, ΑΠ 589/2005).
Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007).
Συνακόλουθα η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ’ ουσίαν, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 109/2020, ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.
Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΑΠ 109/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι η προσβαλλόμενη έσφαλε «δεχόμενη εσφαλμένως όλες τις παραδοχές της πρωτόδικης απόφασης και χωρίς καμμιά περαιτέρω αιτιολογία και νόμιμη ερμηνεία», ότι «η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση», ότι «δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης [...]», καθώς και ότι η προσβαλλόμενη « [...] εσφαλμένα εκτίμησε τα πραγματικά περιστατικά και παραβίασε θεμελιώδεις δικονομικές αρχές.
Επειδή η προσβαλλόμενη είναι εσφαλμένη, διότι στην υπό κρίση από 19.09.2015 υπ’ αριθμ. κατάθεσης 96783/15442/21-10-2015 αγωγή μου ο ενάγων (ήδη αναιρεσιβάλων) αναλυτικά εκτέθηκε και αποδείχθηκε από τα έγγραφα προσκομισθέντα ως σχετικά ότι ο πρώτος και η τρίτη των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων οδηγώντας τα αναφερόμενα στην αγωγή ιδιωτικής χρήσεως επιβατικά αυτοκίνητα, τα οποία ήταν κατά το χρόνο του ατυχήματος ασφαλισμένα για τις προς τρίτους ζημίες στη δεύτερη και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων ασφαλιστικές εταιρείες «PERSONAL INSURANCE ΑΕΓΑ» και «ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ ΑΣΦΑΛΕΙΕΣ ΜΙΝΕΤΤΑ ΑΕΕΓΑ», αντίστοιχα, προκάλεσαν από υπαιτιότητά τους το τροχαίο οδικό ατύχημα που έλαβε χώρα στο Περιστέρι Αττικής στις 06.11.2013 υπό τις περιγραφόμενες ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΗ στην αγωγή συνθήκες [...]».
Ισχυρίζεται στη συνέχεια επίσης ο αναιρεσείων ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι εσφαλμένη και αναιτιολόγητη «όπως αποδεικνύεται από όλα τα έγγραφα που προσκομίστηκαν μετ’ επικλήσεως στο Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο», ότι «από την προσκομισθείσα έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος και το σχεδιάγραμμα του τόπου του ατυχήματος όπως επίσης και το από 06.11.2013 δελτίο τροχαίου ατυχήματος προκύπτει με βεβαιότητα η πλήρης και αποκλειστική συνυπαιτιότητα των αναιρεσιβαλλόμενων οδηγών [...].
Καθώς η προσβαλλόμενη απόφαση έσφαλλε για όσα δέχτηκε ανωτέρω χωρίς αιτιολογία ενώ λόγω της καταφανούς ελλείψεως της προσοχής της οδηγού και ήδη τρίτης αναιρεσίβλητης επέπεσε στο όχημα του πρώτου αναιρεσίβλητου, ο οποίος επίσης από πλήρη υπαιτιότητα του, ενώ μπορούσε δεν τήρησε την απαραίτητη απόσταση ασφαλείας από το προπορευόμενο αυτού όχημα απαραίτητη ιδιοκτησίας μου ωθήθηκε και μετατοπίσθηκε προς τα μπροστά με αποτέλεσμα να επιπέσει και να προκαλέσει ώθηση με το εμπρόσθιο τμήμα του στο οπίσθιο τμήμα της κανονικότατα ως ανωτέρω κινούμενης δίκυκλης μοτοσικλέτας μου [...]», καταλήγει δε ότι «η κρίση της αναιρεσιβαλλόμενης είναι πλήρως εσφαλμένη και παντελώς αναιτιολόγητη και μου προξενεί εντύπωση το γεγονός ότι αποδέχεται πλημμελή συμπεριφορά μου! ενώ όλα τα αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύουν το ακριβώς αντίθετο».
Εν όψει του προαναφερόμενου περιεχομένου του ο τρίτος αυτός λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, σύμφωνα και όσα εκτέθηκαν ανωτέρω στην μείζονα σκέψη της παρούσας, διότι στο οικείο δικόγραφο αφενός δεν διαλαμβάνονται, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκαν (όπως και παραπάνω, σε σχέση με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αναφέρθηκε) και το περιεχόμενο αυτών, αφετέρου δεν εξειδικεύονται οι πλημμέλειες του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, ούτε αναφέρεται ποιες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις παραδοχές της προσβαλλόμενης, ούτε διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, ούτε που εντοπίζονται οι αντιφάσεις της προσβαλλόμενης απόφασης.
Επίσης κατά το προαναφερόμενο μέρος του με το οποίο αιτιάται την προσβαλλόμενη διότι δεν δέχθηκε ότι υπήρχε «πλήρης και αποκλειστική συνυπαιτιότητα των αναιρεσιβαλλόμενων οδηγών» ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Σε κάθε περίπτωση πάντως, δηλαδή και εάν ήθελε γίνει δεκτό ότι ο ως άνω τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι επαρκώς ορισμένος, κρίνεται απορριπτέος ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος, καθόσον από το αυτολεξεί παρατεθέν ανωτέρω, σε σχέση με τον δεύτερο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, περιεχόμενο της προσβαλλόμενης, προκύπτει ότι με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του περιέλαβε επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, καθώς και ότι στην προσβαλλόμενη εκτίθενται με πληρότητα και σαφήνεια όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και έπρεπε να εφαρμοστούν, ενώ δεν υφίστανται ελλείψεις, ασάφεια, και ανεπάρκεια στις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης σχετικά με το χαρακτηρισμό των ως άνω περιστατικών, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, καθόσον το Εφετείο περιέλαβε στην προσβαλλόμενη τις παραπάνω αυτολεξεί παρατιθέμενες παραδοχές του, σε σχέση με την αποκλειστική υπαιτιότητα του ενάγοντος - εκκαλούντος (τώρα αναιρεσείοντος) στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, στις οποίες ουδεμία αντίφαση υφίσταται ως προς το εν λόγω κρίσιμο ζήτημα.
[VII] Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ. 1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση, διαφορετικά, με αυτεπάγγελτη έρευνα του Αρείου Πάγου, ο λόγος αναίρεσης κρίνεται αόριστος και, ως εκ τούτου, απαράδεκτος (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 27/2020).
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ γ’ του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 15/2021, ΑΠ 70/2008, ΑΠ 222/2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 953/2005), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 15/202l, ΑΠ 1874/2008), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο).
Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 15/2021, ΑΠ 22/2005, ΑΠ 1072-3/2005, ΑΠ 798/2010).
Έτσι, ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ’ ουσία αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.
Μη λήψη υπόψη, πάντως δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, όχι όμως και τα επίδικα (ΑΠ 15/2021, ΑΠ 1573/2006, ΑΠ 455/2014, ΑΠ 1072/2005). Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίστηκαν με επίκληση, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο αυτά, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους και να καθορίζεται ο συγκεκριμένος ουσιώδης ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνύονταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 15/2021, ΑΠ 393/2018, ΑΠ 58/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος του, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση , κατ' εκτίμηση την αιτίαση από τον αριθ. 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για το λόγο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την από 04.02.2014 ένορκη εξέτασή του (του ενάγοντος αναιρεσείοντος), την από 09.03.2014 ένορκη εξέταση του μάρτυρος Ε.
Γ., την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος Π. Β. και την από 01.03.2014 ένορκη εξέταση του Α. Κ., τις οποίες αυτός είχε προσκομίσει ενώπιον του Εφετείου, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, για τον λόγο ότι, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα, που είχαν προσκομισθεί με επίκληση από τους διαδίκους και το Εφετείο έλαβε υπόψη για να καταλήξει στο άνω αποδεικτικό του πόρισμα, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, όπως έχει αυτολεξεί παρατεθεί παραπάνω, δεν καταλείπεται οποιαδήποτε αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, σε σχέση με την αποκλειστική υπαιτιότητα του ενάγοντος - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος για την πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος και τα άνω στο αναιρετήριο αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, λαμβανομένου υπόψη και ότι στο αιτιολογικό της απόφασης γίνεται ρητή μνεία της από 01.03.2014 προανακριτικής κατάθεσης του Α.
Κ. (φύλλο 6ο στίχος τελευταίος επ. της προσβαλλόμενης), και της κατάθεσης του μάρτυρος Π. Β. στην προανάκριση και στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (φύλλο 5ο στίχος 19ος επ. της προσβαλλόμενης), δεν μπορεί δε να συναχθεί μη λήψη υπόψη των ανωτέρω εγγράφων από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, όχι όμως και τα δύο από τα ως άνω αναφερόμενα.
[VII] Μετά από αυτά και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύει). Τέλος, ο αναιρεσείων, που νικήθηκε στη δίκη, πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παριστάμενων αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό, ενώ δεν γίνεται λόγος για δικαστικά έξοδα ως προς τον πρώτο και την τρίτη των αναιρεσιβλήτων, αφού αυτοί ερημοδίκησαν και δεν υποβλήθηκαν σε τέτοια έξοδα, ούτε, φυσικά, υπέβαλαν σχετικό αίτημα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 05.09.2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ΓΑΚ 10145/ΕΑΚ 974/29-10-2019 αίτησης αναιρέσεως κατά της υπ’ αριθμ. 5948/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τους πρώτο και τρίτη των αναιρεσιβλήτων, αντιστοίχως, Ι. Χ. και Ε. Κ..
Απορρίπτει ως προς τους λοιπούς την ως άνω από 05.09.2019 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ’ αριθμ. 5948/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παριστάμενων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Νοεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2021.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ